ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1027/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1027/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1027/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1027 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1027/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου" (ΙΜΧΑ), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κυριακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Κούζιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6441/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 774/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 20-4-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1132/105/20-4-2023), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 774/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 614 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 23-4-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 774/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 6-7-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 15859/12204/9-7-2018) αγωγή του, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", μετά την κατάργηση του οποίου, έχει υπεισέλθει το ίδιο (ενάγον) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, ως καθολικός του διάδοχος, δυνάμει των άρθρων 4 παρ. 1α και 4α του Ν. 4109/2013, το οποίο, μεταξύ άλλων, λειτουργούσε, κατά τους θερινούς μήνες εκάστου έτους, ξενοδοχειακή μονάδα στην ..., με τον διακριτικό τίτλο "ΞΕΝΙΑ ΗΛΙΟΣ", κατάρτισε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΙΜΟΥ", δύο (2) συμβάσεις παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών, προκειμένου να διεξαχθεί, κατά τα χρονικά διαστήματα από 28-7-2002 μέχρι 25-8-2002 και από 27-7-2003 μέχρι 24-8-2003, αντιστοίχως, το διεθνές πρόγραμμα εκμαθήσεως ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού, που αυτό (εναγόμενο) διοργάνωνε κατ' έτος για αλλοδαπούς επιστήμονες και σπουδαστές, που φιλοξενούσε στην Χώρα. Ότι οι συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν με δύο σχετικές έγγραφες προτάσεις του εναγομένου, τις οποίες αποδέχθηκε το πιο πάνω Ν.Π.Δ.Δ. με αντίστοιχες έγγραφες δηλώσεις βουλήσεώς του, περιεχόμενες στα αναφερόμενα έγγραφα και οι οποίες (έγγραφες δηλώσεις αποδοχής) περιήλθαν στο εναγόμενο. Ότι αντικείμενο των συμβάσεων αυτών ήταν η παροχή από τον Ο.Τ.Ε.Κ. ξενοδοχειακών υπηρεσιών στους αλλοδαπούς επιστήμονες και φοιτητές του εναγομένου, οι οποίες και παρασχέθηκαν σε υλοποίηση των σχετικών συμβάσεων, κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, όπως, ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή για εκάστη παρασχεθείσα υπηρεσία, αντί του αναφερόμενου, συμφωνηθέντος για καθεμία από αυτές, μισθώματος. Ότι το σύνολο του αντιτίμου (μισθώματος) που όφειλε το εναγόμενο για τις εν λόγω ξενοδοχειακές υπηρεσίες, ανήλθε στο ποσό των 150.112,75 ευρώ, για το έτος 2002 και στο ποσό των 168.021,04 ευρώ, για το έτος 2003, όπως τα ποσά αυτά, ειδικότερα, αναλύονται στην αγωγή, εκδοθεισών από το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. και των σχετικών αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, που ενσωματώθηκαν στην αγωγή. Ότι, αν και το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. εκπλήρωσε προσηκόντως τις συμβατικές του υποχρεώσεις, παρέχοντας στους σπουδαστές και επιστήμονες του εναγομένου τις προαναφερθείσες συμφωνηθείσες ξενοδοχειακές υπηρεσίες, με την ακώλυτη χρήση από αυτούς, κατά τα συμφωνηθέντα, των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου του, το εναγόμενο κατέβαλε στον εκμισθωτή μόνον προκαταβολή ύψους 18.380,16 ευρώ, έναντι του οφειλόμενου μισθώματος του έτους 2002, καθώς και, την 31-7-2003, επιπλέον ποσό 90.000 ευρώ (σύνολο: 108.380,16 ευρώ), έναντι του μισθώματος της πρώτης μισθώσεως του έτους 2002 και κανένα άλλο ποσό, παρά τις επανειλημμένες, έκτοτε, οχλήσεις του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, να καταβάλει στο ενάγον (υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του): α) το ποσό των 41.732,59 ευρώ (υπόλοιπο μισθώματος περιόδου 2002), με τους νόμιμους τόκους από την 25-8-2002 (ημέρα λήξεως της μισθώσεως, ενόψει του ότι δεν συμφωνήθηκε άλλος χρόνος καταβολής του μισθώματος) και το ποσό των 168.021,04 ευρώ (μίσθωμα περιόδου 2003), με τους νόμιμους τόκους από την 24-8-2003 (ημέρα λήξεως της μισθώσεως, ενόψει του ότι δεν συμφωνήθηκε άλλος χρόνος καταβολής του μισθώματος), άλλως ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό των 209.753,63 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την 3-5-2004, άλλως από την 22-6-2005, όταν (κατά τις τελευταίες δύο αναφερόμενες ημερομηνίες) το εναγόμενο, μετά από σχετικές οχλήσεις του εκμισθωτή, αναγνώρισε και ομολόγησε εξωδίκως την επίδικη οφειλή του, άλλως με τους νόμιμους τόκους από 15-7-2009, χρόνο επιδόσεως σχετικής απορριφθείσας αγωγής του άνω Ν.Π.Δ.Δ. κατά του εναγόμενου, άλλως με τους νόμιμους τόκους από 7-9-2012, χρόνο επιδόσεως σχετικής απορριφθείσας αγωγής του άνω ως Ν.Π.Δ.Δ. κατά του εναγόμενου, κυρίως μεν με βάση τις σχετικές έγκυρες καταρτισθείσες μεταξύ των άνω συμβληθέντων συμβάσεις, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για την περίπτωση που οι συμβάσεις αυτές ήθελαν κριθεί άκυρες. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6441/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή απορρίφθηκε, κατά μεν την κύρια βάση της, ως παραγεγραμμένη, γενομένης δεκτής σχετικής ενστάσεως που προέβαλε το εναγόμενο, κατά δε την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, αναφορικώς με την κύρια βάση της αγωγής, έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται πενταετής παραγραφή από το άρθρο 250 αριθμ. 16 του Α.Κ. (μισθωμάτων) και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι από την επομένη της 22-6-2005 (ημερομηνία διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνωρίσεως της οφειλής από το εναγόμενο) μέχρι την κοινοποίηση στο εναγόμενο, στις 7-9-2012, της προηγηθείσας (και απορριφθείσας τελεσιδίκως ως αόριστης με την υπ' αριθμ. 55/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) αγωγής, που είχε την ίδια ιστορική και νομική βάση με την ένδικη αγωγή (που ασκήθηκε εντός εξαμήνου από της άνω τελεσιδίκου απορρίψεως της προηγηθείσας αγωγής ως απαράδεκτης), παρήλθε το άνω χρονικό διάστημα της πενταετίας και, επομένως, η ερειδομένη στις ως άνω έγκυρες συμβάσεις (αφού τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος τόσον για την πρόταση, όσον και την αποδοχή και, επιπλέον, αυτές εκπληρώθηκαν) αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στην άνω πενταετή παραγραφή. Αναφορικώς με την πρώτη αγωγή, με αριθμό καταθέσεως 29933/2009, που είχε ασκήσει το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. κατά του εναγομένου, κατά το έτος 2009, κρίθηκε ότι, εφόσον με αυτήν ζητείτο μεν το ίδιο χρηματικό ποσό, αλλά με άλλη νομική βάση, ήτοι υπό την νομική θεμελίωση της αναγνωρίσεως χρέους (άρθρο 873 του Α.Κ.), δεν διακόπηκε η παραγραφή με την επίδοσή της.

Κατά της οριστικής αποφάσεως αυτής το ενάγον άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 4-10-2019 έφεσή του, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 774/2021, τελεσίδικη απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε αυτεπαγγέλτως δεκτό, στo πλαίσιo του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, ότι οι αξιώσεις του εκκαλούντος υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 44 παρ. 2 περ. γ' του Ν.Δ. 496/1974, έγινε δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και αφού διακρατήθηκε η από 6-7-2018 αγωγή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έγινε δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο, για την ανωτέρω αιτία, συνολικό ποσό 209.753,636 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, για μεν το ποσό των 41.732,59 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την 26-8-2002, για δε το ποσό των 168.021,04 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την 24-8-2003.

Κατά την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ., γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Έτσι, το Εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει, αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως, που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν την νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση, σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία, κατά νόμον εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 του Ν. 2362/1995, που ίσχυε κατά τον χρόνο γεννήσεως της ενδίκου απαιτήσεως, ορίζεται ως προς την παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, ότι "1. Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, περιλαμβανομένης και της συμβάσεως εκείνης που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρυθμίσεως του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου, γ) γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχειρίσεως, δ) απορρέει από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ) γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές, η) αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτοεισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ) απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στον οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής. 4. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ' αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής". Ομοίου περιεχομένου είναι και οι διατάξεις του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014 (Α.Π. 141/2025, Α.Π. 1148/2022, Α.Π. 186/2022). Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 16 και 251 του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες η παραγραφή της αξιώσεως από μισθώματα κάθε είδους υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (Α.Π. 141/2025, Α.Π. 1148/2022). Άλλωστε, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 και 2 του άρθρου του Ν.Δ. 496/1974, "1. Παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους του οποίου εβεβαιώθη. Εάν η βεβαίωσις εγένετο πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον εν μέρει ή εν όλω η παραγραφή άρχεται από της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ' ο το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμον και δια το ποσόν τούτο. 2. Χρέη προς το ν.π. α) εκ τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων, πλην των, δια πρόστιμον, χρηματικάς ποινάς και συναφή δικαστικά έξοδα και τέλη, υπαγομένων εις την πενταετή παράγραφον, β) εξ απίστου διαχειρίσεως, γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων δια των περιοδικών παροχών και δ) εκ καταλογισμών επιβληθέντων παρ' οιασδήποτε αρμοδίας κατά νόμον Αρχής, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι οι απαιτήσεις των Ν.Π.Δ.Δ. από συμβάσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν (Α.Π. 141/2025, Α.Π. 210/2016). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδάφ. γ' του Ν.Δ. 496/1974, η παραγραφή κατά των Ν.Π.Δ.Δ. λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (Α.Π. 1063/2021, Α.Π. 52/2021, Α.Π. 1170/2020, Α.Π. 15/2020, Α.Π. 1241/2018).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 607/2025). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 23/2023, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 348/2025).

Ενώ δεν αποτελούν "πράγμα" τα αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 961/2023). Πράγμα, επομένως, είναι, υπό την έννοια αυτή και οι λόγοι της εφέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. Α.Π. 22/2005, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (Α.Π. 310/2021, Α.Π. 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (Α.Π. 310/2021, Α.Π. 1708/2014, Α.Π. 204/2011).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον, επικαλούμενο τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8α και 9α του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν, αφού δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος, για λόγο που δεν προβλήθηκε και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, επειδή το εκκαλούν με την έφεσή του προέβαλε μόνο παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, επειδή απορρίφθηκε η αντένστασή του, σχετικά με την προβληθείσα από το ίδιο (αναιρεσείον) ένσταση της πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του, επικαλούμενο διακοπή αυτής και όχι για την ένσταση αυτή καθ' εαυτή, ενώ με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 44 του Ν.Δ. 496/1974, επειδή οι επίδικες συμβάσεις δεν αποτελούν διοικητικές συμβάσεις, ώστε να ρυθμίζονται από την ανωτέρω διάταξη.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 774/2021, απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 648 επ. του Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, ως προς την προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένσταση της πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα:

"Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του σε συνδυασμό και με όσα σχετικά εξέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος του κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, τα οποία και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση πενταετούς παραγραφής των ένδικων (κατά την κύρια αγωγική βάση) αξιώσεων του ενάγοντος, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 4 ΑΚ (από παροχή ξενοδοχειακών υπηρεσιών), ισχυριζόμενο ότι από τον χρόνο λήξεως των επίδικων μισθώσεων (25.08.2002 και 24.08.2003, αντίστοιχα) και σε κάθε περίπτωση και από αυτόν της τυχόν αναγνωρίσεως από το ίδιο της οφειλής του (22.06.2005), εάν ήθελε κριθεί ότι υπήρξε τέτοια αναγνώριση, μέχρι την άσκηση της 26642/2012 αγωγής του μισθωτή, που του επιδόθηκε κατά την 07.09.2012, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και επομένως οι εν λόγω αξιώσεις υπέκυψαν στην άνω παραγραφή, επικαλούμενο επιπλέον ότι η άσκηση της προγενέστερης με αριθμό κατάθεσης 29933/2009 αγωγής που είχε ασκήσει το άνω Ν.Π.Δ.Δ. κατά του εναγομένου (επίδοση αυτής στις 23.07.2009), δεν διέκοψε την παραγραφή, δοθέντος ότι με την αγωγή αυτή ζητείτο μεν το ίδιο χρηματικό ποσό, αλλά με άλλη νομική βάση, ήτοι υπό την νομική θεμελίωση της σύμβασης αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ) και όχι με βάση την μισθωτική σύμβαση. Η ένσταση, όμως, αυτή, είναι, ..., απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ..., αφού, σε κάθε περίπτωση, βάλλεται με την έφεση η κατ' ουσίαν αποδοχή από την εκκαλουμένη της άνω ενστάσεως παραγραφής. Τούτο διότι, εν προκειμένω, ενόψει του ότι το αντισυμβαλλόμενο του εναγομένου ήταν ν.π.δ.δ., υπαγόμενο στις διατάξεις του Ν. Δ/τος 496/1974, περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ., τυγχάνει εφαρμογής η ... διάταξη του άρθρου 44 του υπ' όψιν Ν. Δ/τος περί εικοσαετούς παραγραφής, αφού πρόκειται για αξίωση προερχόμενη από δύο έγκυρες συμβάσεις μισθώσεως (παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων".

Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε αυτεπαγγέλτως, στo πλαίσιo του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 4-10-2019 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, ότι η προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένσταση περί πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος, από το άρθρο 250 αριθμ. 16 του Α.Κ., είναι μη νόμιμη, επειδή οι ανωτέρω αξιώσεις υπάγονται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 44 επ. του Ν.Δ. 496/1974 και αφού δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκρινε επί της αγωγής και δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή μπορούσε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση περί πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και χωρίς λόγο εφέσεως, με βάση μόνο το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες, που προβλέπονται από τα εδάφια 8α και 9α του άρθρου 559 του Κ.Π.Δ., αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, το Εφετείο μπορούσε να λάβει αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν την προαναφερθείσα εικοσαετή παραγραφή, χωρίς να προταθεί με λόγο εφέσεως. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Περαιτέρω, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι απαιτήσεις από μισθώματα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, των από 28-7-2002 έως 25-8-2002 και από 27-7-2003 έως 24-8-2003 χρονικών διαστημάτων από τις ένδικες συμβάσεις εις βάρος του αναιρεσείοντος, μετά την κατάργηση του εκμισθωτή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", περιήλθαν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικό διάδοχο του αρχικού δικαιούχου. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις αυτές υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή από την λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση των εν λόγω απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Ν. 2362/1995, ενώ, επιπροσθέτως, η ίδια εικοσαετής παραγραφή ίσχυε και ως προς τον προαναφερθέντα εκμισθωτή, κατ' άρθρον 44 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, καθόσον ήταν Ν.Π.Δ.Δ., έτσι ώστε δεν είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως από τον χρόνο λήξεως των επιδίκων μισθώσεων, ήτοι στις 25-8-2002 και 24-8-2003, αντιστοίχως, πολλώ δε μάλλον, ούτε από τον χρόνο της αναγνωρίσεως από το εναγόμενο της οφειλής του, ήτοι από τις 22-6-2005. Η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η εικοσαετής παραγραφή δεν ισχύει στην ένδικη περίπτωση, αλλά μόνο επί απαιτήσεων από διοικητικές συμβάσεις, είναι αβάσιμη. Ως εκ τούτου, κρίνοντας το Εφετείο ότι για τις επίδικες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 44 επ. του Ν.Δ. 496/1974, ορθά εφάρμοσε την τελευταία διάταξη και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίον το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία θα επιβληθεί, όμως, μειωμένη κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Α.Π. 141/2025, Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1803/2017, Α.Π. 631/2017), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 774/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου.

Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή