Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1036 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1036/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δημακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. (γνωστής και ως Σ.) Σ. του Π., 2) Γ. χήρας Δ. Β., το γένος Π. Σ., κατοικων ... Η.Π.Α., 3) Θ. Α. του Α., κατοίκου ... Κεφαλληνίας, ως μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι της αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσιβλήτου Α. χήρας Τ. Ν., το γένος Ν. Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Συμιακό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2017 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2816/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31/8/2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 856/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 7/7/2022 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου δε για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (ΑΠ 677/2024, ΑΠ 1965/2017). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων άμεσο έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ενεργητικώς νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικά δε, εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 34, 35, 127 ΑΚ, 63, 286 επ., 313 παρ. 1 περ. δ' , 556 και 558 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά εκείνου ο οποίος ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 124/2006), ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 666/2016, ΑΠ 807/2015). Για να απευθυνθεί η αίτηση κατά του αντιδίκου αυτού, πρέπει ο τελευταίος να είναι ικανός να είναι διάδικος, δηλαδή να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αν πρόκειται δε, για αντίδικο νομικό πρόσωπο η ικανότητα αυτού να είναι διάδικος παύει αφότου τούτο κατά νόμο έπαυσε να υπάρχει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ` άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται τόσο στην κατ' έφεση όσο και στην κατ` αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την τελεσίδικη ή αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της έφεσης (ή της αναίρεσης) που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 517 (ή 558) ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών (ή ο αναιρεσείων) πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν` απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27/1987, ΑΠ 654/2023, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 433/2017). Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 870/2024, ΑΠ 575/2020, ΑΠ 148/2017, ΑΠ 28/2007). Ειδικότερα, η εκούσια επανάληψη της δίκης, που έχει βιαίως διακοπεί, λόγω θανάτου ενός διαδίκου αυτής, γίνεται από τους κληρονόμους του τελευταίου, ανεξαρτήτως αν αυτοί καλούνται στην κληρονομία εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, σε περίπτωση δε που ο αποβιώσας κληρονομήθηκε από περισσοτέρους, οι οποίοι και συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας, καθένας από αυτούς μπορεί να επαναλάβει τη δίκη, σε σχέση με το μερίδιό του, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη όλων των κληρονόμων για την επανάληψη της δίκης, η δε δήλωση του ενός δεν ενεργεί έναντι των υπολοίπων, αλλά η δίκη συνεχίζεται, ως προς τη μερίδα του κληρονόμου, που προέβη στη δήλωση επανάληψης, χωρίς από αυτό να δημιουργείται απαράδεκτο της επανάληψης από τη μη σύμπραξη όλων των ομοδίκων (ΑΠ 870/2024). Εξάλλου, εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο (είτε του αναιρεσείοντος είτε του αναιρεσιβλήτου), έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξαγάγει τη δίκη, στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 618/2010, Α.Π. 397/2010, Α.Π. 253/2010, Α.Π. 211/2010), ενώ, εάν, αντιθέτως, ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση, φερομένου ως κληρονόμου του αρχικού διαδίκου, προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως και κατ' ελεύθερη εκτίμηση του υφισταμένου αποδεικτικού υλικού (ΑΠ 870/2024, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 234/2018, ΑΠ 548/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά την παρούσα δικάσιμο (3-4-2023), προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της κλήσεως, για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των καλουσών, ως εκ διαθήκης (της οποίας, επίσης, αμφισβητεί τη γνησιότητα) κληρονόμων της αναιρεσίβλητης Α. χήρας Τ., το γένος Ν. και Π. Α., που απεβίωσε, στο ... Η.Π.Α., στις 19-1-2020. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του, προσκομίζει την από 23/3/2023 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Φ. Γ. και, μαζί με την επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη, δύο (2) χειρόγραφες ευχετήριες κάρτες της αποβιωσάσης Α. Ν., που φέρονται ότι έχουν συνταχθεί από την ίδια σε ανύποπτο χρόνο (έτη 1989 και 2000), επικαλούμενος την άποψη του ως άνω γραφολόγου στα "ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ", αυτής (σελ. 44, παράγραφος, σύμφωνα με την οποία "1) To χειρόγραφο κείμενο της από 15-10-2017 υπό έλεγχο χειρόγραφο διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ... Πρακτικό Δημοσίευσης Ιδιόγραφης Διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεν έχει χαραχθεί από την αποβιώσασα Α. χήρα Τ. Ν., το γένος Ν. και Π. Α., στην οποία φέρεται να αποδίδεται, αλλά συνιστά γραφή άλλου διαφορετικού προσώπου" (το οποίο, σημειωτέον σαφώς υποδεικνύεται στην παρ.2 , σελ. 44, της γραφολογικής γνωμοδότησης). Πλην, όμως - και ενώ δεν αμφισβητείται η υπογραφή της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης από την ως ανωτέρω αποβιώσασα, αλλά, αντιθέτως, πιθανολογείται αυτή ως γνήσια δική της (παρ. 3, σελ. 45-46 της ως άνω γνωμοδότησης) - από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του Δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα αυτό, προκύπτει ότι υπάρχει μεν διαφορά στον γραφικό χαρακτήρα της διαθήκης και των δύο χειρόγραφων φερομένων ως επιστολών - ευχετηρίων καρτών της της, αλλά υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους (κατά τα έτη 1989 και 2000 οι ευχετήριες κάρτες - επιστολές ) και του χρόνου συντάξεως της υπό κρίση διαθήκης (2017) και, επομένως, μεγάλη διαφορά ηλικίας της αποβιωσάσης, που θα μπορούσε, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επηρεάσει τον γραφικό της χαρακτήρα σε τόσο μεγάλες χρονικές αποστάσεις (1989-2000-2017), ιδιαίτερα δε κατά το έτος (2017) που φέρεται συνταχθείσα η διαθήκη της, σε συνδυασμό με μεσολαβήσαντα προβλήματα υγείας αυτής (που επικαλείται με την αγωγή της, που είναι το αρχικό δικόγραφο του οποίου η διαδικαστική εξέλιξη είναι η παρούσα αναιρετική δίκη) και το προκεχωρημένο της ηλικίας της (95 ετών, το έτος 2017), ώστε από το συμπέρασμα της εν λόγω γνωμοδότησης να μη μπορεί να παραχθεί πλήρης δικανική πεποίθηση για αποδεικτικό πόρισμα περί μη γνησιότητας της εν λόγω διαθήκης, εκ των προσαγομένων αυτών μόνο αποδεικτικών μέσων, ούτε, επομένως, αποδεικνύεται η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα έλλειψη νομιμοποιήσεως των καλουσών προς διεξαγωγή της παρούσας δίκης, ως κληρονόμων εκ διαθήκης της (αρχικά) αναιρεσίβλητης, συνεκτιμωμένου και ότι, ενώ η διαθήκη αυτή έχει κηρυχθεί κυρία (με την υπ'αριθμ. ... πράξη της Ειρηνοδίκη Αθηνών) και τη δημοσίευσή της γνώριζε ο αναιρεσείων (που την επικαλείται με τη δήλωση αναιρέσεως), δεν προκύπτει ότι άσκησε τριτανακοπή (άρθρο 773 ΚΠολΔ - ΑΠ 1339/2009) κατά της ως άνω πράξεως της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που την κήρυξε κυρία, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 808 παρ. 3 ΚΠολΔ), ούτε αγωγή ακυρώσεως αυτής, ως έχων σχετικό έννομο συμφέρον προς τούτο, αφού, σε τέτοια περίπτωση (ακυρώσεως αυτής), θα καλείτο στην κληρονομία ως, επίσης, εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης. Περαιτέρω δε, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προτάσεις του αναιρεσείοντος κατατέθηκαν στο ακροατήριο και δεν προκύπτει από τα πρακτικά προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών του αυτών στο ακροατήριο, ούτε, επομένως, ότι έλαβαν γνώση αυτών οι καλούσες, δεν μπορεί να εκτιμηθεί υπέρ των ισχυρισμών του η μη απάντηση των τελευταίων με προσθήκη στις προτάσεις τους. Τέλος, απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, είναι και οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος α) περί απαραδέκτου της κλήσεως, λόγω του ότι το πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας δεν εκδόθηκε μετά την πάροδο της ενιαύσιας προθεσμίας για τους κατοίκους εξωτερικού, αλλά λίγο μετά τη δημοσίευση της ως άνω διαθήκης, αφού από την ανάμειξη των καλουσών στην εν λόγω υπόθεση (δημοσίευση και κήρυξη διαθήκης ως κυρίας, προσέλευση στη δίκη στον Άρειο Πάγο για συνέχιση αυτής ως κληρονόμων εκ διαθήκης της ως άνω αποβιωσάσης, κλήση για τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο) τεκμαίρεται, ούτως ή άλλως, η μη αποποίηση εκ μέρους των της κληρονομίας , καθώς και β) αναφορικά με την ύπαρξη και άλλων κληρονόμων, με βάση προγενέστερη διαθήκη, που είχε συνταχθεί στην Αμερική (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στην Ελλάδα), αφού, με την παρούσα κλήση, θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή τους στην ως άνω (2017), μεταγενέστερη, δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία στην Ελλάδα, διαθήκη, δυνάμει της οποίας φέρονται ως μόνες κληρονόμοι εκ διαθήκης και όχι σε προγενέστερη (2016) που είχε συνταχθεί στην Αμερική.
ΙΙ. Με την κρινόμενη, από 31/8/2020 (αριθμ.εκθ.καταθ.732/3.9.2020), αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 154/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, δικάζοντας κατ'αντιμωλία των διαδίκων επί της από 25-7-2018 εφέσεως των εναγομένων, Δ. Α. (ήδη αναιρεσείοντος) και Ε. Α. του Δ., κατά της 2816/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως προς τη βάση της που στηριζόταν στην κατάχρηση δικαιώματος, η από 10-4-2017 και με αρ. κατάθ. 4111/2007/2017 αγωγή της Α. χήρας Τ. το γένος Ν. και Π. Α., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι αναφερόμενες δικαιοπραξίες δωρεάς είναι άκυρες, αφενός διότι έγιναν από τον πρώτο εναγόμενο καθ' υπέρβαση της δοθείσας σε αυτόν πληρεξουσιότητας, αφετέρου διότι έγιναν από αυτόν κατά κατάχρηση δικαιώματος, αντίθετα προς τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, αφού ήταν αντίθετες προς τα συμφέροντα της και ότι η ίδια δεν θα προέβαινε ουδέποτε στις επίδικες μεταβιβάσεις, ενόψει της οικονομικής ένδειας και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, ενώ γνώριζε τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις ήταν αντίθετες με τα συμφέροντά της (ενάγουσας), και η δεύτερη εναγομένη, λόγω της συγγενικής σχέσης της με τον πρώτο εναγόμενο], δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν.
ΙΙΙ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενόψει δε και του ότι δεν προέκυψε πως ο αναιρεσείων γνώριζε τον θάνατο της αποβιωσάσης Α. χήρας Τ. το γένος Ν. και Π. Α., κατά της οποίας απηύθυνε την αναίρεση, νόμιμα χωρεί η συζήτησή της με τους εκ διαθήκης κληρονόμους της, οι οποίοι προέβησαν σε σχετική κλήση και εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση της αναιρεσίβλητης και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς, ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε το απαιτούμενο νόμιμο παράβολο (βλ. υπ'αριθμ. 39494627295109270024 αναφερόμενο στην έκθεση αναίρεσης e-παράβολο - άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
IV. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την από 10.04.2017 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 2007/2017 (Γ.Α.Κ. 4111/2017) αγωγή Α. Ν., που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε η τελευταία να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι δικαιοπραξίες που καταρτίσθηκαν με τα υπ' αριθ. ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Χ.-Ο., που καταχωρήθηκαν το μεν πρώτο στο κτηματολογικό γραφείο Χαλανδρίου με αρ. πρωτ. ..., το δε δεύτερο μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών στον τόμο 5016 και με αύξοντα αριθμό 415, και αφορούν στην μεταβίβαση από τον εναγόμενο (Δ. Α., ήδη αναιρεσείοντα), υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου της αδελφής του (ενάγουσας), στην ως άνω κόρη του Ε. Α., λόγω δωρεάς εν ζωή των στα ανωτέρω συμβόλαια οριζοντίων ιδιοκτησιών της, ήτοι α) του με στοιχεία Β-1 διαμερίσματος του 2ου ορόφου, επιφάνειας 100,22 τ.μ., που βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής, σε πολυκατοικία κείμενη επί της ... με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 88/000 και ΚΑΕΚ ... στο οποίο ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση και η υπ' αρ. 6 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή, επιφάνειας 15 τ.μ., β) της με στοιχεία Υ-6 αποθήκης υπογείου επιφάνειας 6,60 τ.μ., που βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής, επί της ... εντός της άνω πολυκατοικίας, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 2/000 και ΚΑΕΚ ..., καιγ) του με στοιχεία 1 διαμερίσματος του 5ου ορόφου σε Β' εσοχή, επιφάνειας 38,10 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων (Γουδί), σε πολυκατοικία κείμενη επί της οδού .... Ο αναιρεσείων προέβη στις ανωτέρω δικαιοπραξίες δυνάμει του υπ' αρ. 0439/08.01.2000 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου ... Ιλλινόι Π. Μ., με το οποίο η ενάγουσα διόρισε, μαζί με τις δύο πρώτες από τις καλούσες και τους γονείς τους Π. και Α. Σ., καθώς και την αδελφή τους Ε. Σ., πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, ισχυριζόμενη ότι δεν το γνώριζε (μεταβίβαση ακινήτων στη θυγατέρα του) και χωρίς να του έχει δώσει τη συγκατάθεσή της για κάτι τέτοιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την υπ' αρ. 2816/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ό,τι στο σκεπτικό της κρίθηκε απορριπτέο, έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι υπήρξε κατάχρηση της πληρεξουσιότητας από τον παραπάνω εναγόμενο και αναγνώρισε την ακυρότητα των δωρεών ως προς αμφότερους του εναγομένους. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω αναιρεσείων και η θυγατέρα του (εναγόμενοι) άσκησαν την από 25.07.2018 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 664/2018 (Γ.Α.Κ. 8988/2018) έφεση εναντίον της ενάγουσας και κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 2816/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Επί της ανωτέρω εφέσεως, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αρ. 154/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας αυτήν (έφεση) κατ'ουσίαν. Ειδικότερα, κατά το μέρος που οι παραδοχές του ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική διαδικασία, έγιναν δεκτά, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τα ακόλουθα: "... Από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217 και 229 του ΑΚ προκύπτει ότι, η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας, όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και τον σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος, με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος. Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στον νόμο και είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ ........ Με το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή παραδεκτώς ασκείται και κατά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, καθόσον αυτός καταχρώμενος την πληρεξουσιότητα συμβλήθηκε στις επίδικες δικαιοπραξίες και η ενάγουσα δικαιολογεί έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ακυρότητα τους και ως προς αυτόν. Εξάλλου, η αγωγή ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νόμιμη αναφορικά με την βάση της από την καταχρηστική άσκηση της πληρεξουσιότητας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω μείζονα σκέψη και άρα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων 174,178 και 200 ΑΚ. Περαιτέρω, από την επανεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, .......... αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του υπ' αρ. 0439/8-1-2000 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου του ... της πολιτείας Ιλλινόις των ΗΠΑ, Π. Μ., η ενάγουσα, Α. συζ. Τ. Ν., το γένος Ν. και Π. Α., μαζί με τους α) Α. συζ. Π. Σ., το γένος Ν. και Π. Α. (αδερφή της ενάγουσας), β) Π. Σ. του Α. και της Α. (κουνιάδος της ενάγουσας), γ) Ε. Σ. του Π. και της Α. (ανιψιό της ενάγουσας), δ) Α. (ή Σ.) Σ. του Π. και της Α. (ανιψιά της ενάγουσας), ε) Γ. Β. το γένος Π. και της Α. Σ. (ανιψιά της ενάγουσας), διόρισαν από κοινού τον πρώτο εναγόμενο ως ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο τους, δίδοντάς του την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, αντ' αυτών και για λογαριασμό τους, να προβαίνει, μεταξύ άλλων, και στις εξής ενέργειες, "1) Να αποδέχεται με το ευεργέτημα ή μη της απογραφής, κάθε κληρονομιά που επάγεται εις οιονδήποτε των εντολέων του... 2) Να διανέμει κοινά με άλλους συνιδιοκτήτες ακίνητα των εντολέων του ή τα κοινά τούτων ακίνητα, να καθορίζει τον τρόπο της διανομής κατά την κρίση του...3) Να αποδέχεται τη δωρεά που θα τους κάνει οποιοσδήποτε εν ζωή ή αιτία θανάτου οποιουδήποτε ακινήτου ...4) Να ανταλλάσσει, παραχωρεί μεταβιβάζει και παραδίδει κτήματα ή ιδανικά μερίδια ακινήτων κτημάτων όπου και αν βρίσκονται με οποιονδήποτε ιδιοκτήτη... Να δωρίζει σε οποιονδήποτε με δωρεά εν ζωή ή αιτία θανάτου οποιοδήποτε ακίνητο τους (των εντολέων) που περιγράφεται παρακάτω είτε κατά κυριότητα ή κατά το δικαίωμα μόνο της ψιλής κυριότητας ή κατά το δικαίωμα μόνο της επικαρπίας με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει... Να παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά τους (των εντολέων) ανάκλησης της δωρεάς ...6) Να παρίσταται και να τους αντιπροσωπεύσει σε όλα γενικά τα ελληνικά δικαστήρια, πολιτικά, διοικητικά και ποινικά κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, .... καθώς και σε οποιονδήποτε εισηγητή δικαστή και σε κάθε άλλη δικαστική, διοικητική, οικονομική, προξενική, φορολογική και εκκλησιαστική αρχή ... 7) Να αγοράζει και να παραλαμβάνει στην κυριότητα, νομή και κατοχή των εντολέων του από οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες και τίμημα εγκρίνει, ακίνητα αστικά ή αγροτικά ή ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτου ή οριζόντιες ιδιοκτησίες... 8) Να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σε οποιονδήποτε ακόμα και προς εαυτόν, συμβαλλόμενος υπ' αυτήν την ιδιότητα, δηλαδή του πωλητού και αγοραστού, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει οποιοδήποτε ακίνητο των εντολέων του που βρίσκεται στην Ελλάδα ή ιδανικά εξ αδιαιρέτου μερίδια ακινήτων των εντολέων του. ... 9) Να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία τους που βρίσκεται μέσα στην Ελληνική Επικράτεια. ... 10) Να παρίσταται και να τους αντιπροσωπεύει στους οργανισμούς και εταιρείες κοινής ωφέλειας ... και στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο ... 11) Να εισπράττει κάθε είδους απαιτήσεις από τρίτους ... 12) Να τους εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα και σε κάθε υποκατάστημά της... 13) Να εξαλείφει υποθήκες και αίρει κατασχέσεις, υπογράφοντας τις προς τούτο σχετικές πράξεις. Να προβαίνει σε κάθε δήλωση και υπογράφει κάθε έγγραφο, όπως αίτηση, δήλωση, υπεύθυνη δήλωση κατά το νδ 105/1969 κλπ και να ενεργεί κάθε πράξη που είναι αναγκαία και απαραίτητη για την εκτέλεση των εντολών που του δίνονται με το παρόν πληρεξούσιο έστω και αν δεν αναφέρεται στο παρόν πληρεξούσιο". Εν κατακλείδει, με το ανωτέρω πληρεξούσιο οι εξουσιοδοτούντες δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν και εγκρίνουν όλες τις πράξεις του πληρεξουσίου τους τις σχετιζόμενες με τις δοθείσες σ' αυτόν εντολές ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες, σα να έγιναν από τους ίδιους. Το πληρεξούσιο αυτό έγινε, διότι η ενάγουσα, αλλά και οι λοιποί συμβαλλόμενοι σε αυτό συγγενείς της, είναι μόνιμοι κάτοικοι ΗΠΑ και δεν είχαν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται την ακίνητη περιουσία, που είχαν στην Ελλάδα, ούτε να συνδιαλέγονται με τις διάφορες υπηρεσίες οργανισμούς και τράπεζες εκεί. Έτσι, επέλεξαν να αναθέσουν στον αδερφό της ενάγουσας (και της έτερης εντολέως, Α. Σ.), ο οποίος διέμενε στην Αθήνα και με τον οποίο διατηρούσαν άριστες σχέσεις και εμπιστεύονταν ανεπιφύλακτα, την διαχείριση της ακίνητης περιουσίας τους, δίδοντάς του τις ανωτέρω εντολές. Ειδικότερα, η βούλησή τους, όπως συνάγεται και από τις περιληφθείσες, γενικά διατυπωμένες, εντολές του παραπάνω πληρεξουσίου, ήταν να έχει ο πρώτος εναγόμενος τη δυνατότητα να ενεργεί για λογαριασμό τους όλες τις αναγκαίες (υλικές και νομικές) πράξεις, όταν αυτοί έκριναν ότι έπρεπε να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία αφορούσε την περιουσία τους στην Ελλάδα, χωρίς να είναι αναγκασμένοι είτε να ταξιδέψουν στην Ελλάδα είτε να χορηγούν κάθε φορά χωριστό πληρεξούσιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα, κατά τον χρόνο χορήγησης της ανωτέρω πληρεξουσιότητας προς τον πρώτο εναγόμενο, είχε στην αποκλειστική κυριότητα της, εκτός από τέσσερα ακίνητα στην Κεφαλονιά, και τις εξής ευρισκόμενες στην Αθήνα οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι: 1) Το με στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του 2ου ορόφου επιφάνειας 100,22 τμ., που βρίσκεται στο Χαλάνδρι Αττικής, σε πολυκατοικία κείμενη επί της ... με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 88/1000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ανήκει και η υπ' αρ. 6 θέση στάθμευσης σε πυλωτή, επιφάνειας 15 τμ., 2) τη με στοιχεία Υ-6 αποθήκη, επιφάνειας 6,60 τμ., που βρίσκεται εντός της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 2/1000 εξ αδιαιρέτου, και 3) το με στοιχεία Ε-1 διαμέρισμα του 5ου ορόφου (δεύτερη εσοχή), επιφάνειας 38,10 τμ., που βρίσκεται στο Γουδί Δήμου Αθηναίων, σε πολυκατοικία κείμενη επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 33,30/1000 εξ αδιαιρέτου. Η ενάγουσα, γεννηθείσα το 1921, αφενός λόγω των προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε, κυρίως από το έτος 2012, αφότου λόγω κατάγματος στο πόδι εξυπηρετείτο για τη μετακίνησή της με αμαξίδιο και έχρηζε τακτικής ιατρικής και συνεχούς φαρμακευτικής περίθαλψης καθώς και μόνιμης συμπαράστασης τρίτου προσώπου για την καθημερινή της φροντίδα, αφετέρου λόγω των χαμηλών εισοδημάτων της, το έτος 2015 βρέθηκε σε οικονομική ανάγκη και αποφάσισε να πωλήσει τα ως άνω διαμερίσματα, για το πρώτο από τα οποία εκδήλωσε ενδιαφέρον ο ομογενής Έλληνας στην Αμερική, Ν. Μ.. Έτσι, αφού συμφώνησαν ως προς το τίμημα να είναι 150.000 ευρώ, η ενάγουσα παρέπεμψε αυτόν να έλθει σε συνεννόηση με τον αδερφό της στην Ελλάδα, πρώτο εναγόμενο, ο οποίος όμως, αντιτιθέμενος προς τη βούλησή της, κράτησε αποτρεπτική για την αγορά στάση έναντι του αγοραστή, επισημαίνοντας του ότι το ακίνητο είναι μισθωμένο και δεν μπορεί να το δει και ότι πωλείται για 200.000 ευρώ. Εν τω μεταξύ, ο δικηγόρος Κ. Γ. διενήργησε, για λογαριασμό του υποψήφιου αγοραστή και κατόπιν συνεννόησης με την ενάγουσα, έλεγχο τίτλων στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου, οπότε διαπιστώθηκε η δωρεά της ψιλής κυριότητας αυτού στην κόρη του πρώτου εναγομένου, Ε. Α., ήδη δεύτερη εναγομένη. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αρ. 8540/30-9-2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.-Χ. - Ο., που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό γραφείο Χαλανδρίου με αρ. πρωτ. 5466/8-10-2010, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας δυνάμει του ανωτέρω ειδικού πληρεξουσίου, είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς εν ζωή, την ψιλή κυριότητα του με στοιχεία Β-1 διαμερίσματος και της Υ-6 αποθήκης, που βρίσκονται στην πολυκατοικία επί της οδού ... στο Χαλάνδρι, στην δεύτερη εναγομένη, παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία για την ενάγουσα. Τότε, για πρώτη φορά, πληροφορήθηκε και η ίδια η ενάγουσα την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω διαμερίσματος στην ανιψιά της με παρακράτηση της επικαρπίας, ενώ, μετά από έλεγχο και στην υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της διαπίστωσε ότι ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς να την έχει ενημερώσει, στα πλαίσια διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας της δυνάμει του προαναφερόμενου ειδικού πληρεξουσίου, ενεργώντας για λογαριασμό της είχε μεταβιβάσει στην δεύτερη εναγομένη, λόγω δωρεάς εν ζωή, δυνάμει του υπ' αρ. 8660/15-3-2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Χ.-Ο., που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών (τόμος 5016 , αύξ. αρ. 415), την ψιλή κυριότητα και του με στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος, που βρίσκεται στην πολυκατοικία στο Γουδί, παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία για την ίδια. Επιπλέον, ανακάλυψε ότι σε προγενέστερο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος είχε προβεί σε πωλήσεις και των υπόλοιπων ακινήτων της στην Κεφαλονιά και ειδικότερα αυτός: α) Δυνάμει του υπ' αρ. 7661/5-4-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κεφαλληνίας Σ. Τ., που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Αργοστολιού (τόμος 459, αύξ. αρ. 16), μεταβίβασε λόγω πώλησης το ευρισκόμενο στη θέση "Μύλος" Λουρδάτων Κεφαλληνίας αγροτεμάχιο στον Δ. Μ. του Δ. αντί τιμήματος, όσο και η αντικειμενική του αξία, 1.287,34 ευρώ, β) δυνάμει του υπ' αρ. 7968/3-10-2005 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Κεφαλληνίας, που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο ... (τόμος ...), μεταβίβασε λόγω πώλησης το ευρισκόμενο στη θέση ... Κεφαλληνίας αγροτεμάχιο στον Σ. Μ. του Ι., αντί τιμήματος, όσο και η αντικειμενική του αξία, 11.426,32 ευρώ, γ)δυνάμει του υπ' αρ. 8238/28-2-2006 συμβολαίου της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου Κεφαλληνίας, που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Αργοστολιού (τόμος 472, αύξ. αρ. 6), μεταβίβασε λόγω πώλησης το ευρισκόμενο στη θέση "Ροδινές" Λουρδάτων Κεφαλληνίας αγροτεμάχιο στην Ξ. Μ., το γένος Σ. Γ., αντί τιμήματος, όσο και η αντικειμενική του αξία, 1.886,19 ευρώ και δ)δυνάμει του υπ' αρ. 8246/8-3-2006 συμβολαίου (αυτοσύμβαση) της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου Κεφαλληνίας, που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο ... (τόμος ...), μεταβίβασε λόγω πώλησης το ευρισκόμενο στη θέση "... Κεφαλληνίας οικόπεδο στον εαυτό του αντί τιμήματος 15.365,92 ευρώ, μικρότερο από την αντικειμενική του αξία, που ανερχόταν σε 32.972 ευρώ. Για καμία από τις ανωτέρω δικαιοπραξίες είχε ενημερωθεί, είτε πριν είτε μετά τη σύστασή τους, η ενάγουσα, ενώ το τίμημα των πωλήσεων ο πρώτος εναγόμενος το παρακράτησε για λογαριασμό του. Το αξιοσημείωτο, άλλωστε, είναι ότι οι δωρεές έλαβαν χώρα σε χρονικές περιόδους που η ενάγουσα ήταν ασθενής και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του ..., γεγονός που φανερώνει τη σκοπιμότητα του πρώτου εναγομένου, αντιπροσώπου της, να διαλάθουν του ενδιαφέροντος και της γνώσης της. Κατόπιν τούτου η ενάγουσα, η οποία ουδόλως είχε δώσει τη συγκατάθεσή της ή ενέκρινε τις παραπάνω ενέργειες του πρώτου εναγομένου, με την υπ' αρ. ... πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου της πολιτείας του Ιλλινόι των ΗΠΑ, Σ. Ν., η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 21-3-2016, ανακάλεσε την δοθείσα με το υπ' αρ. 0439/2000 πληρεξούσιο εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον τελευταίο. Επιπλέον, η ενάγουσα απογοητευμένη πλήρως με τη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος στο παρελθόν είχε λάβει οικονομική βοήθεια από αυτήν, με την από 17-6-2016 διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου του Ιλλινόι ΗΠΑ, M. C., τον αποκλήρωσε, στη συνέχεια δε, κατέθεσε εναντίον του την με αρ. ΑΒΜ ... μήνυση για υπεξαίρεση των χρημάτων, που αυτός εισέπραξε από την αξιοποίηση των ακινήτων της, και άσκησε εναντίον του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 5-8-2016 και με αρ. κατάθ. 3060/2016 αγωγή της, αξιώνοντας τα μισθώματα από τα δύο διαμερίσματα. Μετά τις παραπάνω δωρεές, στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος, αφού σε προγενέστερο χρόνο είχε εκποιήσει και τα ακίνητα της Κεφαλονιάς, το μόνο ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, που διέθετε πλέον η ενάγουσα στην Ελλάδα ήταν η επικαρπία στις δύο ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενώ λόγω της δήλωσης, που περιλήφθηκε στις δωρεές αυτές, ότι δηλαδή η ενάγουσα προβαίνει σε αυτές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας προκειμένου να ανταποδώσει στη δωρεοδόχο ανιψιό της την αποδεικνυόμενη στοργή και αφοσίωση εκείνης, είχε απωλέσει το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελεύθερα. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα περιστατικά προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν χρησιμοποίησε την εξουσία αντιπροσωπεύσεως, που του είχε παράσχει η ενάγουσα με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο, σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστεως και των (χρηστών) συναλλακτικών ηθών, ούτε εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της αντιπροσωπευομένης, καθόσον δεν υπήρξε βούληση αυτής να δωρηθούν τα επίδικα διαμερίσματα στην ανιψιά της δεύτερη εναγομένη, αλλά επιθυμούσε να παραμείνουν στην κυριότητα της ώστε να μπορέσει να τα αξιοποιήσει η ίδια. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ούσα άτεκνη και υπέργηρη, με αυξημένες βιοτικές ανάγκες, όπως είθισται για άτομα της αυτής ηλικίας, προσέβλεπε στην οικονομική ασφάλεια, που της παρείχε η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της στην Ελλάδα, έτσι ώστε να έχει μία αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς να είναι αναγκασμένη να στηρίζεται οικονομικά σε τρίτους. Έτσι, ουδέποτε θα ενέκρινε τις επίδικες δωρεές προς την δεύτερη εναγομένη, με την οποία δεν διατηρούσε στενές σχέσεις, λόγω της μακρόχρονης απουσίας της (ενάγουσας) από την Ελλάδα, την οποία δεν έχει επισκεφτεί εδώ και 30 χρόνια, και με την οποία για τελευταία φορά επικοινώνησε τηλεφωνικό προ δεκαετίας.
Συνεπώς, δεν υπείχε απέναντι στην δεύτερη εναγομένη καμία ιδιαίτερη ηθική υποχρέωση, ώστε να της δωρίσει την ψιλή κυριότητα στα δύο διαμερίσματα της. Αντίθετα, η ενάγουσα συμβιώνει με τις διαμένουσες στην Αμερική κόρες της αδερφής της Ε., την Α., τη Γ. και την Ε., από τις οποίες δέχεται καθημερινά τις φροντίδες και την συμπαράσταση, που χρειάζεται, και επομένως, εάν προτίθετο να δωρίσει τα εν λόγω ακίνητά της, τούτο θα έπραττε προς αυτά τα συγγενικά της πρόσωπα. Επομένως, προκύπτει ότι οι δωρεές, που επιχείρησε ο πρώτος εναγόμενος ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, ήταν μεν τυπικά έγκυρες και εντός πλαισίου της ισχύουσας πληρεξουσιότητας (αφού με το προαναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο ρητά του δινόταν η πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε δωρεές - βλ. υπ' αρ. 4 περίπτωση αυτού), πλην όμως έγιναν από αυτόν κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας, εκτός σκοπού και συμφέροντος της εντολέως του, η οποία ουδέποτε τις θέλησε ή τις ενέκρινε και ουδέποτε θα τις επιχειρούσε, και άρα αυτές επιχειρήθηκαν αντίθετα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και κατ' επέκταση αντίθετα στον νόμο. Εξάλλου, η δεύτερη εναγομένη, λόγω της συγγενικής σχέσης της με τον πρώτο εναγόμενο, πατέρα της, αλλά και έχοντας αντίληψη ότι οι σχέσεις της με την ενάγουσα θεία της ήταν εντελώς τυπικές και ότι η τελευταία ουδεμία υποχρέωση είχε απέναντι της, αφού ουδέποτε η ίδια είχε προσφέρει ο,τιδήποτε σε αυτήν (την ενάγουσα), είτε σε συναισθηματικό είτε σε οικονομικό επίπεδο, σαφώς και γνώριζε ότι οι επιχειρηθείσες προς αυτήν δωρεές από τον πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητα του ως πληρεξουσίου της ενάγουσας έγιναν κατά κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα πάντοτε διαβεβαίωνε τον πρώτο εξ αυτών ότι δεν θέλει τίποτε από την περιουσία της στην Ελλάδα, ότι κατόπιν επίμονης προτροπής της ιδίας έλαβαν χώρα οι επίδικες δωρεές, για τις οποίες ο πρώτος την είχε ενημερώσει τηλεφωνικά, ότι αρχικά είχε υποσχεθεί να δωρίσει τα συγκεκριμένα ακίνητα στην άλλη θυγατέρα του πρώτου εναγομένου, Α., η οποία όμως απεβίωσε το 2009 και κατόπιν τούτου δήλωσε τηλεφωνικά στους εναγόμενους ότι επιθυμεί να τα δωρίσει στην δεύτερη εναγομένη. Ωστόσο, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η ενάγουσα είχε εκφράσει την επιθυμία της στους εναγομένους να προβεί σε δωρεά των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών στην δεύτερη εναγομένη. Ο ενόρκως βεβαιώσας μάρτυράς τους, Π. Ν. καταθέτει ότι η ενάγουσα γνώριζε για τις δωρεές επειδή ο πρώτος εναγόμενος μιλούσε μαζί της και την ενημέρωνε, πλην όμως τούτο δεν συνιστά γεγονός που έχει υποπέσει στην ιδία αντίληψη του μάρτυρα, αλλά αποτελεί μάλλον προσωπική του εκτίμηση. Εξάλλου, ο ίδιος μάρτυρας βεβαιώνει ότι, η ενάγουσα είχε δωρίσει την περιουσία της στον πρώτο εναγόμενο, πράγμα που του είχε αναφέρει η ίδια σε επίσκεψη του στην οικία της, στο .... Εντούτοις, εάν ήταν αυτή η πραγματική βούληση της ενάγουσας, δεν θα είχε προβεί στην σύνταξη του εν λόγω πληρεξουσίου, αλλά θα προχωρούσε σε σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς, πολύ δε περισσότερο στο πληρεξούσιο δεν θα είχαν συμβληθεί και έτερα συγγενικά πρόσωπα. Εξάλλου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι άτομα της ηλικίας της ενάγουσας, που διένυε την δέκατη δεκαετία της ζωής της, χωρίς οικονομικό πρόβλημα και άτεκνη, συνηθίζουν να προβαίνουν σε δωρεές προς στενά συγγενικά τους πρόσωπα και στο πλαίσιο αυτό έλαβαν χώρα οι επίδικες δωρεές. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, τα πιο κοντινά συγγενικά πρόσωπα της ενάγουσας, τα οποία της συμπαραστέκονται στην καθημερινότητά της και στα προβλήματα υγείας της, και τα οποία είναι λογικό και αναμενόμενο να τιμηθούν με δωρεές, είναι η αδερφή της, Α. χα Π. Σ., και οι θυγατέρες αυτής, και όχι η δεύτερη εναγομένη, με την οποία δεν αποδείχθηκε καμία ουσιαστική επαφή και συναισθηματικό δέσιμο, καθ' όλα τα έτη, που η ενάγουσα διαβιώνει στην Αμερική. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, κρίνοντας ότι υπήρξε κατάχρηση της πληρεξουσιότητας από τον πρώτο εναγόμενο και αναγνώρισε την ακυρότητα των δωρεών ως προς αμφότερους του εναγομένους, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων των σχετικών τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων της ένδικης έφεσης. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες με τον έκτο και τελευταίο λόγο της έφεσής τους επαναφέρουν την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστη. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις τους ισχυρίστηκαν ότι, η συμπεριφορά της ενάγουσας, με την παροχή πληρεξουσίου προς τον πρώτο εναγόμενο και στη συνέχεια η επίμονη προτροπή της για σύσταση των επίδικων δωρεών προς εκπλήρωση προγενέστερης υπόσχεσης της προς την ήδη αποβιώσασα έτερη θυγατέρα του πρώτου εναγόμενου, καθιστούν τη μεταγενέστερη άσκηση του καταγόμενου στη δίκη αυτή δικαιώματος της για ακύρωση των δωρεών, μη ανεκτή κατά της περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω ....... Στην προκειμένη περίπτωση η προβληθείσα ένσταση, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν αρκούν για τη θεμελίωσή της. Επομένως, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την προαναφερθείσα διάταξη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό των εναγομένων. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση ως ουσία αβάσιμη ... ". Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει (ενιαίως) στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και, επικουρικώς, 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υποστηρίζοντας ότι, με το να δεχθεί ότι η προβληθείσα (στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που απορρίφθηκε) ένσταση, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν αρκούν για τη θεμελίωσή της, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, από επαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι με την παράθεση του σκεπτικού της δεν εξειδικεύεται η κρίση του προς ποια από τα κριτήρια, που προβλέπονται διαζευκτικά από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αντιτίθεται η συμπεριφορά των εναγομένων. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 60/2023, ΑΠ8/2018). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 10/2012, ΑΠ 51/2024, ΑΠ 686/2022, 172/2019).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 565/2024). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 814/2024, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 814/2024, ΑΠ 1284/2023). Τέλος, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 90/2023, ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 38/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι (πρώτος των οποίων είναι ο αναιρεσείων), με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις τους ισχυρίστηκαν, κατά λέξη, ότι, "Ως προεκτέθη, η προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας όπως η χορήγηση πληρεξουσίου προς τον α' εξ ημών για να προβεί στις επίδικες δωρεές, η ενημέρωση της πριν τη σύσταση αυτών και η έγκριση της με τη σύσταση τους η επίπονη προτροπή της για τη σύσταση αυτών προς εκπλήρωση προηγηθείσης υπόσχεσης προς την αποβιώσασα κόρη του πρώτου εξ ημών και αδελφή της δευτέρας καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος της κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου".
Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι αόριστη, διότι ο αναιρεσείων επικαλείται μεν μερικά στοιχεία (χορήγηση από την ενάγουσα πληρεξουσιότητας στον πρώτο εναγόμενο και υπόσχεση αυτής να δωρίσει το ακίνητο στη δεύτερη εναγόμενη), αλλά αόριστα (προ και μετά των μεταβιβάσεων λόγω δωρεάς) ως προς την ενημέρωση αυτής και την έγκρισή της (τηλεφωνικά) για τις επίδικες δωρεές και ως ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, λόγω της υπόσχεσης που είχε δοθεί στην αποθανούσα αδελφή της δεύτερης εναγομένης (ισχυρισμοί οι οποίοι, όμως, πέραν του ότι ειδικά ως προς τον χρόνο μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητας με δωρεά στη δεύτερη εναγόμενη προεβλήθησαν ειδικά από αυτήν με τις προτάσεις τους - σελ. 5-6 αυτών - στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν έγιναν δεκτοί από το δικαστήριο της ουσίας) και καθόλου την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα που δημιούργησε σ' αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτόν. Έτσι, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση (ΑΚ 281) ως αόριστη με αναφορά στη διάταξη και τις προϋποθέσεις του νόμου για το ορισμένο και νόμιμο αυτής και με συνοπτική αναφορά, ακολούθως, ως προς ότι τα περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν αρκούν για τη θεμελίωσή της, ενώ, με την απόρριψη των ισχυρισμών των εναγομένων - εκκαλούντων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (φύλλο 4ο, 6ο και 7ο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), ιδιαίτερα δε με τις παραδοχές του με το πληρεξούσιο και για τον λόγο που είχε δοθεί, καθώς και αυτές (παραδοχές) περί προτροπής και μάλιστα επίμονης από πλευράς της ενάγουσας για τις δωρεές (που δεν αποδείχθηκε), αφού αιτιολογημένα απεφάνθη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι "δεν υπήρξε βούληση αυτής να δωρηθούν τα επίδικα διαμερίσματα στην ανιψιά της δεύτερη εναγόμενη", αλλά και ότι η τελευταία "...σαφώς και γνώριζε ότι οι επιχειρηθείσες προς αυτήν δωρεές από τον πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου της ενάγουσας έγιναν κατά κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας" (πίσω πλευρά 6ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) δεν παραβίασε την ως ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, από επαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο λόγος αυτός (στηριζόμενος στους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όμως, ο αναιρεσείων προβάλλει, ως λόγο αναιρέσεως (εκτιμώμενο ως δεύτερο), και ότι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ δέχεται ότι "Ωστόσο, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η ενάγουσα είχε εκφράσει την επιθυμία της στους εναγομένους να προβεί σε δωρεά των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών στην δεύτερη εναγομένη", εν τούτοις, δέχεται περαιτέρω, αντιφατικά προς τα ως άνω, ότι "ο ενόρκως βεβαιώσας μάρτυρας, Π. Ν., κατέθεσε ότι η ενάγουσα γνώριζε για τις δωρεές επειδή ο πρώτος εναγόμενος μιλούσε μαζί της και την ενημέρωνε, .......και ότι βεβαιώνει πως η ενάγουσα είχε δωρίσει την περιουσία της στον πρώτο εναγόμενο,... πράγμα που του είχε αναφέρει η ίδια σε επίσκεψη του στην οικία της, στο ...", πλην - όμως - ως προς το πρώτο περιστατικό το Δικαστήριο περαιτέρω έκρινε ότι "τούτο δεν συνιστά γεγονός που έχει υποπέσει στην ιδία αντίληψη του μάρτυρα, αλλά αποτελεί μάλλον προσωπική του εκτίμηση" και ως προς το δεύτερο "Εντούτοις, εάν ήταν αυτή η πραγματική βούληση της ενάγουσας, δεν θα είχε προβεί στην σύνταξη του εν λόγω πληρεξουσίου, αλλά θα προχωρούσε σε σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς, πολύ δε περισσότερο στο πληρεξούσιο δεν θα είχαν συμβληθεί και έτερα συγγενικά πρόσωπα". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο εκτίμησε την ένορκη βεβαίωση του ως άνω μάρτυρα, αναφερόμενη στο περιεχόμενό της για να καταστρώσει τον συλλογισμό του και δεν δέχθηκε όσα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ως αληθή. Επομένως και κατά το σκέλος του αυτό (που εκτιμάται ότι συναρτάται με έλλειψη νόμιμης βάσεως) ο πρώτος-ως δεύτερος εκτιμώμενος- λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο (όπως εκτιμάται) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο έκανε εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 και των διατάξεων των άρθρων 174,178 και 200 Α.Κ., δεδομένου ότι εφάρμοσε αυτές αν και δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους εν όψει του ότι δεν υπάρχει κενό στη δήλωση της ενάγουσας στο πληρεξούσιο που να δικαιολογεί την προσφυγή της εκκαλουμένης στο άρθρο 200 ΑΚ και συνακόλουθα στις διατάξεις των άρθρων 174 και 178.
Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 925/2015, Α.Π. 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 711/2024, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία άγεται το δικαστήριο σε ερμηνεία ασαφούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί, και αν ακόμη δεν συνέτρεχε λόγος να ταχθούν αποδείξεις περί συναλλακτικών ηθών, να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή. Συνακολούθως, τέτοια προς ερμηνεία επιχειρήματα ή συμπεράσματα αρύεται ελευθέρως το δικαστήριο και από κάθε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από τις προσκομιζόμενες για άλλο θέμα εμμάρτυρες και άλλες αποδείξεις, ενώ μπορεί να προσφύγει και σε γεγονότα κείμενα εκτός της συμβάσεως, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, και να λάβει υπόψη του τις διαπραγματεύσεις των ενδιαφερομένων οι οποίες προηγήθηκαν και τις ενέργειες αυτών που ακολούθησαν την κατάρτισή της (ΑΠ 240/1995). Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 204/2022, ΑΠ 448/2020, ΑΠ 776/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτήν αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβαλλόταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση. Η διάγνωση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, που επιχειρείται προς καταστρατήγηση του νόμου, εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και, στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά το πνεύμα και το σκοπό διάταξης με χαρακτήρα δημόσιας τάξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 580/2022, ΑΠ 996/2011, ΑΠ 1220/2012, ΑΠ 676/2014, ΑΠ 781/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ΑΠ 1577/2023). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217 και 229 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ότι η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου 281 Α.Κ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος. Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 Α.Κ. (πρβλ. ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 839/2015, ΑΠ 1600/2013, ΑΠ 1532/2012, ΑΠ 986/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αγωγή της ενάγουσας έγινε δεκτή ως προς τη βάση της καταχρηστικής άσκησης πληρεξουσιότητας, κρίνοντας, και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η χρήση της πληρεξουσιότητας από τον (πρώτο) εναγόμενο - αναιρεσείοντα, ήταν αντίθετη προς τις επιταγές της καλής πίστεως και των (χρηστών) συναλλακτικών ηθών (για όσους λόγους αναλυτικά αναφέρονται στα φύλλα 4ο έως και 7ο αυτής) και, επομένως, ότι οι σχετικές δικαιοπραξίες είναι άκυρες, επειδή έγιναν από τον πληρεξούσιο της ενάγουσας κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητάς του, αφού δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της αντιπροσωπευομένης, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί, ως προς τη δήλωση βουλήσεως αυτής (4ο φύλλο αποφάσεως) - αναφέροντας τον λόγο που προέβησαν (οι εξουσιοδοτούντες, που ήταν περισσότεροι και, μεταξύ τους, εκτός από την ενάγουσα ήταν και η πρώτη και δεύτερη από τις καλούσες, καθώς και άλλα πρόσωπα) στη σύνταξη του πληρεξουσίου, δεχόμενο ότι "Το πληρεξούσιο αυτό έγινε, διότι η ενάγουσα, αλλά και οι λοιποί συμβαλλόμενοι σε αυτό συγγενείς της, είναι μόνιμοι κάτοικοι ΗΠΑ και δεν είχαν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται την ακίνητη περιουσία, που είχαν στην Ελλάδα, ούτε να συνδιαλέγονται με τις διάφορες υπηρεσίες οργανισμούς και τράπεζες εκεί. Έτσι, επέλεξαν να αναθέσουν στον αδερφό της ενάγουσας (και της έτερης εντολέως, Α. Σ.), ο οποίος διέμενε στην Αθήνα και με τον οποίο διατηρούσαν άριστες σχέσεις και εμπιστεύονταν ανεπιφύλακτα, την διαχείριση της ακίνητης περιουσίας τους, δίδοντάς του τις ανωτέρω εντολές. Ειδικότερα, η βούλησή τους, όπως συνάγεται και από τις περιληφθείσες, γενικά διατυπωμένες, εντολές του παραπάνω πληρεξουσίου, ήταν να έχει ο πρώτος εναγόμενος τη δυνατότητα να ενεργεί για λογαριασμό τους όλες τις αναγκαίες (υλικές και νομικές) πράξεις, όταν αυτοί έκριναν ότι έπρεπε να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία αφορούσε την περιουσία τους στην Ελλάδα, χωρίς να είναι αναγκασμένοι είτε να ταξιδέψουν στην Ελλάδα είτε να χορηγούν κάθε φορά χωριστό πληρεξούσιο", καθώς και περαιτέρω αναλυτικά τα περιστατικά (στα αναφερόμενα ανωτέρω φύλλα - 4ο έως και 7ο - της αποφάσεως, με βάση τα οποία αποδείχθηκε η καταχρηστική άσκηση της πληρεξουσιότητας από τον εναγόμενο και αναγνωρίστηκαν ως άκυρες οι σχετικές δικαιοπραξίες (δωρεές προς την δεύτερη εναγόμενη). Με βάση τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και από την ανωτέρω επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε σε παράβαση των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε [ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 200, 281 Α.Κ.], εν όψει των πραγματικών περιστατικών που, κατά τα ανωτέρω, ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ορθά υπήγαγε στο νόμο, μη ιδρυομένου, έτσι, του λόγου αυτού αναιρέσεως (άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η από 31.8.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί αυτός λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.8.2020 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ'αριθμ. 154/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων ενιαίως, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ