Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1020 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1020/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ατομικά για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17-3-2022 μητέρας του Μ. χας Κ. Σ., το γένος Α. Κ. και 2) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, ατομικά για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17-3-2022 μητέρας του Μ. χας Κ. Σ., το γένος Α. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Καρναχωρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ανδρέα Χήτα του Θωμά, κατοίκου Πετρούπολης Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. χας Κ. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 442/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3002/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-6-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5144/518/19-6-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3002/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης εφετειακής απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 25-6-2018 (αρ. εκθ.κατ.67137/1249/9-7-2018) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και η μητέρα τους Ά. Σ. -Κ., (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ζήτησαν, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να τους καταβάλει, με την ιδιότητά του ως μισθωτή, το συνολικό ποσό των 9000 ευρώ, συμμέτρως στον καθένα από αυτούς, για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2017 (κατά ένα μέρος), Δεκεμβρίου 2017 και Ιανουαρίου μέχρι και Μαΐου 2018 (οπότε επήλθε και μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου), με τον νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό το κάθε μίσθωμα, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 442/2020 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στους ενάγοντες κατά το 1/3 στον καθένα το ποσό των 9000 ευρώ. Κατά της εν λόγω απόφασης ο εναγόμενος, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, άσκησε την από 29-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 40408/2913/30-6-2020) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την ένσταση συμψηφισμού, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό απέρριψε την ένσταση ως απαράδεκτη, όπως και όλους τους λόγους έφεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 626/2024,ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι ενώ απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι έφεσης του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 442/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εντούτοις υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη, συνιστάμενη στο ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί της τύχης της αγωγής τους, η οποία μετά την απόρριψη της έφεσης, θα έπρεπε να γίνει δεκτή, καθόσον είχε γίνει δεκτή ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη και με την πρωτόδικη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφατικές διατάξεις, ούτε προσδιορίζεται εάν αυτές (αντιφατικές διατάξεις), εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης, οπότε και μόνον ιδρύεται, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, ο λόγος αυτός αναίρεσης. (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 1368/2021). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος καθόσον δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 854/2019). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Επίσης, και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Διαφορετικά, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1803/2024, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εντελώς αντιφατικά και χωρίς καμμία αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί επί της αγωγής τους, η οποία θα έπρεπε να γίνει δεκτή αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι εφέσεως. Ωστόσο και αυτός ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και συνεπώς απορριπτέος ,σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη καθόσον δεν διαλαμβάνοται στο αναιρετήριο έστω και συνοπτικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 921/2024). Κατά το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δ., ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και πριν την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 του Κ.Πολ.Δ., απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1195/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του αριθμού 19 (αληθώς του άρθρου 1) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 και 183 του ΚΠολΔ, αν και απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, προέβη σε συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, παρότι ηττηθείς διάδικος ήταν ο αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εν προκειμένω, συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.( ΑΠ 1115/2024,959/2022). Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 12-6-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5144/518/19-6-2023) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3002/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ