Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1033 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1033/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ν. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Πασσά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2360/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3299/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 22-6-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3299/27-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2360/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της για το ποσό των 666,37 ευρώ, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 432,48 ευρώ. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 1493/2024, 56/2024, 1731/2023, 1129/2023, 1469/2022, 244/2022, 355/2021, 135/2021). Η έννοια του ιδιωτικού υπαλλήλου ή εργάτη που προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις είναι νομική και, ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, βάσει των ανελέγκτως από τον δικαστή της ουσίας γενομένων δεκτών περιστατικών (ΑΠ 1129/2023, 1469/2022, 355/2021, 1036/2019). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "....Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρεία που διατηρεί επιχείρηση φύλαξης και συστημάτων ασφαλείας, συνιστάμενη στην εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας, καθώς επίσης και στη φύλαξη, στατική ή εποχούμενη - περιπολούσα με προσωπικό ασφαλείας, εγκαταστάσεων, οικιών, προσώπων κλπ. Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στη Μεταμόρφωση Αττικής, στις 4/2/2010, προσλήφθηκε η ενάγουσα από την εναγόμενη εταιρεία προκειμένου να εργαστεί ως προσωπικό ασφαλείας, αντί μηνιαίων αποδοχών, ανερχομένων κατά το χρονικό διάστημα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, στο ποσό των 689,76 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί η ενάγουσα με την ασκηθείσα αγωγή και δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγόμενη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη εταιρεία πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα επί σαράντα ώρες εβδομαδιαίως σε κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες (.....). Στα καθήκοντα της ενάγουσας αναγόταν η παροχή εργασίας φύλακα, ήτοι πραγματοποιούσε στατική φύλαξη σε διάφορα κτίρια, η φύλαξη των οποίων είχε ανατεθεί στην εναγόμενη εταιρεία δυνάμει συμβάσεων που είχαν συναφθεί με τρίτα πρόσωπα, εν συνεχεία δε, στην ενάγουσα ανατέθηκαν καθήκοντα φύλακα εποχούμενης περιπολίας στην Αττική Οδό, οπότε αυτή (ενάγουσα) κατά τη βάρδιά της οδηγούσε όχημα της εναγόμενης εταιρείας, με το οποίο διενεργούσε ελέγχους στους σταθμούς των διοδίων του τομέα της Αττικής Οδού, προκειμένου κατά τη διενέργεια των ανωτέρω ελέγχων να είναι δυνατός ο εντοπισμός κινδύνων ή ύποπτων κινήσεων προσώπων ή οχημάτων και εφόσον διαπίστωνε οπουδήποτε ύποπτη κίνηση, ειδοποιούσε τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγόμενης εταιρείας, οι οποίοι ενεργούσαν αναλόγως και δεν επενέβαινε η ίδια, ώστε να ενεργήσει οποιαδήποτε πράξη με δική της πρωτοβουλία (......). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε η ενάγουσα δεν απαιτούσαν κατά την εκτέλεσή τους οποιαδήποτε εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία ή θεωρητική μόρφωση (πτυχίο ή άλλο πιστοποιητικό κατάρτισης), ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι προέχει στην εν λόγω εργασία της ενάγουσας το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και, ως εκ τούτου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη εταιρεία με την ιδιότητα του εργάτη και το αίτημά της περί αναγνώρισης παροχής των υπηρεσιών της στην εναγόμενη εταιρεία με την ιδιότητα της υπαλλήλου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. (......). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, συνεπεία των ανωτέρω εκτεθέντων, ήταν έγκυρη, καθόσον έλαβε χώρα εγγράφως και καταβλήθηκε σ' αυτήν η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης που αντιστοιχεί στην απασχόλησή της ως εργάτρια, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος της ενάγουσας περί επιδίκασης οφειλόμενων μισθών υπερημερίας. Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ανέρχονταν στο ποσό των 689,76 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί και η εναγόμενη, δια των νομίμως κατατεθεισών προτάσεών της, η αποζημίωση απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των (689,76 ευρώ μηνιαίες αποδοχές: 25 ημέρες= 27,59 ευρώ ημερομίσθιο Χ 30 ημερομίσθια δικαιούμενη αποζημίωση εργάτη για 5 έως 10 έτη υπηρεσίας= 827,71 ευρώ + 1/6 προσαύξηση)= 965,66 ευρώ και εφόσον αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε στην ενάγουσα για την προαναφερθείσα αιτία το ανωτέρω ποσό (......), πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο της ενάγουσας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. (.....). Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο της ενάγουσας περί επιδίκασης σ' αυτήν ποσού 9.377,79 ευρώ για οφειλόμενη αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2013 έως και 2018, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, ετήσια άδεια αναψυχής είκοσι δύο (22) εργασίμων ημερών για καθένα από τα έτη 2013 έως και 2018, τις οποίες έπρεπε να λάβει εντός του οικείου έτους. Επομένως δικαιούται αυτή (ενάγουσα) να λάβει για αποδοχές αδείας εκάστου έτους από το 2013 έως και το 2018 το ποσό των (27,59 ευρώ ημερομίσθιο Χ 22 ημέρες)= 606,98 ευρώ. Αναφορικά με το έτος 2013, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε για αποζημίωση αδείας το ποσό των 404,68 ευρώ (βλ. ιδίως το από 11/11/2013 προσκομιζόμενο έγγραφο της εναγόμενης εταιρείας που υπογράφεται από την Προϊσταμένη Χρηματοοικονομικού και Πιστωτικού Ελέγχου Ο. Π., την Υποδιευθύντρια Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγόμενης εταιρείας Ε. Ζ. και τον Διευθυντή Προσωπικού Μ. Λ.) και, ως εκ τούτου, δικαιούται να λάβει τη διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των (606,98 - 404,68)= 202,30 ευρώ. Αναφορικά με το έτος 2014, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε τις είκοσι δύο (22) ημέρες κανονικής άδειας που δικαιούταν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα (βλ. ιδίως τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Αυγούστου του έτους 2014 που αφορούν την ενάγουσα) και, ως εκ τούτου, η ενάγουσα δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας για το ανωτέρω έτος. Αναφορικά με το έτος 2015, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε δεκατέσσερις (14) ημέρες κανονικής άδειας από τις 22 ημέρες που δικαιούταν (βλ. ιδίως τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής των μηνών Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2015) και δικαιούται να λάβει για οφειλόμενη αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας οκτώ (8) ημερών το ποσό των (27,59 ευρώ ημερομίσθιο Χ 8 ημέρες)= 220,72 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι η ενάγουσα έλαβε από την εναγόμενη εταιρεία για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 206,30 ευρώ (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη απόδειξη πληρωμής αποζημίωσης αδείας του έτους 2015 που αφορά την ενάγουσα, καθώς επίσης και το προσκομιζόμενο έγγραφο της εναγόμενης εταιρείας που υπογράφεται από την Προϊσταμένη Χρηματοοικονομικού και Πιστωτικού Ελέγχου Ο. Π., την Υποδιευθύντρια Οικονομικών Υπηρεσιών Ε. Ζ. και τον Διευθυντή Προσωπικού Μ. Λ.), ως εκ τούτου δικαιούται να λάβει αυτή (ενάγουσα) για την προαναφερθείσα αιτία τη διαφορά, η οποία ανέρχεται στο ποσό των (220.72- 206.30)= 14,42 ευρώ. Αναφορικά με το έτος 2016, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε είκοσι μία (21) ημέρες κανονικής άδειας από τις 22 ημέρες που δικαιούταν (βλ. ιδίως τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Μαΐου, Ιουνίου, Αυγούστου και Οκτωβρίου του έτους 2016) και δικαιούται να λάβει για οφειλόμενη αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας μιας (1) ημέρας το ποσό των (27,59 ευρώ ημερομίσθιο Χ 1 ημέρα)= 27,59 ευρώ και δεδομένου ότι η εναγόμενη εταιρεία ουδέν ποσό κατέβαλε στην ενάγουσα για την προαναφερθείσα αιτία, δικαιούται να λάβει αυτή (ενάγουσα) για την προαναφερθείσα αιτία το ανωτέρω ποσό (27,59 ευρώ). Αναφορικά με το έτος 2017, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έλαβε την ετήσια άδεια αναψυχής και, ως εκ τούτου, δικαιούται να λάβει αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας είκοσι δύο (22) ημερών, την οποία ζήτησε να λάβει (βλ. ιδίως τα προσκομιζόμενα από 19/9/2017 και 15/11/2017 Δελτία Αναφοράς Συμβάντων της εναγόμενης εταιρείας), η οποία (αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας) ανέρχεται στο ποσό των (27,59 ευρώ ημερομίσθιο Χ 22 ημέρες)= 606,98 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι η ενάγουσα έλαβε από την εναγόμενη εταιρεία για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των (368.53 + 171,93)= 540,46 ευρώ (βλ. ιδίως τα προσκομιζόμενα από 27/9/2017 και 22/11/2017 έγγραφα της εναγόμενης εταιρείας που υπογράφονται από την Προϊσταμένη Χρηματοοικονομικού και Πιστωτικού Ελέγχου Ο. Π., την Υποδιευθύντρια Οικονομικών Υπηρεσιών Ε. Ζ. και τον Διευθυντή Προσωπικού Μ. Λ.), δικαιούται να λάβει αυτή (ενάγουσα) τη διαφορά, η οποία ανέρχεται στο ποσό των (606,98 - 540,46)= 66,52 ευρώ. Αναφορικά με το έτος 2018, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έλαβε την ετήσια άδεια αναψυχής και, ως εκ τούτου, δικαιούται να λάβει αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας είκοσι δύο (22) ημερών, η οποία ανέρχεται στο ποσό των (27,59 ευρώ ημερομίσθιο Χ 22 ημέρες)= 606,98 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι η ενάγουσα έλαβε από την εναγόμενη εταιρεία για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 485,33 ευρώ (βλ. ιδίως το προσκομιζόμενο από 20/8/2018 προσκομιζόμενο έγγραφο της εναγόμενης εταιρείας που υπογράφεται από την Προϊσταμένη Χρηματοοικονομικού και Πιστωτικού Ελέγχου Ο. Π., την Υποδιευθύντρια Οικονομικών Υπηρεσιών Ε. Ζ. και τον Διευθυντή Προσωπικού Μ. Λ.), η ενάγουσα δικαιούται να λάβει τη διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των (606,98 - 485,33)= 121,65 ευρώ. Σε ό,τι αφορά το αίτημα της ενάγουσας περί καταβολής προσαύξησης της αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας των ανωτέρω ετών, δεδομένου ότι δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι υπεβλήθη σχετικό αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας, ώστε να λάβει τη νόμιμη ετήσια άδεια αναψυχής των ανωτέρω ετών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να γίνει εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2103 έως και 2018 το συνολικό ποσό των (202,30 + 14,42 + 27,59 + 66.52 + 121,65)= 432,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση......" Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 10 Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με άρθρ. 7 Ν. 4558/1930 και αντικ. με άρθρ.1 Ν.Δ. 2655/1953. Ότι ειδικότερα, καίτοι δέχθηκε το Εφετείο ότι ανατέθηκαν σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) καθήκοντα εποχούμενης περιπολίας, με την οδήγηση του οχήματος της εναγομένης και τη διενέργεια ελέγχων στους σταθμούς των διοδίων για τον εντοπισμό κινδύνων ή ύποπτων κινήσεων, τις οποίες εάν διαπίστωνε ειδοποιούσε τους αρμοδίους υπαλλήλους, ήτοι καθήκοντα που προσιδιάζουν σε υπάλληλο, αφού το πνευματικό στοιχείο υπερείχε του σωματικού, ακολούθως υπήγαγε εσφαλμένα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να κρίνει ότι είχε την ιδιότητα της εργατοτεχνίτριας, ότι της καταβλήθηκε η προσήκουσα αποζημίωση απόλυσης και ότι, συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν έγκυρη, απορρίπτοντας συνακόλουθα το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης (υπαλλήλου), καθώς και το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας από 4-7-2018 έως 31-12-2018. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, με το να δεχθεί ότι κατά την παροχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας το σωματικό στοιχείο υπερείχε του πνευματικού, καθ' όσον, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, η διενέργεια ελέγχων κατά τη διάρκεια της εποχούμενης περιπολίας με το υπηρεσιακό όχημα της αναιρεσίβλητης εταιρείας και η παρατήρηση περιστατικών, τα οποία κατά την κρίση της χαρακτηρίζονταν ως "ύποπτα", προϋπέθεταν την ανάλωση πρωτίστως πνευματικών δυνάμεων, συνισταμένων αφενός στην, με τεταμένη την προσοχή της, λεπτομερή εξέταση της οδού για τον εντοπισμό ενδεχομένων κινδύνων, αφετέρου στην αξιολόγηση των περιστατικών, τα οποία, εφόσον η ίδια έκρινε ως ύποπτα, ήταν υποχρεωμένη να αναφέρει στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, όντος αδιάφορου του γεγονότος ότι δεν επιλαμβανόταν προσωπικά του χειρισμού των περιστατικών αυτών. Η τοιαύτη ενασχόληση της αναιρεσείουσας, όπως αυτή προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, απαιτούσε πρωτίστως γνώση και εξειδικευμένη εμπειρία, ώστε να μη διαλάθουν της προσοχής της επικίνδυνες καταστάσεις, που θα έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων και οχημάτων που χρησιμοποιούσαν τη φυλασσόμενη οδική αρτηρία. Κατά συνέπεια, εσφαλμένα της καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη, κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αποζημίωση εργατοτεχνίτριας και όχι υπαλλήλου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου, εφόσον αφορά στην ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ιδίων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης από 26-9-2018 αγωγής, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι οι προτάσεις των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τα περιεχόμενα δε στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζήτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Επομένως, η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων προτάσεων (πρβλ. ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 536/2017, 433/2017, 243/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν (μεταξύ άλλων) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής. Έτσι, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό, η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της πρότασης απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, υπό την παραπάνω προϋπόθεση, της μη μεταβολής της βάσης της αγωγής. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση, καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση. Μπορεί, επίσης, να προτείνει και ισχυρισμούς, που προτάθηκαν στον πρώτο βαθμό απαραδέκτως, αρκεί να συντελούν στην απόκρουση της έφεσης και την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 554/2023, 622/2019, 212/2019, 1162/2017).
Με τον τρίτο, από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, σε σχέση με το αίτημά της για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, προέβη στον καταλογισμό των φερομένων ως καταβληθέντων εκ μέρους της αντιδίκου της ποσών, καίτοι η τελευταία δεν προέβαλε παραδεκτά ένσταση εξόφλησης, και συνεπώς παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθώς επίσης παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ότι περαιτέρω, οι προσκομισθείσες εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποδείξεις, δεν έχουν συνταχθεί με τους νόμιμους τύπους, καθόσον δεν φέρουν την υπογραφή της αναιρεσείουσας, και σε κάθε περίπτωση η ένσταση εξόφλησης ήταν προδήλως αόριστη και, συνεπώς, το Εφετείο έπρεπε να κηρύξει δικονομικό απαράδεκτο.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα έχει λάβει τις αιτηθείσες με την αγωγή αποζημιώσεις μη ληφθείσας αδείας στο σύνολό τους και ουδέν ποσό της οφείλεται. Ο ισχυρισμός αυτός, αποτελούσε ένσταση εξόφλησης (άρθρ. 416 ΑΚ), ο οποίος, ωστόσο, δεν είχε προβληθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με προφορική ανάπτυξή του και καταχώριση στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ως άνω υπ' αριθ. 2360/2019 απόφασή του, χωρίς να διαλάβει παραδοχές περί του παραδεκτού ή μη της προβολής του παραπάνω ισχυρισμού, έκρινε αυτόν βάσιμο κατ' ουσίαν και, δεχόμενο ότι είχαν εν μέρει εξοφληθεί οι αιτηθείσες από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα αποζημιώσεις μη ληφθείσας αδείας, επιδίκασε το εναπομείναν ποσό, μετά την αφαίρεση του ποσού που έκρινε ότι της καταβλήθηκε. Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της ασκηθείσας κατά της παραπάνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 12-4-2022 έφεσης, η ενάγουσα-εκκαλούσα ζήτησε την εξαφάνισή της, παραπονούμενη α) για τη μερική απόρριψη του κονδυλίου της αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας και β) για την (ολική) απόρριψη του κονδυλίου της προσαύξησης τούτων κατά ποσοστό 100%. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που μεταβιβάσθηκε σ' αυτό με την προαναφερόμενη έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, με τις κατατεθείσες ενώπιον αυτού προτάσεις της, προς απόκρουση των ως άνω λόγων έφεσης της αντιδίκου της, προέβαλε, ως εφεσίβλητη, τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα έχει λάβει τις αιτηθείσες αποδοχές αδείας στο σύνολό τους και ουδέν ποσό της οφείλεται, προβαίνοντας σε λεπτομερή και πλήρως ορισμένη, κατ' έτος, ανάλυση των ποσών που αυτή έλαβε για αποδοχές αδείας. Ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, ο οποίος, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό του, αποτελεί ένσταση εξόφλησης, έστω και αν δεν διατυπώνεται με πανηγυρικό τρόπο, καίτοι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, εφόσον αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που πλήττεται με τους ως άνω λόγους έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και συντελεί στην απόκρουση αυτών και στη στήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, ενώ, ως ένσταση, ήταν πλήρως ορισμένη.
Συνεπώς το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και σιγή, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά, δεν έλαβε υπόψη παρά τον νόμο πράγματα μη προταθέντα ούτε παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες αυτή αμφισβητεί την αποδεικτική αξία των προσκομισθεισών από την αναιρεσίβλητη εγγράφων αποδείξεων μισθοδοσίας, είναι απαράδεκτες, αφού η αναιρεσείουσα, υπό την επίκλησή τους βάλλει στην πραγματικότητα κατά της ανέλεγκτης αναιρετικώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίσης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί πραγματικών περιστατικών ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 176/2019, 169/2019, 871/2018). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1648/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010). Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1648/2024, 1022/2022, 26/2022, 960/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του την καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του συζύγου της, Α. Μ., αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του διέλαβε ότι δεν προέκυψε, από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, η εκ μέρους της ενάγουσας υποβολή αιτήματος λήψης της ετήσιας άδειας, ενώ ο ανωτέρω μάρτυρας σαφώς κατέθεσε σχετικά με το ουσιώδες αυτό περιστατικό, ότι η τελευταία ζητούσε κάθε χρόνο να της χορηγηθεί η ετήσια άδεια αναψυχής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από το παραδεκτά επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τη μνεία στο σκεπτικό αυτής ότι συνεκτιμήθηκαν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, σε συνδυασμό με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την ως άνω μαρτυρική κατάθεση, ενώ η αναφορά ότι "δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι υπεβλήθη σχετικό αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας, ώστε να λάβει τη νόμιμη ετήσια άδεια αναψυχής" ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση από το Εφετείο της βαρύτητας και αξιοπιστίας των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων.
V. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ). "Πράγματα" είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που -υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ)- συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1769/2024, 19/2020, 1154/2015). Περαιτέρω, από τα άρθρα 522, 524, 535 παρ. 1, 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν και τους πρόσθετους λόγους, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει, ως προς την αγωγή, την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξουσία σχετικά με το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής και μπορεί, αν ο εκκαλών παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να την απορρίψει, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως μη νόμιμη, χωρίς έτσι να γίνεται η εκδιδόμενη απόφαση επιβλαβέστερη γι' αυτόν. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά παραδοχή λόγου έφεσης, και τη διακράτηση από αυτό της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση, δεν δεσμεύεται πλέον από την αρχή της μη χειροτέρευσης του εκκαλούντος, η εξουσία του όμως αυτή, να εξετάζει τα θέματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ, δηλαδή στο μέτρο που η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η τελευταία αυτή διάταξη ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Έτσι, το Εφετείο κρίνει αν οι κατώτεροι δικαστές αποφάσισαν ορθώς ή μη επί τη βάσει των εκτιθεμένων στην έφεση λόγων, ήτοι των αποδιδομένων από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, τα οποία συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις μη προσβληθέντα υπό του διαδίκου με λόγους έφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο ούτε συγχωρείται σ' αυτό, αν τα διαπιστώσει, να απαγγείλει την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης (ΑΠ 1344/2015, 892/2013, 878/2000). Όταν λοιπόν το εκκληθέν με την έφεση κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο Εφετείο (γι' αυτό μπορεί να ασκηθεί αντέφεση, όσον αφορά στο μέρος του αιτήματος που έγινε δεκτό), το Εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνο κατά το μέρος που πλήττεται με έφεση ή αντέφεση. Λόγοι δε έφεσης δεν είναι παραδεκτοί (και αν καθ' υπόθεση υποβάλλονται), εφόσον αναφέρονται στο μέρος του κεφαλαίου της εκκαλουμένης που ωφελεί τον εκκαλούντα. Έτσι, οι μόνοι δυνάμενοι να υποβληθούν παραδεκτώς λόγοι θα αφορούν, κατ' ανάγκη, τη βλαπτική για τον εκκαλούντα διάταξη, ως προς την οποία και μόνο έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, γι' αυτό, σε περίπτωση παραδοχής κάποιου από τους λόγους της έφεσης, η εξαφάνιση της απόφασης θα είναι μερική, αποκλειομένης της εξέτασης του μέρους του κεφαλαίου που επιδικάστηκε με μόνη την έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο (ΑΠ 568/2023, 1625/2023, 924/2021, 1344/2015). Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης ή εάν επανακριθεί κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 1625/2023, 568/2023, 504/2023, 400/2021, 1344/2015).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, εκδίδοντας επιβλαβέστερη για την ίδια, ως εκκαλούσα, απόφαση, αφού, χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους της αντιδίκου της, κατέστησε χειρότερη τη θέση της, ως εκκαλούσας, επιδικάζοντας σ' αυτήν για αποδοχές αδείας μικρότερο ποσό από εκείνο που της επιδίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, ενώ η πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα, για υπόλοιπο αποδοχών αδείας, το ποσό των 666,37 ευρώ και το κεφάλαιο αυτό της απόφασης μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ίδιας (ενάγουσας), που παραπονείτο για το ύψος του επιδικασθέντος ποσού (αιτούμενη τη μεταρρύθμιση της απόφασης, ώστε να της επιδικασθεί το υψηλότερο ποσό που ζητούσε με την αγωγή), η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους της εναγομένης, επιδίκασε ποσό μικρότερο από το επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση, ήτοι εξέτασε και τμήμα του προσβληθέντος με την έφεση κεφαλαίου ευρισκόμενο έξω από τα όρια της έφεσης, δεδομένου ότι, όπως διαλαμβάνεται και στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ναι μεν το κεφάλαιο που αφορούσε στις αποδοχές αδείας μεταβιβάσθηκε ολόκληρο και αδιαιρέτως στο Εφετείο -με την έννοια ότι μπορούσε να ασκηθεί αντέφεση, όσον αφορά στο μέρος του αιτήματος που έγινε δεκτό-, ωστόσο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει το κεφάλαιο αυτό μόνο κατά το μέρος που επλήγη με την έφεση, ήτοι κατά το απορριφθέν και μόνο τμήμα του, που αποτελούσε τη βλαπτική για την εκκαλούσα διάταξη, όχι δε και κατά το μέρος που έγινε δεκτό, ακόμη και αν εμφιλοχώρησε ουσιαστικό σφάλμα της απόφασης κατά την επιδίκασή του.
Συνεπώς, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης επιτρεπόταν, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, μόνο κατά την έκταση που αυτό επλήγη με την έφεση, όχι δε και κατά το τμήμα που το κεφάλαιο αυτό έγινε δεκτό, το οποίο (εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της εναγομένης) το Εφετείο δεν είχε εξουσία να εξετάσει.
Συνεπώς το Εφετείο, εξετάζοντας ανύπαρκτο λόγο έφεσης, υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση 1) ως προς τις απορριπτικές διατάξεις της που αφορούν α) το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης απόλυσης (υπαλλήλου), β) το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας ως υπαλλήλου (οδηγού περιπολικού - εποχούμενου φύλακα περιπολουσών φυλάξεων), γ) το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας από 4-7-2018 έως 31-12-2018 και 2) ως προς το σκέλος της, με το οποίο επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 432,48 ευρώ ως αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3299/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ