Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1019 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1019/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... και το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Κωνσταντίνος Κεχαγιάς του Μιχαήλ ο οποίος όρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Δημήτριο Αναστασόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπήλιο Μούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1312/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1328/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 02-06-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει, ότι η δικαστική ή εξώδικη εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, γενικά ή για ορισμένου είδους πράξεις, ανήκει κατ' αρχήν στο διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί για το σκοπό αυτό συλλογικά. Μπορεί, όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί, ευθέως από αυτό ή διά του διοικητικού της συμβουλίου, η εκπροσώπηση της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο (ΑΠ 1913/2013, ΑΠ 603/2013, ΑΠ 461/2010, ΑΠ 704/2010), τα οποία ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, εκφράζοντας τη βούλησή του. Στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ανήκει η απόφαση για κάθε θέμα σχετικό με τη διοίκηση, διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας και γενικά με την πραγματοποίηση του σκοπού της και συνεπώς και η απόφαση για την έγερση αγωγής ή την άσκηση ενδίκου μέσου (ΑΠ 1979/2008, ΑΠ 186/1989). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 1, 118 αριθ. 5, 122 παρ. 1, 123 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον 'Αρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 36/2024). Στη προκειμένη περίπτωση με υπογεγραμμένη, χειρόγραφη σημείωση επί της προσθήκης των προτάσεών του (υπομνήματος) ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της αναιρεσείουσας, αμφισβήτησε την ύπαρξη πληρεξουσιότητος στο πρόσωπο του παρασταθέντος στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, Δικηγόρου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, Σπήλιου Μούζουλα, Δικηγόρου Αθηνών, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε από το προσκομισθέν από τη τελευταία, με αριθμό ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ.-Π., η νόμιμη εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης, εξ αιτίας της διαλαμβανομένης σ'αυτό βεβαίωσης της συντάξασας αυτό συμβολαιογράφου, ότι, δυνάμει της από 17.7.2019 απόφασης της ΓΣ των μετόχων της αναιρεσίβλητης, περί εκλογής μελών του ΔΣ αυτής, και του με την αυτή ημεροχρονολογία πρακτικού του ΔΣ περί συγκροτήσεώς του σε σώμα, προέκυπτε η λήξη της θητείας του στις 10.9.2024, σε συνδυασμό με το από 15.10.2020 πρακτικό του ΔΣ, περί τροποποίησης της εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης που καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ στις 15.10.2020, και ότι τούτο είχε ως συνέπεια, εξ αιτίας της λήξης της θητείας του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, σε χρόνο προγενέστερο (10.9.2024) της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (24.2.2025), να μην υφίσταται νόμιμος διορισμός του παραπάνω Δικηγόρου ως πληρεξουσίου της αναιρεσίβλητης. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και συγκεκριμένα: (α) τη με αριθμό πρωτοκόλλου 217061/19.10.2020 ανακοίνωση της Διεύθυνσης ΓΕΜΗ, ΑΕ, ΕΠΕ και ΥΜΣ (τμήμα Α') του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, από την οποία προκύπτει, ότι καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ... Πρακτικό του ΔΣ της ΑΕ με την επωνυμία ..." για τη τροποποίηση της εκπροσώπησης της εταιρείας, βάσει του οποίου η εκπροσώπηση της εταιρείας ανατέθηκε στον Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Δ. Σ. του Γ., ο οποίος, ρητώς διαλαμβάνεται, ότι εκπροσωπεί την εταιρεία έναντι οποιασδήποτε Αρχής ή τρίτου και διορίζει πληρεξουσίους δικηγόρους ή μη, παρέχοντας σ' αυτούς, σύμφωνα με το Νόμο, γενική ή ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα με όλες τις συναφείς εντολές, ενώ η εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον των πάσης φύσεως Δικαστηρίων παντός βαθμού ανατίθεται στον ίδιο και (β) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... ανακοίνωση του αυτού ως άνω φορέα, από την οποία προκύπτει ότι καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ και δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό τόπο αυτού, η από 18.7.2022 απόφαση της ΓΣ των μετόχων σύμφωνα με την οποία εκλέχθηκε το ΔΣ της εταιρείας και το με την αυτή ημεροχρονολογία πρακτικό του ΔΣ της εταιρείας για τη συγκρότησή του σε σώμα, βάσει του οποίου Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας είναι ο Δ. Σ. του Γ. και η θητεία του ΔΣ ορίζεται ότι λήγει την 10.9.2028, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο Δ. Σ. του Γ., που παρέσχε τη σχετική πληρεξουσιότητα στον παραπάνω Δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει του προσκομιζομένου με αριθμό ... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, εκπροσωπούσε νομίμως την αναιρεσίβλητη εταιρεία, διαθέτοντας τις σχετικές αρμοδιότητες με βάση απόφαση του ΔΣ της τελευταίας, η θητεία του οποίου λήγει στις 20.9.2028. Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα της ανώνυμης εταιρείας που παρέχεται από το ΔΣ αυτής, που ενεργεί κατά το καταστατικό, είναι πληρεξουσιότητα του νομικού προσώπου και όχι του διοικητικού του συμβουλίου ή του κατά το καταστατικό εκπροσώπου του, και εκφράζει, την κατά το χρόνο παροχής της, την προς τούτο βούληση του νομικού προσώπου. Εντεύθεν παρέπεται ότι μετά τη λήξη της θητείας του ΔΣ ή του εντεταλμένου οργάνου η δοθείσα νομοτύπως πληρεξουσιότητα δεσμεύει το νομικό πρόσωπο, το δε τυχόν νέο ΔΣ αυτού, υπό τους όρους του νόμου δικαιούται να ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα. Επί δικαστικής δε πληρεξουσιότητας αυτή ισχύει επί πενταετία, ή μέχρι πέρατος της αρξαμένης δίκης και δεν επηρεάζεται η ισχύς της από τη μεταβολή των συγκροτούντων το ΔΣ ανώνυμης εταιρείας προσώπων.
Εν προκειμένω, το ΔΣ της αναιρεσίβλητης παρέσχε την υπόψη πληρεξουσιότητα στις 11.3.2022 νομότυπα, διά του τότε νομίμου εκπροσώπου της και Δ/ντος Συμβούλου αυτής και συνεπώς είναι σε κάθε περίπτωση ισχυρά επί πενταετία, ή μέχρι τη περάτωση της σχετικής δίκης.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Με την κρινόμενη από 2.6.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 1328/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 513 και 681 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα, "με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή του δικαιώματος που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε", "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή" προκύπτουν τα ακόλουθα: Η σύμβαση πώλησης διαφέρει από τη σύμβαση έργου στο ότι, στη μεν σύμβαση πώλησης ο πωλητής οφείλει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνιστάμενο στη μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος, δεν υποχρεούται όμως στην κατασκευή του ακόμη και αν το πράγμα δεν υπάρχει κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αντίθετα, στη σύμβαση έργου, ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος να παραγάγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (έργο) στο οποίο αποβλέπουν τα μέρη, και όχι απλώς να παράσχει ένα συγκεκριμένο, ήδη έτοιμο, αντικείμενο. Κατά συνέπεια από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Οφείλει, δηλαδή, έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του (της κατασκευής του έργου), όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση. Μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000). Η υποχρέωσή του αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή, ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του ΑΚ, συνάγεται, ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, εάν α) δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, β) εάν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτουμένη πράξη, ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή, (ΑΠ 983/2020 ΑΠ 1566/2018, ΑΠ 1876/2014). Συνέπεια δε της υπερημερίας αυτού (δανειστή) είναι, ότι ο οφειλέτης δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΑΚ, να απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή, καθετί, που χρειάστηκε να δαπανήσει επιπλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας. Για την ύπαρξη δε υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, ήτοι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί συμβάσεως μισθώσεως έργου, που δανειστής είναι ο εργοδότης, όσον αφορά την υποχρέωση της πράξεως ή συμπράξεως του τελευταίου, της οποίας οι συνέπειες ρυθμίζονται αποκλειστικά από τις παραπάνω διατάξεις, ώστε δεν μπορεί με βάση αυτές να αξιωθεί άλλη αποζημίωση, όπως το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον ή το διαφυγόν κέρδος του οφειλέτη (ΑΠ 710/2018, ΑΠ 1504/2005, ΑΠ 1012/1998). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι, εφόσον η εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου κατέστη αδύνατη, λόγω υπαίτιας παραλείψεως του εργοδότη να προβεί στην αναγκαία προς τούτο σύμπραξη και περιελεύσεως του τελευταίου σε υπερημερία δανειστή, ο εργολάβος δικαιούται τη συνομολογηθείσα εργολαβική αμοιβή, κατ' άρθρο 381 ΑΚ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του 686 εδ. β' του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, όταν υπάρχει υπερημερία εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της, προκύπτει ότι αν έχει παρέλθει ο συμβατικός χρόνος παράδοσης και ο εργολάβος έχει περιέλθει σε υπερημερία, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα των άρθρων 383 ως 385 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπαναχώρηση, αποτέλεσμα της οποίας, κατά το άρθρ. 389 ΑΚ που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχώρησης, σε συνδυασμό με τα άρθ. 904 και 911 ΑΚ, είναι ότι η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά (ex tunc), αποσβήνεται η υποχρέωση προς παροχή και οι παροχές που δόθηκαν αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1922/2009, ΑΠ 1031/2004, ΑΠ 533/2002). Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ συνάγεται ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ' ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσης της (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 1026/2020, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009). Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις ( ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1623/2014).
Από τη παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότιδα ανώνυμη εταιρεία εκμετάλλευσης κλινικής, άσκησε την από 10.12.2007 αγωγή της με την οποία επικαλούμενη υπερημερία της αναιρεσείουσας εργολάβου στην εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου και άσκηση του δικαιώματος συμβατικής υπαναχώρησης από τη μικτή σύμβαση έργου και πώλησης που κατήρτισε με την τελευταία, ζήτησε την επιστροφή τμήματος της εργολαβικής αμοιβής που προκατέβαλε, αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζοντας ερήμην της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο της πλήρους αποζημίωσης, και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και έκανε αυτή δεκτή, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά τα λοιπά. Μετά από άσκηση της από 19.6.2018 έφεσης της εναγομένης, και εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως εκ της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό, εκδόθηκε η με αριθμό 1328/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία δίκασε επί της αγωγής ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια αυτής, και αφού απέρριψε την ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη που προέβαλε η εναγομένη-εκκαλούσα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης εργολάβου να επιστρέψει στην ενάγουσα, το αχρεωστήτως, εξ αιτίας της γενομένης υπαναχώρησης από τη σύμβαση, προκαταβληθέν τμήμα της εργολαβικής της αμοιβής .Ειδικότερα με τη προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο περιστατικά: " Η ενάγουσα εταιρεία σκοπός της οποίας είναι μεταξύ άλλων και η λειτουργία και εκμετάλλευση της γενικής κλινικής με τον διακριτικό τίτλο ... συνήψε με την εναγομένη στις 3.6.2002 στον Χολαργό Αττικής, μικτή σύμβαση πώλησης -έργου (συμβόλαιο προμηθειών) δυνάμει των οποίων η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει-προμηθεύσει, να εγκαταστήσει και να παραδώσει στην κλινική της ενάγουσας τα ιατροτεχνολογικά συστήματα "MUSE" και "QS", όπως αυτά προσδιορίζονται και εξειδικεύονται στο Προσάρτημα Α της ως άνω σύμβασης, ταυτόχρονα δε, και να εκπαιδεύσει το προσωπικό της στο χειρισμό - λειτουργία των συστημάτων αυτών. Σκοπός της ως άνω σύμβασης ήταν να δημιουργηθεί κεντρική ηλεκτρονική αρχειοθέτηση στην κλινική της ενάγουσας και να χρησιμοποιήσει αυτή το σύστημα "MUSE" στο καρδιολογικό τμήμα της και το σύστημα "QS" στις μονάδες εντατικής θεραπείας και στα χειρουργεία της. Ειδικότερα, τα εν λόγω συστήματα είναι προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, που αποθηκεύουν και διαχειρίζονται μετρήσεις κλινικών δεδομένων των ασθενών, τις οποίες απεικονίζουν σε πίνακες, επί των monitor των ηλεκτρονικών υπολογιστών....Η ολοκλήρωση των ως άνω έργων είχε ορισθεί να πραγματοποιηθεί σε τρείς φάσεις και συγκεκριμένα: α) η ποσοτική παραλαβή κάθε συστήματος έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί εντός 90 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι μέχρι της 3.9.2002, β) η εγκατάσταση και λειτουργία κάθε συστήματος έπρεπε να έχει λάβει χώρα εντός 180 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι μέχρι την 3.12.2002 και γ) η παραμετροποίηση-διαμόρφωση των συστημάτων έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί ως εξής: η μεν παραμετροποίηση του συστήματος "QS" εντός 120 ημερών από την αποδοχή της εγκατάστασής του, ήτοι έως την 3.4.2003, η δε διαμόρφωση-οργάνωση του συστήματος "MUSE" εντός 30 ημερών από την αποδοχή εγκατάστασής του, ήτοι έως την 3.1.2003. Στο κεφάλαιο της ανωτέρω σύμβασης υπό τον τίτλο "ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Α - ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ - ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ" ορίστηκε ότι " ο προμηθευτής δηλώνει και ρητά ότι γνωρίζει και έλαβε υπόψη του τα λοιπά μηχανήματα του Εργοδότη με τα οποία θα συνδέονται τα της παρούσης συμβάσεως, τα οποία κατ' αυτόν είναι απολύτως συμβατά με αυτά. Αναλαμβάνει δε και αυτός την ευθύνη και τις υποχρεώσεις για τυχόν ασυμβατότητα του αντικειμένου της παρούσης με τα λοιπά μηχανήματα, του Εργοδότη δικαιουμένου σε αντίθετη περίπτωση, να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε ζημία του. Τα μηχανήματα αυτά είναι: ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ QS 1...2...3.Αντλίες έγχυσης ογκομετρικές και με σύριγγα του οίκου FRESENIUS μοντέλα module DPS και module MVP και ORCHESTRA BASE INTENSIVE 4. Αναισθησιολογικά μηχανήματα του οίκου DATEX OHMEDA μοντέλο ADU με αναπνευστήρα 7900 5...6...". Στο κεφάλαιο της ανωτέρω σύμβασης υπό τον τίτλο "ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Α -ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ" ορίστηκε ότι "στην τιμή συμπεριλαμβάνεται η παρουσία στους χώρους του νοσοκομείου, ειδικού προγραμματιστή για διάστημα 12 μηνών, ο οποίος θα προσαρμόσει και θα παραμετροποιήσει το λογισμικό σύμφωνα με τις υποδείξεις του Εργοδότη και θα εκπαιδεύσει το προσωπικό που θα ορίσει ο Εργοδότης στην χρήση και λειτουργία του συστήματος όπως αναφέρεται στο Προσάρτημα Δ και στο Προσάρτημα Δ1". Στο κεφάλαιο της ανωτέρω σύμβασης υπό τον τίτλο ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Δ - ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ" ορίστηκε ότι ...Η παραμετροποίηση του συστήματος "QS" θα πραγματοποιηθεί εντός 120 ημερών από την πλήρη λειτουργία-επικοινωνία του μετά των μετ' αυτού συνδεομένων μηχανημάτων (την έκδοση πιστοποιητικού εγκατάστασης "QS). Περαιτέρω, στο κυρίως κείμενο της εν λόγω σύμβασης και υπό τον τίτλο "Ακύρωση του συμβολαίου Προμήθειας" ορίστηκαν τα εξής: "(υπό στοιχείο 10.10) Ο Εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ακύρωσης του παρόντος Συμβολαίου Προμήθειας ολικώς ή μερικώς κατόπιν γραπτής προειδοποίησης προ δεκαπέντε (15) ημερών εάν "(υπό στοιχείο 10.10.1) Ο Προμηθευτής αποτύχει να είναι συνεπής στις ημερομηνίες τις καθορισμένες στο Παράρτημα Β (χρονικός προσδιορισμός, ολοκλήρωσης εγκατάστασης) και όσα άλλα αναφέρονται στο Παράρτημα Β. (υπό στοιχείο 10.10.2) Ο Προμηθευτής αποτύχει να παραδώσει το "Συμβατικό Αντικείμενο" σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Συμβολαίου Προμηθειών ή αποτύχει να είναι συνεπής σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του προς τον Εργοδότη... Ο Εργοδότης σε κάθε περίπτωση, διατηρεί το δικαίωμα αποζημίωσής του". Ήτοι δυνάμει των παραπάνω όρων 10.10, 10.10.1 και 10.10.2 της ανωτέρω σύμβασης και κατά την ερμηνεία αυτών, μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκε "ρήτρα εκπτώσεως" και η ενάγουσα επιφύλαξε για τον εαυτό της, συντρεχόντων των εκεί αναφερομένων περιπτώσεων, αφενός μεν, δικαιώματα υπαναχώρησης και καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως, αφετέρου δε, το δικαίωμα αποζημίωσής της. Η εναγόμενη εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εγκαίρως το σύστημα "ΜUSE" στην κλινική της ενάγουσας οπότε και η τελευταία κατέβαλε στο σύνολό του το αντίστοιχο προαναφερθέν και συμφωνηθέν τίμημα-αμοιβή. Όσον αφορά όμως, στο σύστημα "QS" αποδείχθηκε ότι ενώ κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 η εναγόμενη ξεκίνησε να το εγκαθιστά στην κλινική της ενάγουσας και η τελευταία της κατέβαλε την 1.10.2003, ως προκαταβολή έναντι του αντιστοίχου προαναφερθέντος συνολικού τιμήματος, το ποσό των 393.210,54 ευρώ, ακολούθως διαφάνηκε αδυναμία της να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της εγκατάστασης και της θέσης σε λειτουργία του συστήματος αυτού στο σύνολό του. Τελικά η εναγομένη, αφού προηγουμένως προέβη σε αναβάθμιση του μηχανολογικού εξοπλισμού της ενάγουσας, κατάφερε έως την 15.2.2007 να πραγματοποιήσει εν μέρει μόνο την εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος "QS" (δεύτερη, κατά τα ανωτέρω, φάση) δοθέντος ότι αποδείχθηκε ότι δεν κατέστη δυνατή η σύνδεση των αντλιών έγχυσης της FRESENIUS οι οποίες προϋπήρχαν στον ιατρικό εξοπλισμό της κλινικής της ενάγουσας, με το εν λόγω σύστημα, ενώ εξάλλου, έως την 20.3.2007 δεν είχε εξακριβωθεί η λειτουργικότητα της σύνδεσης άλλου αναισθησιολογικού μηχανήματος της κλινικής αυτής (DATEX OHMEDA μοντέλο ADU) με το ίδιο σύστημα ("QS") και ακολούθως δεν κατέστη εφικτή και η διαδικασία παραμετροποίησης του όλου αυτού συστήματος (τρίτη, κατά τα ανωτέρω, φάση), κατά τους όρους-τρόπο που είχε με τη σύμβαση συμφωνηθεί. Συναφώς αποδείχθηκε, ότι αιτία της παραπάνω αδυναμίας της εναγομένης να ανταποκριθεί προσηκόντως στις απορρέουσες από την επίμαχη σύμβαση υποχρεώσεις της, ήταν το γεγονός ότι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης αυτής δεν είχε τελειοποιηθεί από τον κατασκευαστικό όμιλο ... από τον οποίο η εναγομένη είχε προμηθευθεί τα ανωτέρω πωληθέντα συστήματα-προγράμματα, το λογισμικό επικοινωνίας συγκεκριμένου αναισθησιολογικού μηχανήματος, το οποίο διέθετε στον εξοπλισμό της και η κλινική της ενάγουσας, ήτοι των αντλιών έγχυσης της FRESENIUS , με το σύστημα "QS" και ακολούθως, δεν είχαν διενεργηθεί δοκιμές που να επιβεβαιώνουν τη συμβατότητα λειτουργίας των εν λόγω αντλιών έγχυσης με το σύστημα "QS", η δε εναγομένη προκειμένου να επιχειρήσει τη σύνδεση αυτών ανέμενε την πραγματοποίηση των σχετικών δοκιμών και την ανακοίνωση των σχετικών αποτελεσμάτων από τον προαναφερθέντα όμιλο... Τελικά η εναγομένη παρά και την προμήθεια και εγκατάσταση του νέου λογισμικού στον μηχανολογικό εξοπλισμό της ενάγουσας, δεν κατάφερε να πετύχει τη σύνδεση των παραπάνω αντλιών στο σύστημα "QS"...Περαιτέρω η ενάγουσα, ενόψει του ότι αφενός μεν η μερική μόνον εγκατάσταση του συστήματος "QS" δεν επέτρεπε ούτε τη μερική του χρήση, καθιστώντας το ανενεργό στο σύνολό του, αφετέρου δε, λόγω του μακρού χρόνου που είχε διαδράμει, θεώρησε ότι το εν λόγω σύστημα είχε ήδη καταστεί τεχνολογικά απαρχαιωμένο και έχρηζε αντικατάστασης ή αναβάθμισης, έκρινε ότι δεν είχε πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της από 3.6.2002 σύμβασης όσον αφορά στο σύστημα αυτό. Για το λόγο αυτό αποφάσισε να κάνει χρήση ενός εκ των προαναφερθέντων (και προβλεπομένων στους όρους10.10, 10.10.1 και 10.10.2 του κεφαλαίου υπό τον τίτλο "Ακύρωση του Συμβολαίου Προμήθειας", κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) συμβατικών δικαιωμάτων της, ήτοι της υπαναχώρησης, και με την από 24.10.2007 εξώδικη επιστολή της, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 25.10.2007, υπαναχώρησε από την ως άνω σύμβαση για το σύνολο του συστήματος "QS" καλώντας την εναγομένη να παραλάβει το ήδη μερικώς εγκατασταθέν τμήμα του και να της επιστρέψει το προκαταβληθέν ποσό των 393.210,54 ευρώ, εντόκως από την 1.10.2003 (ημερομηνία τελευταίας επί μέρους καταβολής του) και εντός προθεσμίας 15 ημερών, κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση. Ωστόσο, η εναγομένη δεν είχε έως το χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής πράξει αυτά. Η εναγομένη ως αιτία για την μη εκπλήρωση των ανωτέρω συμβατικών υποχρεώσεών της, επικαλείται αφενός μεν, το γεγονός ότι η ενάγουσα αντί των αναφερομένων στην επίμαχη σύμβαση αναισθησιολογικών μηχανημάτων "του οίκου DATEX OHMEDA μοντέλο ADU με αναπνευστήρα 7900" προέβη στην αγορά άλλου μοντέλου και συγκεκριμένα του A-EV 1.00 από το οποίο και δημιουργήθηκε το όλο πρόβλημα, καθώς (κατά τους ισχυρισμούς της) το μοντέλο αυτό είναι ασύμβατο με το εγκατασταθέν σύστημα "QS", αφετέρου δε, (επικαλείται η εναγομένη) την απροθυμία του ιατρικού, κυρίως, προσωπικού της ενάγουσας να συνδράμει στην διαδικασία της παραμετροποίησης του συστήματος, λόγω του χρονοβόρου της διαδικασίας αυτής. Αμφότεροι όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης αποδεικνύονται αβάσιμοι. Και τούτο διότι, όσον αφορά στον πρώτο εξ αυτών (αγορά από την ενάγουσα διαφορετικού από τα συμφωνηθέντα μοντέλου μηχανήματος) αποδεικνύεται ότι το προαναφερθέν αναισθησιολογικό μηχάνημα του οίκου DATEX OHMEDA μοντέλο ADU δεν αγοράστηκε μετά την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, όπως η εν λόγω διάδικος διατείνεται, αλλά αποτελούσε ήδη υπάρχοντα, κατά το χρόνο υπογραφής της, αναισθησιολογικό εξοπλισμό της κλινικής ... για τη συμβατότητα του οποίου με το όλο σύστημα "QS" η εναγομένη είχε με την σύμβαση αναλάβει την ευθύνη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο "ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Α" αυτής, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Εξ άλλου το άνω μηχάνημα του οίκου DATEX OHMEDA μοντέλο ADU διαθέτει ενσωματωμένο αναπνευστήρα ως αναπόσπαστο τμήμα του, ενώ αναισθησιολογικό μηχάνημα του οίκου DATEX OHMEDA μοντέλο ADU "με αναπνευστήρα 7900", το οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είναι το συμφωνηθέν και συμβατό με το όλο σύστημα "QS", δεν υφίσταται και ούτε κυκλοφόρησε ποτέ στην αγορά, όπως με το από 21.5.2010 έγγραφό της βεβαιώνει η εταιρεία ..." που είναι η αποκλειστική αντιπρόσωπος του ομώνυμου κατασκευαστικού οίκου στην Ελλάδα, από το οποίο συνάγεται και ότι το αναγραφόμενο στην από 30.6.2002 σύμβαση "με αναπνευστήρα 7900" τέθηκε εκ παραδρομής... Περαιτέρω, σε σχέση με τον δεύτερο εκ των ως άνω ισχυρισμών (απροθυμία του προσωπικού της ενάγουσας να συνδράμει στην διαδικασία της παραμετροποίησης) αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέστειλε περί το μήνα Δεκέμβριο του 2005 την κατάσταση με τα ονόματα του προσωπικού της, που θα συμμετείχαν στη διαδικασία της παραμετροποίησης του συστήματος "QS" , αλλά η εναγομένη ουδέποτε απέστειλε ειδικό προγραμματιστή στην κλινική της, προκειμένου με τη συμβολή του εν λόγω προσωπικού, να προσαρμόσει και να παραμετροποιήσει το λογισμικό και ακολούθως να εκπαιδεύσει το προσωπικό αυτό στη χρήση και λειτουργία του συστήματος, όπως είχε υποχρέωση με βάση τα οριζόμενα στο προσάρτημα Α και στα προσαρτήματα Δ και Δ1. Ο ισχυρισμός αυτός εξάλλου, ήτοι περί της απροθυμίας του προσωπικού της κλινικής της ενάγουσας-εργοδότριας εταιρείας, αντικρούεται και από τη λογική σκέψη, ότι η κλινική αυτή θα επιθυμούσε σφόδρα την ταχύτερη δυνατή λειτουργία του συστήματος "QS" για λόγους πρωτίστως οικονομικούς (και δη αφενός μεν, λόγω του ότι είχε ήδη καταβάλει-δεσμεύσει ένα σημαντικότατο ποσό ως προκαταβολή, αφετέρου δε, διότι από τη λειτουργία του συστήματος αυτού ανέμενε μεγάλη αύξηση των κερδών της), επομένως θα ήταν αντιφατικό και παράλογο να μην απαιτήσει η διοίκηση της κλινικής αυτής από το προσωπικό της να συνδράμει-συνεργαστεί για την ολοκλήρωση της εγκατάστασης του συστήματος αυτού και τη θέση του σε λειτουργία. Επομένως, με βάση τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη με την παρέλευση της ορισθείσας για τη παράδοση του έργου προθεσμίας, δοθέντος και του ότι η ίδια δεν απέδειξε κατά τα ως άνω αποδειχθέντα και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής της οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο η ίδια δεν υπέχει ευθύνη, αφού επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού αντισυμβαλλομένου, ευρισκομένου υπό τις ίδιες συνθήκες και καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης, θα μπορούσε, είτε πριν την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, είτε και αμέσως μετά, να προβεί σε συνεννόηση με τον οίκο ..., προκειμένου να πραγματοποιηθούν άμεσα δοκιμές σχετικές με την συμβατότητα ή μη του τύπου των αναισθησιολογικών μηχανημάτων της ενάγουσας με το σύστημα "QS" και αναλόγως των αποτελεσμάτων να προβεί η εναγομένη στις κατάλληλες ενέργειες, προκειμένου να καταστεί δυνατό να ανταπεξέλθει προσηκόντως στις αναληφθείσες υποχρεώσεις της. Προσθέτως και σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε και ότι αφενός μεν η εναγομένη τελούσε σε αδυναμία εκτέλεσης τμήματος του συμφωνηθέντος έργου, αφετέρου δε ότι η μερική μόνο εγκατάσταση του συστήματος "QS" δεν επέτρεπε τη μερική χρήση του συστήματος αυτού, καθιστώντας το έτσι ανενεργό στο σύνολό του. Επομένως, ενόψει αυτών, η ενάγουσα νομίμως υπαναχώρησε από την ως άνω σύμβαση, σύμφωνα και με τα ανωτέρω οριζόμενα στους όρους 10.10, 10.10.1 και 10.10.2 αυτής. Περαιτέρω, τα αποτελέσματα της υπαναχώρησης επήλθαν μετά την άπρακτη παρέλευση της ορισθείσας στη σύμβαση δεκαπενθήμερης προθεσμίας και συγκεκριμένα, την 9.11.2007 και ως εκ τούτου η επίμαχη ως άνω σύμβαση, έχει έκτοτε ανατραπεί και η εναγομένη οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα το προκαταβληθέν ποσό των 393.210,54 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της προαναφερθείσας ημερομηνίας, ήτοι από την 10.11.2007. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω με διάταξη του ιδίου άρθρου και ειδικότερα του εδ. β' αυτού, ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681, 686 παρ. 2 341,342,397 και 399 του ΑΚ και παραβίασε με εσφαλμένη χρήση τα διδάγματα της κοινής πείρας, για τους λόγους ότι: α) ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την ίδια (αναιρεσείουσα) για τη μη συμβατότητα του συστήματος QS με τα αναισθησιολογικά μηχανήματα της αναιρεσίβλητης, αλλά αποκλειστικά υπεύθυνη γι'αυτό είναι η τελευταία, καθόσον με εσφαλμένο συλλογισμό, συγχέει τη παραμετροποίηση του συστήματος, όπως αυτή προβλέπεται και αναλύεται στο ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Δ1 της σύμβασης με την λειτουργική σύνδεση του αναισθησιολογικού μηχανήματος DATEXOHMEDA μοντέλο ADU αντί του πλήρους και ορθού DATEXOHMEDA μοντέλο ADU με αναπνευστήρα 7900, όπως αναφέρεται στο ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ της σύμβασης, β) διότι διαστρέβλωσε τα πραγματικά περιστατικά αποδίδοντας στην αναιρεσείουσα ελλείψεις στην εναλλακτική λύση που πρότεινε για τη λειτουργία του συστήματος, γ) διότι εσφαλμένως έκρινε ότι ήταν δική της αρμοδιότητα η εκπαίδευση του αρμόδιου προσωπικού της αναιρεσείουσας για τη παραμετροποίηση του συστήματος, ενώ αυτή ήταν συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια, κατά σύγχυση των παραπάνω διακριτών συμβατικών υποχρεώσεων, να καταλογίσει στην ίδια (αναιρεσείουσα) πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και δ) διότι με την παραδοχή ότι ο ισχυρισμός, που η ίδια (αναιρεσείουσα) προέβαλε, ότι συνέτρεξε απροθυμία του προσωπικού της κλινικής να συνεργαστεί για την επίτευξη του έργου "αντικρούεται από τη λογική σκέψη" έκανε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρισίμων πραγματικών περιστατικών και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ομοίως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ποίο το δίδαγμα της κοινής πείρας που φέρεται να παραβιάστηκε, και τούτο προκειμένου να προσδιορισθεί η αληθής έννοια συγκεκριμένου εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι προκειμένου να εξακριβωθεί η ύπαρξη ή μη πραγματικών περιστατικών. Σε κάθε δε, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων δέχθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη μικτή σύμβαση έργου-πώλησης, με την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε ως εργολάβος αντί συγκεκριμένου εργολαβικού ανταλλάγματος, μέρος του οποίου προκαταβλήθηκε στην τελευταία, την εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία, στην κλινική της αναιρεσίβλητης δύο (2) ιατροτεχνολογικών συστημάτων που είχε προηγουμένως πωλήσει στην τελευταία. Ότι με ρητό όρο της σύμβασης (α) προβλέφθηκε το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση σε περίπτωση υπερημερίας της αναιρεσείουσας στην εκτέλεση των τριών φάσεων του αναληφθέντος έργου, και να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση και (β) συμφωνήθηκε να ευθύνεται η εργολάβος εταιρεία για την τυχόν ασυμβατότητα των συστημάτων με τον υφιστάμενο ιατρικό εξοπλισμό της αναιρεσίβλητης. Ότι η αναιρεσείουσα εργολάβος κατέστη υπερήμερη ως προς την εγκατάσταση του δευτέρου εκ των πωληθέντων συστημάτων (QS), την οποία τελικώς δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει, από λόγους ασυμβατότητας αυτού προς τον ιατρικό μηχανολογικό εξοπλισμό της αναιρεσίβλητης. Ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότιδα μη έχοντας πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης ως προς αυτό το σύστημα, το οποίο ως εκ της διαρρεύσεως ικανού χρόνου από την αγορά του, κατέστη τεχνολογικά απηρχαιωμένο, προέβη σε ενεργοποίηση του όρου της συμβατικής υπαναχώρησης και ζήτησε από την αναιρεσείουσα εργολάβο, καταργουμένης αναδρομικά της σύμβασης, κατά το μέρος που αφορούσε την εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία του συστήματος "QS", την επιστροφή του προκαταβληθέντος σ'αυτή εργολαβικού ανταλλάγματος ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, ενώ εξ άλλου δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε λόγος μη επέλευσης της υπερημερίας της αναιρεσείουσας και εντεύθεν απαλλαγή της τελευταίας, δεδομένης και της συμβατικά ορισθείσας ρητής ανάληψης ευθύνης της εργολάβου και για την αποδειχθείσα ασυμβατότητα των συστημάτων με τον υφιστάμενο ιατρικό εξοπλισμό της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 467/2018, ΑΠ 76/2016). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009), αφού αυτά (αποδεικτικά μέσα -άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018), ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι` αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που είχαν καθοριστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: (α) την επίδικη σύμβαση στην οποία στηρίχθηκε η αγωγή της αναιρεσίβλητης και ιδίως το ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Α αυτής, (β) την από 21.10.2004 επιστολή της εταιρείας ... από τα οποία προέκυπταν επακριβώς τα πλήρη και ορθά στοιχεία του αναισθησιολογικού μηχανήματος , (γ) την από 12.9.2007 εξώδικη επιστολή της αναιρεσείουσας από την οποία προέκυπτε η αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης για την μη εξεύρεση λύσης ως προς το ζήτημα της ασυμβατότητας συστήματος και μηχανημάτων, εξ αιτίας απόρριψης της επικουρικής λύσης που προέτεινε η αναιρεσείουσα, και (δ) την επιτυχή σύνδεση της αντλίας έγχυσης Fresenius με το σύστημα QS από την ίδια, με τον τρίτο δε λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε, ότι "...η ενάγουσα απέστειλε περί τον μήνα Δεκέμβριο του 2005 την κατάσταση με τα ονόματα του προσωπικού της που θα συμμετείχαν στην διαδικασία της παραμετροποίησης του συστήματος QS, αλλά η εναγομένη ουδέποτε απέστειλε ειδικό προγραμματιστή στην κλινική της...", χωρίς όμως η αναιρεσίβλητη να έχει προσκομίσει την κατάσταση αυτή ονομάτων του προσωπικού της, ώστε, δέχθηκε τα παραπάνω αποδειχθέντα, χωρίς απόδειξη. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ελέγχονται αμφότεροι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αφορούν σε "πράγματα" ουσιώδεις δηλαδή, αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά σε αποδεικτικά μέσα και δη, έγγραφα καθώς και σε αποδεικτικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, μη στοιχειοθετουμένων συνεπώς των πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι η μετ'εκτίμηση των αποδείξεων, διαμορφωθείσα έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, δεν στοιχειοθετεί τον από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού η κρίση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) και συνεπώς είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1199/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του, τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει την εν λόγω κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα ενώπιόν του έγγραφα: (α) την επίδικη σύμβαση και ιδίως τα προσαρτήματα Δ και Δ1 αυτής, (β) την από 21.10.2024 επιστολή της εταιρείας ..., (γ) την από 12.9.2007 εξώδικη επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη και (δ) τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ. Α., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Σ.- Π., ενώ έλαβε υπόψη του μη προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την λίστα προσωπικού της αναιρεσείουσας που επρόκειτο να συμμετέχουν στη διαδικασία παραμετροποίησης. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε "...από την ανωμοτί εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης... τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς να παραβλέπεται η αποδεικτική δύναμη κανενός, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση της Θ. Δ. που έλαβε χώρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Σ.-Π., με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. τη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Δ. Γ.) και η με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του Γ. Α., που έλαβε χώρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ.-Π. με επιμέλεια της εναγομένης, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την εντός της ένορκης βεβαίωσης αναφορά της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου στη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Δ.) σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής..." αλλά και το περιεχόμενο της απόφασης, όπως προεκτέθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1199/2018), ειδικώς δε, ως προς τη λήψη υπόψη της μη προσκομισθείσας λίστας προσωπικού της αναιρεσίβλητης που θα συμμετείχαν στην διαδικασία παραμετροποίησης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται και συνεπώς ελέγχεται ως απαράδεκτος, καθόσον η μνεία του εγγράφου αυτού έγινε αφηγηματικά, χωρίς δηλαδή, να εκφράζεται στην προσβαλλομένη βούληση να ληφθεί αυτή υπόψη ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, δέχθηκε ως περιεχόμενο του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις ( ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1224/2018, ΑΠ 567/2013, 1613/2013, ΑΠ 25/2011). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015). Εξάλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 579/2007). Τέλος, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016). Με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έγγραφης επίδικης σύμβασης και ιδιαίτερα των προσαρτημάτων Α, Δ και Δ1 αυτής, της από 21.10.2004 επιστολής της εταιρείας ... και της με αριθμό ... ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος Θ. Δ., και έτσι εσφαλμένως δέχθηκε ότι συνέτρεξε εκ παραδρομής εσφαλμένη περιγραφή του αναισθησιολογικού μηχανήματος της αναιρεσίβλητης, και υποχρέωση της αναιρεσείουσας να εκπαιδεύσει το ιατρικό προσωπικό της τελευταίας κατά τη διαδικασία παραμετροποίησης του συστήματος. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος, μη ιδρυόμενος στη περίπτωση της παραμόρφωσης της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης, δεδομένου ότι ως προεκτέθηκε, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο, κατά την παραπάνω έννοια, αλλά και κατά το μέρος που αφορά σε παραμόρφωση της ένδικης έγγραφης σύμβασης και της από 21.10.2004 επιστολής, εξ αιτίας της πλήρους αοριστίας του, δεδομένου ότι ουδόλως περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά και ως αντιφατικός έναντι του παραπάνω λόγου από τον αρ. 11 γ' του άρθρου ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδόθηκε η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αυτών.Σε κάθε δε περίπτωση, διατυπούμενος ως ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται όχι σε σφάλμα "ανάγνωσης" αλλά σε "εκτιμητικό- αξιολογικό" σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην εκτίμηση των εγγράφων, και την αποδεικτική τους αξιολόγηση με την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, που όμως, ως εκτίμηση πραγμάτων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Τούτο δε παρεκτός και πέραν του ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς, ούτε κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα (ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 287/2018, ΑΠ 25/2017). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρο 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02/06/2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1328/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ