Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1017 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1017/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Α. & Ε. Π. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο «Δ.» Α..Ε.., όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία «Λ. Α. Η. Ε. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο "Λ. Α..Ε.., η οποία εδρεύει στο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σερεμετάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Τ. Α. Κ. Β. Ε. Τ. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Δ. Τ. Α." η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "A. E. Ε. Α. Π. Ε. Μ. Ε. Π. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «A. E. Μ.. «Ε. στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τελευταίας από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Μιχελή ο οποίος ανακάλεσε την από 17-01-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη η αίτηση αναίρεσης στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 28-2-2017 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Λ. Α. Η. Ε. Α..Ε.. και την από 7-3-2017 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5145/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3395/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείείουσα εταιρεία με την από 10-07-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 ΚΠολΔ, πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ. Σημειωτέον, ότι η αίτηση εκ περισσού κοινοποιήθηκε με κλήση προς συζήτηση στο Ελληνικό Δημόσιο (7902/26-10-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Ι.), το οποίο είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, και ακολούθως άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την ίδια αιτιολογία, εφόσον ο παρεμβάς, του οποίου η παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις κατ' άρθρα 81 § 3 και 82 εδ. γ' ΚΠολΔ (Α.Π. 400/2023, Α.Π. 1036/2022, Α.Π. 688/2018, Α.Π. 447/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016). Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποτελεί η εξέταση της υπόθεσης από το δικαστήριο κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 728/2023, Α.Π. 555/2023, Α.Π. 1935/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10-7-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3395/2021 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 19-12-2016 αγωγή της, η αρχική ενάγουσα εταιρία "A. E. Μ.. Ε..Π..Ε.., η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με την αναιρεσίβλητη εταιρία "Δ. Τ. Α..Ε.." με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, ανέφερε ότι με δύο συμβάσεις μεταξύ αυτής και της εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Λ. Α. Η. Ε. (Λ..Α..Η..Ε..) Α..Ε.., ήδη αναιρεσείουσας υπό τη νέα της επωνυμία "Διαχειριστής Α.Π.Ε. και Εγγυήσεων Προέλευσης ....", που καταρτίστηκαν τα έτη 2011 και 2012, συμφώνησε να πωλεί στην εναγόμενη επί εικοσαετία την ηλεκτρική ενέργεια, που παρήγαγε από δύο φωτοβολταϊκούς σταθμούς ιδιοκτησίας της, αντί σταθερού τιμήματος, προσαυξανόμενου ετησίως σε ποσοστό 25% του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους, όμως με το νόμο 4093/2012 επιβλήθηκε ειδική έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ανερχόμενη σε ποσοστά 37% επί του τιμήματος πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας για τον πρώτο σταθμό και 34% για τον δεύτερο, αργότερα δε με το ν. 4254/2014 επανακαθορίστηκαν οι καθορισμένες τιμές πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα και μειώθηκαν κατά ποσοστά 37% για τον πρώτο σταθμό και 14% για το δεύτερο, επιβλήθηκε αναδρομικά αναγκαστική έκπτωση επί του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας, που πωλήθηκε κατά το έτος 2013, και καταργήθηκε η ετήσια προσαύξηση του τιμήματος. Εκθέτοντας περαιτέρω η ενάγουσα ότι οι ανωτέρω διατάξεις των ν. 4093/2012 και 4254/2014 είναι ανεφάρμοστες, επειδή αντιβαίνουν σε διατάξεις του Συντάγματος, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει 1) 194.051,29 ευρώ για την παρακρατηθείσα από αυτήν (εναγόμενη) έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης επί του τιμήματος του ηλεκτρικού ρεύματος των σταθμών της ενάγουσας των μηνών Μαρτίου 2013 έως και Μαρτίου 2014, 2) 184.322,94 ευρώ, που παρακράτησε η ενάγουσα από τις πληρωμές του έτους 2014 για την επιβληθείσα αναδρομική έκπτωση επί του τιμήματος ηλεκτρικού ρεύματος έτους 2013, 3) 149.067,94 ευρώ για τη διαφορά του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, και του μειωμένου βάσει των διατάξεων του ν. 4254/2014 και καταβληθέντος από την εναγόμενη για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως και Ιούνιο 2014 για τον πρώτο σταθμό, και Φεβρουάριο 2013 έως και Ιούλιο 2014 για τον δεύτερο, άλλως επικουρικώς για τα τρία πρώτα κονδύλια λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της εναγόμενης, και 4) 25.494,99 ευρώ για τόκους υπερημερίας επί του τιμήματος, του χρονικού διαστήματος από την παρέλευση 20 ημερών από τον χρόνο κατάθεσης στην εναγόμενη κάθε μηνιαίου τιμολογίου, οπότε αυτό ήταν καταβλητέο βάσει συμβατικού όρου, μέχρι το χρόνο της πληρωμής του, και για τους μήνες Μάρτιο 2013 έως Ιούνιο 2014 για τον πρώτο σταθμό και Μάρτιο 2013 έως Ιούλιο 2014 για τον δεύτερο. Η εναγόμενη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε, μεταξύ άλλων, ένσταση από το άρθρο 342 Α.Κ., ισχυριζόμενη ότι δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την εξόφληση των τιμολογίων και συνεπώς δεν οφείλει τόκους υπερημερίας, επειδή η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, και συγκεκριμένα επειδή α) η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι είχε καταθέσει βεβαιώσεις φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, όπως απαιτείται κατά τους όρους των συμβάσεων για την πληρωμή της, και β) η ίδια (εναγόμενη) είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το τίμημα του ηλεκτρικού ρεύματος από τον Ειδικό Λογαριασμό των άρθρων 40 ν. 2773/1999, 118 § 2 περ. θ' και 143 ν. 4001/2011, ο οποίος όμως από τα τέλη του έτους 2011 ήταν ελλειμματικός, με συνέπεια η εναγόμενη να αδυνατεί να εξοφλεί εμπρόθεσμα την ενάγουσα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 5145/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η ενάγουσα άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3395/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα τρία πρώτα κονδύλια της αγωγής, έγινε εν μέρει δεκτό το τέταρτο κονδύλιο, που αφορούσε την επιδίκαση τόκων υπερημερίας, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση από το άρθρο 342 Α.Κ., που επανέφερε η εναγόμενη ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της μόνο ως προς το δεύτερο σκέλος της, και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει για την αιτία αυτή 17.185,22 ευρώ στην ... και 8.309,77 ευρώ στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", με την αιτιολογία ότι ενάγουσα κατά τη διάρκεια της δίκης μεταβίβασε στις εν λόγω τράπεζες τη σχετική απαίτησή της κατά την ανωτέρω αναλογία. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του δεύτερου σκέλους της ένστασής της από το άρθρο 342 Α.Κ. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 19 αποτελεί η εξέταση της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, όπως εν προκειμένω.
Κατά το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, εφόσον, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται ενδεικτική μνεία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το αναιρετικό τμήμα, έχει ήδη παραπεμφθεί και εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 563 § 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 27 § 2 του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών κ.λπ." ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (Α.Π. 947/2024, Α.Π. 1203/2023, Α.Π. 1085/2021, Α.Π. 391/2021, Α.Π. 347/2021, Α.Π. 452/2020, Α.Π. 1125/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένστασή της από το άρθρο 342 Α.Κ. ως προς το δεύτερο σκέλος της, με το οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε έλλειψη υπαιτιότητάς της σχετικά με την καθυστέρηση εξόφλησης των τιμολογίων επικαλούμενη την ελλειμματικότητα του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999, 118 § 2 περ. θ' και 143 ν. 4001/2011, παραβίασε ευθέως την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ. με εσφαλμένη μη εφαρμογή της. Το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, δηλαδή εάν η ανεπάρκεια των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ειδικού Λογαριασμού συνιστά, ή όχι, γεγονός που απαλλάσσει την αναιρεσείουσα από την ευθύνη για την καθυστέρηση της πληρωμής του τιμήματος της πωλούμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στους παραγωγούς, και επομένως εάν έχει ως αποτέλεσμα, ή όχι, την μη περιέλευση αυτής σε υπερημερία και την απαλλαγή της από την υποχρέωση για την καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση παρέλευσης της συμφωνημένης προθεσμίας για την πληρωμή του τιμήματος, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 378/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια κατ' άρθρο 336 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας στη μείζονα σκέψη διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον δεύτερο λόγο της από 10-7-2023 αίτησης αναιρέσεως της εταιρίας "Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. Α.Ε." για την αναίρεση της 3395/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναβάλλει κατά τα λοιπά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 378/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ