Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1048 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1048/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας ... με διακριτικό τίτλο ... , που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως συνδίκου πτώχευσης της ... αφού ανακάλεσε την από 22-11-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... με διακριτικό τίτλο ... , που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... Ε.Ο. Σπάρτης - Γυθείου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2897/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 769 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Δηλαδή, ως προς την παθητική νομιμοποίηση, η άνω διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 762 του ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της εφέσεως κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και, συνεπώς, η διάταξη αυτή, η οποία διαφέρει κατά τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως του άρθρου 517 εδ. α' του ΚΠολΔ και θεσπίσθηκε, ενόψει και του χαρακτήρα των θεμάτων που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (τα οποία αφορούν ως επί το πλείστον στη δημόσια τάξη και είναι απαραίτητο να επιλύονται οριστικώς έναντι πάντων των ενδιαφερομένων διαδίκων) και που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους", εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναιρέσεως κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία αυτή (ΟλΑΠ 6/1999 ΑΠ 1561/2022). Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων των άρθρων 762 και 769 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι επί αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, το ένδικο μέσο που ασκεί ένας από τους περισσότερους που έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, επομένως και η αναίρεση κατά μιας τέτοιας αποφάσεως, πρέπει να απευθύνεται κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου που είχε λάβει μέρος ως αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ σε όλους τους άλλους που μετείχαν στην εν λόγω δίκη, αδιαφόρως της ιδιότητάς τους ως ομοδίκων ή αντιδίκων του αναιρεσείοντος, ακόμη και εκείνων που δεν εμφανίσθηκαν και δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, κατά το άρθρο 754 του ΚΠολΔ και έχουν δικαίωμα να κληθούν στη συζήτηση, η αναίρεση πρέπει απλώς να κοινοποιείται με κλήση προς συζήτηση (ΑΠ 180/2022, ΑΠ 457/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α' του ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που εκδίδεται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, ενώ η διάταξη αυτή του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη αλλά και τους διαδίκους που έλαβαν μέρος σε αυτήν και κατά των οποίων δεν στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως (ΟλΑΠ 6/1999, ΑΠ 757/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΠτωχΚ "Η ανακλητική αγωγή (την οποία κατά την παρ. 1 ασκεί ο σύνδικος) απευθύνεται κατ' εκείνου ή εκείνων που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη, καθώς και κατά των κληρονόμων ή άλλων καθολικών διαδόχων τους ή του κακόπιστου ειδικού διαδόχου.". Ως τέτοια πρόσωπα, με τη φράση "κατ' εκείνου ή εκείνων", ο νόμος εννοεί τον αντισυμβαλλόμενο του οφειλέτη ή γενικώς τον τρίτο, ο οποίος συμμετείχε στην ανακλητέα πράξη. Τούτο σημαίνει ότι η ανακλητική αγωγή στρέφεται κατά του αντισυμβαλλομένου του οφειλέτη, αν η ανακλητέα πράξη είναι σύμβαση, ενώ αν πρόκειται για άλλου είδους πράξη (όπως οιονεί δικαιοπραξία, μονομερής δικαιοπραξία ή υλική πράξη), παθητικώς νομιμοποιούμενος είναι αυτός, στον οποίο περιήλθε η σχετική δήλωση βουλήσεως ή ήταν ο δέκτης της παροχής ή της πράξεως (καταβολής). Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η ως άνω ανακλητική αγωγή δεν είναι απαραίτητο, κατ' αρχήν, να απευθύνεται, εκτός από τον τρίτο, και κατά του οφειλέτη, δηλαδή και κατά του πτωχού, διότι αυτός έχει δικαίωμα πρόσθετης παρεμβάσεως στη σχετική δίκη την οποία διεξάγει ο σύνδικος (άρθρο 17 παρ. 4 εδ. γ' του ΠΤωχΚ, ΑΠ 164/2021), επιβάλλεται, όμως, να διατάσσεται η κλήτευσή του, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ (η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα κατά το άρθρο 760 εδ. α' του ΚΠολΔ) ή να προσεπικαλείται στη δίκη, κατά τη διάταξη του άρθρου 753 του ΚΠολΔ, διότι η δίκη τον αφορά, αφού ο σύνδικος εκπροσωπεί κατ' ουσίαν τα συμφέροντα των πτωχευτικών πιστωτών. Με βάση, επομένως, τις ως άνω διατάξεις, η απεύθυνση της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά του οφειλέτη-πτωχού, ο οποίος είχε κληθεί να μετάσχει στην πρωτοβάθμια δίκη, δηλαδή στην διαδικασία πριν από την τελεσιδικία, και δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, ακόμη και αν δεν είχε απευθυνθεί κατ' αυτού η έφεση και έτσι δεν έλαβε μέρος στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, δεν ιδρύει ως κύρωση το απαράδεκτο της συζητήσεως [αφού η απεύθυνση της αναιρέσεως εναντίον όλων των προσώπων που μετείχαν στην πρωτοβάθμια ή στην δευτεροβάθμια δίκη δεν αποτελεί όρο του παραδεκτού της αναιρέσεως, αλλά προϋπόθεση της κατ' ουσίαν συζητήσεώς της (παράβαλε ΟλΑΠ 6/1999)], αλλά έχει την έννοια κοινοποιήσεως του αναιρετηρίου και εκτιμάται τούτο ως κλήση αυτού κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, ώστε να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα δικαιώματά του. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 09.03.2024 αίτηση αναιρέσεως με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 2897/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), επισκόπηση της σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων δικηγόρος Αθηνών, ως σύνδικος της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18.07.2013 (ανακλητική) αγωγή του κατά της ως άνω πτωχής εταιρείας και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε, κυρίως μεν κατά τα άρθρα 41 και 42 περ. γ' του ΠτωχΚ, άλλως κατά το άρθρο 43 του ΠτωχΚ, την ανάκληση της δικαιοπραξίας που διενεργήθηκε κατά την ύποπτη περίοδο, αυτής εκτεινόμενης από 30.06.2010 έως τις 02.08.2011, με την από 07.06.2011 σύμβαση πωλήσεως κινητών πραγμάτων και δη του πάγιου εξοπλισμού του αναφερομένου καταστήματος της άνω πτωχεύσασας πρώτης εταιρείας ως πωλήτριας, συνολικής αξίας 24.528,09 ευρώ, προς την δεύτερη ως άνω εταιρεία ως αγοράστριας, η εξόφληση της οποίας (αγοράστριας) έγινε δια συμψηφισμού ληξιπρόθεσμων ανταπαιτήσεών της κατά της πωλήτριας. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων εταιρειών, εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθμόν 350/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ανακάλεσε την από 07.06.2011 σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως των κινητών πραγμάτων που αποτελούσαν τον πάγιο εξοπλισμό του καταστήματος της πρώτης εναγομένης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης και υποχρέωσε την τελευταία, λόγω, κυρίως, του ανεφίκτου της αναμεταβιβάσεως στην πτωχευτική περιουσία του πωληθέντος πάγιου εξοπλισμού στην αξία που αυτός είχε κατά το χρόνο κηρύξεως της πτώχευσης, να καταβάλει, ως αποζημίωση, στον ενάγοντα σύνδικο υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας της πρώτης εναγομένης την αξία του πάγιου εξοπλισμού της, ποσού 24.528,09 ευρώ. Επί της ασκηθείσας κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεως της δεύτερης εναγομένης, στρεφομένης μόνο κατά του ενάγοντος συνδίκου (και μόνο εφεσιβλήτου), εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμόν 2897/2022, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ερήμην εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, και κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση απέρριψε την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, την οποία, κατ' εφαρμογή των αναφερομένων στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη διατάξεων των άρθρων 762 και 769 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, παραδεκτώς απηύθυνε κατά της εκκαλούσας, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε λάβει μέρος, ως αντίδικός του, τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη, αφού ήταν η δεύτερη εναγομένη, όσο και στην κατ' έφεση δίκη ως εκκαλούσα, ενώ η απεύθυνση της αιτήσεως αναιρέσεώς του (και) κατά της πτωχής εταιρείας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αντίδικός του, αφού ήταν η πρώτη εναγομένη, αλλά δεν έλαβε μέρος στην κατ' έφεση δίκη διότι η έφεση δεν στρεφόταν και κατ' αυτής, δεν θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήτευση αυτής για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 762, 769 εδ, τελευταίο και 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκειμένου αυτή να ενημερωθεί περί της εξελίξεως της δίκης, στην οποία πράγματι κλητεύθηκε προκειμένου να παρασταθεί. Ειδικότερα, από τις υπ' αριθμ. 4386/Δ/15.07.2024 και 1321/Δ/12.07.2024 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών Ν. Π. και της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης Π. Ζ., αντιστοίχως, τις οποίες νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων, με την επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 09.03.2024 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό καταθέσεως 2585/243/11.03.2024, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ 2897/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (25.11.2024) και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο μαζί με κλήση του αναιρεσείοντος για να παραστούν στην δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως προς τις δύο αναιρεσίβλητες, στην δε πρώτη εξ αυτών πτωχή εταιρεία στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ως εκ του νόμου αντικλήτου αυτής, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 151/2021). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με τη νόμιμη εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτές κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Ενόψει δε της κλητεύσεως αυτής παραδεκτώς συζητείται η υπόθεση παρά την απουσία και της κληθείσας και μη παραστάσας πτωχής εταιρείας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, για την οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, η κατ' αυτής απεύθυνση της αιτήσεως αναιρέσεως εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτησή της. Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων παραστάθηκε στο ακροατήριο με γραπτή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως έχει αυτή τη δυνατότητα από το άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 54 του ν. 3588/2007, 741 επ. του ΚΠολΔ), αφού στο Δικαστήριο τούτο δεν είναι πλέον υποχρεωτική η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 2, 741, 745 και 759 παρ. 4 του ΚΠολΔ.
3.- Ενόψει των προαναφερθέντων, η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, αλλά και εμπροθέσμως, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 54 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα-πτωχευτική ανάκληση), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 02.06.2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 11.03.2024 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). 4.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 41, 42 παρ. α' και 43 παρ. 1 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), οι οποίες καταργήθηκαν με το άρθρο 265 παρ. 1 του ν. 4738/2020, όπως ισχύει, αλλά κατά το ίδιο αυτό άρθρο συνεχίζουν να εφαρμόζονται για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του διαδικασίες, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", (άρθρο 41), "λογίζονται ότι είναι επιζήμιες και ανακαλούνται οι ακόλουθες πράξεις: α) δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή, που έλαβε ο οφειλέτης, ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή.,..... " (άρθρο 42 παρ. α') και "κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπροθέσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών" (άρθρο 43 παρ. 1). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανακλήσεως επιζήμιων πράξεων του οφειλέτη από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του συνδίκου κατά το άρθρο 48 του ΠτωχΚ, η οποία δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι κατά το άρθρο 41 του ΠτωχΚ. α) η κήρυξη της πτωχεύσεως, β) η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη, γ) οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτο περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας παύσεως των πληρωμών και της ημερομηνίας κηρύξεως της πτώχευσης και δ) η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξεως που διενεργήθηκε (ΑΠ 528/2022, ΑΠ 618/2020, ΑΠ 602/2018). Στην διάταξη του άρθρου 42 του ΠτωχΚ, με τον τίτλο "πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης", απαριθμούνται περιοριστικώς, ως επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών, ορισμένες πράξεις του οφειλέτη, των οποίων η ανάκληση είναι υποχρεωτική εκ μόνου του λόγου ότι αυτές διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, διότι έχουν τα χαρακτηριστικά "ανώμαλης" συναλλαγής (δωρεάς ή αφύσικης καταβολής χρέους), αν ληφθεί υπόψη ότι διενεργούνται μετά την παύση των πληρωμών του οφειλέτη. Οι πράξεις αυτές, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο Αα', είναι: α) οι δωρεές και οι χαριστικές γενικώς δικαιοπραξίες του οφειλέτη, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσαναλόγως μικρή σε σχέση με την δική του παροχή, β) οι πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών, γ) οι πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών κατ' άλλον τρόπο και όχι τοις μετρητοίς ή με τη συμφωνηθείσα παροχή και δ) η σύσταση εμπράγματης ή ενοχικής ασφάλειας προς εξασφάλιση προγενέστερης οφειλής ή νέας σε αντικατάσταση της προγενέστερης. Με τη διάταξη αυτή, επομένως, πλήττεται κάθε ανώμαλη πληρωμή ληξιπρόθεσμου χρηματικού χρέους, ήτοι κάθε πληρωμή, η οποία έγινε από τον πτωχεύσαντα μέσα στην ύποπτη περίοδο, κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στον συμφωνηθέντα. Έτσι, επί χρηματικών οφειλών, ομαλή πληρωμή υπάρχει όταν η εξόφληση γίνεται "τοις μετρητοίς" (στη έννοια των μετρητών, ενόψει των σύγχρονων αναγκών της οικονομικής ζωής και των σύγχρονων οικονομικών πρακτικών, συγκαταλέγεται και το λογιστικό χρήμα, όπως είναι η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό ή η πληρωμή με πιστωτική κάρτα) ή με την καταβολή της συμφωνηθείσας παροχής. Αντιθέτως, ανώμαλη πληρωμή συνιστά παροχή μη οφειλόμενου αντικειμένου ή παροχή με τρόπο μη συμφωνηθέντα ή ασυνήθη στις συναλλαγές, όπως είναι η δόση αντί καταβολής (ΑΠ 66/2013, ΑΠ 1163/ 1990), με συμβατικό (εκούσιο) συμψηφισμό ληξιπρόθεσμων χρεών που συνομολογήθηκε μέσα στην ύποπτο περίοδο (ΑΠ 386/1997, ΑΠ 1669/1995 (όχι δε ο κατά το άρθρο 441 του ΑΚ, ο οποίος επέρχεται με μόνη την πρόταση αυτού που έχει ληξιπρόθεσμη αναταπαίτηση πριν από την πτώχευση), με ανανέωση (άρθρο 436 του ΑΚ, με έκταξη (άρθρο 876 του ΑΚ), ή με παροχή άλλων πραγμάτων κλπ. Ειδικώς, ως προς τη δόση αντί καταβολής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ, κατά την οποία "ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχθεί αντί καταβολής άλλη παροχή, αν όμως δεχθεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται", για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη ότι η άλλη παροχή δίδεται αντί καταβολής και συνάμα να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, η οποία δίδεται αντί της οφειλόμενης. Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 του ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή, η ενοχή του αποσβέννυται (άρθρο 416 ΑΚ). Αν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο αντί του οφειλόμενου (άρθρο 419 του ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη παροχή, η ενοχή αποσβέννυται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την πιο πάνω αποδοχή του δανειστή συνάπτεται επαχθής εκποιητική σύμβαση, η οποία εμπεριέχει τη συμφωνία ότι η ενοχή θα αποσβεσθεί δια της καταβολής άλλης, αντί της οφειλόμενης παροχής και η σύμβαση εκτελείται ταυτοχρόνως με την παράδοση του διδομένου αντί καταβολής. Αντικείμενο της δόσεως αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλόμενης, δηλαδή δύναται να συνίσταται στην οποιαδήποτε προσπόριση αγαθού και, επομένως, μπορεί να δοθεί, αντί των οφειλόμενων χρημάτων, άλλο πράγμα, κινητό ή ακίνητο. Αν το διδόμενο αντί καταβολής αντικείμενο αποτελεί κινητό πράγμα, πρέπει να παραδοθεί η νομή του στο δανειστή, οπότε, μέσω της παραδόσεως και της αποδοχής, συντελείται η δόση αντί καταβολής (ΑΚ 1034), ενώ αν το πράγμα είναι ακίνητο, τότε, η δόση αντί καταβολής απαιτεί επιπροσθέτως και μεταγραφή (ΑΚ 1033). Οι πράξεις αυτές, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 42 του ΠτωχΚ, ανακαλούνται, όπως εκτέθηκε ήδη, υποχρεωτικώς εκ μόνου του γεγονότος ότι διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο και, επομένως, το δικαστήριο ερευνά, στην περίπτωση αυτή, μόνο τον χρόνο κατά τον οποίο διενεργήθηκε η "πράξη", που έχει το ανωτέρω περιεχόμενο, χωρίς να ασκούν έννομη επιρροή αλλά γεγονότα, όπως ο δόλος του οφειλέτη ή του αντισυμβαλλόμενου του, η καλή πίστη ή η ζημία της ομάδας πιστωτών, αφού όλες οι πράξεις του άρθρου 42 του ΠτωχΚ, λογίζονται κατ' αμάχητο τεκμήριο, ως επιζήμιες (ΑΠ 528/2022, ΑΠ 618/2020, ΑΠ 876/2017). Δεν απαιτείται η επέλευση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά, αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 876/2017). Το υποχρεωτικό της ανακλήσεως ισχύει τόσο για τον σύνδικο, ο οποίος έχει καθήκον να ζητήσει την ανάκληση των πράξεων αυτών, όσο και για το δικαστήριο, που δεν έχει περιθώρια, αν η "πράξη" έλαβε χώρα κατά την ύποπτη περίοδο, να μην ανακαλέσει. Αντιθέτως, οι πράξεις του οφειλέτη που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 43 του ΠτωχΚ, με τον τίτλο "πράξεις δυνητικής ανάκλησης", προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και δεν επιφέρουν υποχρεωτικώς την ανάκλησή τους από το δικαστήριο, ενώ, προϋποθέσεις της ανακλήσεώς τους κατά την άνω διάταξη, είναι: α) η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς πράξης του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμου χρέους του, β) η διενέργεια της ανακλητέας πράξεως μέσα στην ύποπτη περίοδο και γ) η γνώση εκείνου, ο οποίος συναλλάχθηκε με τον οφειλέτη που εξοφλείται, για την παύση των πληρωμών του τελευταίου και απόδειξη από τον σύνδικο ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών. Οι συνέπειες και τα αποτελέσματα της διατασσόμενης ανακλήσεως της επιζήμιας πράξεως, είτε η ανάκληση διαταχθεί κατά το άρθρο 42 είτε κατά το άρθρο 43 του ΠτωχΚ, είναι οι ίδιες και ορίζονται στα άρθρα 49 και 50 του ιδίου κώδικα, οι οποίες επίσης εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, διαφέρουν δε αναλόγως της πράξεως που ανακαλείται και, ειδικώς, το άρθρο 50 παρ. 2 σε σχέση με την ανάκληση αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
5.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία με την επωνυμία ... με αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση καταστημάτων υπεραγοράς (αλυσίδα σούπερ μάρκετ) στην ελληνική επικράτεια, στις 3-08-2010 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση περί υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 1022/1-11-2010 απόφαση, που την έκανε δεκτή και διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ορίζοντας ταυτόχρονα μεσολαβητή τον Α. Λ., προκειμένου να γνωμοδοτήσει αν μπορεί να επιτευχθεί και με ποιο τρόπο η προτεινόμενη από την αιτούσα συνδιαλλαγή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την επίδοση της απόφασης σε αυτόν. Η απόφαση 1022/1-11-2010 επιδόθηκε στον μεσολαβητή την 7η-2-2011, οπότε η ανωτέρω δίμηνη προθεσμία έληγε στις 7.4.2011 και όχι στις 1.1.2011, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ακολούθως η διαδικασία της συνδιαλλαγής δεν τελεσφόρησε, ούτε έγινε δεκτό το σχέδιό της από την απαιτούμενη κατά νόμο πλειοψηφία των πιστωτών της "..." και έτσι ο παραπάνω μεσολαβητής με την από 8-04-2011 αίτησή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενημέρωσε το Δικαστήριο για το προαναφερθέν αποτέλεσμα και το τελευταίο, κατόπιν συζήτησης της αίτησης αυτής στις 4-05-2011, με την 534/2011 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 19-05-2011, έθεσε τέλος στην ως άνω διαδικασία συνδιαλλαγής. Ήδη και στις 4-05-2011, η "..." είχε καταθέσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 13-04-2011 υπ' αριθμ. κατάθεσης δικογράφου 791/4-05-2011 δήλωση παύσης πληρωμών, η οποία συζητήθηκε στις 8-06-2011 και επ' αυτής εκδόθηκε η 802/2-08-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε σύνδικο της πτώχευσης τον Κ. Π. και όρισε ημέρα παύσης πληρωμών την 30-06-2010. Κατόπιν παραίτησης του ως άνω συνδίκου, με την 181/16-02-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διορίστηκε νέος σύνδικος της πτώχευσης ο Η. Γ., ο οποίος αποποιήθηκε του διορισμού του και ζήτησε την αντικατάσταση του και έτσι με την 458/30-03-2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, διορίστηκε σύνδικος στην ως άνω πτώχευση ο εφεσίβλητος. Επιπροσθέτως, με την 17885/21-4-2005 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης του συμβ/φου Αθηνών Β. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένης, η εκκαλούσα εταιρεία απέκτησε από την ανώνυμη εταιρεία ... την αποκλειστική χρήση και κατοχή ενός καταστήματος στην πόλη της Σπάρτης και επί της οδού ..., ως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται στην ανωτέρω σύμβαση. Εν συνεχεία, με το από 21-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίθωσης, η εκκαλούσα υπεκμίσθωσε αυτό και για 12 έτη, στην "...", έναντι μηνιαίου μισθώματος 8.797,76€ για το πρώτο έτος της μισθώσεως και υπό τους όρους και προϋποθέσεις, που αναλυτικά αναφέρονται στην σύμβαση υπεκμίσθωσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την ύποπτη περίοδο εκτεινόμενη από τις 30-06-2010 (χρόνος παύσης πληρωμών) έως τις 2-08-2011 (χρόνος δημοσίευσης της ως άνω κηρύξασας την πτώχευση δικαστικής απόφασης) η "...", εκπροσωπούμενη από τον Π. Α., κατήρτισε το από 29-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό με την εκκαλούσα, εκπροσωπούμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κ. Γ., με το οποίο μεταβιβάστηκε ο πάγιος εξοπλισμός του καταστήματος της "..." στη Σπάρτη, στην οδό ..., προς την εκκαλούσα, αντί τιμήματος 25.471,90 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την έκδοση τραπεζικής επιταγής της εκκαλούσας σε διαταγή της "...", με ημερομηνία εκδόσεως την 26-7-2011 και παράδοσή της έως την 15-6-2011. Περαιτέρω, με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, η "..." και η εκκαλούσα συμφώνησαν ότι δια της πωλήσεως του παγίου εξοπλισμού έναντι του προαναφερθέντος τιμήματος, θα επέρχετο και η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση της απαίτησης της εκκαλούσας κατά της πτωχεύσασας, εκ ποσού 95.471,90€, το οποίο αντιστοιχούσε σε μη καταβληθέντα μισθώματα και αποζημίωση χρήσεως, με τη ρητή μνεία στο συμφωνητικό ότι η εν λόγω επιταγή έπρεπε να παραδοθεί από την εκκαλούσα στην "..." έως την 15/6/2011, ενώ το μίσθιο κατάστημα με τον πάγιο εξοπλισμό θα έπρεπε να παραδοθούν έως την 6-6-2011. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η "..." συνήψε με τη δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αμφοτεροβαρή σύμβαση πώλησης πάγιου εξοπλισμού ενός καταστήματος της στη Σπάρτη, δηλαδή πράξη που υπόκειται σε (δυνητική) ανάκληση κατά την έννοια του άρθρου 43 ΠτΚ, έναντι συνολικού τιμήματος 25.471,90 ευρώ (με τον ΦΠΑ), το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην "..." δια εκδόσεως και μεταβιβάσεως επιταγής και σε πλήρη εξόφληση της απαιτήσεως της εκκαλούσας σε βάρος της νυν πτωχής, εκ ποσού 95.471,90€. Από τα αυτά ως άνω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα όμως, δεν αποδείχθηκαν τα αναγκαία δύο στοιχεία που σωρευτικά απαιτούνται κατ' άρθρο 43 ΠτΚ, προκειμένου να ενταχθεί η επίδικη πράξη στις ανακλητέες και δη α) η γνώση της αντισυμβαλλόμενης-εκκαλούσας για το γεγονός ότι η "..." τελούσε στις 29-4-2011 και στις 6-6-2011 σε παύση των πληρωμών και β) ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα είχε στις 29-4-2011 οπότε και υπεγράφη το ένδικο ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης κινητών και στις 6-6-2011, οπότε και ολοκληρώθηκε η αυτή με την παράδοση της νομής αυτών (κινητών) στην εκκαλούσα, ήτοι κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης, αντικειμενική, προσωπική και ακριβή γνώση ότι η "...", βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών. Και τούτο διότι ναι μεν κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2011 η "..." προέβαινε σε αντίστοιχες συμβάσεις πώλησης, πλην όμως η εκκαλούσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεν ηδύνατο να το γνωρίζει αυτό, δεδομένου ότι αποτελεί επιχείρηση με εντελώς διαφορετική επιχειρηματική δραστηριότητα από αυτήν της "...". Ειδικότερα η εκκαλούσα αποτελεί επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, διατηρώντας και συνεργείο αυτοκινήτων, οπότε και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά τα επίμαχο χρονικό διάστημα, ότι η αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι είχε ήδη προσφύγει στην διαδικασία συνδιαλλαγής, όπως μπορούσαν να γνωρίζουν επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνταν στην σχετική αγορά τροφίμων. Επιπλέον και υπέρ της έλλειψης γνώσης της εκκαλούσας, συνηγορεί το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πωληθέντος παγίου εξοπλισμού (ψυγεία, καλάθια ψυγείου, καταψύκτες, φετιέρα, γούρνες, βιτρίνα κρεοπωλείου, τυροτρίφτης, μηχανές κοπής αλλαντικών, τυριών ζυγαριά, πάγκος κρεοπωλείου), αποτελούν αντικείμενα που προφανώς δεν χρησιμεύουν στην άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Άρα με την ένδικη σύμβαση πώλησης εκείνο που επεδίωκε η εκκαλούσα, ήταν ο απεγκλωβισμός της από μία μη λειτουργική σύμβαση μίσθωσης και η ανάκτηση του ακινήτου της, προκειμένου να μην καταγγελθεί η σύμβαση leasing, που είχε με την Τράπεζα Πειραιώς και όχι η ζημία της μελλοντικής πτωχευτικής περιουσίας. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε και η έτερη προϋπόθεση απαιτούμενη για την ανάκληση της επίδικη πράξης και δη ο επιζήμιος χαρακτήρας αυτής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανταποκρινόταν στην αγοραία εμπορική αξία των μεταβιβασθέντων παγίων και την άυλη εμπορική αξία κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι το αντάλλαγμα ήταν αξιόχρεο, αφού ο εντός του καταστήματος πάγιος εξοπλισμός ήταν πεπαλαιωμένος και ουδέποτε αφαιρέθηκε από αυτό, ούτε αναζητήθηκε από τον σύνδικο της πτώχευσης της "...", ο οποίος επιπροσθέτως ουδέν ανέφερε σχετικώς με την κατ' αυτόν, αξία των πωληθέντων κινητών. Επιπλέον δεν αποδείχθηκε από τον εφεσίβλητο σύνδικο, ο οποίος και φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι από την επίδικη πράξη επήλθε ζημία στην πτωχευτική περιουσία και μάλιστα ζημία προσδιορισμένη σαφώς και με οικονομικά κριτήρια. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ποιες ήταν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών "χωρίς" την επίδικη πράξη και ποιες "με" την επίδικη, ώστε από την ύπαρξη αρνητικού διαφέροντος να προκύψει η ζημία της πτωχευτικής περιουσίας. Η παραδοχή από την εκκαλουμένη ότι επήλθε ζημία με το σκεπτικό, ότι η περιουσία της "..." εκτιμάται στο ποσό των 23.067.777,68 ευρώ ενώ οι απαιτήσεις των εμπροθέσμως αναγγελθέντων πιστωτών ανέρχονται στα 232.762.776,80 ευρώ, καθώς και ότι το ποσό από την επίδικη πώληση δεν προστέθηκε στο ενεργητικό της περιουσίας της πτωχής, αλλά διατέθηκε για την επιλεκτική ικανοποίηση δανειστών, δεν αρκεί για την κατάφαση της προϋπόθεσης της ζημίας με την έννοια που αναφέρεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεδομένου ότι θα έπρεπε αυτή (εκκαλουμένη) να εξετάσει και να συγκρίνει την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας "χωρίς" την επίδικη πράξη και "με" την επίδικη πράξη. Και τούτο διότι με την επίδικη σύμβαση πωλήσεως, η εκκαλούσα παραιτήθηκε των απαιτήσεων της εκ ποσού 95.471,90€ (μη καταβληθέντα μισθώματα μηνών Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2010 και αποζημίωση χρήσης), οι οποίες σε αντίθετη περίπτωση και τουλάχιστον κατά το αντίστοιχο ποσό, θα προσμετρώνταν στις αξιώσεις σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας και μάλιστα προσαυξημένες κατά τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη από 18-7-2013 με ακδ 102224/1187/2013 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας-δεύτερης αναιρεσίβλητης για το ότι αυτή δεν γνώριζε την παύση πληρωμών της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο συνάψεως της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως που κατήρτισαν οι αναιρεσίβλητες στις 07.06.2011 με το ομόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό και για το χαρακτήρα της συμβάσεως αυτής ως μη επιζήμιας για την πτωχευτική περιουσία και έτσι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος συνδίκου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 41 και 42 περ. γ' του ΠτωχΚ, οι οποίες δικαιολογούσαν την παραδοχή και όχι την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος συνδίκου και, επίσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 43 του ΠτωχΚ και έτσι απέρριψε την αγωγή, καθόσον τα αποδειχθέντα, κατά τις προαναφερθείσες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως, γεγονότα: α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της πωλήτριας, κατάρτισε με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της αγοράστριας, αμφοτεροβαρή σύμβαση πωλήσεως στις 07.06. 2011, η οποία περιέχεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν την ίδια ημέρα, και συγκεκριμένα σύμβαση μεταβιβάσεως της κυριότητας και της παραδόσεως της νομής από την πρώτη στη δεύτερη όλου του παγίου εξοπλισμού (κινητών πραγμάτων, ήτοι μηχανημάτων, ψυγείων κλπ) και της άυλης εμπορικής αξίας του ως άνω καταστήματός της κατά το διάστημα μετά την παύση των πληρωμών (30.06.2010) και πριν από την κήρυξη της πτώχευσης (02.08.2011), ήτοι μέσα στην ύποπτη περίοδο, το τίμημα της οποίας, συνολικού ποσού 24.528,09 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί δια εκδόσεως και μεταβιβάσεως επιταγής (με δόση αντί καταβολής) από το νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας στο νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας και β) ότι για την επιταγή αυτή δεν καταβλήθηκαν χρήματα στο ταμείο της πωλήτριας, αλλά, αντιθέτως, γ) το ποσό αυτό διατέθηκε προς εκούσιο (συμβατικό) συμψηφισμό ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της αγοράστριας που απέρρεαν από παλαιότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές (οφειλόμενα μισθώματα) της πωλήτριας έναντι αυτής από την καταρτισθείσα μεταξύ τους -από 21.04.2005- σύμβαση υπεκμισθώσεως, δικαιολογούν, κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, το αποδεικτικό πόρισμα ότι η κατά τα άνω εξόφληση, άτακτα, επιλεκτικών παλαιότερων ληξιπρόθεσμων χρεών της πωλήτριας προς την αγοράστρια, όχι με την καταβολή μετρητών αλλά με δόση αντί καταβολής (με επιταγή), και ο συμβατικός (εκούσιος) συμψηφισμός στον οποίο προέβησαν οι αναιρεσίβλητες μέσα στην ύποπτη περίοδο, αποτελούν "ανώμαλη πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών" και εμπίπτουν στην περίπτωση των άρθρων 41 και 42 περ. γ' του ΠτωχΚ, καθιστώντας υποχρεωτικώς ανακλητέα τη σύμβαση στο σύνολό της εκ μόνου του γεγονότος ότι αυτή διενεργήθηκε μέσα στην ύποπτη περίοδο, ανεξαρτήτως μάλιστα του αν η ωφελούμενη αντισυμβαλλόμενη της μετέπειτα πτωχής πρώτης αναιρεσίβλητης γνώριζε ότι η τελευταία βρισκόταν σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και χωρίς να ασκεί επιρροή η ζημία της ομάδας των πιστωτών, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη. Επομένως, ο πρώτος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος 6.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, η εξέταση των οποίων παρέλκει διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, βεβαίως, ότι, πέρα των προεκτεθέντων περί αναιρετικής εμβέλειας, εκ των μη ερευνώμενων λόγων, οι τέταρτος και πέμπτος, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκε και παραδεκτώς προσκόμισε, είναι απαράδεκτοι διότι δεν ιδρύονται τέτοιοι λόγοι αναιρέσεως στην προκείμενη περίπτωση, στην οποία προσβάλλεται κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση πτωχευτικού δικαστηρίου, αφού, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 55 του ΠτωχΚ, όπως ισχύει στην ένδικη υπόθεση, λόγων αναιρέσεων δεν περιλαμβάνεται και εκείνος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 528/2022). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του, που περιέχεται στο αναιρετήριο (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Επισημαίνεται ότι, επειδή πρόκειται περί μη γνήσιας υποθέσεως της εκουσίας δικαιοδοσίας (ανακλητική αγωγή), όπου υφίσταται αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του ΚΠολΔ, με βάση την αρχή της ήττας, και όχι κατά το άρθρο 13 του ΠτωχΚ, κατά το οποίο "στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της", το οποίο, όμως, προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 528/2022, ΑΠ 798/2020, ΑΠ 618/2020, ΑΠ 602/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 2897/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτόν. Και
Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ