ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1028/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1028/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1028/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1028 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1028/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Κ., που δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο Γραμματέας, αφού ζήτησε και πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε, ότι ο Ι. Β. του Κ., απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν τα τέκνα του και μοναδικοί του κληρονόμοι: α) Ε. Β. του Ι., β) Κ. Β. του Ι. και γ) Ε. Β. του Ι., εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. εν λόγω από 1-4-2025 δήλωση και από 1-4-2025 κατατεθείσες προτάσεις του).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2020 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ι. Β. του Κ., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι ως άνω κληρονόμοι του-αναιρεσίβλητοι, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 387/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α`, 287, 291 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, η αναίρεση, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1076/2024, ΑΠ 379/2023, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 447/2022, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 552/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου Κωνσταντίνος Χρυσικόπουλος, με την από 1-4-2025 δήλωσή του, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και τις από 1-4-2025 προτάσεις του, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 17-7-2022, μετά την άσκηση της υπό κρίση, από 4-3-2022, αίτησης αναίρεσης, όπως εμφαίνεται από το προσκομιζόμενο, από ..., απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Βάμου του Δήμου Αποκορώνου και τη δίκη συνεχίζουν οι εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο, με τα με αριθ. ...-2025 και ...-2025 πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Χανίων και Μαραθώνα Αττικής, Π. Σ. και Α. Β., αντίστοιχα, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Ε. Β. του Ι., β) Κ. Β. του Ι. και γ) Ε. Β. του Ι. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι έγκυρη και ισχυρή ως δικόγραφο στρεφόμενη κατά του αναιρεσίβλητου, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους ως άνω κληρονόμους του, των οποίων άλλωστε η κληρονομική ιδιότητα, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται. Με την υπό κρίση, από 1-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1764/168/4-3-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 135/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση, αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξίωσης κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος (ΑΠ 1914/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 1270/2019). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α` του ΑΚ (ήδη παρ. 1 εδ. α`, μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013) και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει τη παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία (ΑΠ 1914/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 996/2014). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως π.χ. για διαφυγόντα κέρδη ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης ή διαφυγόντων κερδών για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή. Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία ή διετία από την επόμενη του ατυχήματος, αναφορικά με τον ασφαλιστή, η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή. Όπως έχει προεκτεθεί, μόνο αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν, όταν καθορίστηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α`του ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από τη τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 του ΚΠολΔ), με τη παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 482/2023, ΑΠ 19/2023, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 2039/2013). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α` του ΑΚ, από τη τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης για την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας, που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς τη παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 552/2023, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 1178/2019, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 767/2016, ΑΠ 317/2013).
Εξ άλλου, αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, νοούνται στη διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 254 του ΑΚ και 11 αρ. 7 του ΚΠολΔ, εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησής του να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν, επομένως, περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικά. Κατά δε το άρθρο 928 του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή. Η οφειλή αυτή έχει χαρακτήρα αποζημίωσης του δικαιούχου, ο οποίος στερήθηκε της διατροφής του στο μέλλον, είναι δε ενιαία και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή. Η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ` αρχήν καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (άρθρ. 930 παρ. 1 εδ. α` του ΑΚ), δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών υπό την άνω έννοια. Επομένως, αν η αξίωση, καθ` ό μέρος αφορά μελλοντική ζημία καταβλητέα σε δόσεις, βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α` του ΑΚ. Όμως η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει, στη, μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα, βραχυχρόνια παραγραφή. Επομένως, σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση, ή, δημόσιο έγγραφο, εκτελεστό της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω πρόκλησης παράνομης ζημίας, δηλ. θανάτωσης του προσώπου από αυτοκίνητο του οποίου έχει ασφαλιστεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζομένων προσώπων για τη πρόκληση του ατυχήματος, σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται κατ' αρχήν επιμήκυνση της διετούς (ήδη για τα μετά το έτος 2007 ατυχήματα, πενταετούς) παραγραφής του άρθ. 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (στέρηση διατροφής) αναγόμενης, δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση (ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 767/2016, ΑΠ 732/2015). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1709/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια, ορθώς μόνον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για αποζημίωσή του λόγω στέρησης της διατροφής, που αξιώνει εξαιτίας θανάτου της συζύγου του στο ένδικο ατύχημα, δεν υπέπεσε στην εικοσαετή παραγραφή από τη τελεσιδικία της με αριθ. 968/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε η (καθ' ολοκληρία) ύπαρξη της αξίωσής του από την αδικοπραξία, ένσταση την οποία είχε προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, με την από 15-4-2021 έφεση, ενώπιον του Εφετείου. Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, λόγω στέρησης της διατροφής του, εξαιτίας του επισυμβάντος, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή του αυτοκινητικό ατύχημα, θανάτου της συζύγου αυτού, δέχτηκε τα ακόλουθα, σχετικά με την ένσταση παραγραφής της αξίωσής του ''....... η εναγομένη δια καταχωρηθείσης στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου (....) δηλώσεως του πληρεξουσίου της δικηγόρου, την οποία (δήλωση) επαναλάμβανε με τις προτάσεις της (...) ισχυρίσθηκε (...) ότι οι ένδικες απαιτήσεις που ασκούνται δια της υπό κρίση αγωγής, έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη υπό της διατάξεως του άρθρου 268 εδ. α` Α.Κ. εικοσαετή παραγραφή (...), καθόσον από την επομένη της δημοσιεύσεως της (τελεσιδίκου) υπ' αριθμόν 968/1998 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) μέχρι την επίδοση της ενδίκου αγωγής, η οποία έλαβε χώρα την 26η Ιουνίου 2020, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Τ. επί του κοινοποιηθέντος αντιγράφου, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας. Ο ανωτέρω περί παραγραφής ισχυρισμός της εναγομένης (...), για την πληρότητα του οποίου αναφέρονται τα οριζόμενα υπό του νόμου (άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αναγκαία στοιχεία του (...), τυγχάνει ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος επί των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 268 εδ. α`, 272 Α.Κ., 10 παρ. 2 Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του υπό του άρθρου 7 Ν. 3557/2007 (Φ.Ε.Κ. Α` 100/14.5.2007) και 216, 262 Κ.Πολ.Δ. (...) και ερευνητέος κατ' ουσίαν αποβαίνει. Εκ του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προανεφέρθη, το ένδικο ατύχημα συνέβη την 9η Ιουλίου 1996, από την επομένη δε ήρξατο, κατά τα προεκτεθέντα, ο χρόνος παραγραφής των εξ αυτού (ενδίκου ατυχήματος) απορρεουσών αξιώσεων. Η παραγραφή διεκόπη δια της εγέρσεως της (πρώτης) από 10.11.1996 (Αριθμός Καταθέσεως 11381/1996) αγωγής (άρθρο 261 Α.Κ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/20.3.2013) επ' αυτής δε εξεδόθη αρχικώς η υπ' αριθμόν 2548/1997 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν ασκηθείσης υπό του και νυν ενάγοντος εφέσεως, η υπ' αριθμόν 968/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (η τελευταία εδημοσιεύθη την 10η Φεβρουάριου 1998 - ήτοι προ της παρόδου διετίας από την επομένη του ατυχήματος). Έκτοτε ακολούθησε, η άσκηση διαδοχικών αγωγών εκ μέρους του ενάγοντος, εξεδόθησαν δε επ' αυτών (αγωγών) οι υπ' αριθμ. 1910/2000, 2046/2003, 5254/2006, 1137/2011 και 3015/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια των οποίων εκρίθη ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση λόγω στερήσεως της συνεισφοράς της θανατωθείσης κατά το ένδικο ατύχημα συζύγου του ενάγοντος στη διατροφή του και λόγω στερήσεως των υπ' αυτής παρεχομένων υπηρεσιών για μεταγενέστερα του ενδίκου ατυχήματος χρονικά διαστήματα, ειδικότερα δε δυνάμει της πλέον προσφάτου υπ' αριθμόν 3015/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία εδημοσιεύθη την 23η Νοεμβρίου 2015, κατέστη δε τελεσίδικη, δια της παρόδου απράκτου της τριετούς προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκου μέσου, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., την 23η Νοεμβρίου 2018), χωρίς κατά τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα να προκύπτει (ούτε εξάλλου υφίσταται σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρείας) ότι οι απορρέουσες εκ του ενδίκου ατυχήματος αξιώσεις του ενάγοντος υπέπεσαν σε παραγραφή (καθόσον και μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως ήταν δυνατό να συμπληρωθεί η παραγραφή της αξιώσεως "εν επιδικία", όταν οι διάδικοι είχαν αδρανήσει και το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείτο μετά την παρέλευση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως και τούτο διότι η παραγραφή δεν διακοπτόταν ούτε αναστελλόταν από τη λήξη της επιδικίας, που επερχόταν με τη δημοσίευση της οριστικής αποφάσεως μέχρι την αναβίωσή της με την άσκηση του ενδίκου μέσου, αφού και ο νόμος (άρθρο 261 Α.Κ.) δεν έθετε ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής την ύπαρξη επιδικίας (...). Κατ' ακολουθίαν, από την επομένη του ατυχήματος (10.7.1996), ήτοι από την επομένη της εκδηλώσεως του ζημιογόνου γεγονότος, οπότε εγεννήθη υπέρ του ζημιωθέντος - ενάγοντος απαίτηση αποζημιώσεως, ήρξατο η διετής παραγραφή και των επιδίκων στην παρούσα δίκη αξιώσεων, από δε τη δημοσίευση της υπ' αριθμόν 968/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ήτοι από την 10η Φεβρουάριου 1998, ήρξατο, κατ' άρθρο 268 Α.Κ., η εικοσαετής παραγραφή των άνω αξιώσεων (καθόσον, μέχρι τότε αυτές δεν είχαν υποκύψει στην βραχύτερη διετή (και μετά την 14η Μαΐου 2007 πενταετή) παραγραφή (που διακοπτόταν εγκαίρως, κατ' άρθρο 261 Α.Κ., κατά τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν υφίσταται αντίθετος ισχυρισμός) και εφόσον, από την 23η Νοεμβρίου 2018, οπότε και κατέστη τελεσίδικος, δια της παρόδου απράκτου της τριετούς προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκου μέσου, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η πλέον πρόσφατος εκδοθείσα (και δημοσιευθείσα την 23η Νοεμβρίου 2015) υπ' αριθμόν 2015/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας εκρίθη, όπως προανεφέρθη, ότι ο ενάγων δικαιούται εκ της αυτής αιτίας (αποζημίωση λόγω στερήσεως της συνεισφοράς της θανατωθείσης κατά το ένδικο ατύχημα συζύγου του ενάγοντος στη διατροφή του και λόγω στερήσεως των υπ' αυτής παρεχομένων υπηρεσιών) για το από 9.6.2015 - 8.6.2020 χρονικό διάστημα, το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ μηνιαίως, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας (....), ο σχετικός περί παραγραφής ισχυρισμός της εναγομένης, τυγχάνει γενομένης δεκτής της περί διακοπής της παραγραφής αντενστάσεως (...) που προετάθη νομίμως (...) από τον επιφορτισμένο με το οικείο βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ενάγοντα - αντενιστάμενο - εφεσίβλητο (άρθρα 527 παρ. 1, 216, 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 261 Α.Κ. (...), τόσο δια των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεών του όσο και καθ' υποφοράν δια του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (...), απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προανεφέρθη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 εδ. α` Α.Κ., από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ιδίας αξιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που εκρίθη τελεσιδίκως, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επεδικάσθη αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση βεβαίως, ότι κατά το χρόνο επελεύσεως της τελεσιδικίας, δεν είχε συμπληρωθεί η διετία και (πλέον πενταετία) από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (...). Σημειωτέον ότι η αυτή λύση προσήκει ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων δεν προέτεινε (σαφώς και ορισμένως, όπως απαιτείται) αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, καθόσον προταθείσης της ενστάσεως της παραγραφής, το δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, κατόπιν ερεύνης των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτήν και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως εν συνδυασμό προς τη θέση του καθ' ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει δι' αντενστάσεως (..) αλλά να περιορισθεί να αρνηθεί τις προϋποθέσεις της ενστάσεως (...).
Εξάλλου, από την 20η Μαρτίου 2013, οπότε άρχισε να ισχύει ο Ν. 4139/2013, δυνάμει του οποίου ετροποποιήθη το άρθρο 261 Α.Κ. και εφαρμόζεται και στην υπό εξέταση υπόθεση, η οποία ήταν ήδη τότε εκκρεμής και ως προς τις επίδικες και στα πλαίσια της παρούσης δίκης αξιώσεις προγενεστέρων χρονικών διαστημάτων, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, η οποία διεκόπη με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, θα αρχίσει πάλι να "τρέχει" από τη δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Σημειωτέον τέλος, ότι ναι μεν αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικώς και που εβεβαιώθησαν δια τελεσιδίκου αποφάσεως ή δια δημοσίου εγγράφου εκτελεστού και καθίστανται ληξιπρόθεσμες στο μέλλον υπάγονται στη συντομοτέρα παραγραφή (...), πλην όμως ως αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών, νοούνται κατά την εν λόγω διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 254 ΑΚ και 11 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται, εκείνες που πηγάζουν διαδοχικώς από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή του να εξαρτάται από αίρεση.
Συνεπώς δεν αποτελούν περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε εκ του νόμου είτε εκ συμβάσεως για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικώς, τέτοια δε μη περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή συνιστά και η κατ' άρθρο 928 Α.Κ. απαίτηση αποζημιώσεως εν περιπτώσει θανάτου του προς διατροφή υποχρέου, καθόσον η εν λόγω οφειλή έχει, κατά τα προεκτεθέντα, χαρακτήρα αποζημιώσεως και όχι ισοβίου προσόδου ή διατροφής, είναι δε ενιαία και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία εκ της αιτίας αυτής, ενώ η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ' αρχήν καταβολής της οφειλομένης αποζημιώσεως σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (άρθρ. 930 παρ. 1 εδ. α` Α.Κ.) δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών υπό την άνω έννοια (....), γεγονός εξάλλου, το οποίο επιβεβαιώνεται και εκ της παρεχόμενης στο εδάφιο β` της εν λόγω διατάξεως δυνατότητος περί επιδικάσεως της αποζημιώσεως εις κεφάλαιο εφάπαξ (...).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δια της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε την υπό της εναγομένης προταθείσα ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με συνοπτική (και εν μέρει διάφορη) αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται υπό της παρούσης, κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ. (...) και επομένως, απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο μοναδικός λόγος της ενδίκου από 15.4.2021 (Γενικός
Αριθμός Καταθέσεως: 23596/2021, Ειδικός
Αριθμός Καταθέσεως: 1580/2021) εφέσεως, δια του οποίου η εναγομένη-εκκαλούσα παραπονούμενη για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της, επαναφέρει τον περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος ισχυρισμό της.......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το μοναδικό λόγο της από 15-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 23596/1580/2021) έφεσης της εκκαλούσας-εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία επαναφέρθηκε η πρωτοδίκως, παραδεκτά υποβληθείσα, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, ένσταση αυτής, λόγω παρόδου είκοσι ετών από την τελεσιδικία της με αριθ. 968/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε η (καθ' ολοκληρία) ύπαρξη της αξίωσής του. Με τις παραπάνω παραδοχές του όμως το Εφετείο, με το να κρίνει μη παραγεγραμμένη την απαίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α'του ΑΚ την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα και συνεπώς υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον η αξίωση του ενάγοντος (η ζημία του οποίου ήταν προβλεπτή εξ αρχής) είχε βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου με την με αριθ. 968/10-2-1998 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά την έκδοση της οποίας δεν είχε συμπληρωθεί η βραχυχρόνια διετής ή πενταετής παραγραφή από την επομένη του ατυχήματος (10-7-1996) οπότε και γεννήθηκε υπέρ του ζημιωθέντος - ενάγοντος η απαίτηση αποζημίωσης και επομένως έκτοτε, μετά την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, η αξίωσή του (ενάγοντος), καθώς και οι επί μέρους αξιώσεις του για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, υπόκειται πλέον στην εικοσαετή παραγραφή η οποία είχε συμπληρωθεί κατά την επίδοση, στις 26-6-2020, της ένδικης από 31-5-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 32722/1965/2020) αγωγής του στην αναιρεσείουσα αφού είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Επομένως, το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε τη προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και πρέπει ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς αναιρεσίβλητου, οι οποίοι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα δίκη, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 135/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.
Καταδικάζει τους καθολικούς διαδόχους του αρχικώς αναιρεσίβλητου, οι οποίοι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή