ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1029/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1029/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1029/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1029 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1029/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Αρβανιτόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2014 αγωγή της Σ. Τ. του Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 1-12-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα.
Εκδόθηκε αρχικά η 1852/2015 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και ακολούθως, αφού οι ως άνω από 20-8-2014 και από 1-12-2014 αγωγές συνεκδικάστηκαν με τις από 20-3-2016 και από 17-6-2016 (νέες) αγωγές των Σ. Τ. του Σ. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", αντίστοιχα, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1488/2018 εν μέρει οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3451/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 14-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8902/1101/12-11-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α, 666-667, 670-676 του ΚΠολΔ), με αριθ. 3451/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020, ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/20-3-2021 ( Β'843) και 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζονται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 423/2025, ΑΠ 1913/2024, ΑΠ 118/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 357/2024, ΑΠ 987/2022). Ειδικότερα, από την επομένη της δημοσίευσής της (18-6-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 18-6-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 12-11-2021. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. ΓπΝ/1911, για κάθε ζημία που προξενείται από αυτοκίνητο, ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης, ο οποίος όμως (ιδιοκτήτης), σε περίπτωση που δεν είναι και κάτοχος, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. ΓπΝ/1911 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 114 του ΕισΝΑΚ) "κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνο του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητο είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δε αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπο". Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ` αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού''. Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατ` άρθρ. 18 του νόμου αυτού, από 14-5-2007, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100/τ.Α`/14-5-2017), καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ/γμα 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει, στη πρώτη παράγραφό του, ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από ......., β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη πρόκληση του ατυχήματος ..., γ) από ........ Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον Κ.Ο.Κ., αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος. Όμως προϋπόθεση για τη λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ). Ειδικότερα, τα πρόσωπα, κατά των οποίων δύναται να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και να ζητήσει όσα κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, είναι ο οδηγός, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος). Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου από τα πρόσωπα αυτά, έναντι του ασφαλιστή. Τα ως άνω πρόσωπα, όμως, δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής, από μόνο το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Προϋπόθεση είναι να μπορεί η παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα. Για να τελεσφορήσει, τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα ως άνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα, για τη παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση του οχήματος σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξ αιτίας προηγούμενης ανάλωσης οινοπνεύματος. Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να αποτρέψει τη μέθη του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Επομένως ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρίσκεται σε μέθη, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επιρροή οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στη περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της μη οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος έχει κατά τις γενικές αρχές (336 του ΑΚ) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 467/2017, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 991/2011, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά [...] β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά [...]". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ`του ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα και με τις οδηγίες του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση πρακτικά πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές [...]". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (ΚΠολΔ 591 παρ.1) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681Α του ΚΠολΔ), καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως και τις αιτήσεις και δηλώσεις τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (ΚΠολΔ 262 παρ.1), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (ΚΠολΔ 256 παρ. 1 στοιχ. δ`) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (ΚΠολΔ 591 παρ.1 στοιχ. δ`) σημείωση της προφορικής προβολής του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής του, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 942/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 220/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 128/2008).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο σε δικονομικές πλημμέλειες, όπως είναι και η απαράδεκτη υποβολή νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 1056/2023), ενώ οι ουσιαστικές ακυρότητες ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 14/2022). Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση να είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση, όταν δε το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό που είχε προταθεί κατά τρόπο απαράδεκτο, θεμελιώνονται παράλληλα οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 442/2019, ΑΠ 274/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 1709/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικά με την από 1-12-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 133011/5831/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, που ενδιαφέρει (και μόνο αυτή) τη παρούσα αναιρετική δίκη, με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η συγκύρια κατά ποσοστό 50% του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη Μ. Ρ. - ήδη αναιρεσίβλητη, που οδηγούσε ο σύζυγός της και συγκύριος κατά ποσοστό 50%, δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Μ. Φ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), από υπαιτιότητα του οποίου προκλήθηκε το αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, οφείλει να της καταβάλει, εις ολόκληρον ο καθένας, κάθε ποσό το οποίο θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής Σ. Τ. (μη διάδικο στη παρούσα δίκη), καθόσον ο ως άνω οδηγός τελούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και με όρο της ασφαλιστικής σύμβασης που είχε καταρτιστεί μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης είχε συμφωνηθεί ο αποκλεισμός της ευθύνης της σε περίπτωση οδήγησης του ασφαλισθέντος αυτοκινήτου από οδηγό που τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και την κατ` αυτής (αγωγής) προβληθείσα ένσταση της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης - ήδη αναιρεσίβλητης περί περιορισμού της ευθύνης της κατ` άρθρο 4 του ν. ΓπΝ/1911, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: ''...... περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη Μ. Ρ. κατάρτισε με την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία την με αριθμό ... ασφαλιστική σύμβαση, που αφορούσε την κάλυψη, για την περίοδο από ....2012 έως ....2012, της αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου, του οποίου συγκύριοι, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του, είναι αμφότεροι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι. Στο ασφαλιστήριο έγγραφο, που επικαλείται και προσκομίζει η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και στους επισυναπτόμενους σ' αυτό γενικούς όρους ασφαλίσεως και συγκεκριμένα στο άρθρο 21 αυτών υπάρχει σε εμφανές σημείο η πρόβλεψη ότι αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες προξενούμενες από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών. Το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο δεν υπογράφηκε από την πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη, πλην όμως η τελευταία συνομολόγησε τη σύμβαση αυτή σιωπηρά και αποδέχτηκε τους περιεχόμενους σ' αυτό όρους με σειρά από ενέργειές της, οι οποίες υποδηλώνουν με σαφήνεια την αποδοχή αυτή, αφού παρέλαβε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δήλωσε στη Τροχαία μετά το ατύχημα ότι το αυτοκίνητο της ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των παρεμπιπτόντως εναγομένων Μ. Φ. οδηγούσε κατά το χρόνο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού, διαπιστώθηκε αμέσως μετά το ατύχημα περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στον εκπνεόμενο αέρα σε ποσοστό 0,65 MG /1 κατά την πρώτη μέτρηση και σε ποσοστό 0,56 MG/1 κατά τη δεύτερη μέτρηση. Η εκ μέρους του προηγούμενη κατανάλωση οινοπνεύματος υπήρξε ουσιώδης παράγων για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού η εκτροπή του οχήματός του και η είσοδος αυτού στο αντίθετο ρεύμα πορείας με υπερβολική ταχύτητα, καταδεικνύει ότι δεν οδηγούσε νηφάλια, αλλά είχε πλέον μειωμένη ικανότητα να οδηγεί με σύνεση και τεταμένη την προσοχή. Συνακόλουθα, αφού αποδείχθηκε ότι η μέθη του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγομένων συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος. Κατόπιν τούτου, συντρέχει ο όρος του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' Ν. 489/1976 και η επίδικη περίπτωση εξαιρείται της ασφαλιστικής καλύψεως. Η πρώτη των παρεμπιπτόντως εναγομένων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ίδια δεν συνδεόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος με σχέση προστήσεως με το δεύτερο των παρεμπιπτόντως εναγομένων. Πράγματι, από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο προστήσει στην οδήγηση αυτού το δεύτερο, σύζυγο της, ο οποίος οδηγούσε αυτό όχι ως προστηθείς, αλλά με την ιδιότητά του ως συγκύριου. Πλην όμως τούτο δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού για να λειτουργήσουν οι συνέπειες της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους υπέρ του ασφαλιστή δεν απαιτείται σχέση προστήσεως μεταξύ του ασφαλισμένου και του τελούντος υπό την επήρεια οινοπνεύματος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της εφέσεως των παρεμπιπτόντως εναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος. Αποδείχθηκε όμως περαιτέρω ότι η πρώτη των παρεμπιπτόντως εναγομένων, συγκυρία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένη και σύζυγος του δευτέρου, που το οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την εκ μέρους του παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους, ενόψει του ότι η ίδια δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να προβλέψει, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, ότι ο σύζυγος της, ο οποίος αναχώρησε με το ως άνω αυτοκίνητο από την οικία τους, στη ..., το πρωί της ίδιας ημέρας, και μετέβη στα ..., όπου η εργασία του, θα κατανάλωνε κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του αλκοόλ και στη συνέχεια θα οδηγούσε το αυτοκίνητο, μη όντας ικανός προς ασφαλή οδήγηση και με κίνδυνο προκλήσεως τροχαίου ατυχήματος σε βάρος τρίτων, αφού πρόκειται για μελλοντική της αναχώρησής του από την οικία τους κατάσταση, την οποία και δεν μπορούσε να προΐδει ως δυνατή και να την αποφύγει. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο τρίτος λόγος της εφέσεως των παρεμπιπτόντως εναγομένων, με τον οποίο η πρώτη τούτων επαναφέρει τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της περί ελλείψεως οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητας αυτής στην παράβαση του προαναφερόμενου και δεσμευτικού για την ίδια ασφαλιστικού βάρους, και, συνακόλουθα, περί μη απαλλαγής της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας έναντι αυτής, της εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως απορρέουσας νόμιμης ευθύνης και αντίστοιχης συμβατικής υποχρεώσεώς της......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 27-12-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 121714/8617/2018), έφεση (και) της πρώτης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης [η έφεση απορρίφθηκε ως προς την εφεσίβλητη Σ. Τ. (που δεν ενδιαφέρει τη παρούσα αναιρετική δίκη)], κατά της με αριθ. 1488/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε, ως προς αυτήν, την οριστική απόφαση που εκδόθηκε επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, ακολούθως δε κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την από 1-12-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 133011/5831/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" και απέρριψε αυτήν ως προς τη πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη Μ. Ρ., η οποία ενδιαφέρει τη παρούσα αναιρετική δίκη. Με το πρώτο αναιρετικό λόγο, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα - αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση δικονομικού απαραδέκτου), με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μην απορρίψει την ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης σχετικά με το κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτήν επιβατηγού αυτοκινήτου "του μη οδηγείν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών" διότι δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει το γεγονός αυτό, η οποία δεν είχε υποβληθεί παραδεκτά από την αναιρεσίβλητη με καταχώρηση στα πρακτικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο ερεύνησε τον πρωτοδίκως παραδεκτώς υποβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί έλλειψης υπαιτιότητά της στη παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της οδήγησης από τον οδηγό του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, συγκυριότητάς της κατά ποσοστό 50%, λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, τον οποίο αυτή επανέφερε και με το τρίτο λόγο της από 27-12-2018 έφεσής της και συνεπώς, με το να δεχθεί την ανωτέρω ένσταση ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον αυτή δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος - σύζυγός της, ο οποίος αναχώρησε με το ζημιογόνο αυτοκίνητο από την οικία τους στη ..., το πρωί της ίδιας ημέρας και μετέβη στα ..., όπου είναι η εργασία του, θα κατανάλωνε κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του, αλκοόλ και στη συνέχεια θα οδηγούσε το όχημα συγκυριότητάς τους, μη όντας ικανός για ασφαλή οδήγηση, αφού πρόκειται για μελλοντική της αναχώρησής του από την οικία τους κατάσταση, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ως δυνατή και να την αποφύγει, δεν παραβίασε δικονομικό απαράδεκτο.
Πιο συγκεκριμένα, από τα από 27-2-2015 ταυτάριθμα, με την με αριθ. 1852/2015 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρακτικά (και από 4-5-2017 ταυτάριθμα, με την με αριθ. 1488/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, πρακτικά), προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη - τότε πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη - προέβαλε την ως άνω ένσταση "ως ένσταση απαλλαγής της", την οποία ανέπτυξε αναλυτικά στις από 27-2-2015 και 4-5-2017 πρωτόδικες προτάσεις της (σελ. 7η και 7η, 8η αυτών, αντίστοιχα) και επανέφερε παραδεκτά με το τρίτο λόγο της από 27-12-2018 έφεσής της (σελ. 4η αυτής). Επομένως, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, που πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη-αναιρεσίβλητη δεν συνδέονταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με σχέση πρόστησης με τον δεύτερο των παρεμπιπτόντως εναγόμενων, οδηγό και συγκύριο του ζημιογόνου επιβατηγού αυτοκινήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 334 και 922 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με (παντελώς) ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δεν δέχθηκε ότι "υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ των παρεμπιπτόντως εναγομένων". Κρίνοντας όμως το Εφετείο ότι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη δεν συνδέονταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με σχέση πρόστησης με το δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, καθόσον κατά τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της δεν αποδείχθηκε ότι αυτή, κατά τον ως άνω χρόνο, είχε προστήσει στην οδήγηση του ζημιογόνου οχήματος τον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο - σύζυγό της, ο οποίος οδηγούσε όχι ως προστηθείς αλλά με την ιδιότητά του ως συγκύριος αυτού (κατά ποσοστό 50%), πλέον του ότι για να λειτουργήσουν οι συνέπειες της παράβασης του ως άνω ασφαλιστικού βάρους υπέρ του ασφαλιστή δεν απαιτείται σχέση πρόστησης μεταξύ του ασφαλισμένου και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου που τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για τον λόγο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8902/1101/12-11-2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 3451/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή