ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1026/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1026/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1026/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1026 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1026/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Ψαλτήρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", για την ίδια και ως μη δικαιούχου διαδίκου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No 2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", διαχειρίστρια των οποίων απαιτήσεων είναι η εταιρεία με την επωνυμία "do Value Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DAC", 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και δ.τ. "DINERS CLUB", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 6ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα διά των προτάσεών του κύρια παρέμβαση του 6ου των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 1012/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 6ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος του 6ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024).

Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024).

Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 247/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη, από 22-6-2024, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1012/2022 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-1-2025), με αριθμό πινακίου 45, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκαν γι' αυτές έγγραφες δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., διαδικασία η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και ο έκτος των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2024, ...-2024, ...-2024, ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, Θ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως η επισπεύδουσα την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γρηγορίου Ψαλτήρα, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδάφ. α', 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι κατά τον χρόνο συζητήσεως αυτής (Ολ. Α.Π. 5/2001, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2023, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 1374/2021, Α.Π. 1147/2021, Α.Π. 841/2019). Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον Δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 4745/2020, προστέθηκε το άρθρο 4ΙΖ στον Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το οποίο "Ένδικα μέσα και βοηθήματα που ασκούνται κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή του παρόντος, δικάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έφεση ασκείται μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 518 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, άλλως μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης".

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 22-6-2024 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6050/8/25-6-2024), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1012/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των τότε πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των καθών η αίτηση και ήδη πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", αντιστοίχως και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα της τελεσιδικίας αυτής και, συνακολούθως, του παραδεκτού της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύθηκε στις 27-6-2022. Από την επισκόπηση δε των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση έχει επιδοθεί στους καθών η αίτηση, ούτε, άλλωστε, κάποιος διάδικος επικαλείται ότι έλαβε χώραν επίδοση αυτής. Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεώς της, δηλαδή από τις 28-6-2022, άρχισε να τρέχει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής, κατ' άρθρον 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, και η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι κατά της ανωτέρω αποφάσεως δεν άσκησε έφεση εντός της εξάμηνης προθεσμίας από την δημοσίευσή της, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 4ΙΖ, σε συνδυασμό με το άρθρο 101, του Ν. 4745/2020. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., κατέστη τελεσίδικη στις 28-12-2022 και, συνεπώς, δεκτική προσβολής με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, αν και εκδόθηκε ερήμην των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", αντιστοίχως. Είναι δε τελεσίδικη και ως προς αυτές και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς απευθύνεται και εναντίον τους, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 778/2022). Αναφορικώς δε με το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' άρθρον 564 του Κ.Πολ.Δ., που είναι, επίσης, στοιχείο του παραδεκτού αυτής ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκησή της (άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015), η οποία άρχισε να τρέχει από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 28-12-2022, συμπληρώθηκε στις 28-12-2024.

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 25-6-2024 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής υπ' αριθμ. 6050/8/25-6-2024 έκθεση καταθέσεως δικογράφου του αρμόδιου Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά), δηλαδή εντός της διετίας από την τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι εμπρόθεσμη και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, η οποία απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, την από 11-7-2014 (με αριθμό καταθέσεως 4431/1482/11-7-2014) αίτηση κατά των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών της, με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, ζήτησε την ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθετήσεως το οποίο αυτή πρότεινε, άλλως την δικαστική ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπ' όψιν η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση, καθώς, επίσης, την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της, προκειμένου να απαλλαγεί από τις οφειλές προς τους πιστωτές της. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1012/2022, ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση, λόγω υπάρξεως στο πρόσωπό της εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας, μη εμπίπτοντας, εκ του λόγου αυτού, στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. α' και β' και 2 περ. α' του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 11-7-2014 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά στις 11-7-2014, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015), ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι αποκλείονται από την ρύθμισή του τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν πτωχευτική ικανότητα. Δηλαδή, η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας στον οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Η ουσιαστική προϋπόθεση αυτή, της ελλείψεως πτωχευτικής ικανότητας, διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι, κατ' αρχήν, απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποιήσεως.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν., έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους, μάλιστα, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του β.δ/τος της 2/15.5.1835 "Περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο, τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου. Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του Ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά τον χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αιτήσεως προς το δικαστήριο.

Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στην ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, οι οποίοι έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, συνέχισαν, όμως και μετά την παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν, πλέον, πτωχευτική ικανότητα. Ακόμη υπάγονται και οι "μικρέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαϊκές αγορές, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές - πωλητές ειδών τέχνης κ.λπ., καθόσον αυτοί είναι βιοπαλαιστές, έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και, επομένως, δεν έχουν, κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ, πτωχευτική ικανότητα. Στο πρόσωπο των χαρακτηριζόμενων ως μικρεμπόρων δεν συντρέχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας, που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Ως εκ τούτου, κριτήρια αποτελούν, ιδίως, η έλλειψη καταστήματος ή εμπορικής επιχειρήσεως, η απουσία απασχολήσεως προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επενδύσεως κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις και ο μικρός κύκλος εργασιών. Οι ζημίες μίας επιχειρήσεως από την άσκηση εμπορικών πράξεων οφείλονται, κατά κανόνα, είτε στην ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους της, οι οποίες συνεπάγονται σταθερές μηνιαίες δαπάνες, όπως ενοίκια, τόκοι δανείων, αμοιβές προσωπικού κ.λπ., τις οποίες αδυνατούν να καλύψουν τα έσοδα από την άσκηση των εμπορικών πράξεων, είτε στην χορήγηση πιστώσεων που αποδεικνύονται ανεπίδεκτες εισπράξεως. Ένας μικρέμπορος, όμως, του οποίου τα εισοδήματα προέρχονται από τον σωματικό του κάματο και όχι από την εκμετάλλευση κεφαλαίου ή εργατικού δυναμικού, δεν αναλαμβάνει τέτοιες υποχρεώσεις και δεν πουλάει με πίστωση, με συνέπεια να μην αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ζημιών από την άσκηση των εμπορικών του πράξεων. Έτσι οι ζημίες από την διενέργεια εμπορικών πράξεων είναι συνυφασμένες με κερδοσκοπική δραστηριότητα, η οποία, όμως, απουσιάζει εξ ορισμού από την μικρεμπορία. Άλλως, θα επρόκειτο για κανονική εμπορία και ο φορέας της θα διέθετε πτωχευτική ικανότητα και δεν θα υπάγονταν στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Μπορεί και ο μικρέμπορος, κάποια στιγμή, να αντιμετωπίσει αρνητική ρευστότητα και, ίσως, να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Η αιτία, όμως, για τούτο δεν θα είναι η μικρεμπορία, αλλά η ανάληψη προσωπικών ή οικογενειακών υποχρεώσεων που τα εισοδήματα από την μικρεμπορία δεν αποδείχθηκαν ικανά να εξυπηρετήσουν. Η μικρεμπορία μόνον κατ' εξαίρεσιν μπορεί να εμφανίσει ζημίες και αυτές περιορισμένου ύψους, ακριβώς διότι ελλείπει η κερδοσκοπική δραστηριότητα, ήτοι η επένδυση κεφαλαίου, η αποθεματοποίηση προϊόντων προς μεταπώληση ή επεξεργασία, η ανάληψη παγίων υποχρεώσεων και η χορήγηση πιστώσεων (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 673/2022). Τον χαρακτηρισμό του μικρεμπόρου μπορεί να τον επικαλεσθεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 1215/2018, Α.Π. 1208/2017).

Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς, επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά την παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους. Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό, όμως, σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Άρα, κρίσιμο ζήτημα ως προς την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, κυρίως κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως και όχι η εμπορικότητα ή μη του επίμαχου χρέους (Α.Π. 1225/2023, Α.Π 978/2023, Α.Π. 21/2023, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 611/2020, Α.Π. 610/2020, Α.Π. 71/2020, Α.Π. 327/2019, Α.Π. 804/2019, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 1215/2018, Α.Π. 803/2017). Τέλος, ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστεως του εμπόρου, που επήλθε από την μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και αμέσως απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για την συνέχιση της εμπορίας του (Α.Π. 21/2023, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 876/2017).

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντιθέτως, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή), είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού. Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. Α.Π. 3/2020, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 164/2021). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 705/2024).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 509/2025, Α.Π. 21/2023, Α.Π. 777/2022, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 198/2015, Α.Π. 271/2013).

Με τους δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδάφ. α' και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Ειρηνοδικείο Πειραιά, με το να δεχθεί ότι αυτή διατηρεί επιχείρηση κατασκευής και πωλήσεως επίπλων, δραστηριότητα η οποία της προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου (πρώτος αναιρετικός λόγος) και ότι αυτή περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε απωλέσει την εμπορική της ιδιότητα (δεύτερος αναιρετικός λόγος), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 2 παρ. 1 και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς την άσκηση από την αιτούσα εμπορικών πράξεων και τον χρόνο περιελεύσεως αυτής σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οικονομικών της υποχρεώσεων.

Το Ειρηνοδικείο Πειραιά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα είναι κατά το χρόνο συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως ηλικίας 51 ετών, είναι έγγαμη και με το σύζυγό της Ι. Λ. ηλικίας ... ετών έχουν αποκτήσει τρία τέκνα ηλικίας κατά τον ως άνω χρόνο 28, 25 και 22 ετών αντιστοίχως, εκ των οποίων το πρώτο ως άνω θήλυ τέκνο εργάζεται και λαμβάνει από την εργασία της το ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως, το δεύτερο ως άνω άρρεν τέκνο είναι φοιτητής του Τμήματος Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, ενώ το τρίτο ως άνω θήλυ τέκνο είναι φοιτήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η αιτούσα, η οποία ήταν άνεργη από τις 17-10-2012 έως τις 7-1-2014, εργάστηκε από τις 8-1-2014 έως τις 21-6-2014 ως επιστάτρια σε δημοτικό σχολείο του Πειραιά στο πλαίσιο προγράμματος κοινωφελούς χαρακτήρα του Ο.Α.Ε.Δ, ήταν δε άνεργη κατά το χρόνο κατάθεσης της κρινομένης αιτήσεως, ενώ πλέον εργάζεται από τις 14-3-2018 ως διοικητική υπάλληλος στο τμήμα απονομών συντάξεων του ΕΦΚΑ, λαμβάνοντας από την εν λόγω απασχόλησή της μηνιαίως, όπως η αιτούσα εκθέτει στις ως άνω έγγραφες προτάσεις της, το καθαρό ποσό των 793,90 ευρώ μηνιαίως, από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος κυριότητάς της που βρίσκεται στον Κορυδαλλό Αττικής το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως, καθώς και ένα μηνιαίο επίδομα ποσού 84 ευρώ. Η αιτούσα πριν την περιέλευσή της στις 17-10-2012 σε κατάσταση ανεργίας, διατηρούσε ατομική επιχείρηση, που είχε ως κύρια δραστηριότητα την κατασκευή και πώληση επίπλων, η οποία λειτούργησε από τις 23-9-1997 έως τις 17-10-2012, οπότε η αιτούσα προέβη σε διακοπή των εργασιών της εν λόγω επιχείρησης, όπως προκύπτει από την από 25-10-2012 βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Δ.Ο.Υ Νίκαιας Αττικής.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω ατομική επιχείρηση της αιτούσης αποτελούσε, όπως εκτίθεται στην από 10-7-2006 σύμβαση παροχής υπηρεσιών που συνήφθη μεταξύ της αιτούσης και του κυρίως παρεμβαίνοντος, οργανωμένη οικονομική επιχείρηση, που διέθετε την απαραίτητη τεχνική υποδομή, καθώς και το κατάλληλο προς άσκηση της ως άνω δραστηριότητας προσωπικό, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο σύζυγος της αιτούσης, ο οποίος, όπως η αιτούσα εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση, εργαζόταν στην εν λόγω επιχείρηση από τον Μάρτιο του έτους 2007 έως τον Οκτώβριο του έτους 2010 ως μισθωτός με την ειδικότητα του μηχανοξυλουργού, η οποία επιχείρηση διέθετε για την άσκηση της ως άνω δραστηριότητας της αιτούσης Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο και λειτουργούσε σε μισθωμένο χώρο στη ..., επί της οδού ..., όπου η αιτούσα αναλάμβανε την κατασκευή και πώληση προς τρίτους επίπλων και όχι μόνο μικροεπίπλων, όπως ο μάρτυρας της αιτούσης Π. Λ. αναφέρει στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, καθόσον, όπως προκύπτει από την ως άνω σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η αιτούσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να κατασκευάσει έπιπλα κουζίνας (τα ντουλάπια κουζίνας και το πάσο) και καλύμματα καλοριφέρ για την κατοικία του κυρίως παρεμβαίνοντος στον Πειραιά, επί της οδού ... Η προεκτεθείσα δραστηριότητα της ως άνω ατομικής επιχείρησης της αιτούσης φέρει τα στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου και δύναται να της αποδοθεί η εμπορική ιδιότητα μέσω της άσκησης αντικειμενικά εμπορικών πράξεων και κατά συνέπεια να προσδώσει την ιδιότητα του εμπόρου στην αιτούσα, η οποία βρισκόταν ήδη από το έτος 2010 σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Συγκεκριμένα, η αιτούσα, όπως η ίδια ομολογεί, δεν μπορούσε από το έτος 2010 και εφεξής να αντιμετωπίσει με το μηνιαίο εισόδημά της τις δημιουργηθείσες από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις υποχρεώσεις καταβολής προς τις πιστώτριές της των μηνιαίων δόσεων, χαρακτηριστικά δε στη σελίδα 13 των ως άνω εγγράφων προτάσεών της η αιτούσα αναφέρει "..........τα έσοδα από την εργασία της απούσας μειώθηκαν δραματικά από το έτος 2010 και εφεξής, με άμεση συνέπεια η αιτούσα ξαφνικά και απρόβλεπτα να βρεθεί σε κατάσταση οικονομικής αδυναμίας, ώστε μην δύναται..........να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τρίτους και κυρίως στις πιστώτριές τράπεζες........", επίσης στη σελίδα 15 των ως άνω προτάσεων η αιτούσα αναφέρει "..........τις οποίες (δανειοδοτήσεις) η αιτούσα σταδιακά από το 2010 και εφεξής αδυνατούσε αντικειμενικά να εξυπηρετήσει, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων της........".

Περαιτέρω, όπως η αιτούσα εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση και όπως προκύπτει: α) από την από 18-9-2011 εξώδικη καταγγελία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" - πέμπτη των καθών η αίτηση, που επιδόθηκε στην αιτούσα στις 23-9-2011, η εν λόγω πιστώτρια κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ... επίδικη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, β) από την από 10-1-2012 εξώδικη καταγγελία της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" - δεύτερη των καθών η αίτηση, που επιδόθηκε στην αιτούσα στις 16-1-2012, η εν λόγω πιστώτρια κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ... επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, γ) από την από 18-7-2012 εξώδικη καταγγελία της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" - τρίτη των καθών η αίτηση, που επιδόθηκε στην αιτούσα στις 12- 8-2012, η εν λόγω πιστώτρια κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ... επίδικη σύμβαση καταναλωτικού δανείου, διότι η αιτούσα δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα, όπως είχε υποχρέωση από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις και δ) από την από 20-9-2011 εξώδικη δήλωση της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", η οποία μετονομάσθηκε σε "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", ειδική διάδοχος της οποίας είναι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" - τέταρτη των καθών η αίτηση, η οποία εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στην αιτούσα στις 26-9-2011, η εν λόγω πιστώτρια ενημέρωσε τη αιτούσα για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση της υπ' αριθμ. ... επίδικης σύμβασης καταναλωτικού δανείου και την καλούσε εντός πέντε ημερών από τη λήψη της ως άνω εξώδικης δήλωσης να εξοφλήσει την οφειλή της. Όσον αφορά τις οφειλές της αιτούσης προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" - πρώτη των καθών η αίτηση, οι οποίες απορρέουν από τις τέσσερις επίδικες δανειακές συμβάσεις, η αιτούσα, όπως η τελευταία ομολογεί, προέβη σε καταβολή προς την εν λόγω πιστώτρια για απόσβεση του συνόλου των ως άνω δανείων της για τελευταία φορά το Δεκέμβριο του έτους 2011, χαρακτηριστικά δε στη σελίδα 12 της κρινομένης αιτήσεως η αιτούσα αναφέρει "........Όσον αφορά στις απαιτήσεις της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", σημειώνεται ότι η αιτούσα προέβη τον Δεκέμβριο 2011 για τελευταία φορά σε καταβολή ποσού 400,00 Ευρώ έναντι του συνόλου της οφειλής της προς την εν λόγω τράπεζα και έκτοτε και μέχρι σήμερα αδυνατεί να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό". Τέλος, στις 24-6-2011 η αιτούσα συνήψε με την πρώτη των καθών η αίτηση την υπ' αριθμ. ... επίδικη σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου προς το σκοπό αξιοποίησης του δανειζόμενου ποσού για την αποπληρωμή άλλων οφειλών της αιτούσης προς την πρώτη των καθών η αίτηση, προερχομένων από πέντε άλλα δανειακά προϊόντα, τα οποία δεν μπορούσε η αιτούσα να εξυπηρετήσει με το μηνιαίο εισόδημά της. Επομένως, η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε απωλέσει την εμπορική της ιδιότητα, καθόσον από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών της η αιτούσα δεν είχε παύσει την εμπορική της δραστηριότητα, συνεπώς κατά το χρόνο υποβολής της κρινομένης αιτήσεως ρύθμισης των οφειλών της αιτούσης, η τελευταία είχε πτωχευτική ικανότητα και συνεπώς δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δεκτού ως κατ' ουσίαν βάσιμου του ισχυρισμού της ως άνω καθολικής διαδόχου της δεύτερης των καθών η αίτηση και του κυρίως παρεμβαίνοντος περί υπάρξεως στο πρόσωπο της αιτούσης της πτωχευτικής ικανότητας, λόγω εμπορικής ιδιότητας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο Πειραιά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 11-7-2014 αίτηση της αναιρεσείουσας για υπαγωγή της στον Ν. 3869/2010 και την ρύθμιση των οφειλών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο προεκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την υπαγωγή της στον Ν. 3869/2010 ήταν έμπορος και ότι, για τον λόγο αυτόν, δεν υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου και να απορρίψει την αίτησή της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα και 2 του β.δ/τος 2/14-5-1835 "Περί εμποροδικείων" και, επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη, ότι η αναιρεσείουσα κατά την υποβολή της αιτήσεώς της περί υπαγωγής της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 είχε πτωχευτική ικανότητα, διότι είχε παύσει τις πληρωμές της, όταν ήταν ακόμα έμπορος, δεν πληρούσαν το πραγματικό της τελευταίας αυτής διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η οποία προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας από τον αιτούντα - οφειλέτη για την υπαγωγή του στον νόμο αυτόν και, συνεπώς, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικώς: α) ότι η κύρια δραστηριότητα της αιτούσας ήταν η κατασκευή και η εμπορία επίπλων, με έναρξη της εμπορικής της δραστηριότητας την 23-9-1997 και διακοπή των εργασιών της την 17-10-2012, β) ότι η αιτούσα είχε οργανωμένη οικονομική επιχείρηση, με τη απαραίτητη τεχνική υποδομή και το κατάλληλο προσωπικό και διέθετε για τις ανάγκες της επιχειρήσεως Ι.Χ.Φ. και μισθωμένο χώρο, γ) ότι η δραστηριότητα της επιχειρήσεως της αιτούσας έφερε τα στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου, με αποτέλεσμα να μπορεί να της αποδοθεί η ιδιότητα του εμπόρου, δ) ότι η αιτούσα είχε προβεί σε παύση πληρωμών της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της υποβολής της ένδικης αιτήσεώς της (11-7-2014) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, αλλά και της διακοπής εργασιών της ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Νίκαιας (25-10-2012) και δη τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του έτους 2011 (αιτιολογώντας την παραδοχή του αυτή, περί παύσεως των πληρωμών της αιτούσας πριν την διακοπή της εμπορίας της, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, όπως την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητες πιστώτριές της, καθώς και με την περιεχόμενη στην ένδικη αίτησή της ομολογία της ότι ήδη από τον Δεκέμβριο του 2011, δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της παύσεως της εμπορικής της δραστηριότητας και της υποβολής της ενδίκου αιτήσεώς της, είχε προβεί για τελευταία φορά σε καταβολή προς την Εθνική Τράπεζα ποσού 400 ευρώ έναντι του συνόλου της οφειλής της προς την εν λόγω τράπεζα, ε) ότι η αιτούσα, το τελευταίο χρονικό διάστημα, πριν την παύση της εμπορικής της δραστηριότητας, δεν προέβη στην πληρωμή κάποιας σημαντικής οφειλής, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ότι δεν είχε παύσει τις πληρωμές της κατά τον χρόνο που απώλεσε την εμπορική της ιδιότητα και στ) ότι, συμπερασματικώς, η αιτούσα δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι, είχε μεν προβεί σε διακοπή των εργασιών - εμπορικών δραστηριοτήτων της κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, ήτοι την 11-7-2014 και, συγκεκριμένα, είχε προβεί σε διακοπή των εμπορικών εργασιών της την 17-10-2012 και, συνεπώς, έκτοτε (17-10-2012) δεν είχε την εμπορική ιδιότητα, ωστόσο είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο, ήτοι, τουλάχιστον από τα τέλη του έτους 2011, και ενόσω αυτή ήταν έμπορος και είχε πτωχευτική ικανότητα. Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) και 2 του β.δ/τος 2/1835, τις οποίες το Ειρηνοδικείο Πειραιά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες, συνακολούθως, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, ενώ, αντιστοίχως, απέκλεισε την πλήρωση του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010 και ορθώς δεν εφαρμόσθηκε. Για το τελευταίο δε κρίσιμο ζήτημα το Δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων και δικαιολογούν το διατακτικό της αποφάσεώς του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Οι περαιτέρω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι το Ειρηνοδικείο δεν αναφέρει περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αβεβαιότητα και η επικινδυνότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, στοιχεία τα οποία μπορούν να αποδώσουν την εμπορική δραστηριότητα σε αυτήν και η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων ενώπιόν του, κρίνονται απορριπτέες, ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πλέον της ουσιαστικής τους αβασιμότητας.

Περαιτέρω, το Ειρηνοδικείο Πειραιά, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, ως προς τον χρόνο επελεύσεως της μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών των οφειλών της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την ύπαρξη πτωχευτικής ικανότητας από πλευράς της αιτούσας - αναιρεσείουσας κατά τον χρόνο υποβολής της ενδίκου αιτήσεώς της για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, λόγω της παύσεως των πληρωμών της, όταν ακόμα είχε την εμπορική ιδιότητα, γεγονός που δεν της επιτρέπει να υπαχθεί στην προστασία του ανωτέρω νόμου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, η περιλαμβανόμενη στον δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, επειδή, αν και δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε, τον Δεκέμβριο του 2011, για τελευταία φορά ποσό 400 ευρώ στην οφειλέτριά της "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και ότι η αναιρεσείουσα ευρισκόταν σε αδυναμία πληρωμής ήδη από το έτος 2010, ακολούθως, δέχεται ότι είχε την εμπορική ιδιότητα, αν και κατέθεσε την ένδικη αίτησή της αργότερα, στις 11-7-2014, αφού είχε ήδη προβεί στην διακοπή της λειτουργίας της επιχειρήσεώς της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ότι η αναιρεσείουσα δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο από τον χρόνο διακοπής των εργασιών της επιχειρήσεώς της στις 17-10-2012, ήτοι, τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του έτους 2011 και ενώ αυτή ακόμη ήταν έμπορος και είχε πτωχευτική ικανότητα. Το Ειρηνοδικείο Πειραιά, δηλαδή, στήριξε το ανωτέρω σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, απορριπτικό της ενδίκου αιτήσεως της αναιρεσείουσας σκεπτικό του στην ύπαρξη πτωχευτικής της ικανότητας, για τον λόγο ότι είχε παύσει τις πληρωμές της, ενόσω ακόμα είχε την ιδιότητα της εμπόρου και, συνεπώς, διέθετε πτωχευτική ικανότητα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 224/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2024 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1012/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά.

Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή