ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1025/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1025/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1025/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1025 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1025/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Κ. και 2) Γ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταματία Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. χας Κ. Κ., το γένος Ι. Δ. και εν συνεχεία συζ. Δ. Μ., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κατσούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4823/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 5/5/2021 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 770/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4823/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία (άρθρα 591, 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (27/7/2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου στις 22/7/2021 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ), απορριπτομένης ως απαράδεκτης της ένστασης περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, που εκπρόθεσμα προέβαλε το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικό Δημόσιο, με τις από 7/1/2025 προτάσεις που κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου στις 8/1/2025 και όχι είκοσι ημέρες πριν από την δικάσιμο (άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενο ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, ως διάδικος στην αναιρετική δίκη, με αντικείμενο διαφορά από οριζόντια ιδιοκτησία, διότι τόσο το ίδιο, όσο και η αποβιώσασα δικαιοπάροχός του και αρχικώς τέταρτη εναγομένη, Α. χήρα Κ. Κ., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος (εξ αδιαθέτου κληρονόμος) αυτής, δεν υπήρξαν συνιδιοκτήτες της πολυόροφης οικοδομής από την οποία ανέκυψε η ένδικη διαφορά. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2/6/2014 (αριθμ. καταθ. 1258/2014) αγωγή τους κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την επισήμανση ότι η τέταρτη εκ των αρχικώς εναγομένων, Α. χήρα Κ. Κ. και μετέπειτα συζ. Δ. Μ., που απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις ... (μετά την άσκηση και πριν από τη συζήτηση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης), δεν κατέλειπε συγγενείς ούτε σύζυγο, από εκείνους που καλούνται κατά νόμο (άρθρα 1813 έως 1821 ΑΚ), με συνέπεια να κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1824 ΑΚ), το οποίο υπεισήλθε στη θέση της ως καθολικός διάδοχος αυτής. Με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες της περιγραφόμενης σ' αυτήν πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, δυνάμει της αναφερόμενης στην αγωγή πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, με την οποία είχε συσταθεί υπέρ των αρχικών συνιδιοκτητών της οικοδομής και δικαιοπαρόχων των διαδίκων, οι οποίοι (δικαιοπάροχοι) ήδη απεβίωσαν, περιορισμένη προσωπική δουλεία, με αντικείμενο την εκμετάλλευση της πλάγιας ανατολικής πλευράς της στοάς του ισογείου, η οποία (δουλεία) αποσβέσθηκε με το θάνατο των ως άνω δικαιούχων αυτής. Ότι οι εναγόμενοι, ιδιοκτήτες καταστημάτων της επίδικης οικοδομής, προέβησαν παράνομα και αυθαίρετα στις περιγραφόμενες στην αγωγή κατασκευές, αφενός επί της εσωτερικής ανατολικής πλευράς της στοάς και επί του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής, αφετέρου επί της κοινόκτητης και κοινόχρηστης πρόσοψης της στοάς, αλλοιώνοντας την εμφάνιση του κτηρίου, εντός δε αλλά και έμπροσθεν των ανωτέρω κατασκευών εκθέτουν τα εμπορεύματά τους, κατά παράβαση του Κανονισμού της πολυκατοικίας και του ν. 3741/2029, αποκλείοντας έτσι στους λοιπούς συνιδιοκτήτες την ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση των ανωτέρω κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς τους και την πρόκληση σ' αυτούς ηθικής βλάβης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν (όπως εκτιμήθηκε το δικόγραφο με την προσβαλλόμενη απόφαση): α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε άρση της προσβολής του δικαιώματος αυτών (εναγόντων) προς σύγχρηση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, με την καθαίρεση των προαναφερόμενων αυθαίρετων κατασκευών και την απομάκρυνση όλων των αντικειμένων που έχουν τοποθετήσει εντός αυτών, β) να υποχρεωθούν αυτοί να παραλείπουν στο μέλλον κάθε προσβολή του ως άνω δικαιώματος, με απειλή σε βάρος τους προσωπικής κράτησης ενός έτους και χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί, γ) να αναγνωριστεί ότι η υπέρ των αρχικών συνιδιοκτητών της οικοδομής συσταθείσα περιορισμένη προσωπική δουλεία επί της πλάγιας ανατολικής πλευράς της στοάς του ισογείου αποσβέσθηκε με τον θάνατο των δικαιούχων αυτής και δ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον καθένα από τους ενάγοντες, το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 133/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 14/2/2018 (αριθμ. καταθ. 1290/2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4823/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση ως προς το τέταρτο των εφεσιβλήτων και ήδη τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτο, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε, ως προς αυτούς, η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε κατ' ουσία από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την ίδια έκτασή της, και απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015). Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, "αντιφατική αιτιολογία". Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 23/2020, Α.Π. 1184/2015). Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ27/1998, ΑΠ916/2024, ΑΠ165/2023, ΑΠ69/2023, ΑΠ1886/2022, ΑΠ1523/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον ίδιο ως άνω αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 1002, 1117, 1118 επ., 1142 επ., 1188 επ. ΑΚ και 2 παρ. 1, 4, 5 παρ. 1α' και 13 του ν. 3741/1929, παραθέτοντας τις ανωτέρω διατάξεις και επικαλούμενοι, κατά λέξη, τα εξής: α) "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι: ο τεθείς περιορισμός από τους αρχικούς συνιδιοκτήτες της επίδικης οικοδομής (οι οποίοι έχουν όλοι αποβιώσει), σύμφωνα με το οποίο οι αρχικοί, ήδη προαποβιώσαντες συνιδιοκτήτες, "παρακράτησαν υπέρ εαυτών από κοινού το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της στοάς διά καταλήψεως ή εντοιχισμού της ανατολικής πλάγιας εσωτερικής επιφάνειας της, δεν συνιστά περιορισμένη προσωπική δουλεία κατά τα διατάξεις των άρθρων 1188 καί 1189 ΑΚ, αλλά, ιδιόμορφη δουλεία, καθόσον δεσμεύει και τους διαδόχους των εξαρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενέστερα στη σύμβαση, συμμεταβιβάζεται δε μαζί με την οριζόντια ιδιοκτησία στην οποία αφορά" β) "Μη νομίμως και εσφαλμένα, κατά ευθεία παράβαση των διατάξεων του ΑΚ και του ν. 3741/1929, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, σχετικά με τις αυθαίρετες κατασκευές των αντιδίκων εντός της στοάς της επίδικης οικοδομής, ότι, "οι ως άνω κατασκευές βρίσκονται στην ανατολική πλευρά της εσωτερικής στοάς, επί της οποίας οι εναγόμενοι έχουν δικαίωμα καταλήψεως ή εντοιχισμού της, ως είχαν και οι δικαιοπάροχοί τους, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η πλευρά αυτή της στοάς συνιστά αντικείμενο εκμετάλλευσης εκ μέρους των εναγομένων, ως κληρονομητής δουλείας. Το αυτό ισχύει και για την τεθείσα εξωτερική μόνιμη μεταλλική βιτρίνα επί της προσόψεως της στοάς, καθόσον και αυτή ανήκει στην ανατολική πλευρά αυτής" και γ) "Ομοίως, εσφαλμένη τυγχάνει και η κρίση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά με την μόνιμη εξωτερική μεταλλική βιτρίνα που έχουν κατασκευάσει αυθαίρετα οι αντίδικοι στην πρόσοψη της οικοδομής και για την οποία η προσβαλλόμενη αναφέρει ότι "Το αυτό ισχύει και για την τεθείσα εξωτερική μόνιμη μεταλλική βιτρίνα επί της προσόψεως της στοάς, καθόσον και αυτή ανήκει στην ανατολική πλευρά αυτής". Κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης εξαντλείται σε νομικές σκέψεις των αναιρεσειόντων ως προς την ορθή, κατά την άποψή τους, ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη της αγωγής τους, παρά μόνο οι προαναφερόμενες, όλως μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές, οι οποίες, επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελούν επιλεγμένα αποσπάσματα της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 133/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (συγκεκριμένα, το υπό στοιχ. α' απόσπασμα, με ορισμένες προσθήκες στο αναιρετήριο, περιέχεται στην 2η σελίδα του 4ου φύλλου και τα υπό στοιχ. β' και γ' αποσπάσματα περιέχονται αυτούσια στην 1η σελίδα του 5ου φύλλου της ως άνω απόφασης) και ουδόλως αποτελούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το Εφετείο στην απόρριψη της αγωγής, ώστε να καθίσταται εφικτή η έρευνα της συνδρομής ή μη της εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας.

Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, α) έσφαλε καθώς δεν εκτίμησε ορθά τα προσαχθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά στοιχεία, απέρριψε αυτά αναιτιολόγητα, ως επίσης και τους προταθέντες από αυτούς ισχυρισμούς, στους οποίους δεν απάντησε, β) δεν απάντησε και απέρριψε την προσαχθείσα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες με αριθμό πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας της Δ/νσης Πολεοδομίας Αθηνών και γ) δεν απάντησε και απέρριψε την προσαχθείσα με επίκληση από ...-2013 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Π. και την προσαχθείσα με επίκληση από μηνός ... 2013 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Λ., ως επίσης και τις φωτογραφίες που ενυπάρχουν στις άνω Τεχνικές Εκθέσεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού, όπως προεκτέθηκε, οι αναιρεσείοντες ουδόλως αναφέρουν τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη διαλαμβανόμενες, κατά τα προεκτεθέντα) οι κατά τους αναιρεσείοντες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή ότι ο λόγος αυτός περιέχει αιτίαση για την από το άρθρο 599 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη (μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων) και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, ειδικώς μνημονευόμενα κατωτέρω ή μη, που αυτοί (διάδικοι) επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", όσο και από την εκτενή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στο πρώτο από τα προαναφερόμενα έγγραφα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του (ΑΠ579/2024, ΑΠ123/2024, ΑΠ386/2023, ΑΠ1416/2023, ΑΠ242/2023).

Τέλος, στο ιστορικό της αίτησης αναίρεσης αναφέρεται ότι το Εφετείο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε και στις πλημμέλειες των διατάξεων του άρθρου 559 παρ. 8, 559 παρ. 10, 559 παρ. 17 και 559 παρ. 20 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί, όπως προβάλλονται με την απλή αριθμητική αναφορά των ως άνω διατάξεων του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού ουδόλως εκτίθεται, σε τι συνίστανται οι παραπάνω πλημμέλειες (ΑΠ886/2021, ΑΠ583/2021, ΑΠ1277/2020, ΑΠ301/2020, ΑΠ201/2012).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατ' άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιδικασθούν μειωμένα, στους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους, διότι αυτοί δεν υποβλήθηκαν σε δαπάνη προκαταβολής εισφορών και κρατήσεων, αφού ο δεύτερος από αυτούς παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, αλλά και ως πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου αδελφού του, όπως προκύπτει από την από 31/12/2024 υπεύθυνη δήλωσή του, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη συνδέεται με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Αντωνόπουλο, με συγγένεια τρίτου βαθμού εξ αγχιστείας (τέκνο της αδελφής του συζύγου της), όπως αναφέρεται στις προτάσεις που συνέταξε και υπέγραψε ο ως άνω δικηγόρος και αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα σχετικά έγγραφα (αρθρ. 61 § 3 Κώδικα περί Δικηγόρων) και στο τέταρτο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 § 3 ν. 3693/1957, που ενεργεί όχι μόνον υπέρ, αλλά και κατ' αυτού (ΑΠ310/2021, ΑΠ325/2020, ΑΠ682/2019, ΑΠ452/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/5/2021 (ΕΑΚ770/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4823/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει α) στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητους από κοινού, β) στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη και γ) στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το τέταρτο αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή