ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1018/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1018/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1018/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1018 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1018/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κουτσούκη αφού ανακάλεσε την από 14-01-2025 δήλωσή του, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-11-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10944/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4120/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2023 αίτησή της και τους από 03-01-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 27-10-2023 αίτησης για αναίρεση της 4120/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-2-2025), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 3-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 7-1-2025, όπως προκύπτει από τη σχετική 2/7-1-2025 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφό του, και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη την 7-1-2025, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 5230/7-1-2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Θ. Κ.. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, και 938 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σε αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. Α.Κ. Για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή κατ' άρθρο 937 Α.Κ. και να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 755/2021, Α.Π. 359/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016). Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποτελεί η εξέταση της υπόθεσης από το δικαστήριο κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 728/2023, Α.Π. 555/2023, Α.Π. 1935/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, εφόσον, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται ενδεικτική μνεία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το αναιρετικό τμήμα, έχει ήδη παραπεμφθεί και εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 563 § 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 27 § 2 του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών κ.λπ." ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (Α.Π. 947/2024, Α.Π. 1203/2023, Α.Π. 1085/2021, Α.Π. 391/2021, Α.Π. 347/2021, Α.Π. 452/2020, Α.Π. 1125/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-10-2023 αίτηση αναιρέσεως και τους από 3-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 4120/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 2-11-2020 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι διατηρεί γαλακτοπαραγωγική μονάδα και ότι συνήψε με την εναγόμενη-αναιρεσείουσα εταιρία τυποποίησης και εμπορίας γάλακτος συμφωνία αποκλειστικής πώλησης σε αυτήν των ποσοτήτων γάλακτος παραγωγής της, ότι ο προσδιορισμός του τιμήματος είχε ανατεθεί στην εναγόμενη και έπρεπε να γίνεται με δίκαιη κρίση βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, όμως η εναγόμενη προέβη με άλλες ομοειδείς με αυτήν επιχειρήσεις σε απαγορευμένες συμφωνίες, που είχαν ως αντικείμενο την παρακώλυση του ανταγωνισμού μέσω του καθορισμού χαμηλών τιμών αγοράς του γάλακτος από τους προμηθευτές, και σε εφαρμογή των συμφωνιών αυτών κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο 2004 έως τον Αύγουστο 2007 προσδιόριζε το τίμημα του γάλακτος, που αγόραζε από την ενάγουσα, στη χαμηλή τιμή των 0,362 ευρώ ανά κιλό κατά μέσο όρο, ενώ έπρεπε κατά δίκαιη κρίση να το προσδιορίζει σε 0,45, άλλως 0,40 ευρώ ανά κιλό. Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς μετέτρεψε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει 185.888,05, άλλως 79.927,60 ευρώ, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη της, συνιστάμενη σε παράβαση των διατάξεων που απαγορεύουν τις συμφωνίες και την εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων που έχουν ως αποτέλεσμα την παρακώλυση του ανταγωνισμού, άλλως λόγω καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης της μέσω εξαναγκασμού για τον καθορισμό των τιμών αγοράς, άλλως λόγω καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των διαδίκων, άλλως επειδή με την ανωτέρω συμπεριφορά της ζημίωσε με πρόθεση την ενάγουσα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, άλλως επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η αξίωση της ενάγουσας από αδικοπραξία υπέπεσε σε παραγραφή, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της της εναγόμενης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα 79.927,60 ευρώ νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε έφεση και η ενάγουσα αντέφεση, οι οποίες απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη 4120/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα εταιρεία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εκτεινόμενο από τον Μάιο του έτους 2004 έως 31-8-2007, διατηρούσε μονάδες εκτροφής 100 περίπου γαλακτοπαραγωγικών αγελάδων στην περιοχή .... Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία και ήδη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη, κατά τον ίδιο χρόνο, δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον τομέα της παραγωγής και διαθέσεως στην ελληνική αγορά φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος και εν γένει γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων. Δυνάμει μερικότερων διαδοχικών ατύπων ατομικών συμβάσεων πώλησης άλλως αποκλειστικής προμήθειας γάλακτος, αορίστου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και της ανωτέρω εναγομένης εταιρείας, η ενάγουσα ως γαλακτοπαραγωγός ανέλαβε την ενοχική υποχρέωση να πωλεί και να παραδίδει αποκλειστικά στην εναγομένη, το παραγόμενο στη μονάδα εκτροφής της αγελαδινό γάλα. Ειδικότερα η ενάγουσα παραγωγός γάλακτος, προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης, συνέλεγε και διατηρούσε το παραγόμενο από τις αγελάδες της γάλα σε παγολεκάνες, τις οποίες της προμήθευε η εναγομένη εταιρεία, η δε τελευταία, παραλάμβανε τις παραδιδόμενες από αυτήν (ενάγουσα) ποσότητες γάλακτος, με δικό της όχημα, καθημερινά, αφού προηγούμενα υπάλληλοι αυτής ελάμβαναν δείγμα του πωληθέντος γάλακτος. Κατά την παραλαβή εκάστης ποσότητος γάλακτος, ο οδηγός του οχήματος της εναγομένης, ενεργών ως βοηθός εκπληρώσεως εξέδιδε δελτίο αποστολής και στο τέλος κάθε μήνα η ενάγουσα εξέδιδε το αντίστοιχο τιμολόγιο πώλησης για τη συνολική ποσότητα του πωληθέντος γάλακτος για την οποία και εξεδίδετο το αντίστοιχο τιμολόγιο πωλήσεως, το οποίο η εναγομένη εξοφλούσε αμέσως. Η τιμή πωλήσεως (το τίμημα) των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος από την ενάγουσα στην εναγομένη, δεν καθορίσθηκε επαρκώς και εξ αρχής από τους συμβαλλομένους (fixed price), αλλά ο προσδιορισμός αυτής ανατέθηκε στην εναγομένη εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη εταιρεία, η οποία όφειλε να προσδιορίσει την τελική τιμή της αγοράς του πωλούμενου γάλακτος από την ενάγουσα λαμβάνοντας ως δεδομένη μια βασική τιμή, η οποία ήταν διαφορετική ανά περιοχή, με συνεκτίμηση των κάτωθι παραγόντων: α) της ποιότητας του γάλακτος, β) της παραδιδόμενης ποσότητας, γ) της αποστάσεως της μονάδας από τον σταθμό συγκεντρώσεως γάλακτος, δ) του μεγέθους της κτηνοτροφικής μονάδας, ε) των προοπτικών αναπτύξεως της μονάδας και στ) της εποχικότητος. Καθ' όσον αφορά στον καθορισμό της ποιότητας του γάλακτος, κρίσιμα στοιχεία αποτελούσαν η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και λίπη, η μικροβιολογική κατάσταση και τα περιεχόμενα στο γάλα σωματικά κύτταρα. Για την παρακολούθηση των ανωτέρω στοιχείων, η εναγομένη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη προέβαινε σε τακτικές δειγματοληψίες από τις μονάδες των συνεργαζομένων κτηνοτρόφων, μεταξύ αυτών και της ενάγουσας και βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, χωρούσε ο καθορισμός της τελικής τιμής. Ειδικότερα, η εναγόμενη ήδη προ της ενάρξεως της συνεργασίας της με την ενάγουσα και δη ήδη από το έτος 1997, τηρούσε συγκεκριμένη σύνθετη διαδικασία, την οποία κατονόμαζε ως "Διαδικασία Αξιολογήσεως Προμηθευτών Διασφαλίσεως Ποιότητος" ... Κατά τη διαδικασία αυτή, η εφαρμογή της οποίας ήταν γνωστή στην ενάγουσα παραγωγό, η τελική τιμή πωλήσεως του παραγόμενου γάλακτος αποτελούσε συνάρτηση της βασικής τιμής και της περιεκτικότητος του γάλακτος σε λίπος, αντιβιοτικά και νερό, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποσότητος", το οποίο διαφοροποιείτο αναλόγως της παραδιδομένης από τον παραγωγό ποσότητας, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποιότητος" ... Τα εν λόγω κριτήρια για τον καθορισμό της τιμής του πωλούμενου γάλακτος (της Βασικής Τιμής λαμβανομένης υπόψη της λιποπεριεκτικότητας, της ποιότητας, της ποσότητας και των ποινών αντιβιοτικών ή νερού) είναι μεν αντικειμενικά πλην όμως δεν καθιστούν την παροχή (το οφειλόμενο τίμημα) της αγοράστριας εναγομένης ορισμένη, ούτε η ανεύρεση αυτής ήταν ένας απλός μαθηματικός υπολογισμός ... διότι αυτά (κριτήρια), αποτελούσαν παραμέτρους καθορισμού της τελικής τιμής, η οποία τελική τιμή δεν ηδύνατο να είναι γνωστή εξ αρχής, αλλά ούτε και εκ των προτέρων προσδιορίσιμη από την ενάγουσα - παραγωγό, που γνώριζε μεν, πλην όμως εξ αντικειμένου δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τους όρους ορθής εφαρμογής της προπεριγραφομένης διαδικασίας ελέγχου με δικά της μέσα για κάθε παραδιδομένη από αυτήν ποσότητα γάλακτος. Ακριβώς δε για τον λόγο αυτό, ο προσδιορισμός της παροχής της εναγομένης (ήτοι του τιμήματος) ανατέθηκε εκ των πραγμάτων σε αυτή, και δεν ήταν εξ αρχής προσδιορισμένη και γνωστή ... Μάλιστα ακόμη και η βασική τιμή του γάλακτος δεν ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων, αλλά και αυτή (βασική τιμή) επί της οποίας υπολογίζονταν τα ανωτέρω ποσοστά, είχε αφεθεί στην δίκαιη κρίση της εναγομένης εκκαλούσας. ... Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται ότι ο προσδιορισμός της τελικής τιμής αγοράς του γάλακτος αφέθηκε στην εναγόμενη εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη, όχι όμως στην απόλυτη κρίση της, όπως καταδεικνύει η ύπαρξη των ανωτέρω παραμέτρων καθορισμού της, τα οποία γνωστοποιούνταν στους συνεργαζομένους παραγωγούς, άρα και στην ενάγουσα-παραγωγό. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη όφειλε να προβεί σε καθορισμό της τιμής αγοράς των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος "κατά δικαία κρίση" (κατ' άρθρο 371 ΑΚ), λαμβάνουσα προσθέτως υπόψη, πέραν των ως άνω παραμέτρων, το σκοπό της συμβάσεως, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή εύλογου κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, δεδομένου ότι επρόκειο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας ... Περαιτέρω, απεδείχθη ότι καθόλη τη διάρκεια συνεργασίας των διαδίκων που ενδιαφέρει εν προκειμένω (χρονικό διάστημα από Μάιο του 2004 έως Αύγουστο 2007), η εναγόμενη αγόραζε από την ενάγουσα-γαλακτοπαραγωγό το αγελαδινό γάλα κατά μέσο όρο με τιμή 0,3636 ευρώ ανά κιλό. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την κατάσταση του ... που προσαρτάται στην αγωγή, όπου οι τιμές που καταγράφονται σε αυτήν δεν αμφισβητήθηκαν ειδικώς από την εναγόμενη (261 ΚΠολΔ) αλλά και από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα τιμολόγια πώλησης, η τιμή που αγόραζε η εναγομένη από την ενάγουσα εταιρεία το παραγόμενο από την μονάδα της γάλα κυμαινόταν στα ακόλουθα ποσά: ... Από τη συγκριτική επισκόπηση της μέση τιμής πωλήσεως γάλακτος, την οποία όριζε κατά τα ανωτέρω η εναγόμενη, προκύπττει ότι αυτή (τιμή πώλησης) με την πάροδο των ετών αντί να αυξάνεται όπως είναι λογικό και αναμενόμενο σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες της αγοράς, αφού με την πάροδο των ετών συνήθως αναβιβάζεται το κόστος παραγωγής των προϊόντων, αυτή (η τιμή πώλησης) δεν εμφάνιζε αύξηση, αλλά αντιθέτως μάλιστα εμφάνισε πτώση κατά το έτος 2006 και τις αρχές του 2007 σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη (2004 και 2005), δίχως να προκύπτει ότι υπήρχαν αποκλίσεις στην ποιότητα και τη σύνθεση του παραχθέντος γάλακτος που να δικαιολογούν μείωση της τιμής, ενώ από τα μέσα του έτους 2007, οπότε και αποκαλύφθηκε η απαγορευμένη σύμπραξη γαλακτοβιομηχανιών ("καρτέλ γάλακτος") στην οποία συμπεριλαμβάνετο και η εναγομένη κατά τα ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενα, η τιμή αγοράς γάλακτος άρχισε να παρουσιάζει ανοδικές τάσεις. Ειδικότερα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι η εναγόμενη, ήδη από το έτος 2004, συμμετείχε σε οριζόντια συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες με σκοπό τον κοινό καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και την κατανομή μεταξύ τους των περιοχών εφοδιασμού αγελαδινού γάλακτος ανά την Ελλάδα, έτσι ώστε, αφενός να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή παραγωγού, που δεν αντιστοιχούσε σε αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, αφετέρου να καταστήσουν αδύνατη τη μετακίνηση από τη μία γαλακτοβιομηχανία στην άλλη των κτηνοτρόφων που επιθυμούσαν να αναζητήσουν καλύτερες τιμές. Συγκεκριμένα από τον Ιούνιο του 2005 διαβιβάστηκαν στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού [Γ.Δ.Α.] δελτία τύπου σχετικά με διαμαρτυρίες αγελαδοτρόφων, καταναλωτών, καθώς και πλήθος κοινοβουλευτικών ερωτήσεων σχετικά με πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων (διαμόρφωση τιμών από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή). Κατόπιν τούτου η Γ.Δ.Α. ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2006 διαδικασία αυτεπάγγελτης έρευνας σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων, με στόχο τη διερεύνηση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977 και 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81 και 82 της ΣυνθΕΚ) στους τομείς της παραγωγής νωπού γάλακτος και της χονδρικής και λιανικής πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων με πρώτη ύλη το αγελαδινό γάλα, μετά το τέλος της οποίας συνέταξε την υπ' αρ. 8218/15.12.2006 εισήγηση. Με βάση αυτή και τα στοιχεία που προέκυψαν από την ανωτέρω έρευνα, καθώς και την ενώπιον της ακροαματική διαδικασία, η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξέδωσε την υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δημοσιεύτηκε στο Τεύχος Β' του ΦΕΚ 177/6.2.2008 και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1682/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, αφενός η ύπαρξη οριζόντιας συμφωνίας που έλαβε χώρα το έτος 2004, μεταξύ της εναγομένης εταιρείας ... και των γαλακτοβιομηχανιών: "... περί συγκράτησης και μείωσης των τιμών αγοράς του νωπού γάλακτος από τους παραγωγούς - κτηνοτρόφους και αποφυγής-περιορισμού των μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών, κατά παράβαση των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΚ) και αφετέρου ο καθορισμός, ήδη από το 2001, από τον .... (... με απόφαση του δεσμευτική για τα μέλη του - μεταξύ των οποίων και η εναγομένη κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Καταστατικού του, ανώτατων και κατώτατων τιμών αγοράς του αγελαδινού γάλακτος, με την ανταλλαγή τιμοκαταλόγων μεταξύ ανταγωνιστριών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι εκπρόσωποι των ανωτέρω ειδικώς μνημονευομένων εταιρειών και δη οι διευθυντές ζώνης γάλακτος των εν λόγω εταιρειών, οι οποίες, κατά την επίδικη περίοδο απορροφούσαν ποσοστό 56,98% έως 70,49% της, συνολικά στην Ελλάδα, παραγόμενης ποσότητας αγελαδινού γάλακτος, σε συνάντηση την 31-5-2004 στο ξενοδοχείο ... στην Λάρισα, αποφάσισαν μεταξύ άλλων: α) την αποφυγή μετακίνησης των παραγωγών γάλακτος ανάμεσα στις γαλακτοβιομηχανίες, και β) την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών στην Ελλάδα και αντιστροφής των ανοδικών τάσεων της τιμής του αγελαδινού γάλακτος ενόψει της επιδότησης της ποσόστωσης των παραγωγών που άρχιζε το έτος 2004 και θα εξακολουθούσε μέχρι τουλάχιστον το έτος 2013 και της αναμενόμενης μείωσης των τιμών σε όλες τις χώρες της ΕΕ, προκειμένου να μην περιοριστεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού γάλακτος. Παράλληλα, στην ίδια απόφαση ... έγινε δεκτό ότι τα μέλη του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (....), εντός του έτους 2001, συζήτησαν και συναποφάσισαν κατώτατες και ανώτατες τιμές περί αγελαδινού γάλακτος. Επιπλέον δε, με την ίδια ως άνω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ... διαπιστώθηκε ότι ακόμη και πριν από τη συνάντηση την 31-5-2004 στη Λάρισα των διευθυντών γάλακτος των εταιρειών ... αποτελούσε συνήθη πρακτική η συνάντηση μεταξύ των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών, με θέμα την τιμή αγοράς του γάλακτος και την αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ τους, ο οποίος (ανταγωνισμός) οδηγούσε σε αύξηση της τιμής. Μάλιστα, κατά τη σκέψη 208 της ίδιας απόφασης, συζητήσεις με θέμα την τιμή αγοράς και αποφάσεις για το θέμα αυτό λαμβάνονταν και στα πλαίσια του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών ... Για τη συμμετοχή της εναγομένης στην ως άνω συμφωνία - σύμπραξη επιβλήθηκε σε αυτήν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού πρόστιμο ύψους 9.130.320 ευρώ, το οποίο κατόπιν άσκησης εκ μέρους της προσφυγής κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μειώθηκε με την υπ' αριθμ. 1616/2009 απόφαση του στο ποσό των 6.086.880 ευρώ, η δε απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε και από το ΣτΕ με την υπ' αριθ. 2365/2013 απόφασή του. Και είναι μεν αληθές ότι με την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (σκέψη 230), κρίθηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, εάν και σε ποιο βαθμό υλοποιήθηκε η ανωτέρω συμφωνία της Λάρισας σχετικά με τη συγκράτηση-μείωση των τιμών αγοράς γάλακτος από τις εμπλεκόμενες γαλακτοβιομηχανίες, δεδομένου ότι, πάντα κατά το σκεπτικό της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι όποιες μαρτυρικές καταθέσεις εδόθησαν ενώπιόν της ήταν τελείως αποσπασματικές και δεν παρείχαν πλήρη απόδειξη για το εάν η όποια συγκράτηση ή μείωση της τιμής του νωπού γάλακτος, οφείλονταν αποκλειστικά ή σε κάποιο βαθμό στη συμφωνία της Λάρισας και όχι σε (ή και σε) άλλα γεγονότα, όπως η εποχικότητα και η αύξηση της ποσόστωσης του αγελαδινού γάλακτος, το Δικαστήριο όμως τούτο ... δεν δεσμεύεται από την κρίση αυτή παρότι το σκεπτικό της ως άνω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού επικυρώθηκε κατόπιν ασκήσεως προσφυγής με την υπ' αριθμόν 1616/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ακολούθως κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμόν 2365/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αναδυομένου μετά ταύτα δεδικασμένου κατά την ισχύσασα στον ένδικο χρόνο διάταξη του άρθρου 18 του Ν 7053/1987. Ειδικότερα το παρόν πολιτικό δικαστήριο επιλαμβανόμενο επί αγωγής αποζημιώσεως που επιστηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις δύναται στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου του να ερευνήσει και να διακριβώσει αν επήλθε αλλοίωση της αγοράς από την αναμφίβολη παράνομη εναρμονισμένη πρακτική της εναγομένης εκκαλούσας μετά των λοιπών αναφερομένων εταιρειών που συνιστά αθέμιτη καρτελική σύμπραξη κατά παράβαση του άρθρου 81 ΣυνθΕΟΚ και άρθρου 1 Ν 703/1977 που ίσχυαν τον ένδικο χρόνο, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η κρίση της Επιτροπής Ανταγωνισμού επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών αλλά και από το επιληφθέν ακολούθως Συμβούλιο της Επικρατείας. ... Από το σύνολο δε των αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι μετά τη συμφωνία της Λάρισας και μέχρι την αποκάλυψη αυτής οι ως άνω γαλακτοβιομηχανίες που συμμετείχαν ως αποδείχθηκε σε αυτήν, κατόπιν ανταλλαγής ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών περί των τιμών, των αναγκών εκάστης περί των ποσοτήτων γάλακτος και τις εισκομισθείσες ποσότητες, κατάφεραν να κρατήσουν σταθερές τις τιμές μεταξύ τους και μάλιστα να προβούν ακόμη και σε μείωση αυτών περί το τέλος 2005 και 2006, ενώ περιόρισαν στο ελάχιστο τη δυνατότητα μετακίνησης των δυσαρεστημένων παραγωγών. ... Με βάση λοιπόν τα παραπάνω και κατόπιν συναξιολόγησης του συνόλου του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν καθόρισε την τιμή του αγελαδινού γάλακτος που αγόραζε από τους παραγωγούς γάλακτος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ενάγουσα εταιρεία, με "δίκαιη κρίση" ενόψει και του σκοπού της επίδικης σύμβασης, ο οποίος συνίστατο, στην αποκομιδή κέρδους, δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα ανωτέρω εκτιθέμενα αντικειμενικά κριτήρια, καθώς κατά τα ανωτέρω αντικείμενο της εν λόγω οριζόντιας συμφωνίας υπήρξε αφενός ο καθορισμός από κοινού μειωμένων τιμών αγοράς γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς αφετέρου η κατανομή των περιοχών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών, κατά τρόπο που να αποτρέπει τη μετακίνηση των γαλακτοπαραγωγών από τη μία βιομηχανία στην άλλη, αφού καμία βιομηχανία δεν δεχόταν πλέον συνεργασία με γαλακτοπαραγωγό που έφευγε από άλλη εταιρία και ανήκε σε άλλη περιοχή, από αυτήν που της είχε ανατεθεί με τη συμφωνία. Από την ανάπτυξη των ανωτέρω καθίσταται εμφανές ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η εναγόμενη (μετέχοντας στη "Συμφωνία της Λάρισας") συνιστά απαγορευμένη εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ αυτόνομων ανεξάρτητων επιχειρήσεων, η οποία ηδύνατο να επηρεάσει αλλά και πράγματι επηρέασε, άλλως νόθευσε το εγχώριο εμπόριο γάλακτος εντός της εσωτερικής αγοράς περιορίζοντας την ελευθερία των γαλακτοπαραγωγών και εν προκειμένω και της ενάγουσας εταιρείας ως προς την διαπραγμάτευση των τιμών του πωλούμενου γάλακτος, η οποία αναφορικά με την παρούσα ενάγουσα παρέμεινε καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγόμενη ιδιαιτέρως χαμηλή και αναντίστοιχη της εύλογης και υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού ορισθείσας τιμής. Η ως άνω συμπεριφορά είναι παράνομη αφού συντελέσθηκε κατά παράβαση του άρθρου 81 ΣυνθΕΟΚ (ισχύοντος κατά το ένδικο χρόνο) ήδη άρθρου 101 ΣΛΕΕ και άρθρου 1 του ισχύοντος κατά το ένδικο χρόνο Ν 703/1977 ήδη άρθρου 1 του Ν 3959/2011 περί απαγόρευσης επί ποινή ακυρότητας κάθε πράξης ή συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένης πρακτικής. Επομένως η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης ως πράξη παράνομη αλλά και υπαίτια συνιστά αστική αδικοπραξία κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 914, 919, 281 288 ΑΚ, σε περίπτωση δε που από την αδικοπραξία αυτή επήλθε περιουσιακή ζημία τότε η εναγομένη έχει υποχρέωση ανόρθωσης της ζημίας αυτής δια της καταβολής ισάξιας αποζημίωσης. Σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται [ορθό: δύναται] να αχθεί σε αντίθετη κρίση από το με αριθμό 4860/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη όπως μη γίνει κατηγορία κατά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης για τις αναφερόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις, δεδομένου ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αυτού, δίχως παράλληλα να παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας των εκεί κατηγορουμένων ... Ωστόσο εφόσον ην αδικοπρακτική συμπεριφορά τελέσθηκε μεταξύ των ετών 2004 έως 2007 έχει παραγραφεί κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής κατ' άρθρο 937 ΑΚ, διότι από τότε που η ενάγουσα έλαβε γνώση τόσο της ζημίας της, όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση, τούτου τοποθετημένου χρονικώς το έτος 2007 οπότε και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 369/V/2007 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που διέγνωσε την παράνομη σύμπραξη της εναγομένης με άλλες εταιρείες ως προς τον καθορισμό της τιμής του γάλακτος, έως και την άσκηση τη αγωγής που έλαβε χώρα το έτος 2020 ... παρήλθε χρόνος πλέον της πενταετίας. Συνακόλουθα όπως ήδη εκτέθηκε ενεργοποιείται το άρθρο 938 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ? αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί. Έτσι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως ωφέλεια αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος. Επομένως συνιστά ερευνητέον ζήτημα το εάν η εναγόμενη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, η οποία όμως έχει παραγραφεί, αποκόμισε ωφέλεια η οποία συνίσταται, αν υπάρχει βεβαίως, στη διαφορά της τιμής του γάλακτος που η ίδια καθόρισε και έκρινε ως "εύλογη" (λαμβάνοντας υπόψη της "την απόφαση της Λάρισας") και της τιμής του γάλακτος που θα έπρεπε από την ίδια να καθορισθεί υπό συνθήκες ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού. Τουτέστιν αυτό που θα διερευνηθεί υπό του δικαστηρίου είναι αν τιμή του πωλούμενου γάλακτος, ο προσδιορισμός της οποίας ανατέθηκε στην εναγόμενη έγινε κατά την εύλογη και δίκαιη κρίση της, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό συνθήκες γνήσιου ανταγωνισμού, ή αν [η] τιμή του πωλούμενου γάλακτος, δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση αλλά ήταν μικρότερη αυτής που θα καθοριζόταν σε υγιείς συνθήκες αγοράς, οπότε η διαφορά αυτή συνιστά και την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγόμενη από την αδικοπραξία και είναι αποδοτέα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Πράγματι στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κρίνεται ότι η τιμή αγοράς του αγελαδινού γάλακτος σε σχέση με την ενάγουσα, δεν καθορίσθηκε κατ' εύλογο κρίση (άρθρο 371 ΑΚ) από την εναγόμενη. Λαμβανομένων δε υπόψη όλων των κατά το νόμο, στοιχείων και κυρίως α) της σχέσης μεταξύ τιμής αγοράς και της τελικής τιμής στον καταναλωτή του νωπού παστεριωμένου γάλακτος, όταν η τελευταία δε αυξάνονταν συνεχώς, β) της προσφερομένης, κατά τον ίδιο χρόνο, από τις μη μετέχουσες στη λεγομένη "Συμφωνία της Λάρισας" γαλακτοβιομηχανίες τιμής αγελαδινού γάλακτος, γ) της αύξησης του πληθωρισμού, με την επισημείωση ότι από το έτος 2000 έως το έτος 2007 ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 25%, δ) του συνεχώς αυξανόμενου κόστους των ζωοτροφών ... ε) της ποιότητος του παραγομένου από τη μονάδα της ενάγουσας γάλακτος, η οποία κρίνεται ότι δεν υπολείπεται της μέσης συνήθους ποιότητας του πωλούμενου γάλακτος, εφόσον δεν γίνεται ειδικώς λόγος υπό της εναγομένης περί κακής ποιότητος αυτού ή περί αποκλίσεων αυτού από τη συνήθη ποιότητα, στ) του σκοπού της σύμβασης, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος και όχι μόνο για την αγοράστρια εναγόμενη γαλακτοβιομηχανία, ζ) της ίδιας της συμπεριφοράς της εναγομένης πριν και μετά την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, από τη σύγκριση της οποίας αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη αύξησε μετά την άνοιξη του 2007 την τιμή αγοράς από τιμή 0,37 ευρώ έως 0,415 ευρώ το κιλό, η δίκαιη τιμή της ένδικης παροχής, ήτοι του τιμήματος αγοράς του κιλού του γάλακτος, υπό της εναγομένης, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 0,40 λεπτά του ευρώ το κιλό, όπως εκθέτει η ενάγουσα κατά την επικουρική χρηματική βάση της αγωγής της και όχι σε 0,45 λεπτά του ευρώ όπως εκθέτει η ενάγουσα κατά την κύρια χρηματική βάση της αγωγής ... Κατόπιν των ανωτέρω και αφού ο προσδιορισμός της δίκαιης τιμής του πωληθέντος γάλακτος στο ποσό των 0,40 λεπτών του ευρώ το κιλό, που παριστά την τιμή του πωλούμενου γάλακτος που θα είχε καθορισθεί εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η αδικοπραξία της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας (μεθοδευμένη συγκράτηση των τιμών μετά από καρτελική σύμπραξη), έλαβε χώρα κατ' ορθή εφαρμογή των παραμέτρων που είχαν καθορισθεί συμβατικώς μεταξύ των μερών υπό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η διαφορά μεταξύ της τιμής των 0,40 λεπτών του ευρώ που είναι η δίκαιη τιμή και αυτής που πράγματι πωλήθηκε το γάλα της ενάγουσας εταιρίας που ανερχόταν κατά το επίδικο διάστημα κατά μέσο όρο στο ποσό των 0,3636 ευρώ/κιλό, συνιστά την περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης της εναγομένης (αίτιο) και της προκύπτουσας εκ της αδικοπραξίας ωφέλειας (αιτιατό), απορριπτομένου όθεν του τρίτου λόγου εφέσεως και κατά το μέρος αυτού. Επομένως η ενάγουσα που κατά το ένδικο χρονικό διάστημα πώλησε 2.119.209 κιλά γάλα ... θα έπρεπε να λάβει ως τίμημα πώλησης το ποσό των (2.119.209 κιλά γάλα Χ 0,40 λεπτά του ευρώ) 847.683,60 ευρώ. Αντί αυτού όμως η ενάγουσα εταιρεία έλαβε καθαρά το ποσό των 767.756 ευρώ ... Επομένως η προκύπτουσα διαφορά της τιμής αγοράς του γάλακτος που κατέβαλε η εναγόμενη (767.756 ευρώ) και αυτής που όφειλε κατά δίκαιη κρίση να καταβάλει αν δεν εμφιλοχωρούσε η αδικοπραξία (847.683,60 ευρώ) συνιστά την αποδοτέα εκ της παραγεγραμμένης αδικοπραξίας της ωφέλεια που πρέπει να αποδοθεί στην ενάγουσα ίση με το ποσό των (847.683,60 ευρώ - 767.756 ευρώ) 79.927,60 ευρώ ...".
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα-εναγόμενη προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 513 επ., 371, 904, 914 και 938 Α.Κ., δεχόμενο ότι η επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, και ότι υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγόμενης από την ωφέλεια, που αυτή αποκόμισε εξαιτίας της μη ελάττωσης της περιουσίας της κατά το επιπλέον χρηματικό ποσό, που θα έπρεπε να δαπανήσει για την αγορά από την ενάγουσα των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος, αν το τίμημα είχε καθοριστεί με δίκαιη κρίση, και δεδομένου ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται, ούτε προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν η ενάγουσα άσκησε προηγουμένως το διαπλαστικό δικαίωμά της από το άρθρο 371 εδ. β' Α.Κ. για δικαστικό καθορισμό της αντιπαροχής με δίκαιη κρίση, και αν η εναγόμενη αποκόμισε κέρδος από τη μεταπώληση του γάλακτος. Για την εκφορά κρίσης επί των ανωτέρω λόγων απαιτείται προηγουμένως η επίλυση του νομικού ζητήματος αν στην ωφέλεια, που οφείλει κατ' άρθρο 938 Α.Κ. να αποδώσει όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία, όταν η απαίτηση από αδικοπραξία έχει παραγραφεί, περιλαμβάνεται, ή όχι, τόσο η θετική αύξηση, όσο και η μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος λόγω της εξοικονόμησης της δαπάνης, στην οποία αυτός θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία, και εν προκειμένω, αν στην αποδοτέα στην ενάγουσα ωφέλεια περιλαμβάνεται ή όχι το χρηματικό ποσό, που η εναγόμενη έπρεπε να καταβάλει ως επιπλέον τίμημα για την αγορά από αυτήν των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος, αν το τίμημα είχε οριστεί κατά δίκαιη κρίση, και εξοικονόμησε λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Το ζήτημα αυτό έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 432/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια κατ' άρθρο 336 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας στη μείζονα σκέψη διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει τη συζήτηση της από 27-10-2023 αίτησης αναιρέσεως της εταιρίας ... και των από 3-1-2025 πρόσθετων λόγων αυτής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 432/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή