ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1023/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1023/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1023/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1023 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1023/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Μεταμόρφωσης, που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Γιακουμάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Λ. χας Χ. Τ., το γένος Θ. Χ., που δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Τρισεύγενη Θεοδωροπούλου (ΑΜ ΔΣΑ 17990), η οποία αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι η Λ. χα Χ. Τ., το γένος Θ. Χ., απεβίωσε στις ... και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της: α) Π. Τ. του Χ., κάτοικος ... και β) Ε. Τ. του Χ., κάτοικος ..., οι οποίες παρίστανται με την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2020 αίτηση της ήδη αποβιωσάσης Λ. χας Χ. Τ., το γένος Θ. Χ., που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την, διά των προτάσεών τους, ανταίτηση των Γ. Λ. του Δ. και Ο. Τ. του Β., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 6449/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των υπεισελθουσών στη δίκη κληρονόμων της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 35 του Α.Κ., 62, 63 και 313 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως οι τελευταίες ισχύουν μετά την 1.1.2016, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης. Η διακοπή, δηλαδή, της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, που ασκούνται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ., να απευθύνονται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της. Η αναίρεση ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της που απευθύνονται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρα και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτών με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 1899/2024, Α.Π. 836/2020, Α.Π. 1165/2014). Η προαναφερόμενη ακυρότητα, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ότι ο θάνατος του αναιρεσίβλητου προηγήθηκε της άσκησης της αναίρεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτών γνώριζε το γεγονός αυτό (Α.Π. 1899/2024, Α.Π. 65/2006). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 836/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις ..., με τη σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών της υπ' αριθμ. ... πράξης κατάθεσης, απευθύνεται δε κατά της αναιρεσίβλητης Λ. Τ., αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά τη δίκη (αιτούσα), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (6449/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, η ως άνω αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ... (βλ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που έχει συντάξει η Ληξίαρχος του Δήμου Μεταμόρφωσης Αττικής), δηλαδή μετά την έκδοση της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης, η οποία ειδικότερα, όπως εξ αυτής προκύπτει, δημοσιεύθηκε στις 13-12-2022 και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τις θυγατέρες της, Π. Τ. του Χ. και Ε. Τ. του Χ., (βλ. το με αριθμό πρωτ. ....2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Μεταμόρφωσης Αττικής, το με αριθμό πρωτ. ...-2023 πιστοποιητικό μη αποποίησης της κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας Αττικής και τα με αριθμούς ... και ... πιστοποιητικά μη δημοσίευσης διαθήκης και μη αμφισβήτησης του κληρονομικού τους δικαιώματος, αντίστοιχα, του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στον αναιρεσείοντα από τις κληρονόμους της θανούσης ως άνω αναιρεσίβλητης περί του θανάτου αυτής κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται κατά θανούσης, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τις νόμιμες κληρονόμους της. Οι τελευταίες δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δια της νομίμως παρισταμένης και εκπροσωπούσας αυτές πληρεξουσίας δικηγόρου τους Τρισεύγενης Θεοδωροπούλου (ΑΜ 17990 ΔΣΑ), το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτές.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β` περ. β` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 895/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την κρινόμενη, από 22-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2681/256/2023), αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ'αριθμ. 6449/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και χάριν συντόμευσης ΚΑΑΑ), ερήμην του καθού, ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Μεταμόρφωσης Αττικής, επί της από 3-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 967/160/2021) αίτησης της αναιρεσίβλητης (περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου και αναγνώρισης δικαιούχου της αποζημίωσης). Παρά, όμως, την ερημοδικία του ήδη αναιρεσείοντος, δεν τίθεται θέμα έρευνας της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης και έρευνας του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης από την άποψη αυτή, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ., εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2882/2001 "Κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας'' και, συνεπώς, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και είναι από τη δημοσίευσή της ανέκκλητη. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 21-2-2023, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 144, 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 Ολ.ΑΠ 29/1998, Α.Π. 625/2022).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016). Απορρίπτεται ως αόριστος ο αναιρετικός λόγος του αριθ. 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ. όταν δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου οι οποίες φέρονται ότι παραβιάσθηκαν με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, καθώς και τα σφάλματα του εφετείου ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναίρεσης και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο (Α.Π. 625/2022).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ., ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η διάταξη αυτή περιέχει κανόνα δικονομικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της ανώτερης βίας, η οποία αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 του Συντάγματος ουσιαστικού δικαιώματος της ακρόασης του διαδίκου. Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας νοείται οποιοδήποτε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.ΑΠ 29/1992, Α.Π. 625/2022, Α.Π. 1115/2019, Α.Π. 1253/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος Μεταμόρφωσης Αττικής ισχυρίζεται ότι επί της από 3-2-2020 αίτησης της αναιρεσίβλητης Λ. Τ. προς το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, η οποία εστρέφετο, εκτός άλλων, και κατά του ιδίου, με την οποία ζητούσε να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης της ιδιοκτησίας της με τα επικείμενα, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας με τη με αριθμό 80/80 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας και να αναγνωρισθεί δικαιούχος της εν λόγω αποζημίωσης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6449/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 501 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε το αίτημα για αναβολή της υπόθεσης που υπέβαλε, λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος της πληρεξούσιας δικηγόρου του να εμφανισθεί και να τον εκπροσωπήσει προς αντίκρουση της αίτησης και εκδίκασε την ως άνω αίτηση ερήμην του. Συγκεκριμένα, εκθέτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος του, έμμισθη δικηγόρος του Δήμου, είχε εισαχθεί εκτάκτως στις 30-9-2022 και νοσηλευόταν σε δημόσιο νοσοκομείο, προκειμένου να χειρουργηθεί, με αποτέλεσμα, κατά την ορισθείσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 4-10-2022, από λόγους ανωτέρας βίας, να μην δύναται να παρασταθεί στο Δικαστήριο και μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε η δικηγόρος αδελφή της, αναφέροντας τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο αναιρεσείων δικάσθηκε ερήμην. Σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρέχεται αν παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου και ένεκα τούτου η αγωγή, αίτηση ή άλλο εισαγωγικό δίκης δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται προς διάγνωση ιδιωτική διαφορά ή έννομη σχέση κατά το άρθρο 1 Κ.Πολ.Δ. α) απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη ή β) έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (Α.Π. 168/2001). Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του 501 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, με το να απορρίψει το αίτημα αναβολής του ήδη αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης συνίσταται στην, μετά την κατ' ουσία έρευνα, εν μέρει παραδοχή της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη αίτησης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π.100/2019, Α.Π. 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 563/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 περίπτ. γ`, 127 παρ. 1, 128, 129 και 139 παρ. 1 περίπτ. δ` Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι για να είναι νόμιμη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει το εν λόγω έγγραφο να παραδοθεί στον κατά το νόμο ή το καταστατικό του εκπρόσωπό του, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο πιο πάνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λ.π. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται, στην πρώτη μεν περίπτωση, σε έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες. Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία, στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, γίνεται θυροκόλλησή του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται περαιτέρω οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 128 Κ.Πολ.Δ. 'Οποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει και μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138. Για το έγκυρο της επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, αν το έγγραφο δεν παραδοθεί στα χέρια του κατά το νόμο ή το καταστατικό του εκπροσώπου του, αλλά παραδοθεί σε κάποιο από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, απαιτείται η αναγραφή στην έκθεση επίδοσης της ιδιότητας και του ονοματεπωνύμου του προσώπου αυτού, όχι όμως και η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, ο οποίος δεν ανευρέθηκε (Ολ. ΑΠ 900/1985, Ολ. ΑΠ 1050/1975). Από τη διάταξη, ειδικότερα, του άρθρου 129 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο επιδίδων, αν δεν βρει αυτόν προς τον οποίο η επίδοση στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η πιο πάνω διάταξη δεν το απαιτεί, όπως αντίθετα το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, προκειμένου για επίδοση σε κατοικία και σε πρόσωπα άλλα από εκείνον που αφορά η επίδοση. Η επίδοση εγγράφου στους Δήμους και τις Κοινότητες, καθώς και στους λοιπούς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι αποτελούν από τη φύση τους νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, γίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 περίπτ. δ` Κ.Πολ.Δ., στον εκπρόσωπό τους, σύμφωνα με το νόμο. Εξάλλου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 86,87,88 και 89 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" και 58 παρ. 1α και 59 παρ. 3 δ του Ν. 3852/2010 "Αυτοδιοίκηση- Αποκεντρωμένη Διοίκηση:ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ", εκπρόσωπος του Δήμου είναι ο Δήμαρχος, ο οποίος όταν απουσιάζει ή κωλύεται στα καθήκοντά του, αναπληρώνεται από τον Αντιδήμαρχο που ορίζεται από αυτόν, όταν απουσιάζει δε και αυτός ή κωλύεται στα καθήκοντά του, από άλλο Αντιδήμαρχο και αν δεν υπάρχει, από σύμβουλο του επιτυχόντος συνδυασμού που ορίζεται από το Δήμαρχο. Αν δεν έχει ορισθεί και σύμβουλος, καθήκοντα Δημάρχου ασκεί ο σύμβουλος που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και σε περίπτωση ισοψηφίας διενεργείται κλήρωση. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 88 του ίδιου Ν. 3463/2006, ο δήμαρχος μπορεί, με απόφασή του, να αναθέτει την υπογραφή ορισμένων εγγράφων (όπως λ.χ. των εκθέσεων επίδοσης) και πιστοποιητικών σε δημοτικό σύμβουλο ή στον πρόεδρο του συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος ή στον πρόεδρο τοπικού συμβουλίου ή στον πάρεδρο ή στον γενικό γραμματέα του Δήμου ή σε προϊστάμενο δημοτικής υπηρεσίας ή σε άλλο μόνιμο υπάλληλο του Δήμου. Με τα δεδομένα αυτά, η επίδοση εγγράφου προς Δήμο πρέπει να γίνεται στο Δήμαρχο και εφόσον αυτός απουσιάζει ή κωλύεται στα καθήκοντά του, στα πρόσωπα που τον αναπληρώνουν κατά την οριζόμενη πιο πάνω σειρά ή στο εξουσιοδοτημένο από το δήμαρχο πρόσωπο για την υπογραφή ορισμένων εγγράφων. Αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο δημοτικό κατάστημα η παράδοση του εγγράφου γίνεται στα χέρια ενός από τα πρόσωπα και κατά τη σειρά που αναγράφονται στο άρθρο 129 Κ.Πολ.Δ, το οποίο, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, εφαρμογή έχει και στα ν.π.δ.δ. Η επίδοση, επομένως, σε γραμματεία του Δήμου επιτρέπεται μόνο, εφόσον κατά το χρόνο που πραγματοποιείται αυτή απουσιάζουν από το δημοτικό κατάστημα όλοι οι κατά νόμο εκπρόσωποί του που προαναφέρθηκαν. Για την εγκυρότητα, όμως, της έκθεσης επίδοσης, που συντάσσεται, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 139 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναγράφεται σ` αυτή, ότι οι κατά νόμο εκπρόσωποι του Δήμου απουσιάζουν ή κωλύονται να παραλάβουν το προς επίδοση έγγραφο (Α.Π. 396/2006). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής (Α.Π. 1084/2022, Α.Π. 1553/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι δεν κλητεύθηκε νόμιμα στη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ενάριθμα, σε ποιο λόγο αναίρεσης υπάγεται η επικαλούμενη με το λόγο αυτό αιτίαση, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται και το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ζητεί την αναίρεσή της (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 374/2020, Α.Π. 718/2020, Α.Π. 527/2020, Α.Π. 27/2020).

Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι "παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην" ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (6449/2022) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο καθ'ου ήδη αναιρεσείων είχε κλητευθεί για τη δικάσιμο της 4-10-2022 νομοτύπως και εμπροθέσμως, γεγονός για το οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Π. Π., την οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι συνεχίζουσες τη δίκη στο όνομα της αναιρεσίβλητης. Όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση επίδοσης, στις 19-3-2021 ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της αιτούσας Λ. Τ. μετέβη στο Δημοτικό Κατάστημα του αναιρεσείοντος Δήμου, προκειμένου να επιδώσει ακριβές αντίγραφο της από 3-2-2020 αίτησης της αιτούσας με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25-5-2021 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Σημειώνεται ότι κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 4-10-2022, κατά την οποία δικάσθηκε ερήμην ο αναιρεσείων. Ωστόσο δεν βρήκε τον Δήμαρχο, ούτε τον αρμόδιο Αντιδήμαρχο, ούτε τον Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτού, ούτε τον Διευθυντή του, όπως εκτίθεται στην ανωτέρω έκθεση επίδοσης. Κατόπιν αυτού, ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής επέδωσε το δικόγραφο της αίτησης στην υπάλληλο της Γραμματείας του ως άνω Δήμου, αρμόδια και εντεταλμένη για την παραλαβή των επιδιδόμενων εγγράφων και δικογράφων Α. Μ.- Γ. Κ., όπως η ίδια του δήλωσε.

Συνεπώς, από την ανωτέρω έκθεση επίδοσης, αποδεικνύεται ότι ο δικαστικός επιμελητής, λόγω της απουσίας από το Δημοτικό Κατάστημα, κατά την ώρα της επίδοσης, του εκπροσώπου του αναιρεσείοντος Δήμου, Δημάρχου αυτού, καθώς και του αρμόδιου Αντιδημάρχου, επέδωσε το επίμαχο δικόγραφο στην υπάλληλο του Δήμου, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένο από το Δήμαρχο πρόσωπο για την παραλαβή του. Ενόψει αυτών, η επίδοση της αίτησης, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, ήταν έγκυρη.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθολικών διαδόχων της αναιρεσίβλητης, που συνεχίζουν τη δίκη, οι οποίες παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/3006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α.Π. 469/2023, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 1207/2019, Α.Π. 1061/2018). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι ο αναιρεσείων Δήμος, ως Ν.Π.Δ.Δ., δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναίρεσης παράβολο, διότι δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 918/2024, Α.Π. 1050/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 22-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2681/256/2023), αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6449/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των καθολικών διαδόχων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή