Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1032 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1032/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. - Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαγρηγορίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ζ. του Ι., 2) Σ. Μ. του Λ., κατοίκων ... και 3) εδρεύουσας στην Μάλτα και νόμιμα εκπροσωπούμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", η οποία εργάζεται νόμιμα υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα και εκπροσωπείται από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "... ΑΕ" (πρώην "... ΑΕ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Ποταμιάνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Μ. Σ. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1668/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2993/2021 εν μέρει οριστική και 4250/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 7-3-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2828/267/28-3-2023), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4250/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 16-8-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4250/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 21-11-2019 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ...2019) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 2-6-2018, στο ... Αττικής, κατά την σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, που οδηγούσε ο ίδιος, με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη και ότι συνεπεία του τραυματισμού του αυτού υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, μετά από μερική μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να του καταβάλουν και ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., ποσό 30.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίες είναι υποχρεωμένες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, για την ίδια αιτία, ποσό 30.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1668/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε το ανωτέρω κονδύλιο ως εν μέρει βάσιμο κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα, για την εν λόγω αιτία, ποσό 30.000 ευρώ. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 27-7-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και η από 21-7-2020 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, αρχικώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την μη οριστική, υπ' αριθμ. 2993/2021, απόφασή του, με την οποία διέταξε την διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και, ακολούθως, την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4250/2022, τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις, δέχθηκε ως βάσιμη την από 21-7-2020 έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακράτησε την από 21-11-2019 αγωγή του αναιρεσείοντος και, όσον αφορά το αιτούμενο από τον αναιρεσείοντα κονδύλιο για αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., απέρριψε αυτό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον, βεβαίως, αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Η αναπηρία ή η παραμόρφωση, όμως, ως τοιαύτη δεν σημαίνει, κατ' ανάγκην, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με τον βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Και τούτο, διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Κατά συνέπειαν, γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από την διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Συνεπώς, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει, κατά δίκαιη κρίση, σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση, αφενός μεν, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, αφετέρου δε, την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Είναι πρόδηλο ότι η, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως, είναι διαφορετική από την, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Α.Π. 1909/2024, Α.Π. 980/2023, Α.Π. 1679/2022, Α.Π. 1488/2022).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 310/2025). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 645/2025, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς την αναπηρία του, συνεπεία της σπληνεκτομής στην οποία υποβλήθηκε εξαιτίας του επίδικου τραυματισμού του.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4250/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τον τραυματισμό του ενάγοντος: "Αμέσως μετά το ατύχημα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας, Χ.-Π. Π., διακομίσθηκε με ασθενοφόρο ΕΚΑΒ, στο ΘΡΙΑΣΙΟ Νοσοκομείο Ελευσίνας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί θλαστικό τραύμα δεξιάς υπερόφριας χώρας, στο οποίο έγινε καθαρισμός και συρραφή, εκδορές και εγκαύματα τριβής δεξιού ζυγωματικού-άκρων χειρών άμφω-μηριαίου-κνήμης, ενώ υποβλήθηκε σε ακτινογραφικό έλεγχο θώρακος χωρίς όμως να έχει υποστεί κακώσεις. Από τον απεικονιστικό έλεγχο διαπιστώθηκε αιμοπεριτόναιο με εικόνα ρήξης σπληνός, οπότε εισήχθη άμεσα στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε επείγουσα ερευνητική λαπαροτομία, η οποία κατέδειξε αιμοπεριτόναιο, ρήξη πύλης σπληνός, και έγινε αμέσως σπληνεκτομή, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος στο Νοσοκομείο μέχρι 8-6-2018, ενώ υποβλήθηκε επανειλημμένα σε εξετάσεις βιοχημικές και αιματολογικές για έλεγχο λοιμώξεων μετά την σπληνεκτομή. Στις 8-6-2018 εξήλθε από το Νοσοκομείο, και συνέχισε την νοσηλεία κατ' οίκον, με οδηγίες για λήψη ισχυρής αντιβιοτικής αγωγής για 6 μήνες, χημειοπροφύλαξη, και εμβολιασμό για πνευμονιόκκοκο, μηννιγγιτιδιόκκοκο και αιμόφυλο ινφλουέζα, έλεγχο θρομβοκυττάρωσης και έλαβε αναρρωτική άδεια τελικά μέχρι την 7-7- 2018, ως ανίκανος για εργασία. Στην από 10-1-2022 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα χειρουργού ιατρού, Επιμελητή Α' της χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ, Χ. Μ., Αρχίατρου, που διατάχθηκε με την υπ' αρ. 2993/2021 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ο ιατρός συμπερασματικά καταλήγει ότι ο ενάγων Χ. Π. Π., μετά την σπληνεκτομή νοείται ανάπηρος καθώς περιήλθε σε μακροχρόνια (μόνιμη) σωματική και ενδεχομένως ψυχική και, σε ό,τι αφορά τις δερματικές ουλές, σωματική δυσχέρεια, σε σχέση με περιβαλλοντικά, κοινωνικά ή θεσμικά εμπόδια που αντικειμενικά τον περιορίζουν σε σχέση με τον μέσο άνθρωπο. Συγκεκριμένα δεν δύναται να καταταγεί ως μόνιμο προσωπικό στις Ένοπλες Δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας, εφόσον έχει καταταγεί ως οπλίτης στις Ένοπλες Δυνάμεις έχει περιορισμούς σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, περιορίζεται στην ενασχόληση του με τον πρωταθλητισμό, περιορίζεται στην ελεύθερη και απεριόριστη μετακίνηση του σε τόπους όπου ενδημούν νοσήματα που θεωρούνται ιδιαιτέρως επιβαρυντικά για τους ασπληνικούς, είτε οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες εγκυμονούν υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης, είτε η παροχή υγείας είναι ανεπαρκής, ανήκει στις ομάδες υψηλού κινδύνου για σοβαρή νόσηση COVID-19 και άρα υπόκειται σε αυστηρότερους περιορισμούς σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, επιπλέον υπάρχουν αντικειμενικοί περιορισμοί, με την έννοια της αυξημένης προσοχής για αποφυγή λοιμώξεων ή επιμολύνσεων μετά από τραυματισμούς, στην άσκηση επαγγελμάτων ή ενασχολήσεων με ζώα είτε συσχετιζόμενα με ακάθαρτο, μολυσματικό περιβάλλον είτε με υψηλά ποσοστά μικροτραυματισμών είτε (λόγω COVID-19 πανδημίας) απαιτούν συχνές και στενές κοινωνικές επαφές, ενδεχομένως υφίστανται περιορισμοί στην κάλυψη ιδιωτικών ασφαλειών υγείας και αυξημένα, σε σχέση με τον υπόλοιπο υγιή πληθυσμό, ασφάλιστρα, ωστόσο σύμφωνα με τον αναθεωρημένο το 2017 Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας, που χρησιμοποιείται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, και ταμεία για τον καθορισμό αναπηρικών συντάξεων και διαφόρων παροχών, το ποσοστό αναπηρίας σε περίπτωση μετατραυματικής σπληνεκτομής είναι μηδενικό. Στην από 2-3-2022 συνταχθείσα Ιατροδικαστική Γνωμοδότηση/Έκθεση τεχνικού Συμβούλου, του ιατρού Ιατροδικαστή, Σ. Τ., που διεξήχθη κατ' εντολή και για λογαριασμό της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, ο συγκεκριμένος ιατρός γνωμοδοτεί ότι σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας, (Αριθμ. ...2018 αρ. φύλλου 5987-σελ. 70742-70743-παράγραφος 7), δεν χορηγείται ποσοστό αναπηρίας επί σπληνεκτομής από τραύμα και συγκεκριμένα αναγράφεται "ΠΡΟΓΝΩΣΗ- ΙΑΤΡΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ Συνήθως καλή έως άριστη. Ποσοστό Αναπηρίας 0%", ότι αυτή η κρίση των αρμόδιων υγειονομικών επιτροπών των ΚΕΠΑ, περιλαμβάνει την σπληνεκτομή συνεπεία κάκωσης σπληνός, όπως και άλλων καλοηθών παθήσεων, ότι ένα άτομο που έχει υποβληθεί σε σπληνεκτομή, προφανώς και του έχει αφαιρεθεί ένα εσωτερικό/ενδοκοιλιακό όργανο, όμως η κατάσταση αυτή, όταν οφείλεται σε καλοήθη αίτια ή κάκωση, δεν προσδίδει ποσοστό αναπηρίας και το άτομο δεν χαρακτηρίζεται από τις συγκεκριμένες υγειονομικές επιτροπές ως ανάπηρο, διότι δεν λαμβάνει ποσοστό αναπηρίας, (στοιχείο το οποίο επιβεβαίωσε και ο διορισθείς ιατρός χειρουργός δικαστικός πραγματογνώμονας, Χ. Μ., αμφότεροι δε ουδόλως επιβεβαιώνουν την εσφαλμένη ιατρική άποψη της ιατροδικαστή, Α. Π., που εμπεριέχεται στην από 20-11-2019 ιδιωτική γνωμοδότηση, κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος, ότι ό ενάγων υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 25%, λόγω της σπληνεκτομής), ότι τα άτομα που έχουν υποβληθεί σε σπληνεκτομή, χωρίς συνυπάρχοντα νοσήματα, μπορούν να εργασθούν είτε σε χειρωνακτική εργασία είτε και σε εργασία γραφείου, τηρώντας τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών, ότι ο κίνδυνος νόσησης από σοβαρές θανατηφόρες λοιμώξεις ή βαριά σηψαιμία, μετά από σπληνεκτομή ή λειτουργική ασπληνία είναι αυξημένος, όμως είναι μικρότερος ο κίνδυνος της σηψαιμίας σε άτομα που σπληνεκτομούνται για τραύμα και παράλληλα ο κίνδυνος αυτός μειώνεται μετά την πάροδο κάποιων ετών, ότι εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου μετεγχειρητικά της τραυματικής σπληνεκτομής, ο ασθενής πρέπει να εμβολιασθεί σε εμβολιασμό για κάποια από τα μικρόβια από τα οποία κινδυνεύει και τα συχνότερα είναι ο πνευμονιόκκοκος, αιμόφιλος της ινφλουένζας, ο μηνιγγιτιδόκοκκος καθώς και λοιπός εμβολιασμός σύμφωνα με οδηγίες, ενώ παράλληλα ακολουθεί ειδικές οδηγίες προφύλαξης και αγωγής από τους θεράποντες ιατρούς, ότι η αφαίρεση σπληνός εξαιτίας τραυματισμού και η εναρμόνιση με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών, δεν μπορεί να θεωρηθεί αναπηρία, αλλά ανάγκη λήψης ειδικής αγωγής και τήρηση οδηγιών, και ότι λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν δίδεται ποσοστό αναπηρίας σε σπληνεκτομή εξαιτίας τραυματισμού και ότι η πρόγνωση αναφέρεται ως "συνήθως καλή έως άριστη", αφού παρέλθει ο μετεγχειρητικός κίνδυνος που υφίσταται σε όλων των ειδών τις χειρουργικές επεμβάσεις, με την προστασία των εμβολίων και την τήρηση των οδηγιών των θεραπόντων ιατρών, δεν τίθεται ζήτημα αναπηρίας και αδυναμία σε εργασία, εκτός εάν υφίστανται επιπλοκές. Όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων Χ. - Π. Π., στις 8-6-2018 εξήλθε από το Νοσοκομείο, και συνέχισε την νοσηλεία κατ' οίκον, με οδηγίες για λήψη ισχυρής αντιβιοτικής αγωγής για 6 μήνες, χημειοπροφύλαξη, και εμβολιασμό για πνευμονιόκκοκο, μηννιγγιτιδιόκκοκο και αιμόφυλο ινφλουέζα, έλεγχο θρομβοκυττάρωσης, δηλαδή ελήφθησαν όλα τα απαιτούμενα ιατρικά μέτρα που περιέγραψαν οι προαναφερόμενοι ιατροί, δεν εμφάνισε μετεγχειρητικές επιπλοκές, συνέχισε να εργάζεται ως εργατοτεχνίτης στην επιχείρηση του Α. Σ. στο ..., η αφαίρεση της σπλήνας έγινε λόγω του τραυματισμού χωρίς ο ίδιος να έχει άλλα συνυπάρχοντα νοσήματα, και συνεπώς έχει μικρότερο κίνδυνο, ενώ παράλληλα ο κίνδυνος αυτός μειώνεται μετά την πάροδο κάποιων ετών, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ημεροχρονολογία του ατυχήματος, (2-6-2018), μέχρι σήμερα έχει παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα, χωρίς να εμφανισθούν προβλήματα υγείας, επιδείνωσης ή επιπλοκών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόγνωση σε αυτές τις περιπτώσεις αναφέρεται ως "συνήθως καλή έως άριστη". Εξάλλου και ο δικαστικός πραγματογνώμονας χειρουργός, Χ. Μ., συμπερασματικά καταλήγει ότι ο ενάγων, Χ.-Π. Π., μετά την σπληνεκτομή νοείται κατά την ιατρική άποψη του ανάπηρος, διότι περιήλθε "σε σωματική δυσχέρεια", χωρίς όμως να σημειώνει ότι αυτή η σωματική δυσχέρεια παρεμποδίζει τον ενάγοντα στην πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους πολίτες, εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε θέσει υποψηφιότητα σε Σχολή των Ενόπλων Δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφαλείας, ή ως αλεξιπτωτιστής, και ότι αυτή "η σωματική δυσχέρεια" του απαγόρευσε την συμμετοχή, ούτε αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά για μειωμένη συμμετοχή του στον ερασιτεχνικό πρωταθλητισμό (τζούντο) που αθλείται εξαιτίας της σπληνεκτομής, και σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η αφαίρεση σπληνός εξαιτίας τραυματισμού και η εναρμόνιση με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών, δεν μπορεί να θεωρηθεί αναπηρία, αλλά ανάγκη λήψης ειδικής αγωγής και τήρηση οδηγιών, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν δίδεται ποσοστό αναπηρίας σε σπληνεκτομή εξαιτίας τραυματισμού ενώ η πρόγνωση αναφέρεται ως "συνήθως καλή έως άριστη" και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αναπηρίας και αδυναμίας σε εργασία. Εξάλλου, όπως λεπτομερώς προαναφέρθηκε, οι θεράποντες ιατροί του Νοσοκομείου "ΘΡΙΑΣΙΟ", που διενήργησαν την σπληνεκτομή λόγω τραυματισμού, ουδόλως διαπίστωσαν επιπλοκές στην μετεγχειρητική εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, ούτε συνυπάρχοντα υποκείμενα νοσήματα, ούτε φυσικά ο ενάγων είχε επισκεφθεί τους θεράποντες ιατρούς του στο συγκεκριμένο Νοσοκομείο μετά το 6μηνο που επακολούθησε υπό τις οδηγίες τους, ή κατά την τετραετία που επακολούθησε ή άλλους θεράποντες ιατρούς σε όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, παραπονούμενος για προβλήματα υγείας λόγω επιπλοκών. Ο ενάγων-εκκαλών, Χ.-Π. Π., ισχυρίζεται ότι εξαιτίας του αυτοκινητικού ατυχήματος, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς προαναφέρθηκαν και του τραυματισμού του με την σπληνεκτομή, κατέστη μόνιμα μερικά ανίκανος προς εργασία και άσκηση του επαγγέλματος του, δηλαδή ότι υπάρχει δυσμενής επίδραση στο επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, επιδιώκοντας την δικαστική αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής ποσού 60.000 ευρώ, εκ μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ως εύλογη αποζημίωση θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, όμως και αυτός ο ισχυρισμός σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα, ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, της από 21-11-2019 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος και αφού κράτησε και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο περί επιδικάσεως αποζημιώσεως από το άρθρο 931 του Α.Κ., απέρριψε την αγωγή, ως προς την αξίωση αυτή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα για το αν ο αναιρεσείων υπέστη αναπηρία εξαιτίας της σπληνεκτομής, στην οποία υποβλήθηκε λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στερήθηκε ενός οργάνου από τον οργανισμό του, καθόσον κατέστη ασπληνικός, ότι περιήλθε σε "σωματική δυσχέρεια", ότι απαιτείται η εκ μέρους του λήψη ειδικής αγωγής και η τήρηση οδηγιών των θεραπόντων ιατρών, ότι περιορίζεται στην ελεύθερη και απεριόριστη μετακίνησή του σε τόπους, όπου ενδημούν νοσήματα, που θεωρούνται ιδιαιτέρως επιβαρυντικά για τους ασπληνικούς, ότι πρέπει να εμβολιάζεται, προκειμένου να προφυλάσσεται από κάποια μικρόβια, από τα οποία κινδυνεύει, όπως είναι ο πνευμονιόκοκκος, ο μηνιγγιτιδόκοκκος, αιμόφιλος ινφλουένζας, ότι υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών, έστω μειούμενος με την πάροδο των ετών λόγω έλλειψης συνυπαρχόντων νοσημάτων, με ανεπαρκείς αιτιολογίες καταλήγει στην κρίση του, ότι η μετατραυματική σπληνεκτομή δεν συνιστά αναπηρία κατά την έννοια του άρθρου 931 του ΑΚ, διότι δεν χαρακτηρίζεται ως αναπηρία σύμφωνα με τον Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας, που χρησιμοποιείται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες και ταμεία για τον καθορισμό αναπηρικών συντάξεων και διαφόρων παροχών και προβλέπει για τη μετατραυματική σπληνεκτομή "ΠΡΟΓΝΩΣΗ - ΙΑΤΡΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ Συνήθως καλή έως άριστη. Ποσοστό Αναπηρίας 0%", ενώ, επιπροσθέτως, το Εφετείο ενδοιαστικά δέχεται, ότι μετά την λήψη όλων των απαιτούμενων ιατρικά μέτρων ο ενάγων δεν εμφάνισε μετεγχειρητικές επιπλοκές και, συνεπώς, έχει μικρότερο κίνδυνο να εμφανίσει στο μέλλον προβλήματα υγείας. Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο πραγματογνώμων Χ. Μ., Επιμελητής Α' της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ, Αρχίατρος, "συμπερασματικά καταλήγει ότι ο ενάγων Χ. Π. Π., μετά την σπληνεκτομή νοείται ανάπηρος, καθώς περιήλθε σε μακροχρόνια (μόνιμη) σωματική και ενδεχομένως ψυχική και, σε ό,τι αφορά τις δερματικές ουλές, σωματική δυσχέρεια, σε σχέση με τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά ή θεσμικά εμπόδια που αντικειμενικά τον περιορίζουν σε σχέση με τον μέσο άνθρωπο", στη συνέχεια αντιφατικά εκθέτει, ότι ο ανωτέρω πραγματογνώμων συμπερασματικά καταλήγει ότι ο ενάγων, Χ. - Π. Π., μετά την σπληνεκτομή νοείται, κατά την ιατρική άποψή του, ανάπηρος, διότι περιήλθε "σε σωματική δυσχέρεια", "χωρίς όμως να σημειώνει ότι αυτή η σωματική δυσχέρεια παρεμποδίζει τον ενάγοντα στην πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους". Ενόψει τούτων, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., σύμφωνα με τον βάσιμο δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που ερευνάται αρχικώς, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 598/2024, Α.Π. 1225/2023). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, που αφορούν στο ίδιο αναιρούμενο κεφάλαιο, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την έρευνά τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα αυτό (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 7-3-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4250/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, κατά το αναφερόμενο, στο αιτιολογικό της παρούσας, μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα αυτό. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσιβλήτες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ