Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1039 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1039/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των καλούντων-εκκαλούντων: 1. Κ. Α. του Γ., 2. Χ. Α. του Χ., 3. Ε. Α. του Π., 4. Α. Α. - Κ. του Α., 5. Μ. Α. του Α., 6. Δ. Α.-Τ. του Κ., 7. Φ. Α. του Α., 8. Ε. Β. - Ζ. του Ι., 9. Λ. Β. του Δ., 10. Μ. Γ. - Τ. του Δ., 11. Σ. (Ι.) Γ. - Ν. του Χ., 12. Χ. Γ. του Ε., 13. Μ. Γ. του Π., 14. Κ. Δ. του Θ., 15. Μ. Ε. του Α., 16. Γ. Ζ. του Δ., 17. Ι. Ι. του Ε., 18. Κ. Κ. του Σ., 19. Μ. Κ. - Κ. του Γ., 20. Δ. Κ. του Κ., 21. Σ. Κ. του Β., 22. Σ. Κ. του Α., 23.Α. Κ. του Ε., 24. Μ. Κ. του Ι., 25. Τ. Κ. του Φ., 26. Β. Κ. του Δ., 27. Σ. Κ. του Θ., 28. Π. Κ. - Μ. του Θ., 29. Κ. Κ. του Ε., 30. Ι. Κ. -Τ. του Γ., 31.Μ. Κ. του Λ.,32. Α. Κ. του Δ., 33. Ν. Κ. του Ι., 34. Ε. Λ. του Κ., 35. Ε. Λ. - Σ. του Α., 36. Μ. Μ. του Ε., 37. Β. Μ. του Ι. - Γ., 38. Μ. Μ. του Ν., 39. Ε. Μ. του Α., 40. Χ. Μ. του Α., 41. Θ. Μ.-Β. του Α., 42. Π. Μ. του Γ., 43. Β. Μ. του Σ., 44. Μ. Μ. του Φ., 45. Π. Ν. του Α., 46. Π. Ο. του Σ., 47. Μ. Π. του Κ., 48. Γ. Π. - Π. του Λ., 49. Γ. Ρ. του Γ., 50. Σ. Σ. - Η. του Κ., 51.Β. Σ. του Β., 52. Α. Σ. του Ε., 53. Ε. Τ. του Θ., 54.Φ. Τ. του Β., 55. Β. Τ. του Χ., 56. Α. Τ. του Θ., 57. Μ. Τ. του Μ., 58. Α. Τ. του Η., 59. Ε. Τ. του Ι., 60. Ε. Σ. του Θ., μεταβληθέν από το αρχικό: Ε. Φ. του Θ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2023 βεβαίωση του Αστυνομικού Τμήματος Ζήρου Πρέβεζας, 61. Μ. Χ. του Ι., 62. Σ. Χ. του Χ., 63. Π. Χ. του Ε., εκ των οποίων οι με α/α κλήσης 17η , 19η , 20η , 21η και 22η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ'ου η κλήση-εφεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) της Αφροδίτης Καρούκη, Νομικής Συμβούλου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2010 αγωγή ενενήντα οκτώ προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, η οποία κατατέθηκε στο?Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 317/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους των εναγόντων, η 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι μεν ενάγοντες με την από 9-6-2016 αίτηση τους, το δε εναγόμενο με την από 24-5-2016 αίτησή του, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3598/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2020 αίτησή τους και τους από 9-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1492/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε και διακράτησε την υπόθεση προς συζήτηση ως προς τους αναφερόμενους στο διατακτικό αυτής αναιρεσείοντες. Την υπόθεση επανέφεραν οι τελευταίοι για περαιτέρω συζήτηση επί της ουσίας με την από 2-2-2024 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, οι οποίες ορίζουν ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης και στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα, της παρ. 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας, καθώς και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β', προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδ. β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 998/2024, 1014/2023, 1794/2022, 1196/2020, 87/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-2-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΚΛ 25/2024) κλήση των αναιρεσειόντων - εκκαλούντων - εναγόντων νόμιμα φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση, η από 3-2-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2938/2014) έφεση αυτών κατά της υπ' αριθ. 317/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-4-2010 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24434/703/2011) αγωγής, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 1076/2018 και 1492/2023 αποφάσεων του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν, για τους διαλαμβανομένους σ' αυτές και κατωτέρω αναφερόμενους λόγους, οι επί της ένδικης έφεσης εκδοθείσες υπ' αριθ. 5041/2015 και 3598/2020, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρατήθηκε δε η υπόθεση (με τη δεύτερη αναιρετική απόφαση) για ουσιαστική εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι 17η, 19η, 20η, 21η και 22η των καλούντων - εκκαλούντων, Ι. Ι., Μ. Κ. - Κ., Δ. Κ., Σ. Κ. και Σ. Κ., αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί καλούντες - εκκαλούντες εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη (ΑΜ ΔΣΑ 24801), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Εξάλλου, το καθ' ου - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τη νομική σύμβουλο του Κράτους Αφροδίτη Καρούκη (ΑΜ ΝΣΚ 247), η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ν. Κ., που προσκομίζουν οι παριστάμενοι καλούντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-2-2025), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του ως άνω δικηγόρου, ενεργούντος ως πληρεξουσίου των καλούντων (συνολικά 63), μεταξύ των οποίων και οι απολειπόμενες 17η, 19η, 20η, 21η και 22η τούτων.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι οι τελευταίες (όπως και οι λοιποί καλούντες), δυνάμει αντίστοιχων ιδιωτικών εγγράφων που φέρουν βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής τους από αρμόδια προς τούτο δημόσια ή δημοτική (κατά περίπτωση) αρχή, έχουν χορηγήσει στον δικηγόρο Παναγιώτη Καμπίτη την εντολή και πληρεξουσιότητα να τις εκπροσωπήσει κατά της συζήτηση της από 3-11-2020 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 8675/1028/2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3598/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην αρχική δικάσιμο της 11-1-2022 ή σε κάθε μετ' αναβολή ή μετά από κλήση δικάσιμο προς συζήτηση αυτής, καθώς και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείται προς ολοκλήρωση της ως άνω εντολής.
Κατά συνέπεια, εγκύρως επισπεύδεται από τους εκκαλούντες - ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι απολειπόμενες, η συζήτηση της υπόθεσης με την ένδικη από 2-2-2024 κλήση, συνακόλουθα δε, το καθ' ου - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, παραστάθηκε δε κατά τη συζήτηση χωρίς να καταθέσει προτάσεις, θεωρείται δικονομικώς απόν, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (ΑΠ 106/2021, 337/2016). Κατόπιν τούτου, λόγω της ερημοδικίας των 17ης, 19ης, 20ης, 21ης και 22ης των καλούντων - εκκαλούντων και του καθ' ου - εφεσιβλήτου, πρέπει ως προς αυτούς να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά, όμως, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, που κλητεύθηκε νόμιμα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1β', 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραδεκτά δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εφόσον αναιρέθηκε απόφαση Δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, εντός των διαγραφόμενων από τις ανωτέρω αναιρετικές αποφάσεις ορίων (άρθρα 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες (αρχικώς 98) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-4-2010 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24434/703/2011) αγωγή κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από το τελευταίο κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή για έκαστο εξ αυτών και ότι έκτοτε απασχολήθηκαν σ' αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες/καθαριστές σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα δεκάμηνης διάρκειας (από 1 Σεπτεμβρίου έως 30 Ιουνίου), συναφθείσες κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, τις οποίες το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι με αποφάσεις του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ακολούθως δε, στις 7-12-2006 και 10-1-2007 κατά περίπτωση, κατόπιν σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν αρχικά στο εισαγωγικό (18°) μισθολογικό κλιμάκιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3205/2003. Ζήτησαν δε, με βάση τις αρχές της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου (ρήτρα 4 σημείο 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και κατόπιν μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό (διατηρηθέντος του καταψηφιστικού αιτήματος μέχρι του ποσού των 12.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα), να επιδικαστούν σε έκαστο εξ αυτών τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές που ελάμβαναν οι αντίστοιχης ειδικότητας εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συνυπολογιζόμενου για το διάστημα μετά την κατάταξή τους, ως χρόνου προϋπηρεσίας, και του χρόνου απασχόλησης αυτών με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως μίσθωση έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους Ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων επεκτάθηκαν ακολούθως, με σχετικές ΚΥΑ, και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 317/2014 απόφασή του, αφού θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς δεκαπέντε (15) από τους ενάγοντες, οι οποίοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτής με σχετική στο ακροατήριο προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την ως άνω απόφαση πρακτικά, απέρριψε ως προς τους λοιπούς (98-15=83) ογδόντα τρεις ενάγοντες την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική). Οι τελευταίοι προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την από 3-2-2014 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, α) απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις απαιτήσεις που αφορούσαν διαφορές αποδοχών των ετών 2001, 2002 και 2003, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το εφεσίβλητο Δημόσιο ένστασης διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και μερική παραδοχή της προβληθείσας από τους εκκαλούντες, καθ' υποφορά με το δικόγραφο της έφεσης, αλλά και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, αντένστασης διακοπής της παραγραφής με τις επικαλούμενες τέσσερις αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθ. κατάθεσης 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009, αντίστοιχα, από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή τους, και β) έγινε δεκτή η αγωγή κατά τα λοιπά ως προς την κύρια βάση της και επιδικάστηκαν στους εκκαλούντες - ενάγοντες οι αιτηθείσες με την ένδικη αγωγή διαφορές αποδοχών των ετών 2004 έως 2008, πλην του κονδυλίου της ειδικής παροχής του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν α) η από 24-5-2016 αίτηση αναίρεσης εκ μέρους του εφεσιβλήτου - εναγομένου Δημοσίου και β) η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης εκ μέρους των 83 εκκαλούντων - εναγόντων, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία 1) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς επτά (7) από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), 2) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα - ενάγουσα Σ. Ζ. του Γ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), 3) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα Ε. Α. του Κ., που είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής, 4) απορρίφθηκε η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες - ενάγοντες, συνολικά (83-9=74) εβδομήντα τέσσερις, και 5) έγινε δεκτή η από 24-5-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Δημοσίου για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένους σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 3320/2005, και αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη μόνον ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, ήτοι για τα έτη 2004, 2005 και 2006, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, προς περαιτέρω εκδίκαση. Ακολούθως, με κλήση των εναπομεινάντων εβδομήντα τεσσάρων (74) εναγόντων και της ήδη αποβιώσασας, όπως προελέχθη, Ε. Α. του Κ., η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την υπ' αριθ. 3598/2020 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-2-2014 έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη υπ' αριθ. 317/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική). Ήτοι το Εφετείο (ως δικαστήριο παραπομπής) επιλήφθηκε του συνόλου της υπόθεσης, ενώ όσον αφορά α) τα έτη 2001, 2002 και 2003, β) το διάστημα μετά την κατάταξη των εναγόντων, ήτοι τα έτη 2007 και 2008, και γ) το κονδύλιο των 176 ευρώ, υπήρχε δεδικασμένο, που απέρρεε από την υπ' αριθ. 5041/2015 εφετειακή απόφαση, μετά την απόρριψη των λόγων αναίρεσης που αφορούσαν τα ως άνω κεφάλαια, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της υπ' αριθ. 1076/2018 αναιρετικής απόφασης. Κατά της ως άνω υπ' αριθ. 3598/2020 απόφασης του Εφετείου ασκήθηκαν η από 3-11-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 9-12-2022 πρόσθετοι λόγοι εκ μέρους των προαναφερόμενων 74 εναγόντων και της ήδη αποβιώσασας Ε. Α., εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 1492/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς ένδεκα (11) από τους αναιρεσείοντες (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), β) απορρίφθηκαν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι ως προς την Ε. Α. και γ) αναιρέθηκε η απόφαση στο σύνολό της κατά τα λοιπά. Ειδικότερα: 1) Έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Δικαστήριο της παραπομπής, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, παραβίασε το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 5041/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα (έτη 2007 και 2008), ως προς τις οποίες η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την ως άνω εφετειακή απόφαση, η οποία κατά το κεφάλαιο τούτο δεν αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και συνεπώς είχε καταστεί αμετάκλητη ως προς αυτό και παρήγαγε δεδικασμένο, ενώ αντιθέτως αναιρέθηκε ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και δη για τα έτη 2004, 2005 και 2006, το οποίο κεφάλαιο, και μόνον αυτό, παραπέμφθηκε στο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση. 2) Επίσης, έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής σ' αυτό της υπόθεσης ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και δη για τα έτη 2004, 2005 και 2006, δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, παρότι ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφασή του έκρινε ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και ως προς τον χρόνο υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, ότι έχει διανυθεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιλύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο νομικό ζήτημα και συγκεκριμένα το ζήτημα της νομικής βασιμότητας των αιτημάτων της ένδικης αγωγής για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και δεσμεύοντας το Δικαστήριο της παραπομπής ως προς αυτό. Ι) Με το άρθρο 1 του Ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48) ορίζεται ότι: "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση, Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης". Εξάλλου, με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την υπ' αριθ. οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ., με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίστηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από τον βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ. Με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερόμενη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού.
Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθρο 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β..., γ..., δ..., ε..., στ..., ζ..., η..., θ..., ι. ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθρο 20 εδ. α' του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ. του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια, και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 15 παρ. 1 περ. ι' του Ν. 3205/2003 σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηριστεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ. 4 εδ. β' Ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγούμενης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022, 672/2018, 86/2016, 398/2015, 866/2015, 942/2015). Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση είτε με την προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους, στην οποία αυτοί εντάχθηκαν, δικαιούνται μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής. Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ., και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίστηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ.), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου. Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές, που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022, 672/2018).
ΙΙ) Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού - Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ίσχυε μέχρι 31-12-2014 (ήδη άρθρο 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014, που ισχύει, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του νόμου αυτού, από 1-1-2015), ορίζει ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και, κατ' επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις, ως εκ τούτου δε, κατισχύει της γενικής ρύθμισης του άρθρου 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995, που ορίζει ότι με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 224/2024, 399/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995 (ήδη άρθρο 143 περ. α' του Ν. 4270/2014), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. Το άρθρο δε 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) όριζε ότι: "1. Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Το ίδιο άρθρο (261 ΑΚ), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 και ισχύει από 20-3-2013, ορίζει ότι: "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του ως άνω αντικατασταθέντος άρθρου 261 ΑΚ δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλον τρόπο (ΑΠ 224/2024, 717/2021, 472/2021, 1233/2019, 361/2019). Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνη του άρθρου 92 του Ν. 2362/1995 (ήδη 142 του Ν. 4270/2014), σύμφωνα με το οποίο "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδισθεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής", συνάγεται ότι, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράστηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοστούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνο στις περιπτώσεις που ο Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει με τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 ΑΚ, οι οποίες είναι οι μοναδικές από τις περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται (ΑΠ 224/2024, 399/2021). Συνακόλουθα, η νέα διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ, που προβλέπει μια ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής και δεν περιλαμβάνεται, ως λόγος αναστολής της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, στην ανωτέρω ειδική διάταξη του άρθρου 92 του Ν. 2362/1995 (ήδη 142 του Ν. 4270/2014), δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αξίωσης με αγωγή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Εξάλλου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ (όπως ισχύει από 20-3-2013), δεν τροποποίησε ούτε κατήργησε την ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του Ν. 2362/1995 (ήδη 143 περ. α' του Ν. 4270/2014) για τη διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και την εκ νέου έναρξη αυτής από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, η οποία δεν περιλαμβάνει τέτοια περίπτωση (εκ νέου έναρξη της παραγραφής που διακόπηκε με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης) και κατισχύει, ως ειδική, κάθε γενικότερης διάταξης. Αντίθετα, και οι μεταγενέστερες (του υπό τη νέα μορφή άρθρου 261 ΑΚ) διατάξεις των άρθρων 142 και 143 περ. α' του Ν. 4270/2014, έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τις καταργηθείσες από 1-1-2015 ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 92 και 93 περ. α' του Ν. 2362/1995 και οι ρυθμίσεις τους, κατά σαφή νομοθετική βούληση, ισχύουν, ως ειδικές, για τη διακοπή και αναστολή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Στις διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και του Αστικού Κώδικα, περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ. (ΑΠ 830/2023, 1241/2018). Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί, δηλαδή, και η κατάθεση κλήσης για ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση και μάλιστα χωρίς να απαιτείται και επίδοση αυτής (ΑΠ 830/2023, 831/2023, 792/2021, 1683/1984), καθώς και ο ορισμός δικασίμου, αφού με αυτές συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης (ΑΠ 830/2023, 656/2022).
Περαιτέρω, από την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενική δικονομική αρχή, ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειας αυτών, συνάγεται ότι η ματαίωση της συζήτησης, ως διαδικαστική πράξη, ρυθμίζεται και διέπεται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειας αυτής (ΑΠ 830/2023, 831/2023, 23/2022, 1175/2019, 1140/2018), σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 είχε προστεθεί με την παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 2145/1993 και ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 102 παρ. 4 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013), ήτοι όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (που ανάγεται στα έτη 2007, 2008 και 2010 και αφορά τις ασκηθείσες από τους ενάγοντες προγενέστερες αγωγές προς διακοπή της διετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, από τα δικόγραφα των οποίων αυτοί παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή τους), "Η για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου ή των διαδίκων". Τέλος, η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 94 εδ. δ' του Ν. 2362/1995 (ήδη άρθρο 144 εδ. δ' του Ν. 4270/2014), σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής, που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 224/2024, 494/2022, 1233/2019, 666/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι (παριστάμενοι) εκκαλούντες - ενάγοντες παραπονούνται κατά της υπ' αριθ. 317/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης από 3-2-2014 έφεσης, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων που αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη της παρούσας, ζητούν δε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, ειδικώς μνημονευόμενα κατωτέρω ή μη, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους οι (παριστάμενοι) εκκαλούντες, είτε για άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μάρτυρες δεν εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των υπ' αριθ. ...-2006 και ...-2007 αποφάσεων του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων οι ως άνω εκκαλούντες κατατάχθηκαν, ως καθαριστές/καθαρίστριες μειωμένης απασχόλησης, σε κενές οργανικές θέσεις προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κλάδου Υ.Ε., συσταθείσες στη Διεύθυνση Διοικητικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 164/2004, να καλυφθούν οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Έως την κατά τα ανωτέρω κατάταξή τους, η οποία έλαβε χώρα στις 7-12-2006 και 10-1-2007 κατά περίπτωση, οι εκκαλούντες παρείχαν στο εφεσίβλητο Δημόσιο τις υπηρεσίες τους, ως καθαριστές/ καθαρίστριες σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου δεκάμηνης διάρκειας, από 1 Σεπτεμβρίου έως 30 Ιουνίου, οι οποίες είχαν συναφθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, ακολούθως δε, με σχετικές αποφάσεις του ΑΣΕΠ αναγνωρίστηκε ότι οι συμβάσεις αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη, για το διάστημα πριν την κατάταξή τους, ειδικότερα δε για τα έτη 2004, 2005 και 2006 (εφόσον για τα έτη 2001, 2002 και 2003 έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως, όπως προελέχθη, ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), οι εκκαλούντες δικαιούνται επιδόματα εορτών και αδείας. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. ΙΙ μείζονα σκέψη, πρέπει να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο το ζήτημα της τυχόν (διετούς) παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των ετών 2004, 2005 και 2006, καθώς και η προβληθείσα από τους (παρισταμένους) εκκαλούντες, καθ' υποφορά με την υπό κρίση έφεση, αλλά και με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις τους, αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ως άνω αξιώσεών τους με προγενέστερες αγωγές, από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή τους. Από τα ως άνω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες έγγραφα προκύπτουν, σε σχέση με το επίμαχο ζήτημα, τα εξής: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν τέσσερις αγωγές, με ενάγοντες σε εκάστη εξ αυτών, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί στη συνέχεια, ορισμένους από τους νυν εκκαλούντες - ενάγοντες και έτερα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, οι οποίες (αγωγές) στρέφονταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, είχαν την ίδια ιστορική και νομική βάση με την ένδικη αγωγή και με αυτές ζητείτο η επιδίκαση διαφορών αποδοχών που αφορούσαν, κατά περίπτωση, τα έτη 2000 έως 2008. Ειδικότερα, ασκήθηκαν: Α) Η υπ' αριθ. κατάθεσης 2562/2005 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 29-12-2005, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 2-11-2006, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2007, κατά την οποία ματαιώθηκε. Επανήλθε προς συζήτηση με κλήση που κατατέθηκε στις 17-10-2007 και επιδόθηκε στις 19-10-2007. Ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 10-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-3-2009, κατά την οποία δεν εκφωνήθηκε λόγω μη εγγραφής στο πινάκιο. Η εν λόγω αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών των ετών 2000 έως και 2005. Β) Η υπ' αριθ. κατάθεσης 2563/2005 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 29-12-2005, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 6-11-2006, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 26-4-2007, κατά την οποία ματαιώθηκε. Επανήλθε προς συζήτηση με κλήση που κατατέθηκε στις 17-10-2007 και επιδόθηκε στις 19-10-2007. Ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 9-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-3-2009, κατά την οποία δεν εκφωνήθηκε λόγω μη εγγραφής στο πινάκιο. Η εν λόγω αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών των ετών 2000 έως και 2005. Γ) Η υπ' αριθ. κατάθεσης 2856/2007 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 27-12-2007, ορίστηκε δε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 3-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η εν λόγω αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών των ετών 2002 έως και 2007. Δ) Η υπ' αριθ. κατάθεσης 494/2009 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 1-4-2009, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 3-12-2009, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10-11-2010, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η εν λόγω αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών των ετών 2001 έως και 2008. Τέλος, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 24-2-2011 με επίδοση του δικογράφου της στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (βλ. υπ' αριθ. ...-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. - Α. Ζ.). Διάδικοι σε εκάστη των ανωτέρω τεσσάρων αγωγών ήταν, μεταξύ άλλων, ορισμένοι από τους (παρισταμένους) νυν εκκαλούντες - ενάγοντες και συγκεκριμένα: α) Οι 12η, 31η, 32η και 58η των καλούντων, Χ. Γ., Μ. Κ., Α. Κ. και Α. Τ., αντίστοιχα, ήταν διάδικοι μόνο στις τρίτη και τέταρτη από τις ανωτέρω αγωγές, συνεπώς κατά τον χρόνο άσκησης της τρίτης αγωγής στις 27-12-2007 είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις των ετών 2004 και 2005, ενώ διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 2006, επακολούθησε δε η άσκηση της τέταρτης αγωγής την 1-4-2009, της οποίας η τελευταία διαδικαστική πράξη έλαβε χώρα στις 3-12-2009, και ακολούθησε η άσκηση της ένδικης αγωγής στις 24-2-2011, κατά τον χρόνο άσκησης της οποίας δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις του έτους 2006. β) Οι 3η, 7η, 15η, 18η, 24η, 26η, 28η, 33ος, 37η, 38η, 40ο, 45η, 51η, 52η και 61η των καλούντων, Ε. Α., Φ. Α., Μ. Ε., Κ. Κ., Μ. Κ., Β. Κ., Π. Κ. - Μ., Ν. Κ., Β. Μ., Μ. Μ., Χ. Μ., Π. Ν., Β. Σ., Α. Σ. και Μ. Χ., αντίστοιχα, ήταν διάδικοι στις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη από τις ανωτέρω αγωγές. Με την πρώτη αγωγή διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2004 και 2005 στις 29-12-2005 και επακολούθησαν διαδικαστικές πράξεις στις 2-11-2006, 17-10-2007, 19-10-2007 και 10-6-2008. Με τη δεύτερη αγωγή διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2004 και 2005 στις 29-12-2005 και επακολούθησαν διαδικαστικές πράξεις στις 2-11-2006, 6-11-2006, 19-10-2007 και 9-6-2008. Η τέταρτη αγωγή ασκήθηκε την 1-4-2009 και με αυτή διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2004, 2005 και 2006, επακολούθησε δε μια διαδικαστική πράξη στις 3-12-2009. Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 24-2-2011.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο που ασκήθηκε δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις των ετών 2004, 2005 και 2006. γ) Οι 1η, 8η, 10η, 25η, 30η, 36η, 42η, 44η, 48η, 50η, 53η, 57η, 59η και 60η των καλούντων, Κ. Α., Ε. Β. - Ζ., Μ. Γ. - Τ., Τ. Κ., Ι. Κ. - Τ., Μ. Μ., Π. Μ., Μ. Μ., Γ. Π. - Π., Σ. Σ. - Η., Ε. Τ., Μ. Τ., Ε. Τ. και Ε. Φ., αντίστοιχα, ήταν διάδικοι μόνο στις πρώτη και τέταρτη από τις ανωτέρω αγωγές. Με την πρώτη διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2004 και 2005 στις 29-12-2005 και επακολούθησαν διαδικαστικές πράξεις στις 2-11-2006, 17-10-2007, 19-10-2007 και 10-6-2008. Η τέταρτη αγωγή ασκήθηκε την 1-4-2009 και με αυτή διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2004, 2005 και 2006, επακολούθησε δε μια διαδικαστική πράξη στις 3-12-2009. Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 24-2-2011.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο που ασκήθηκε δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις των ετών 2004, 2005 και 2006. δ) Οι 13η, 29η και 34η των καλούντων Μ. Γ., Κ. Κ. και Ε. Λ., αντίστοιχα, δεν ήταν διάδικοι σε καμία από τις προαναφερθείσες τέσσερις αγωγές που ασκήθηκαν προς διακοπή της παραγραφής, συνεπώς, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 24-2-2011, οι ασκηθείσες με αυτήν αξιώσεις των εν λόγω εναγουσών, που αφορούν τα έτη 2004, 2005 και 2006, είχαν παραγραφεί. ε) Όσον αφορά τους 2η, 4η, 5η, 6η, 9η, 11η, 14η, 16η, 23η, 27η, 35η, 39η, 41η, 43η, 46η, 47η, 49η, 54η, 55η, 56η, 62η και 63η καλούντες, ήταν διάδικοι στις πρώτη, τρίτη και τέταρτη από τις ανωτέρω αγωγές και οι αξιώσεις τους για τα έτη 2004, 2005 και 2006 δεν είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, λαμβανομένων υπόψη αφενός του χρόνου άσκησης των εν λόγω τριών αγωγών (29-12-2005, 27-12-2007 και 1-4-2009 αντίστοιχα) και αφετέρου του χρόνου διενέργειας της τελευταίας διαδικαστικής πράξης για εκάστη τούτων (10-6-2008, 27-12-2007 και 3-12-2009 αντίστοιχα), κατά τα προεκτεθέντα. Κατόπιν αυτών, οι παριστάμενοι εκκαλούντες, των οποίων οι απαιτήσεις για τα έτη 2004, 2005 και 2006 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, δικαιούνται τα ακόλουθα ποσά, για επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία (ποσά) δεν αμφισβητούνται ειδικώς από το εφεσίβλητο Δημόσιο: 1) Η πρώτη καλούσα - δεύτερη ενάγουσα Κ. Α., για το έτος 2004 τα ποσά των 175,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 175,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 351,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 185,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 185,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 371,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 189,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 189,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 379,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 2) Η δεύτερη καλούσα - τρίτη ενάγουσα Χ. Α., για το έτος 2004 τα ποσά των 210,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 210,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 421,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 216,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 216,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 432,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 227,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 227,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 455,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 3) Η τρίτη καλούσα - τέταρτη ενάγουσα Ε. Α. για το έτος 2004 τα ποσά των 160,83 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 160,83 ευρώ για επίδομα αδείας και των 321,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 164,83 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 164,83 ευρώ για επίδομα αδείας και των 329,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 173,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 173,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 346,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 4) Η τέταρτη καλούσα - πέμπτη ενάγουσα Α. Α. - Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 250,13 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 250,13 ευρώ για επίδομα αδείας και των 500,27 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 288,30 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 288,30 ευρώ για επίδομα αδείας και των 576,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 261,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 5) Η πέμπτη καλούσα - έκτη ενάγουσα Μ. Α., για το έτος 2004 τα ποσά των 125,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 125,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 250,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 131,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 131,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 263,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 134,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 134,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 269,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 6) Η έκτη καλούσα έβδομη - ενάγουσα Δ. Α. - Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 66,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 66,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 132,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 67,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 67,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 135,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 178,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 178,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 357,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 7) Η έβδομη καλούσα - δέκατη ενάγουσα Φ. Α. για το έτος 2004 τα ποσά των 289,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 289,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 579,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 306,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 306,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 612,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 313,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 313,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 626,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 8) Η όγδοη καλούσα - ενδέκατη ενάγουσα Ε. Β. -Ζ. για το έτος 2004 τα ποσά των 218,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 218,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 437,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 224,23 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 224,23 ευρώ για επίδομα αδείας και των 448,47 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 235,43 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 235,43 ευρώ για επίδομα αδείας και των 470,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 9) Η ένατη καλούσα - δωδέκατη ενάγουσα Λ. Β. για το έτος 2004 τα ποσά των 91,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 91,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 182,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 93,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 93,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 186,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων και για το έτος 2006 τα ποσά των 98,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 98,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 196,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 10). Η δέκατη καλούσα - δέκατη τρίτη ενάγουσα Μ. Γ. - Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 170,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 170,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 341,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 180,17 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 180,17 ευρώ για επίδομα αδείας και των 360,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 184,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 184,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 368,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 11) Η ενδεκάτη καλούσα - δέκατη πέμπτη ενάγουσα Σ. (Ι.) Γ. -Ν., για το έτος 2004 τα ποσά των 60,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 60,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 121,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 64,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 64,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 128,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 65,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 65,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 130,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 12) Η δωδέκατη καλούσα - δέκατη έκτη ενάγουσα Χ. Γ. για το έτος 2006 τα ποσά των 71,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 71,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 142,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 13) Η δέκατη τέταρτη καλούσα - δέκατη ένατη ενάγουσα Κ. Δ., για το έτος 2004 τα ποσά των 93,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 93,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 187,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 96,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 96,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 192,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 98,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 98,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 196,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 14) Η δέκατη πέμπτη καλούσα - εικοστή πρώτη ενάγουσα Μ. Ε., για το έτος 2004 τα ποσά των 91,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 91,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 182,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 96,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 96,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 192,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 98,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 98,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 196,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων.15) Η δέκατη έκτη καλούσα - εικοστή τέταρτη ενάγουσα Γ. Ζ., για το έτος 2004 τα ποσά των 66,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 66,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 132,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 69,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 69,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 139,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 71,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 171,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 142,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 16) Η δέκατη όγδοη καλούσα - εικοστή έβδομη ενάγουσα Κ. Κ. για το έτος 2004 τα ποσά των 144,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 144,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 289,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 185,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 185,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 371,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 195,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 195,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 391,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 17) Η εικοστή τρίτη καλούσα - τριακοστή πέμπτη ενάγουσα Α. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 125,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 125,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 250,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 128,13 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 128,13 ευρώ για επίδομα αδείας και των 256,27 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 134,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 134,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 269,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 18) Η εικοστή τέταρτη καλούσα - τριακοστή έβδομη ενάγουσα Μ. Κ. για το έτος 2004 τα ποσά των 193,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 193,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 386,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 203,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 203,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 407,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 208,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 208,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 416,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 19) Η εικοστή πέμπτη καλούσα - τριακοστή όγδοη ενάγουσα Τ. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 165,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 165,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 331,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 169,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 169,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 339,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 178,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 178,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 357,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 20) Η εικοστή έκτη καλούσα - τριακοστή ένατη ενάγουσα Β. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 108,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 108,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 217,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 111,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 111,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 222,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 117,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 117,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 234,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 21) Η εικοστή έβδομη καλούσα - τεσσαρακοστή δεύτερη ενάγουσα Σ. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 192,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 192,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 384,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 203,83 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 203,83 ευρώ για επίδομα αδείας και των 407,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 208,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 208,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 416,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 22) Η εικοστή όγδοη καλούσα - τεσσαρακοστή τρίτη ενάγουσα Π. Κ. - Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 265,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 265,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 530,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 271,47 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 271,47 ευρώ για επίδομα αδείας και των 542,93 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 285,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 285,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 571,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 23) Η τριακοστή καλούσα - τεσσαρακοστή έκτη ενάγουσα Ι. Κ. - Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 132,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 132,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 265,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 139,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 139,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 279,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 142,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 142,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 285,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 24) Η τριακοστή πρώτη καλούσα - τεσσαρακοστή έβδομη ενάγουσα Μ. Κ., για το έτος 2006 τα ποσά των 130,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 130,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 261,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 25) Η τριακοστή δεύτερη καλούσα - τεσσαρακοστή ένατη ενάγουσα Α. Κ., για το έτος 2006 τα ποσά των 34,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 69,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 26) Ο τριακοστός τρίτος καλών - πεντηκοστός ενάγων Ν. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 96,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 96,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 193,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 101,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 101,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 203,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 173,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 173,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 346,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 27) Η τριακοστή πέμπτη καλούσα - πεντηκοστή δεύτερη ενάγουσα Ε. Λ. - Σ., για το έτος 2004 τα ποσά των 34,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 68,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 34,97 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,97 ευρώ για επίδομα αδείας και των 69,93 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 36,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 36,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 73,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 28) Η τριακοστή έκτη καλούσα - πεντηκοστή τρίτη ενάγουσα Μ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 269,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 269,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 538,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 276,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 276,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 553,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 291,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 291,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 583,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 29) Η τριακοστή έβδομη καλούσα - πεντηκοστή τέταρτη ενάγουσα Β. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 289,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 289,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 579,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 297,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 297,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 594,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 313,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 311,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 626,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 30) Η τριακοστή όγδοη καλούσα - πεντηκοστή όγδοη ενάγουσα Μ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 111,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 111,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 233,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 114,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 114,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 229,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 121,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 121,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 242,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 31) Η τριακοστή ενάτη καλούσα - πεντηκοστή ένατη ενάγουσα Ε. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 212,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 212,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 425,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 224,23 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 224,23 ευρώ για επίδομα αδείας και των 448,47 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 228,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 228,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 457,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 32) Ο τεσσαρακοστός καλών - εξηκοστός δεύτερος ενάγων Χ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 132,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 132,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 265,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 139,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 139,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 279,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 142,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 142,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 285,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 33) Η τεσσαρακοστή πρώτη καλούσα - εξηκοστή τέταρτη ενάγουσα Θ. Μ. - Β., για το έτος 2004 τα ποσά των 68,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 68,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 136,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 69,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 69,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 139,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 73,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 73,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 147,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 34) Η τεσσαρακοστή δεύτερη καλούσα - εξηκοστή πέμπτη ενάγουσα Π. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 217,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 217,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 434,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 222,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 222,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 445,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 352,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 352,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 704,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 35) Η τεσσαρακοστή τρίτη καλούσα - εξηκοστή έκτη ενάγουσα Β. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 125,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 125,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 250,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 128,13 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 128,13 ευρώ για επίδομα αδείας και των 256,27 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 134,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 134,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 269,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 36) Η τεσσαρακοστή τέταρτη καλούσα - εξηκοστή έβδομη ενάγουσα Μ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 261,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 268,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 268,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 536,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 282,57 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 282,57 ευρώ για επίδομα αδείας και των 565,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 37) Η τεσσαρακοστή πέμπτη καλούσα - εξηκοστή ένατη ενάγουσα Π. Ν., για το έτος 2004 τα ποσά των 68,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 68,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 136,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 72,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 72,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 144,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 73,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 73,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 147,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 38) Η τεσσαρακοστή έκτη καλούσα - εβδομηκοστή τρίτη ενάγουσα Π. Ο., για το έτος 2004 τα ποσά των 182,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 182,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 364,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 256,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 256,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 512,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 261,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 39) Η τεσσαρακοστή έβδομη καλούσα - εβδομηκοστή τέταρτη ενάγουσα Μ. Π., για το έτος 2004 τα ποσά των 341,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 341,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 682,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 349,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 349,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 699,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 368,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 368,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 736,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 40) Η τεσσαρακοστή ογδόη καλούσα - εβδομηκοστή ένατη ενάγουσα Γ. Π. - Π., για το έτος 2004 τα ποσά των 306,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 306,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 613,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 314,70 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 314,70 ευρώ για επίδομα αδείας και των 629,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 368,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 368,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 736,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 41) Η τεσσαρακοστή ενάτη καλούσα - ογδοηκοστή ενάγουσα Γ. Ρ., για το έτος 2004 τα ποσά των 136,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 136,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 272,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 139,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 139,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 279,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 147,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 147,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 294,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 42) Η πεντηκοστή καλούσα - ογδοηκοστή πρώτη ενάγουσα Σ. Σ. - Η., για το έτος 2004 τα ποσά των 70,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 70,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 140,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 74,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 74,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 148,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 75,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 75,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 151,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 43) Η πεντηκοστή πρώτη καλούσα - ογδοηκοστή δεύτερη ενάγουσα Β. Σ., για το έτος 2004 τα ποσά των 105,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 105,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 210,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 111,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 111,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 222,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 189,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 189,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 379,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 44) Η πεντηκοστή δεύτερη καλούσα - ογδοηκοστή τρίτη ενάγουσα Α. Σ. για το έτος 2004 τα ποσά των 158,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 158,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 317,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 163,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 163,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 326,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 172,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 172,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 344,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 45) Η πεντηκοστή τρίτη καλούσα - ογδοηκοστή έκτη ενάγουσα Ε. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 257,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 257,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 514,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 271,47 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 271,47 ευρώ για επίδομα αδείας και των 542,93 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 277,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 277,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 554,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 46) Η πεντηκοστή τέταρτη καλούσα - ογδοηκοστή έβδομη ενάγουσα Φ. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 144,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 144,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 289,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 191,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 191,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 383,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 195,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 195,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 391,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 47) Η πεντηκοστή πέμπτη καλούσα - ογδοηκοστή όγδοη ενάγουσα Β. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 187,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 187,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 375,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 192,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 192,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 384,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 201,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 201,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 403,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 48) Η πεντηκοστή έκτη καλούσα - ενενηκοστή ενάγουσα Α. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 281,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 281,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 562,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 360,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 360,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 720,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 379,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 379,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 758,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 49) Η πεντηκοστή εβδόμη καλούσα - ενενηκοστή πρώτη ενάγουσα Μ. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 253,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 253,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 506,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 268,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 268,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 536,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 273,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 273,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 547,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 50) Η πεντηκοστή ογδόη καλούσα - ενενηκοστή δεύτερη ενάγουσα Α. Τ., για το έτος 2006 τα ποσά των 201,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 201,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 403,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 51) Η πεντηκοστή ενάτη καλούσα - ενενηκοστή τρίτη ενάγουσα Ε. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 306,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 306,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 613,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 324,30 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 334,30 ευρώ για επίδομα αδείας και των 648,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 331,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 331,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 662,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 52) Η εξηκοστή καλούσα - ενενηκοστή τέταρτη ενάγουσα Ε. Φ., για το έτος 2004 τα ποσά των 32,17 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 32,17 ευρώ για επίδομα αδείας και των 64,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 33,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 33,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 67,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 34,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 69,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 53) Η εξηκοστή πρώτη καλούσα - ενενηκοστή πέμπτη ενάγουσα Μ. Χ. για το έτος 2004 τα ποσά των 243,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 243,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 486,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 256,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 256,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 512,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 261,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 54) Η εξηκοστή δεύτερη καλούσα-ενενηκοστή έκτη ενάγουσα Σ. Χ., για το έτος 2004 τα ποσά των 253,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 253,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 506,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 259,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 259,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 519,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 273,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 273,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 547,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 55) Η εξηκοστή τρίτη καλούσα - ενενηκοστή έβδομη ενάγουσα Π. Χ., για το έτος 2004 τα ποσά των 128,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 128,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 257,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 131,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 131,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 263,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 138,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 138,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 277,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των (παρισταμένων) εκκαλούντων - εναγόντων για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2004, 2005 και 2006, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη της παρούσας, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί ως προς το σχετικό με τις εν λόγω αξιώσεις σκέλος της, γενομένης δεκτής, αντίστοιχα, της υπό κρίση έφεσης ως βάσιμης κατ' ουσίαν, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο κατά την ίδια έκτασή της και δικαστεί κατ' ουσίαν (άρθρα 535 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει Α) να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους εκκαλούντες - ενάγοντες των οποίων οι απαιτήσεις για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2004, 2005 και 2006 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο - εναγόμενο Δημόσιο να τους καταβάλει, για την ανωτέρω αιτία, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης ποσά με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής (άρθρο 21 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944) έως 30-4-2019 και με το επιτόκιο της παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α' 65/24-4-2019) από 1-5-2019 έως την εξόφληση και Β) να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους εκκαλούντες - ενάγοντες των οποίων οι απαιτήσεις για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2004, 2005 και 2006 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού έχουν συμψηφιστεί κατ' άρθρο 179 περ. β' ΚΠολΔ) πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 22 παρ. 2 περ. β' του Ν. 3693/1957). Τέλος, δεν θα οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του ερημοδικαζόμενου Δημοσίου, καθόσον τούτο απαλλάσσεται από την καταβολή του (άρθρο 19 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου").
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση της από 3-2-2014 έφεσης ως προς τις 17η, 19η, 20η, 21η και 22η των καλούντων (24η, 26η, 27η, 28η και 29η των εκκαλούντων), Ι. Ι., Μ. Κ. - Κ., Δ. Κ., Σ. Κ. και Σ. Κ., αντίστοιχα.
Δικάζει κατά τα λοιπά ερήμην του εφεσιβλήτου Δημοσίου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Δέχεται ως προς αυτούς τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 317/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Δικάζει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο τούτο.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους 13η, 29η και 34η των καλούντων (16η, 40η και 46η των εκκαλούντων), Μ. Γ., Κ. Κ. και Ε. Λ., αντίστοιχα.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς καλούντες - εκκαλούντες - ενάγοντες.
Υποχρεώνει το καθ' ου - εφεσίβλητο Δημόσιο να καταβάλει σ' αυτούς τα ακόλουθα ποσά με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής έως 30-4-2019 και με το επιτόκιο της παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 από 1-5-2019 έως την εξόφληση: 1) Στην πρώτη καλούσα - δεύτερη ενάγουσα Κ. Α., για το έτος 2004 τα ποσά των 175,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 175,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 351,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 185,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 185,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 371,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 189,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 189,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 379,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 2) Στη δεύτερη καλούσα - τρίτη ενάγουσα Χ. Α., για το έτος 2004 τα ποσά των 210,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 210,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 421,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 216,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 216,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 432,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 227,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 227,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 455,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 3) Στην τρίτη καλούσα-τέταρτη ενάγουσα Ε. Α. για το έτος 2004 τα ποσά των 160,83 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 160,83 ευρώ για επίδομα αδείας και των 321,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 164,83 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 164,83 ευρώ για επίδομα αδείας και των 329,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 173,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 173,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 346,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 4) Στην τέταρτη καλούσα - πέμπτη ενάγουσα Α. Α. - Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 250,13 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 250,13 ευρώ για επίδομα αδείας και των 500,27 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 288,30 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 288,30 ευρώ για επίδομα αδείας και των 576,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 261,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 5) Στην πέμπτη καλούσα - έκτη ενάγουσα Μ. Α., για το έτος 2004 τα ποσά των 125,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 125,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 250,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 131,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 131,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 263,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 134,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 134,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 269,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 6) Στην έκτη καλούσα έβδομη - ενάγουσα Δ. Α. - Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 66,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 66,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 132,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 67,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 67,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 135,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 178,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 178,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 357,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 7) Στην έβδομη καλούσα - δέκατη ενάγουσα Φ. Α. για το έτος 2004 τα ποσά των 289,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 289,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 579,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 306,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 306,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 612,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 313,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 313,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 626,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 8) Στην όγδοη καλούσα - ενδέκατη ενάγουσα Ε. Β. - Ζ. για το έτος 2004 τα ποσά των 218,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 218,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 437,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 224,23 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 224,23 ευρώ για επίδομα αδείας και των 448,47 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 235,43 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 235,43 ευρώ για επίδομα αδείας και των 470,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 9) Στην ένατη καλούσα - δωδέκατη ενάγουσα Λ. Β. για το έτος 2004 τα ποσά των 91,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 91,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 182,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 93,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 93,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 186,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων και για το έτος 2006 τα ποσά των 98,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 98,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 196,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 10) Στη δέκατη καλούσα - δέκατη τρίτη ενάγουσα Μ. Γ. - Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 170,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 170,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 341,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 180,17 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 180,17 ευρώ για επίδομα αδείας και των 360,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 184,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 184,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 368,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 11) Στην ενδεκάτη καλούσα-δέκατη πέμπτη ενάγουσα Σ. (Ι.) Γ. - Ν., για το έτος 2004 τα ποσά των 60,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 60,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 121,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 64,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 64,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 128,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 65,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 65,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 130,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 12) Στη δωδέκατη καλούσα - δέκατη έκτη ενάγουσα Χ. Γ., για το έτος 2006 τα ποσά των 71,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 71,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 142,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 13) Στη δέκατη τέταρτη καλούσα - δέκατη ένατη ενάγουσα Κ. Δ., για το έτος 2004 τα ποσά των 93,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 93,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 187,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 96,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 96,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 192,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 98,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 98,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 196,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 14) Στη δέκατη πέμπτη καλούσα - εικοστή πρώτη ενάγουσα Μ. Ε., για το έτος 2004 τα ποσά των 91,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 91,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 182,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 96,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 96,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 192,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 98,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 98,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 196,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 15) Στη δέκατη έκτη καλούσα - εικοστή τέταρτη ενάγουσα Γ. Ζ., για το έτος 2004 τα ποσά των 66,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 66,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 132,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 69,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 69,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 139,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 71,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 171,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 142,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 16) Στη δέκατη όγδοη καλούσα - εικοστή έβδομη ενάγουσα Κ. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 144,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 144,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 289,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 185,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 185,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 371,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 195,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 195,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 391,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 17) Στην εικοστή τρίτη καλούσα - τριακοστή πέμπτη ενάγουσα Α. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 125,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 125,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 250,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 128,13 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 128,13 ευρώ για επίδομα αδείας και των 256,27 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 134,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 134,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 269,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 18) Στην εικοστή τέταρτη καλούσα - τριακοστή έβδομη ενάγουσα Μ. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 193,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 193,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 386,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 203,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 203,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 407,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 208,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 208,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 416,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 19) Στην εικοστή πέμπτη καλούσα - τριακοστή όγδοη ενάγουσα Τ. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 165,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 165,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 331,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 169,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 169,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 339,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 178,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 178,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 357,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 20) Στην εικοστή έκτη καλούσα - τριακοστή ένατη ενάγουσα Β. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 108,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 108,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 217,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 111,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 111,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 222,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 117,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 117,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 234,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 21) Στην εικοστή έβδομη καλούσα - τεσσαρακοστή δεύτερη ενάγουσα Σ. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 192,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 192,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 384,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 203,83 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 203,83 ευρώ για επίδομα αδείας και των 407,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 208,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 208,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 416,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 22) Στην εικοστή όγδοη καλούσα - τεσσαρακοστή τρίτη ενάγουσα Π. Κ. - Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 265,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 265,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 530,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 271,47 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 271,47 ευρώ για επίδομα αδείας και των 542,93 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 285,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 285,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 571,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 23) Στην τριακοστή καλούσα - τεσσαρακοστή έκτη ενάγουσα Ι. Κ. - Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 132,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 132,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 265,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 139,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 139,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 279,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 142,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 142,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 285,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 24) Στην τριακοστή πρώτη καλούσα - τεσσαρακοστή έβδομη ενάγουσα Μ. Κ., για το έτος 2006 τα ποσά των 130,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 130,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 261,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 25) Στην τριακοστή δεύτερη καλούσα - τεσσαρακοστή ένατη ενάγουσα Α. Κ., για το έτος 2006 τα ποσά των 34,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 69,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 26) Στον τριακοστό τρίτο καλούντα - πεντηκοστό ενάγοντα Ν. Κ., για το έτος 2004 τα ποσά των 96,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 96,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 193,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 101,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 101,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 203,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 173,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 173,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 346,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 27) Στην τριακοστή πέμπτη καλούσα - πεντηκοστή δεύτερη ενάγουσα Ε. Λ. - Σ., για το έτος 2004 τα ποσά των 34,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 68,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 34,97 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,97 ευρώ για επίδομα αδείας και των 69,93 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 36,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 36,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 73,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 28) Στην τριακοστή έκτη καλούσα - πεντηκοστή τρίτη ενάγουσα Μ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 269,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 269,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 538,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 276,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 276,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 553,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 291,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 291,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 583,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 29) Στην τριακοστή έβδομη καλούσα - πεντηκοστή τέταρτη ενάγουσα Β. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 289,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 289,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 579,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 297,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 297,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 594,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 313,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 311,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 626,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 30) Στην τριακοστή όγδοη καλούσα - πεντηκοστή όγδοη ενάγουσα Μ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 111,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 111,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 233,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 114,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 114,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 229,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 121,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 121,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 242,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 31) Στην τριακοστή ενάτη καλούσα - πεντηκοστή ένατη ενάγουσα Ε. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 212,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 212,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 425,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 224,23 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 224,23 ευρώ για επίδομα αδείας και των 448,47 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 228,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 228,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 457,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 32) Στον τεσσαρακοστό καλούντα - εξηκοστό δεύτερο ενάγοντα Χ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 132,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 132,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 265,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 139,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 139,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 279,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 142,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 142,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 285,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 33) Στην τεσσαρακοστή πρώτη καλούσα - εξηκοστή τέταρτη ενάγουσα Θ. Μ. -Β., για το έτος 2004 τα ποσά των 68,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 68,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 136,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 69,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 69,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 139,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 73,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 73,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 147,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 34) Στην τεσσαρακοστή δεύτερη καλούσα - εξηκοστή πέμπτη ενάγουσα Π. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 217,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 217,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 434,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 222,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 222,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 445,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 352,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 352,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 704,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 35) Στην τεσσαρακοστή τρίτη καλούσα - εξηκοστή έκτη ενάγουσα Β. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 125,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 125,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 250,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 128,13 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 128,13 ευρώ για επίδομα αδείας και των 256,27 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 134,53 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 134,53 ευρώ για επίδομα αδείας και των 269,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 36) Στην τεσσαρακοστή τέταρτη καλούσα - εξηκοστή έβδομη ενάγουσα Μ. Μ., για το έτος 2004 τα ποσά των 261,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 268,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 268,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 536,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 282,57 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 282,57 ευρώ για επίδομα αδείας και των 565,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 37) Στην τεσσαρακοστή πέμπτη καλούσα - εξηκοστή ένατη ενάγουσα Π. Ν., για το έτος 2004 τα ποσά των 68,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 68,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 136,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 72,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 72,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 144,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 73,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 73,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 147,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 38) Στην τεσσαρακοστή έκτη καλούσα - εβδομηκοστή τρίτη ενάγουσα Π. Ο., για το έτος 2004 τα ποσά των 182,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 182,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 364,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 256,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 256,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 512,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 261,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 39) Στην τεσσαρακοστή έβδομη καλούσα - εβδομηκοστή τέταρτη ενάγουσα Μ. Π., για το έτος 2004 τα ποσά των 341,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 341,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 682,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 349,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 349,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 699,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 368,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 368,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 736,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 40) Στη τεσσαρακοστή ογδόη καλούσα - εβδομηκοστή ένατη ενάγουσα Γ. Π. - Π., για το έτος 2004 τα ποσά των 306,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 306,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 613,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 314,70 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 314,70 ευρώ για επίδομα αδείας και των 629,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 368,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 368,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 736,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 41) Στην τεσσαρακοστή ενάτη καλούσα - ογδοηκοστή ενάγουσα Γ. Ρ., για το έτος 2004 τα ποσά των 136,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 136,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 272,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 139,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 139,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 279,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 147,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 147,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 294,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 42) Στην πεντηκοστή καλούσα - ογδοηκοστή πρώτη ενάγουσα Σ. Σ. - Η., για το έτος 2004 τα ποσά των 70,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 70,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 140,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 74,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 74,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 148,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 75,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 75,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 151,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 43) Στην πεντηκοστή πρώτη καλούσα - ογδοηκοστή δεύτερη ενάγουσα Β. Σ., για το έτος 2004 τα ποσά των 105,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 105,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 210,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 111,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 111,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 222,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 189,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 189,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 379,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 44) Στην πεντηκοστή δεύτερη καλούσα - ογδοηκοστή τρίτη ενάγουσα Α. Σ., για το έτος 2004 τα ποσά των 158,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 158,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 317,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 163,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 163,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 326,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 172,00 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 172,00 ευρώ για επίδομα αδείας και των 344,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 45) Στην πεντηκοστή τρίτη καλούσα - ογδοηκοστή έκτη ενάγουσα Ε. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 257,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 257,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 514,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 271,47 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 271,47 ευρώ για επίδομα αδείας και των 542,93 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 277,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 277,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 554,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 46) Στην πεντηκοστή τέταρτη καλούσα - ογδοηκοστή έβδομη ενάγουσα Φ. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 144,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 144,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 289,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 191,50 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 191,50 ευρώ για επίδομα αδείας και των 383,00 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 195,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 195,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 391,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 47) Στην πεντηκοστή πέμπτη καλούσα - ογδοηκοστή όγδοη ενάγουσα Β. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 187,60 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 187,60 ευρώ για επίδομα αδείας και των 375,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 192,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 192,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 384,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 201,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 201,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 403,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 48) Στην πεντηκοστή έκτη καλούσα - ενενηκοστή ενάγουσα Α. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 281,07 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 281,07 ευρώ για επίδομα αδείας και των 562,13 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 360,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 360,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 720,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 379,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 379,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 758,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 49) Στην πεντηκοστή εβδόμη καλούσα - ενενηκοστή πρώτη ενάγουσα Μ. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 253,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 253,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 506,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 268,10 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 268,10 ευρώ για επίδομα αδείας και των 536,20 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 273,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 273,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 547,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 50) Στην πεντηκοστή ογδόη καλούσα - ενενηκοστή δεύτερη ενάγουσα Α. Τ., για το έτος 2006 τα ποσά των 201,80 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 201,80 ευρώ για επίδομα αδείας και των 403,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 51) Στην πεντηκοστή ενάτη καλούσα - ενενηκοστή τρίτη ενάγουσα Ε. Τ., για το έτος 2004 τα ποσά των 306,90 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 306,90 ευρώ για επίδομα αδείας και των 613,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 324,30 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 334,30 ευρώ για επίδομα αδείας και των 648,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 331,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 331,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 662,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 52) Στην εξηκοστή καλούσα - ενενηκοστή τέταρτη ενάγουσα Ε. Φ., για το έτος 2004 τα ποσά των 32,17 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 32,17 ευρώ για επίδομα αδείας και των 64,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 33,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 33,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 67,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 34,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 34,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 69,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 53) Στην εξηκοστή πρώτη καλούσα - ενενηκοστή πέμπτη ενάγουσα Μ. Χ., για το έτος 2004 τα ποσά των 243,20 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 243,20 ευρώ για επίδομα αδείας και των 486,40 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 256,27 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 256,27 ευρώ για επίδομα αδείας και των 512,53 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 261,33 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 261,33 ευρώ για επίδομα αδείας και των 522,67 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 54) Στην εξηκοστή δεύτερη καλούσα - ενενηκοστή έκτη ενάγουσα, Σ. Χ., για το έτος 2004 τα ποσά των 253,40 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 253,40 ευρώ για επίδομα αδείας και των 506,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 259,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 259,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 519,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 273,93 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 273,93 ευρώ για επίδομα αδείας και των 547,87 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. 55) Στην εξηκοστή τρίτη καλούσα - ενενηκοστή έβδομη ενάγουσα Π. Χ., για το έτος 2004 τα ποσά των 128,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 128,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 257,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2005 τα ποσά των 131,87 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 131,87 ευρώ για επίδομα αδείας και των 263,73 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, για το έτος 2006 τα ποσά των 138,67 ευρώ για δώρο Πάσχα, των 138,67 ευρώ για επίδομα αδείας και των 277,33 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ