Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1022 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1022/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τρύφωνα Κόλλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-12-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 381/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 22-11-2022 και η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 3-1-2023 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Κύμης στις 30-12-2015) "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου...". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. Ακόμη υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαϊκές αγορές, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές - πωλητές ειδών τέχνης κλπ, καθόσον αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Τον χαρακτηρισμό του μικροεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010 (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1215/2018, ΑΠ 1208/2017). Περαιτέρω, οι ζημίες μίας επιχείρησης από την άσκηση εμπορικών πράξεων οφείλονται, κατά κανόνα, είτε στην ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους της, οι οποίες συνεπάγονται σταθερές μηνιαίες δαπάνες, όπως ενοίκια, τόκους δανείων, αμοιβές προσωπικού κ.λπ., τις οποίες αδυνατούν να καλύψουν με τα έσοδα από την άσκηση των εμπορικών πράξεων, είτε στην χορήγηση πιστώσεων που αποδεικνύονται ανεπίδεκτες είσπραξης. Όμως ένας μικροέμπορος, του οποίου τα εισοδήματα προέρχονται από το σωματικό του κάματο και όχι από την εκμετάλλευση κεφαλαίου ή εργατικού δυναμικού, δεν αναλαμβάνει τέτοιες υποχρεώσεις και δεν πωλεί με πίστωση, με συνέπεια να μην αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ζημιών από την άσκηση των εμπορικών του πράξεων. Έτσι οι ζημίες από τη διενέργεια εμπορικών πράξεων είναι συνυφασμένες με κερδοσκοπική δραστηριότητα, η οποία όμως απουσιάζει εξ ορισμού από την μικρεμπορία. Άλλως θα επρόκειτο για κανονική εμπορία και ο φορέας της θα διέθετε πτωχευτική ικανότητα και δεν θα υπάγονταν στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Μπορεί και ο μικροέμπορος, κάποια στιγμή, να αντιμετωπίσει αρνητική ρευστότητα και ίσως να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Η αιτία όμως για τούτο δεν θα είναι η μικρεμπορία, αλλά η ανάληψη προσωπικών ή οικογενειακών υποχρεώσεων που τα εισοδήματα από την μικρεμπορία δεν αποδείχθηκαν ικανά να εξυπηρετήσουν. Η μικρεμπορία, μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να εμφανίσει ζημίες και αυτές περιορισμένου ύψους, ακριβώς διότι ελλείπει η κερδοσκοπική δραστηριότητα, ήτοι η επένδυση κεφαλαίου, η αποθεματοποίηση προϊόντων προς μεταπώληση ή επεξεργασία, η ανάληψη παγίων υποχρεώσεων και η χορήγηση πιστώσεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 6/2006, Α.Π. 1217/2020). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Α.Π. 130/2020, Α.Π. 509/2020). Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (Α.Π. 130/2020). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 673/2022, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 930/2019, Α.Π. 1393/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 381/2022 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του Ν. 3869/2010, 741 επ. του Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος), γεννηθείς το έτος 1959, κάτοικος ..., τυγχάνει άγαμος, έχει αποκτήσει δε δύο τέκνα, τον Α. - Φ. Σ., γεννηθέντα την 22-10-1998 και τον Κ. Σ., γεννηθέντα την 29-4-2001. Τα τέκνα του αιτούντος διαμένουν με τη μητέρα στο Χαλάνδρι Αττικής. Ο αιτών διατηρεί στη ... ατομική επιχείρηση καφέ-μπαρ, με παροχή υπηρεσιών πρόσβασης σε ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας, σε μισθωμένο χώρο, αντί ετήσιου μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, απασχολεί δε μόνιμα ένα άτομο ως προσωπικό, με κύκλο εργασιών ποσού 20.914,91 ευρώ για το οικονομικό έτος 2013 (καθαρά κέρδη 4.806,19 ευρώ), ποσού 22.549,19 ευρώ για το οικονομικό έτος 2014 (καθαρά κέρδη 2.695,87 ευρώ), ποσού 20.259,93 ευρώ για το φορολογικό έτος 2014 (ζημία 2.807,18 ευρώ), ποσού 23.403,18 ευρώ για το φορολογικό έτος 2015 (καθαρά κέρδη 3.033,15 ευρώ), ποσού 18.715,13 ευρώ για το φορολογικό έτος 2016 (ζημία 6.312,17 ευρώ) και ποσού 20.227,60 ευρώ για το φορολογικό έτος 2017 (βλ. προσκομιζόμενες από τον αιτούντα καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα - Ε3 των αντίστοιχων οικονομικών και φορολογικών ετών). Ο κύκλος εργασιών της εμπορικής επιχείρησης του αιτούντος κατά τα τελευταία έτη δεν υπερβαίνει τις 24.000 ευρώ, εμφανίζει δε ζημία, ή περιορισμένα κέρδη. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο αιτών δεν έχει προβεί σε σημαντική επένδυση κεφαλαίου για να λειτουργήσει την επιχείρηση του αυτή, η δραστηριότητά του, συνδέεται προεχόντως με τη σωματική του καταπόνηση, αφού με την προσωπική του εργασία προβαίνει στην παροχή υπηρεσιών καφέ - μπαρ, χωρίς να απασχολεί λοιπό εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, πλην ενός υπαλλήλου, ενώ το κέρδος που αποκομίζει από τη δραστηριότητά του αυτή δεν είναι συνεπεία ριψοκίνδυνης εμπορικής διαμεσολάβησης, αλλά αποτελεί αμοιβή της προσωπικής του εργασίας.
Συνεπώς, η δραστηριότητα αυτή που ασκεί ο αιτών, προσδίδει σ' αυτόν την ιδιότητα του μικρεμπόρου, αφού αποτελεί μεν εμπορική δραστηριότητα, όμως το κέρδος που αποκομίζει αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Επομένως, ο ισχυρισμός της καθ'ης και ήδη εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας) περί συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος της εμπορικής ιδιότητας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, τα ετήσια εισοδήματα του αιτούντος, κατά τα οικονομικά έτη 2003, 2004, 2013, 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 έως 2017, ανήλθαν στα εξής ποσά: για το οικονομικό έτος 2003, στο ποσό των 5.328,91 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2004, στο ποσό των 3.893,98 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2013, στο ποσό των 8.733,22 ευρώ\ (47806/19 + 3.927,03), για το οικονομικό έτος 2014, στο ποσό των 6.539,15 ευρώ (5.277,45 + 1.261,70), για το φορολογικό έτος 2014, στο ποσό των 0,39 ευρώ, για το φορολογικό έτος 2015, στο ποσό των 3.033,38 ευρώ για το φορολογικό έτος 2016, στο ποσό των 0,53 ευρώ και για το φορολογικό έτος 2017, στο ποσό των 1.392,12 (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα - πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου της ΔΟΥ Χαλκίδας για τα αντίστοιχα οικονομικά και φορολογικά έτη που προσκομίζει ο αιτών). Ο αιτών έχει στην κυριότητά του, σε ποσοστό 100%, μια ισόγεια κατοικία, με πατάρι, έτους κατασκευής 1960, συνολικής επιφάνειας κύριων και βοηθητικών χώρων 80,82 τ.μ. (75,56 + 5,26), η οποία είναι κτισμένη εντός οικοπέδου (με στοιχεία Β' οριζόντια ιδιοκτησία), εκτάσεως 159,61 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 976,85 τ.μ., που κείται στη θέση "..." της πόλεως ..., της περιφέρειας του Δήμου ..., και εμφαίνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο από 20-1-1982 τοπογραφικό- διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Σ.. Φ.. Ο αιτών απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει της υπ' αριθ. ...1992 δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 125 και με αριθ.68. Περαιτέρω, ο αιτών έχει στην κυριότητα του : α) σε ποσοστό 9,375% ένα οικόπεδο επιφάνειας 320 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ... του Δημοτικού διαμερίσματος ... - ... του νομού Άρτας, β) σε ποσοστό 18,75% ένα οικόπεδο επιφάνειας 494,30 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο ... του Δημοτικού διαμερίσματος ... - ... του νομού Άρτας, εντός του οποίου είναι κτισμένη οικία (έτους κατασκευής 1970), συνολικής επιφάνειας ισογείου και 1ου ορόφου 205,50 τ.μ. (102,75 Χ2), γ) σε ποσοστό 100% ένα οικόπεδο επιφάνειας 36,75 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού ... ... (παραδοσιακού οικισμού), επί του Δημοτικού ... - δρόμου (οδού ...ς), δ) σε ποσοστό 18,75 % έναν αγρό - μονοετή καλλιέργεια, επιφάνειας 2.000 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο ... του Δημοτικού διαμερίσματος ...- ... του νομού Άρτας στη θέση "...", ε) σε ποσοστό 18,75 % έναν αγρό συνολικής επιφάνειας 5.500 τ.μ. (500 τ.μ. μονοετής καλλιέργειας και 5.000 τ.μ. βοσκότοπος), που βρίσκεται στο Δήμο ... του Δημοτικού διαμερίσματος ... - ... του νομού Άρτας στη θέση "...", στ) σε ποσοστό 18,75 % έναν αγρό, συνολικής επιφάνειας 7.000 τ.μ. (2000 τ.μ. μονοετής καλλιέργεια και 5.000 τ.μ. βοσκότοπος), που βρίσκεται στο Δήμο ... του Δημοτικού διαμερίσματος ... - ... του νομού Άρτας στη θέση "..." και ζ) σε ποσοστό 18,75 % έναν αγρό, επιφάνειας 2000 τ.μ. μονοετής καλλιέργεια, που βρίσκεται στο Δήμο ... του Δημοτικού διαμερίσματος ... - ... του νομού Άρτας στη θέση "...". Περαιτέρω, ο ίδιος έχει στην κυριότητα του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FΙΑΤ, τύπου ΡΑΝDΑ, κυλινδρισμού 899 κ.ε., με αριθ. κυκλοφορίας ... και έτος πρώτης κυκλοφορίας 1999 (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος αυτού, που προσκομίζει ο αιτών). Η εμπορική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Τέλος ο αιτών έχει στην κυριότητά του : α) 750 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., συνολικής αξίας, την 11-2-2013, ποσού 802,50 ευρώ, β) 61 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., συνολικής αξίας, την 11-2-2013, ποσού 538,02 ευρώ και γ) 37 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., συνολικής αξίας, την 11-2-2013, ποσού 538,02 ευρώ. Οι δαπάνες που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του αιτούντος, δεδομένου ότι τα έξοδα των τέκνων του καλύπτονται στο σύνολό τους από τη μητέρα τους, με βάση τις συνθήκες ζωής του και την ηλικία του, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για διατροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό του φορέα και φορολογικές υποχρεώσεις, ανέρχονται, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας του αιτούντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στο συνολικό ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι δεν καταβάλλει μίσθωμα για την κατοικία του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης, ο οποίος ζητάει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώνει τις δαπάνες του. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως και συγκεκριμένα την 24-2-2003, ο αιτών είχε καταρτίσει, με τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια τράπεζα, ως εγγυητής, τη με αριθ. 103100950201 σύμβαση δανείου πίστωσης, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν την 9-12-2013 στο συνολικό ποσό των 97.718,29 ευρώ (κεφάλαιο 62.158,41 ευρώ, τόκοι 33.099,59 ευρώ και έξοδα 2.460,29 ευρώ) (βλ. τη με αριθ. πρωτ. 00199844/9-12-2013 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της ως άνω Τράπεζας που προσκόμισε ο αιτών). Η απαίτηση αυτής μετέχουσας πιστώτριας είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 78.000 ευρώ, επί ακινήτου της κυριότητας του αιτούντος, που αποτελεί την κύρια κατοικία του και αναφέρθηκε ανωτέρω, η οποία ενεγράφη δυνάμει της υπ' αριθ.25918Σ/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απαίτηση αυτή της πιστώτριας τράπεζας, ενόψει του γεγονότος ότι είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη συνεχίζει να εκτοκίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως, με επιτόκιο ενήμερης οφειλής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 6§3 του Ν. 3869/2010. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, ο αιτών οφείλει στη μετέχουσα πιστώτρια, το συνολικό ποσό των 97.718,29 ευρώ. Τα έσοδα του αιτούντος, συγκρινόμενα με την οφειλή του από την ανωτέρω δανειακή σύμβαση, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του. Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητάς του, προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του, η οποία είναι αρνητική, με την έννοια ότι μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τού αιτούντος, η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του. Η αδυναμία δε αυτή να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις οφείλεται σε συρρίκνωση των εισοδημάτων του κατά τα τελευταία έτη, σε συνδυασμό και με τα μέτρα που λήφθηκαν, συνεπεία της γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης, στο ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των χρεών του, στο υψηλό επιτόκιο, με το οποίο επιβαρύνεται το πιο πάνω δάνειο, καθώς και στις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του. Κατά συνέπεια, συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος άνευ δόλου, μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τη μετέχουσα πιστώτρια, απορριπτομένου ως κατ'ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού της τελευταίας. Με βάση τα ανωτέρω, εφ'όσον ο αιτών δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση, η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει, κατά πρώτο λόγο, με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις καθ'ων πιστώτριες, από τα εισοδήματά του, για διάστημα τριών ετών (36 μηνών), οι οποίες θα αρχίσουν το πρώτο πενθήμερο του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τα ως άνω ακίνητα κυριότητας του αιτούντος (πλην της κύριας κατοικίας του), αυτά δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, ενόψει του γεγονότος ότι ο αϊτών έχει ποσοστά συγκυριότητας επ' αυτών, που δεν προβλέπεται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και κατά συνέπεια, δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο §1ν. 3869/2010, εκποίησή τους. Ομοίως, το ΙΧΕ αυτοκίνητο, καθώς και οι μετοχές ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ανήκουν στην κυριότητα του αιτούντος, αυτά ενόψει της χαμηλής εμπορικής τους αξίας, δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, εφόσον η εκποίησή τους δε θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), και κατά συνέπεια, δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρον 9§1 ν 3869/2010 εκποίησή του. Όσον αφορά στο ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των δαπανών που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών του αναγκών, το προς διάθεση στην πιστώτρια του ποσό πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 100 ευρώ, το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, σύμφωνα και με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αιτούντος. Περαιτέρω, με την από 26-6-2017 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Κύμης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του αρθρ. 8 § 2 του Ν.3869/2010, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5§3 του ίδιου Νόμου. Επομένως, από το ανωτέρω χρονικό διάστημα των μηνιαίων καταβολών που ορίσθηκε για τρία έτη (36 μήνες), κατ' άρθρ.8 §2 του Ν. 3869/2010, μετά το συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος των 11 μηνών, κατά το οποίο ο αιτών προέβη σε καταβολές προς τη μετέχουσα πιστώτρια, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, απομένει υπόλοιπο χρονικό διάστημα μηνιαίων καταβολών διάρκειας είκοσι πέντε (25) μηνών (36 μήνες - 11 μήνες). Με βάση τα ανωτέρω, μετά την ολοκλήρωση των καταβολών του άρθρου 8§2 του Ν.3869/2010, η μετέχουσα πιστώτρια θα έχει λάβει, για τη συνολική απαίτησή της έναντι του αιτούντος, το ποσό των 3.600 ευρώ (25X100 + 1.100) και θα έχει απομείνει υπόλοιπο, από την απαίτησή της αυτή, ποσού 94.118, 29 ευρώ (97.718,29 - 3.600). Περαιτέρω, η ανωτέρω ρύθμιση, θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§2 του Ν.3869/2010 ρύθμιση, εφόσον με τις καταβολές επί τριετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της πιστώτριας έναντι αυτού, ενώ υποβάλλεται από τον ίδιο, όπως προαναφέρθηκε, αίτημα για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο. Η αντικειμενική αξία του δικαιώματος της πλήρους κυριότητας του αιτούντος, επί του προαναφερόμενου ακινήτου, ανέρχεται στο ποσό των 42.961,32 ευρώ (βλ. δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων- πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου του Υπουργείου Οικονομικών για το έτος 2017), το οποίο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του άρθρ.9§2 του Ν.3869/2010. Κατόπιν τούτων θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές, για τη διάσωση του ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και ανήκει στην κυριότητά του, συνολικού ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής αξίας του, που ανέρχεται στο ποσό των 42.961,32 ευρώ, ήτοι ποσού 34.369,06 ευρώ (42.961,32X80), στο οποίο ποσό εξαντλείται η υποχρέωση του αιτούντος. Όσον αφορά στο χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού, θα πρέπει να ορισθεί σε 20 έτη, λαμβανομένων υπόψη του ύψους των χρεών που πρέπει να πληρώσει ο αιτών, για τη διάσωση της κατοικίας του, της διάρκειας της συμβάσεως, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε το δάνειο σε αυτόν, της οικονομικής του δυνατότητας και της οικογενειακής κατάστασης.
Συνεπώς, το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 143,20 ευρώ, ήτοι 34.369,06 ευρώ: 240 δόσεις (20 έτη X 12 μήνες). Παράλληλα, θα πρέπει να χορηγηθεί σε αυτόν περίοδος χάριτος είκοσι πέντε (25) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, ώστε να μη συμπέσουν οι ανωτέρω μηνιαίες καταβολές στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρ. 9 §2 του Ν. 3869/2010 με τις μηνιαίες καταβολές που ορίστηκαν στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 §2 του Ν. 3869/2010 και επιβαρυνθεί με δυο μηνιαίες δόσεις, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις του.
Συνεπώς, η καταβολή των δόσεων, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του 1ου μήνα 25 μήνες μετά τη δημοσίευση της απόφασης, θα έχει διάρκεια 20 ετών (240 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου, με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθώς εκτίμησε το προσκομιζόμενο ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι, ο αιτών-αναιρεσίβλητος, κατά την άσκηση της αίτησής του για την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010, δεν είχε την εμπορική ιδιότητα και εντασσόταν στον ως άνω νόμο, ως μικροέμπορος, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 11-12-2020 έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 23/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κύμης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη η ένδικη αίτησή του. Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν μικρέμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες, για την υπαγωγή του αναιρεσίβλητου στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ζήτημα της ιδιότητος αυτού ως μικροεμπόρου, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθώς και των διατάξεων 2 -αρ. 1 του Ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/14-5-1835 "περί Εμποροδικείων", τις οποίες παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η από μέρους του αιτούντος ασκούμενη δραστηριότητα της λειτουργίας επιχείρησης καφέ-μπαρ, με παροχή υπηρεσιών πρόσβασης σε ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας, αποτελεί προϊόν προσωπικής και σωματικής του καταπόνησης και το κέρδος που αποκομίζει από τη λειτουργία της, αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών και ως εκ τούτου συνιστά μικρεμπορία, διέλαβε στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικά ανέλεγκτες εκ των αποδείξεων παραδοχές ότι: 1) τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης ανήλθαν α)για το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 20.914,91 ευρώ και τα καθαρά κέρδη σε 4.806,19 ευρώ, β)για το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 22.549,19 ευρώ και τα καθαρά κέρδη σε 2.695,87 ευρώ, γ) για το φορολογικό έτος 2014 σε 20.259,93 ευρώ και η ζημία σε 2.807,18 ευρώ, δ) για το φορολογικό έτος 2015 σε 23.403,18 ευρώ και τα καθαρά κέρδη σε 3.033,15 ευρώ, ε) για το φορολογικό έτος 2016 σε 18.715,13 ευρώ και η ζημία σε 6.312,17 ευρώ και στ) για το φορολογικό έτος 2017 σε 20.227,60 ευρώ, 2) ότι ο κύκλος εργασιών της εμπορικής επιχείρησης του αιτούντος κατά τα τελευταία έτη δεν υπερβαίνει τις 24.000 ευρώ, εμφανίζει δε ζημία ή περιορισμένα κέρδη, 3)ότι απασχολεί μόνιμα στην επιχείρηση έναν υπάλληλο ως προσωπικό και 4) ότι λειτουργεί την επιχείρηση σε μισθωμένο χώρο, αντί ετησίου μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, οι δαπάνες, όμως, και οι ζημίες βρίσκονται σε αντίφαση με τις ως άνω παραδοχές, ότι αυτός δεν επιδίδονταν σε κερδοσκοπικούς συνδυασμούς και ότι τα κέρδη από την επιχείρηση οφείλονταν στην προσωπική και σωματική του καταπόνηση. Αν το κέρδος που αποκόμιζε αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών, κατά τις ως άνω παραδοχές, τότε δεν θα είχε η επιχείρηση σημαντικές δαπάνες λειτουργίας, τις οποίες δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τα έσοδά του, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση ζημιών. Δαπάνες και ζημίες δεν συνάδουν με μικρεμπορία, καθώς ο φορέας αυτής είναι εξ ορισμού βιοπαλαιστής, ενώ η επίτευξη των ως άνω υψηλών ακαθάριστων εσόδων δεν καταλείπουν περιθώρια εξομοίωσής του με την αντίστοιχη δραστηριότητα βιοπαλαιστών, οι οποίοι είναι έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή. Επί πλέον δεν διευκρινίζονται τα αίτια των προαναφερόμενων ζημιών, αλλά ούτε η αιτία χορήγησης από την αναιρεσείουσα δανείου πίστωσης στο οποίο ο αναιρεσίβλητος συμβλήθηκε ως εγγυητής. Περαιτέρω, δεν εκτίθεται ποια είναι η επιφάνεια του μισθωμένου καταστήματός του, ούτε ο ακριβής εξοπλισμός του (αριθμός τραπεζοκαθισμάτων, προσδιορισμός του ηλεκτρονικού εξοπλισμού κ.λ.π.). Ως εκ τούτου, το ως άνω Δικαστήριο διέλαβε σχετικά με το κρίσιμο, για την υπαγωγή του αιτούντος στο σύστημα του Ν. 3869/2010, ζήτημα, περί του αν, η ασκούμενη από αυτόν για βιοποριστικό σκοπό οικονομική δραστηριότητα συνιστά μικρεμπορία, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, κατά τις βασίμως προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις υπό την επίκληση των οποίων αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες (αληθώς μόνο από τον αριθμό 6).
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερόμενου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Αφού έτσι ακυρώνεται η απόφαση στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 750/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 381/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ