Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1038 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1038/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. το γένος Γ. και Σ. Μ., κατοίκου ... Διδυμοτείχου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Κ. του Α. και της Δ., κατοίκου ... Δήμου Διδυμοτείχου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ηλιακόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Ε. και της Μ., κάτοικου Γερμανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Φραγκιαδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και των ήδη αποβιωσάντων Τ. και Μ. Κ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Διδυμοτείχου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/399/23-418/25/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ως και της μετ' αυτής συμπροσβαλλομένης αποφάσεως 21/2019 του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1557/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 729/2019). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αρ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Διδυμοτείχου η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ. απεβίωσε στις 27-9-2021. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε στο όνομά της την 28-02-2022 είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν ήταν εν ζωή κατά το χρόνο άσκησής της και δεν είχε ικανότητα διαδίκου ούτε ικανότητα πληρεξουσιότητας. Β. Από το άρθρο 553§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1167/2015 ΑΠ 1451/2013, ΑΠ 1477/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 891/2019, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 539/2014, ΑΠ 883/2012, ΑΠ 96/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται: 1) η υπ' αρ. 34/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας το οποίο δικάζοντας, ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και της αρχικής αποβιωσάσης πρώτης διαδίκου Μ. Κ. κατά της υπ' αρ. 21/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, το οποίο είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την διεκδικητική ακινήτου αγωγή, του ήδη αναιρεσιβλήτου και των αρχικών λοιπών ήδη αποβιωσάντων διαδίκων Τ. Κ. και Μ. Κ. και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και 2) κατά της υπ' αρ. 21/2019 πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της παρούσας υπόθεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, ούτε άλλωστε και ο αναιρεσείων Γ. Κ. επικαλείται κάτι τέτοιο. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας αυτής απόφασης (Ειρηνοδικείου), χωρίς να έχει κατατεθεί και στην Γραμματεία αυτού του δικαστηρίου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Γ. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου, που δίκασε, ως εφετείο, επί εφέσεως αποφάσεως του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 340/2022, ΑΠ 248/2024). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1401/2008).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για την μη προβολή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 17/2024, ΑΠ 907/2015). Το απαράδεκτο αυτό καταλαμβάνει όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνακόλουθα και αυτούς του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Εξάλλου αν ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσης του σύμφωνα με το νόμο η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 746/2018, ΑΠ 26/2005). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 453/2027, ΑΠ 493/2015). Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1094 ΑΚ (σημειώνεται ότι σε κανένα από τους αναιρετικούς λόγους δεν γίνεται αριθμητική επίκληση κανενός από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους). Συγκεκριμένα στην αίτηση αναίρεσης αναφέρονται επί λέξει, κατά ακριβή αντιγραφή του ορθογραφικού και συντακτικού της τύπου, τα ακόλουθα "ο αναιρεσίβλητος δεν έχει καταστεί συγκύριος του 50% εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων για να μπορούσε να νομιμοποιηθεί στην υπό κρίσιν έφεση και περεταίρω στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, γιατί δεν έκανε ρητή συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομίας των ποσοστών συγκυριότητας των κληρονομουμένων ενώ περαιτέρω δεν μετέγραψε την σχετική δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών...... απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας από τους λοιπούς ....γιαυτό και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της δίκης με αντικείμενο την επίδικη διεκδικητική αγωγή". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραβίασης του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 1094 ΑΚ, προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της επανάληψης (συνέχισης) της βιαίως διακοπείσας, λόγω θανάτου των αρχικών εναγόντων, (πρώτου και τρίτης), δίκης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου τους. Προβάλλονται δηλαδή αιτιάσεις για παραβίαση των δικονομικών κανόνων των άρθρων 286, 287, 290, 291, 292 ΚΠολΔ, η παραβίαση των οποίων δεν στηρίζει αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., αλλά, οι αιτιάσεις αυτές, δημιουργούν ακυρότητες ή απαράδεκτα στηριζόμενα στον αρ. 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, για τον οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος στους περιοριστικά αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, όπως προελέχθη, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδοθείσα κατ' έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου. Επιπλέον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι o σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα, αφού καθ' ομολογίαν του, γνώριζε ότι ο θάνατος των πρώτου και τρίτης των εφεσιβλήτων- εναγόντων, επήλθε μετά την άσκηση της έφεσης και πριν την συζήτηση αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την μη προβολή του ενώπιόν του. Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση, χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής (ΑΠ 171/2017, ΑΠ 1106/1988), διότι ο κληρονόμος απλώς συνεχίζει την δίκη που αφορά το δικαίωμα του αποβιώσαντος, η δε δήλωση επανάληψης ενέχει σιωπηρή αποδοχή κληρονομίας, από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται εκ διαθήκης, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του (ΑΠ 1497/2023). Κατόπιν των ανωτέρω ο πρώτος αναιρετικός λόγος αναίρεσης, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η ανωτέρω πλημμέλεια αφορά τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος, διότι, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, για την επανάληψη της δίκης εκ μέρους του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, μετά τον θάνατο των πρώτου και τρίτης των αρχικώς εναγόντων, αδελφού και μητέρας του, αντίστοιχα, τους οποίους κληρονόμησε εξ αδιαθέτου, δεν απαιτείτο η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, προηγούμενη αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή αυτής, διότι ο διάδικος αυτός ως κληρονόμος τους, απλώς συνεχίζει τη δίκη, που αφορά τα δικαιώματα των αποβιωσάντων πρώτου και τρίτης αρχικών διαδίκων. Δ. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 96 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην έλλειψη δικαστικής πληρεξουσιότητας για την διεξαγωγή της δίκης των αρχικώς εναγόντων αλλά και του αναιρεσιβλήτου στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν την παραβίαση των δικονομικών διατάξεων που ρυθμίζουν τον τύπο διαδικαστικής πράξης και την κανονικότητα της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου για την διεξαγωγή της δίκης, οι οποίες δεν στηρίζουν αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά, δημιουργούν ακυρότητες ή απαράδεκτα στηριζόμενα στον αρ. 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, για τον οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος στους περιοριστικά αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ε. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1α ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατ' έκταση, θέση και όρια ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά του και η αναφορά ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το ακίνητο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Η νομή ή κατοχή του εναγομένου μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ` άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα κατ` άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, και η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 340/2022, ΑΠ 1227/2022, ΑΠ 1451/2008, ΑΠ 1106/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά ένα μέρος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας, διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, καθόσον περιελάμβανε ελλιπές αιτητικό, επειδή δεν αναγραφόταν σε αυτό το ποσοστό (συγ)κυριότητας ενός εκάστου των εναγόντων ως προς το οποίο καθένας τούτων αιτείτο να αναγνωριστεί (συγ)κύριος. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις ανάγονται στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ που όμως, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερθέντα, δεν αποτελεί αναιρετικό λόγο προβλεπόμενο στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Επιπλέον είναι και αβάσιμος, αφενός μεν διότι από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στο αιτητικό της, οι αρχικοί διάδικοι ζητούσαν πέραν της αναγνώρισης της κυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα, να διαταχθούν οι εκεί εναγόμενοι και αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν τα παραπάνω συγκεκριμένα ακίνητα κατά ποσοστό 50% (ήτοι 1/2 εξ αδιαιρέτου) και πιο συγκεκριμένα κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους δύο πρώτους των εναγόντων και κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στην τρίτη των εναγόντων. ΣΤ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 68 και 761 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση έφεσης απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, τούτο δε συμβαίνει κατ' αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, θεωρείται δε αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, που κατά το άρθρο 73 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος, και η έλλειψή του έχει ως συνέπεια την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, ενώ η μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 730/2019, ΑΠ 154/2019, ΑΠ 66/2018). Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1727/2023, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 1495/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτων, με την οποία οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι κατέστησαν (συγ)κύριοι τούτων παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν τα επίδικα και τους απέβαλαν από την άσκηση της νομής τους σε αυτά, ήταν νόμιμη και ορισμένη απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων - εκκαλούντων περί αοριστίας της αγωγής, ως προς την αγωγική βάση κτήσης της (συγ)κυριότητας των επιδίκων με πρωτότυπο τρόπο, (έκτακτη χρησικτησία), την οποία αοριστία οι εναγόμενοι εντόπιζαν στον τρόπο άσκησης της νομής των εναγόντων σε συγκεκριμένα από τα διεκδικούμενα ακίνητα και στον χρόνο άσκησης αυτής. Περαιτέρω το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι "...οι ενάγοντες, προσμετρουμένου στο χρόνο της δικής τους νομής στα επίδικα ακίνητα και του χρόνου νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά τα ως άνω αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, όχι μόνο με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμονται αυτά για χρονικό διάστημα που σαφώς υπερβαίνει την εικοσαετία". Κατόπιν αυτών ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης καθ' ό μέρος με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρ.560 ΚΠολΔ, παραβίαση του άρθρου 1094 ΑΚ, λόγω αοριστίας της αγωγής, σε σχέση με την προαναφερόμενη βάση αυτής, του πρωτότυπου, με έκτακτη χρησικτησία, τρόπου κτήσης της (συγ)κυριότητας των επιδίκων, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, ενόψει του ότι ελλείπει, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή του, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει αυτοτελώς, η παραδοχή της ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες - και ήδη ο αναιρεσίβλητος κατέστησαν (συγ)κύριοι των επιδίκων ακινήτων και με παράγωγο τρόπο, η οποία (παραδοχή) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.
Ζ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Επί πλέον, για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 593/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017). Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα , συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1094, 1113 και 1116 ΑΚ, αφετέρου δε από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης (5ος λόγος), περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων (6ος λόγος), περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων (7ος λόγος) και περί καταχρηστικής άσκησης του επίμαχου δικαιώματος τους (8ος λόγος), που απέρριψε κατ'ουσίαν το δικαστήριο της ουσίας. Οι λόγοι αυτοί, ως προς όλες τις αιτιάσεις τους είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το αβάσιμο των προαναφερόμενων ισχυρισμών του αναιρεσειόντος και υπό τα οποία συντελέστηκαν οι προαναφερόμενες πλημμέλειες, με αποτέλεσμα να καθίσταται μη συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτουμένου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος ως εκ τούτου είναι ανέφικτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της 34/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-02-2021 αίτηση, για αναίρεση της 34/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας που δίκασε ως Εφετείο, και της αριθμ. 21/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ