ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1049/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1049/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1049/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1049 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1049/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Παπαγεωργίου. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αδαμαντία Λάμπρου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5140/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1104/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν από 28.03.2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1104/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 09.12.2020 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 5140/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 15.12.2015 αγωγή της τόσο κατά την κύρια βάση της από τις διατάξεις περί πωλήσεως ιατροτεχνολογικού υλικού προς τα αναφερόμενα νοσοκομεία του ΕΣΥ, όσο και κατά την επικουρική βάση της από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεχόμενο (και) το Εφετείο ότι η αγωγική απαίτηση της ενάγουσας προέρχεται από τη στερητική αναδοχή χρέους των νοσοκομείων αυτών από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία αφορούσε τα οφειλές των νοσοκομείων, όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του ν. 3867/2010, στις οποίες υπήχθη η ενάγουσα. 2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 17.03.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση των αιτήσεως αναιρέσεως στις 19.07.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 "Εξόφληση προμηθειών νοσοκομείων και ρυθμίσεις θεμάτων σχετικών διαγωνισμών" (ΦΕΚ 128/Α/3.8.2010) προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, η έκδοση και η διάθεση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας και διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου για την εξόφληση οφειλών νοσοκομείων προς επιχειρήσεις προμήθειας φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού. Ειδικότερα, με τις παραγράφους 1 έως 9 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι: "1. Οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του ΠΓΝ Παπαγεωργίου, του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών, του Αρεταίειου Νοσοκομείου Αθηνών και του ΟΚΑΝΑ, που έχουν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής από 1.1.2007 έως και 31.12.2009, δύναται να εξοφληθούν άμεσα με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης, έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις, ως ακολούθως: α) Οφειλές των ετών 2007, 2008 και 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 200.000 ευρώ ανά προμηθευτή, εξοφλούνται με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, β) Λοιπές οφειλές του έτους 2007 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 1.100.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, γ) Λοιπές οφειλές του έτους 2008 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, δ) Λοιπές οφειλές του έτους 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.040.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τριετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του έτους 2010. Τα ανωτέρω όρια μειώνονται με τα ποσά των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Φορέων οφειλών, καθώς και με τα ποσά των κατά περίπτωση υπέρ τρίτων κρατήσεων. 2. Ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω οφειλών εφαρμόζεται εφόσον οι προμηθευτές υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος: α) Αίτηση προς την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία των φορέων της προηγούμενης παραγράφου για την εξόφληση των απαιτήσεών τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με τον τρόπο που ορίζεται ανωτέρω. Η αίτηση περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου της, όλες τις απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση για καθένα από τα έτη που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α) με την οποία ο αιτών προμηθευτής παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για την καταβολή οποιουδήποτε είδους τόκων, για τα ως άνω έτη και μέχρι την εξόφληση κατά τα οριζόμενα ανωτέρω. 3. Το ακριβές ύψος των οφειλών προς κάθε προμηθευτή, που εξοφλείται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, καθορίζεται με βάση τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής ή άλλων κατά περίπτωση τίτλων πληρωμής θεωρημένων από τα αρμόδια όργανα και αφορούν το πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό. 4. Η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους φορείς της παραγράφου 1, καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων. Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων ή των τυχόν άλλων τίτλων πληρωμής. 5. α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τύπος, η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων και την έκδοση και διάθεση των ομολόγων των περιπτώσεων α', β', γ' και δ' της παραγράφου 1, καθώς και ο φορέας απόδοσης, η διαδικασία, ο τρόπος και κάθε σχετικό θέμα για την απόδοση των κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου, των Ασφαλιστικών Φορέων και τρίτων και την κάλυψη της σχετικής δαπάνης, β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία με την οποία δύναται να ανατίθεται σε τράπεζες το έργο της συγκέντρωσης και εξόφλησης των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, οφειλών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. 6....7....8....9. Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, συμπεριλαμβανομένων των ψυχιατρικών και των πανεπιστημιακών κλινικών, των Νοσοκομείων "Αρεταίειο" και "Αιγινήτειο", του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και των νοσοκομείων και των υγειονομικών μονάδων ΙΚΑ, οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή, δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών, καθώς και δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 2955/2001 (ΦΕΚ 256 Α), μέχρι την κατάργησή της από το άρθρο 37 του ν. 3784/2009 (ΦΕΚ 137 Α). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των πιο πάνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ΕΣΥ για προμήθειες ιατροτεχνολογικού, υγειονομικού και φαρμακευτικού υλικού, καθώς και χημικών αντιδραστηρίων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, και να εκκαθαριστούν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο 27 του ν. 3867/2010, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής (ΑΠ 1213/2015). Σύμφωνα περαιτέρω με τις διατάξεις του ιδίου ως άνω άρθρου 27 του ν. 3867/2010 και, ειδικότερα, τις εξουσιοδοτικές διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού, εκδόθηκαν αρχικώς η υπ' αριθμόν 2/67498/0020/12.10.2010 (ΦΕΚ Β 1631/12.10.2010) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και η υπ' αριθμόν 2/78600/0023Α/16.11.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β` 1805/17.11.2010) με τίτλο "Ανάθεση στην Εθνική Τράπεζα του έργου της συγκέντρωσης και εξόφλησης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, με Ομόλογα", με τις οποίες καθορίστηκαν ο τρόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας των οικονομικών στοιχείων των νοσοκομείων, που αφορούν οφειλές προς τους προμηθευτές τους για τα έτη 2007, 2008 και 2009, καθώς και η εξόφληση αυτών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολούθως, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία πιστοποιήσεως των οφειλών τούτων, με την υπ' αριθμόν 2/88952/0023Α/22.12.2010 (ΦΕΚ Β` 2258/31.12.2010) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών με τίτλο "Έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων για την ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους", αποφασίσθηκε, κατά τις άνω εξουσιοδοτικές διατάξεις, η έκδοση τριών ομολογιακών δανείων, με σκοπό, κατά το δεύτερο άρθρο της άνω υπουργικής αποφάσεως "την εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010" και με τα άρθρα 3 έως 8 ορίσθηκε, ειδικότερα, ότι τα ανωτέρω ομόλογα θα είναι μηδενικού επιτοκίου και ετήσιας διάρκειας (λήξεως 22.12.2011) για οφειλές του έτους 2007, διετούς διάρκειας (λήξεως 22.12.2012) για οφειλές του έτους 2008 και τριετούς διάρκειας (λήξεως 22.12.2013) για οφειλές του έτους 2009 (παρ. 3), ότι θα εκδοθούν σε άυλη μορφή, με ξεχωριστούς κωδικούς αριθμούς (ISIN) για κάθε έκδοση (παρ. 4) και στο άρτιο, δηλαδή στο 100% της ονομαστικής τους αξίας (παρ. 5), Οι τίτλοι των ομολόγων είναι ονομαστικής αξίας ενός λεπτού του ευρώ (0,01€) (παρ. 6),.η εξόφληση των τίτλων θα γίνει στην ονομαστική τους αξία (παρ. 7) και ότι θα είναι διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στην Ηλεκτρονική Δευτερογενή Αγορά Τίτλων, στη διατραπεζική αγορά (OTC) και στις λοιπές οργανωμένες ηλεκτρονικές αγορές τίτλων (παρ. 8). Επακολούθησε η έκδοση των υπ' αριθμούς 2/48/0023Α/03.01.2011 (Β` 94), 2/9476/0023Α/28.01.2011 (ΦΕΚ Β` 241) και 2/1568/0023Α/07.01.2011 (ΦΕΚ Β` 309) αποφάσεων του ιδίου Υφυπουργού περί επανεκδόσεως των ανωτέρω τριών ομολογιακών δανείων, για τα οποία καθορίστηκαν οι εξής κωδικοί: ISIN GR ... για τα ομόλογα λήξεως 22.12.2011, GR ... για τα ομόλογα λήξεως 22.12.2012 και GR ... για τα ομόλογα λήξεως 22.12.2013. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο, αναδέχθηκε τα πιο προαναφερόμενα χρέη των νοσοκομείων του ΕΣΥ προς τους προμηθευτές τους, τα οποία αυτά αγόρασαν και παρέλαβαν σε εκτέλεση συμβάσεως, το περιεχόμενο της οποίας προβλεπόταν από τη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, ώστε το Δημόσιο να υπεισέλθει στη θέση των αρχικών οφειλετών-νοσοκομείων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να απαλλαγούν από τη σχετική υποχρέωσή τους για την καταβολή των οικείων χρεών, καθόσον, τόσο από το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 προκύπτει ότι οι οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ για τα έτη 2007 - 2009 εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκδίδονται από το τελευταίο, όσο και από το περιεχόμενο των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, συνάγεται ότι σκοπός της εκδόσεως από το Δημόσιο των ομολογιακών δανείων είναι η απόσβεση των παραπάνω οφειλών τους προς τους προμηθευτές τους με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στη θέση αυτών και τη χορήγηση των πιο πάνω ομολόγων στους προμηθευτές, αντί καταβολής (ΑΠ 1281/2023). Περαιτέρω, περί τις αρχές του έτους 2012 καταρτίσθηκε, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η "Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα" (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement). Οι λόγοι, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση της συμβάσεως αυτής ήταν, η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος, προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα (βλ. αιτιολ. έκθεση του ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασης PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη "Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)" για τη χρηματοδοτική ενίσχυση, ύψους μέχρι 30 δις ευρώ, β. τη "Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ", ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει, από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΟΚΤ) του Συστήματος του ευρώ, ορισμένα κρατικά ομόλογα έκδοσής της και γ. τη "Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης", ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη "Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων". Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικυρώθηκε με το νόμο 4046/2012 περί "Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης" και ακολούθησε ο ν. 4050/2012 "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" (Α'36/23.2.2012), με τον οποίο θεσπίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο της ανταλλαγής τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους, οι διατάξεις του οποίου αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιοσδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διατάξεως νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας και η εφαρμογή τους δεν γεννά ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νόμου δικαίωμα υπέρ του ομολογιούχου ή επενδυτή ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή εγγυητή τίτλων (ΑΠ 1408/2022). Η ρύθμιση αυτή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, έγινε λόγω "της σοβαρής οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα, της ραγδαίας επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών και της εκτόξευσης του κόστους δανεισμού της σε απαγορευτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της Χώρας από τις διεθνείς αγορές, και τη διόγκωση του δημόσιου χρέους σε πολύ υψηλά επίπεδα, σκοπούν δε στη διασφάλιση μιας ομοιόμορφης και αποτελεσματικής αναδιάταξης του ελληνικού χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με τη συμμετοχή των ιδιωτών". Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. 1 έως 11 του ν. 4050/2012 εκδόθηκε η ΠΥΣ 5/24.2.2012 (Α`37), με την οποία εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4060/2012. Η υπ` αριθμόν 5/24.02.2012 ΠΥΣ όρισε στην παρ. 1 του άρθρου 1 ως ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4050/2012, την 24η Φεβρουαρίου 2012 και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους με νέους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμά τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών κανονισμών) εκδόσεως του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ)., ενώ με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012. Στο Παράρτημα της άνω ΠΥΣ 5/24.2.2012 περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισθέντες ως επιλέξιμοι τίτλοι με τα συναφή στοιχεία εκάστου (ISIN που αρχίζει από GR, διότι πρόκειται περί τίτλων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ημερομηνία λήξεως, τοκομερίδιο και ύψος ανεξόφλητου κεφαλαίου. Ακολούθως, εκδόθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) η από 24.02.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της ΠΥΣ 5/24.2.2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα, με την ίδια ΠΥΣ, τροποποίηση τίτλων, μετά δε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από τις 24.02.2012 έως τις 08.03.2012) εκδόθηκε η από 09.03.2012 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1 ζ` του ν. 4050/2012, "περί συναινέσεως και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους", με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το οποίο βεβαιώθηκε με την ως άνω πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εγκρίθηκε με την ΠΥΣ 10/09.03.2012, κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012. Σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ιδίου νόμου, εκδόθηκε η 2/20964/0023Α/09.03.2012 Πράξη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β`682), με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου (20 σειρές ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 55.834.421.425 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, καθώς και μια σειρά τίτλων ΑΕΠ συνολικού λογιζόμενου ποσού 55.834.421.400 ευρώ και λήξεως το έτος 2042), που μαζί με τους τίτλους εκδόσεως του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων ως επιλέξιμων τίτλων, η έκδοση των οποίων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και επόμενα του ν. 2198/1994 (ΑΓ 43), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 15 παρ. 8 του ν. 2469/1997 (Α` 67). Με την παραπάνω διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία, διά του ΟΔΔΧ και, μέσω ηλεκτρονικής προσκλήσεως, κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η, δε, ανταλλαγή ή το επικαλούμενο "κούρεμα" προέβλεπε, για κάθε 1.000,00 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315,00 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315,00 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ("τίτλοι ΑΕΠ"), 150,00 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, εκδόσεως του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24.02.2012 από την Ελληνική Δημοκρατία. Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων, ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία, αφού συμμετείχαν, ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά, ομολογιούχοι με ανεξόφλητο Κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ, δηλαδή, ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας), ενώ, επιτεύχθηκε η λήψη αποφάσεως με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ. Ακόμη, συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 52.042.932.772,40 ευρώ, δηλαδή ποσοστό 94,23%, το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ, παράλληλα, προβλεπόταν και η προϋπόθεση υπάρξεως ελάχιστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων, που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δεν συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751. 549,91 ευρώ) και, άρα, αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε 25.175.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%. Ωστόσο, προϋπόθεση, για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδοτήσεων με βάση τη Σύμβαση, ήταν, η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης, οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους, που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της "φαινομενικής" αποδοχής να είναι 100%. Συμπερασματικά, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριελήφθησαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτοχρόνως, δε, η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950. Η σύμβαση του PSI εφαρμόσθηκε σε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, που ήταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, κάτοχοι ομολογιακών τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους εκδόσεως του ίδιου του Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας (ΣτΕ 1095/2016, ΣτΕ 1116/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του 202 του ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και μάλιστα δήλωση υπαναχωρήσεως, η οποία άλλωστε, εφόσον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων αυτοδικαίως ατονεί η σύμβαση μόλις πληρωθεί η αίρεση, στερείται κάθε έννοιας και αντικειμένου (ΑΠ 1281/2023, ΑΠ 848/2008, ΑΠ 1017/1988). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 471 και 477 του ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση, ρητή ή σιωπηρή, που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς εκ της συμβάσεως με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, διότι διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 του ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, οπότε, πρόκειται για σωρευτική αναδοχή χρέους. Στην ρύθμιση του άρθρου 471 του ΑΚ δεν ορίζεται η τήρηση τύπου για την σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, οπότε αυτή, είναι, κατ' αρχήν, κατά το άρθρο 158 του ΑΚ, άτυπη (ΑΠ 1770/2014). Τέτοια στερητική αναδοχή επιτρέπεται να συντελείται και με διάταξη νόμου (ΑΠ 1146/2015, ΑΠ 984/2006) και τέτοια περίπτωση αποτελεί η ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο των χρεών νπδδ ή άλλων οργανισμών ή, ακόμη, και προβληματικών επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα. Δυνάμει, άλλωστε, της ρυθμίσεως του άρθρου 419 του ΑΚ, κατά το οποίο "ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχθεί αντί καταβολής άλλη παροχή, αν όμως δεχθεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται", για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη ότι η άλλη παροχή δίδεται αντί καταβολής και συνάμα να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίδεται αντί της οφειλόμενης. Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 του ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή, η ενοχή του αποσβέννυται (άρθρο 416 ΑΚ). Αν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο, αντί του οφειλόμενου (άρθρο 419 του ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη παροχή, η ενοχή αποσβέννυται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την πιο πάνω αποδοχή του δανειστή, συνάπτεται επαχθής εκποιητική σύμβαση, η οποία εμπεριέχει τη συμφωνία ότι η ενοχή θα αποσβεσθεί δια της καταβολής άλλης, αντί της οφειλόμενης παροχής και η σύμβαση εκτελείται ταυτοχρόνως με την παράδοση του διδομένου αντί καταβολής. Αντικείμενο της δόσεως αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλόμενης, δηλαδή δύναται να συνίσταται στην οποιαδήποτε προσπόριση αγαθού και, επομένως, μπορεί να δοθεί, αντί των οφειλόμενων χρημάτων, άλλο πράγμα, κινητό ή ακίνητο. Αν το διδόμενο αντί καταβολής αντικείμενο αποτελεί κινητό πράγμα, πρέπει να παραδοθεί η νομή του στο δανειστή, οπότε, μέσω της παραδόσεως και της αποδοχής, συντελείται η δόση αντί καταβολής (ΑΚ 1034), ενώ αν το πράγμα είναι ακίνητο, η δόση αντί καταβολής απαιτεί επιπροσθέτως και μεταγραφή (ΑΚ 1033). Στην προκειμένη, επομένως, περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αλλά και με τη ratio της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, η οποία έγκειται, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, στην αποτροπή του κινδύνου άμεσης διακοπής του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φαρμακευτικό-υγειονομικό υλικό και την μη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας αυτών, λόγω της καθυστερήσεως στην εξόφληση των προμηθευτών τους, τις οφειλές των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές ιατροφαρμακευτικού και υγειονομικού υλικού, που απορρέουν από την αγορά των υλικών αυτών από την 1η Ιανουάριου 2007 έως και την 31η Δεκεμβρίου του 2009, αναδέχθηκε σιωπηρώς αλλά σαφώς στερητικά το Ελληνικό Δημόσιο, με την έκδοση και την παράδοση των σχετικών ομολόγων. Με την σιωπηρή αυτή στερητική αναδοχή μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο τα χρέη των προαναφερόμενων νοσοκομείων από την αγορά των πιο πάνω υλικών κατά τα έτη 2007 έως 2009, όπως άλλωστε συνάγεται από τον σκοπό του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, ο οποίος έγκειται στη ρύθμιση των οφειλών των νοσοκομείων με την αναδοχή τους από το Δημόσιο και την πρόβλεψη εξοφλήσεώς τους, είτε με εντάλματα πληρωμής, είτε με τη δόση ομολόγων εκδόσεώς του αντί της καταβολής της χρηματικής παροχής, που οφείλεται (ΑΠ 1281/2023). Η υπαγωγή, άλλωστε, στην πιο πάνω ρύθμιση έχει προαιρετικό χαρακτήρα διότι εναπόκειται στη βούληση του κάθε προμηθευτή, που έχει συμβληθεί με τα νοσοκομεία του ΕΣΥ, ο οποίος όμως, επιλέγοντας την υπαγωγή του στη ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, αποδέχεται τις ενδεχόμενες, επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, προκειμένου να εξοφληθεί δίχως περαιτέρω καθυστερήσεις και χρονοβόρες διαδικασίες (ΟλΣτΕ 237/2015, ΟλΣτΕ 239/ 2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτώς προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/ 2005, ΟλΑΠ 25/2003), όχι όμως οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί, η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017). 4.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την από 15.12.2015 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, οι οποίες καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 31.12.2009 μεταξύ αυτής και των αρμοδίων οργάνων των αναφερόμενων νοσοκομείων του ΕΣΥ, πώλησε και παρέδωσε σε αυτά τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή, συνολικής αξίας 6.248.702 ευρώ, εκδοθέντων προς τούτο των σχετικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής. Ότι παρά το γεγονός ότι η ίδια εκπλήρωσε στο ακέραιο όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις της με την παράδοση των συμφωνηθέντων στα αντισυμβαλλόμενα νοσοκομεία και την ανεπιφύλακτη παραλαβή τους από αυτά, τα οποία όφειλαν να την εξοφλήσουν, ελλείψει ρητού όρου στα οικεία τιμολόγια, εντός ενενήντα ημερών από την επόμενη της εκδόσεώς τους, εν τούτοις τα τελευταία δεν της κατέβαλαν το αντίστοιχο κάθε φορά τίμημα των πωληθέντων. Ότι λόγω της καθυστερήσεως στην αποπληρωμή του τιμήματος υπήγαγε νομοτύπως, κατόπιν αιτήσεώς της, τις συνολικές απαιτήσεις της κατά των νοσοκομείων του ΕΣΥ στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, προκειμένου να επιτύχει την άμεση ρύθμιση και εξόφληση της οφειλής τους, η οποία ανερχόταν για το έτος 2008 στο ποσό των 2.972.379,60 ευρώ και για το έτος 2009 στο ποσό των 3.276.323,40 ευρώ και αθροιστικώς για τα έτη 2008 και 2009 στο ποσό των 6.248.702 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ, με τη ρητή προϋπόθεση της πλήρους και εμπρόθεσμης εξοφλήσεώς της, κατά τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 27 του ως άνω νόμου. Ότι μετά την πιστοποίηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες των αναφερόμενων νοσοκομείων του ΕΣΥ των ποσών που της οφείλονταν και την παρακράτηση φόρου και λοιπών κρατήσεων, σύμφωνα με την από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωσή της, με την οποία παραιτήθηκε άνευ επιφυλάξεως από οποιαδήποτε άλλη αξίωσή της που πήγαζε από τις πιο πάνω πωλήσεις, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης για την καταβολή κάθε είδους τόκων επί του οφειλομένου τιμήματος για τις απαιτήσεις των ανωτέρω ετών 2008-2009, προς εξόφληση των άνω απαιτήσεών της εκδόθηκαν: α) το υπ' αριθ ISIN GR ... άυλο ομόλογο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου που αφορούσε στην πληρωμή ίσης ονομαστικής αξίας με τα τιμολόγια του έτους 2008 ποσού 2.972.379,60 ευρώ και με ημερομηνία λήξεως στις 31.12.2012 και β) το υπ' αριθ ISIN GR ... άυλο ομόλογο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που αφορούσε στην πληρωμή ίσης ονομαστικής αξίας με τα τιμολόγια του έτους 2009 ποσού 3.276.323,40 ευρώ και με ημερομηνία λήξεως στις 31.12.2013 και συνολικής αξίας 6.248.702 ευρώ. Ότι, ενώ η ίδια ανέμενε την εξόφληση στην ονομαστική τους αξία των πιο πάνω άυλων ομολόγων, τα οποία διένειμε προς αυτήν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με αντίστοιχες καταχωρήσεις στο Σύστημα Παρακολούθησης Συναλλαγών Άυλων Τίτλων, δημοσιεύθηκε ο ν. 4050/2012, με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή, από τις 23.02.2012, η ονομαστική απομείωση (το αποκαλούμενο "κούρεμα") των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με συνέπεια από τις 12.03.2012 να ακυρωθούν αυτοδικαίως τα ανωτέρω ομόλογα, τα οποία ανταλλάχθηκαν χωρίς τη συναίνεσή της, κατόπιν λήψεως αποφάσεως κατά πλειοψηφία, με τους αναφερόμενους νέους τίτλους ομολόγων εκδόσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με δραστική απομείωση της ονομαστικής τους αξίας κατά ποσοστό 53,5%, αλλά και με μακρύτερους χρόνους λήξεως από έντεκα έως τριάντα δύο έτη (από το έτος 2023 έως το έτος 2042). Ότι, όταν η ίδια προσχώρησε στις ρυθμίσεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αναδέχθηκε το σύνολο των πιο πάνω χρεών των αναφερόμενων νοσοκομείων του ΕΣΥ από την προμήθεια προς αυτά ιατροτεχνολογικών ειδών και έτσι υπεισήλθε στη θέση αυτών αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να εξοφλήσει πλήρως τους αντισυμβαλλομένους του για τις προμήθειες αυτές, με την έκδοση των ομολόγων ίσης ονομαστικής αξίας, κατά το χρόνο λήξης τους, με το ύψος των βεβαιωμένων οφειλών του. Ότι, σε εκτέλεση της διαδικασίας του άρθρου 27 παρ. 2 β' του ν. 3867/2010, με την από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωσή της προς όλα τα νοσοκομεία παραιτήθηκε από οποιαδήποτε αξίωσή της από τις πιο πάνω πωλήσεις ιατροτεχνολογικών ειδών, με την ρητή προϋπόθεση της πλήρους και εμπρόθεσμης εξοφλήσεώς της, κατά τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, η οποία (προϋπόθεση) συνιστά διαλυτική αίρεση κατά το άρθρο 202 του ΑΚ. Ότι, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν της κατέβαλε το οφειλόμενο συνολικό ποσό των 6.248.702 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην ονομαστική αξία των ως άνω ομολόγων, κατά τους αρχικά ορισθέντες χρόνους λήξεώς τους, δηλαδή στις 31.12.2012 για το ποσό των 2.972.379,60 ευρώ και στις 31.12.2013 για το ποσό των 3.276.323,40 ευρώ, αλλά ενεργώντας μονομερώς, προέβη στην ακύρωση αυτών πριν από τη λήξη τους και την υποχρεωτική, παρά τις αντιρρήσεις της, αντικατάστασή τους με άλλους τίτλους μειωμένης ονομαστικής αξίας κατά 53,5%, με παράλληλη επιμήκυνση του χρόνου λήξης τους. Ότι λόγω μη εκπληρώσεως της πιο πάνω προϋποθέσεως της πλήρους και εμπρόθεσμης εξοφλήσεώς της κατά το άρθρο 27 του ν. 3867/2010 πληρώθηκε η ως άνω διαλυτική αίρεση με την απομείωση των απαιτήσεών της και επανήλθε αυτοδικαίως, κατά το άρθρο 202 του ΑΚ, η προγενέστερη κατάσταση, με την οποία διατηρεί στο ακέραιο την αξίωσή της έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των 2.972.379,60 ευρώ από τις 31.12.2012 για το ομόλογο που αφορούσε απαιτήσεις της του έτους 2008 και το ποσό των 3.276.323,40 ευρώ από τις 31.12.213 για το ομόλογο που αφορούσε απαιτήσεις της του έτους 2009 και συνολικώς το ποσό των 6.248.702 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αναγνώρισε εγγράφως ως δική του την παραπάνω οφειλή και της υποσχέθηκε την πληρωμή της, οφείλει να της καταβάλει, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως (άρθρα 513 επ. του ΑΚ), άλλως κατά τις διατάξεις περί αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (άρθρα 873 επ. του ΑΚ), άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ του ΑΚ), το ως άνω συνολικό ποσό των 6.248.702 ευρώ, νομιμοτόκως από την 90η ημέρα από την επομένη εκδόσεως του αντίστοιχου τιμολογίου-δελτίου επιστολής, άλλως για μεν το ποσό των 2.972.379,60 ευρώ από τις 31.12.2012 και για το ποσό των 3.276.323,40 ευρώ από τις 31.12.213 και, επικουρικώς, το ως άνω συνολικό ποσό από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ 5140/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το παρατιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο της από 06.09.2010 υπεύθυνης δηλώσεως της ενάγουσας δεν έχει την έννοια της διαλυτικής αιρέσεως του άρθρου 202 του ΑΚ και απορρίφθηκε, κατόπιν τούτου, η αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Κατά της άνω αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 09.12.2020 έφεσή της και επ' αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά, πλην όμως απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και δέχεται ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η υπαγωγή της στο άρθρο 27 του ν. 3867/2010 έγινε με τη ρητή προϋπόθεση της πλήρους και εμπρόθεσμης εξοφλήσεως από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο των απαιτήσεών της κατά των νοσοκομείων του ΕΣΥ συνολικού ποσού 6.248.702 ευρώ, η οποία προϋπόθεση περιέχονταν στην από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωσή της προς κάθε νοσοκομείο και συνιστά διαλυτική αίρεση κατά το άρθρο 202 του ΑΚ, εντούτοις, παρά το νόμο αγνόησε εν τέλει τον κύριο αγωγικό ισχυρισμό της και δη την προσθήκη που περιέχονταν στην άνω δήλωσή της, κατά την οποία η δήλωση αυτή "τελεί υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης και πλήρους εξοφλήσεώς της κατά τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 3867/2010", από την οποία εξαρτήθηκε η ισχύς της αντί καταβολής δόσης των ομολόγων ως λόγου αποσβεστικού της ενοχής από τις πωλήσεις της προς τα αναφερόμενα νοσοκομεία του ΕΣΥ, που ασκεί κατά νόμον ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η εν λόγω προϋπόθεση συνιστά σαφώς διαλυτική αίρεση, με συνέπεια, από τη μη λήψη υπόψη της άνω προϋποθέσεως στη δήλωσή της, την οποία επικαλέσθηκε ως διαλυτική αίρεση, να απορριφθεί η έφεσή της και εντεύθεν η αγωγή της ως μη νόμιμη. 5.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ένδικη δήλωση της ενάγουσας, πλην άλλων και τα ακόλουθα (14ο Φύλλο έως 16ο Φύλλο της): "Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ένδικη αγωγή και προκύπτουν από το σύνολο των προσκομιζομένων εγγράφων αποδείξεων, η ενάγουσα, στα πλαίσια συμβάσεων που συνήψε με τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. που αναφέρει, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτά, κατά τα έτη 2008 και 2009, ιατροτεχνολογικό υλικό για την κάλυψη αναγκών τους, το σχετικό τίμημα πιστώθηκε. Στη συνέχεια, δε, με την από 6.9.2010 δήλωσή της υπήγαγε τις απαιτήσεις της στις διατάξεις του άρθρου 27 του νόμου 3867/2010. Περαιτέρω, το εναγόμενο αναδέχθηκε, με την κατάρτιση σιωπηρής σύμβασης στερητικής αναδοχής τις οφειλές των πιο πάνω νοσοκομείων, όπως σαφώς συνάγεται από τη ρύθμιση της παραπάνω διάταξης, σύμφωνα με την οποία, οι οφειλές των νοσοκομείων αυτών για τα έτη 2008 και 2009 εξοφλούνται με ομόλογα έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου. Η πλασματική παράδοση της νομής των σχετικών άυλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου έγινε με σκοπό να αποσβεστεί η απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος των συμβληθέντων μ' αυτήν νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. Η σύμβαση της δόσης των ομολόγων αντί της καταβολής των οφειλόμενων ποσών, έγινε με σκοπό την εξόφληση των οφειλών νοσοκομείων, όπως προκύπτει και από τη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, καθόσον η ενάγουσα, με την υποβολή της από 6.9.2010 δήλωσής της, αποδέχθηκε ότι οι απαιτήσεις της κατά των πιο πάνω νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. για την προμήθεια προς αυτά ιατροτεχνολογικού υλικού, κατά τα έτη 2008 και 2009, εξοφλούνται άμεσα με την παράδοση ομολόγων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή με παροχή διαφορετική από την οφειλόμενη. Μάλιστα, η παραλαβή από την ενάγουσα των κωδικών που αντιστοιχούσαν σε τίτλους ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, σε συνδυασμό με την υπογραφή από την ίδια των καταστάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, επέχει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην πιο πάνω διάταξη, θέση εξοφλητικής απόδειξης. Επισημαίνεται ότι η ανατροπή των αποτελεσμάτων των προαναφερόμενων συμβάσεων στερητικής αναδοχής χρέους και δόσης αντί καταβολής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 6.9.2010 δήλωσης της ενάγουσας, δεν εξαρτήθηκε από την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του κεφαλαίου των ένδικων απαιτήσεών της με την αποπληρωμή των παραπάνω ομολόγων στο 100% της ονομαστικής τους αξίας. Αντίθετα, η δήλωση της ενάγουσας με την ανεπιφύλακτη παραίτησή της από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση που απορρέει από την ίδια αιτία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η απαίτησή της για την καταβολή κάθε είδους τόκου, ως προς τα έτη 2008 και 2009 και μέχρι την εξόφληση, όπως άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα αποδέχεται, συνιστά επανάληψη της σχετικής διατύπωσης του άρθρου 27 παρ.2 του ν. 3867/2010, και δεν συνιστά διαλυτική αίρεση, για την ύπαρξη της οποίας, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται και στην τελευταία νομική σκέψη, έπρεπε να έχει ρητά διατυπωθεί ακριβές χρονικό σημείο λήξης της συμφωνίας των μερών. Το ότι τα ομόλογα είχαν λήξεις το 2011 και 2012, δεν αποτελεί χρόνο λήξης της υπαγωγής των απαιτήσεων της ενάγουσας στο καθεστώς του ν. 3867/2010, ούτε βέβαια διαλυτική αίρεση, με δεδομένο ότι η ύπαρξη χρόνου στον οποίο θα εξοφληθούν τα ομόλογα, δεν συνιστά, χωρίς άλλο και διαλυτική αίρεση της σύμβασης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα σχετικά ομόλογα. Σκοπός των συμβαλλόμενων μερών στις συμβάσεις αναδοχής χρέους και δόσης αντί καταβολής, δεν ήταν η πλήρης εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων της ενάγουσας από την προμήθεια ιατρικού υλικού στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., αλλά η υπαγωγή της στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, με τους όρους που αυτό έθετε, η οποία και συντελέστηκε σχετικά. Περαιτέρω, η ένταξη του δημόσιου χρέους στο PSI, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4050/2012, έγινε διότι η Χώρα αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική κρίση και ραγδαία επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, που εκτόξευσε το κόστος δανεισμού σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η κατάσταση αυτή απαιτούσε την ομοιόμορφη και αποτελεσματική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με τη συμμετοχή των ιδιωτών.
Συνεπώς, η ένταξη αυτή με τους συγκεκριμένους όρους, έγινε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί κατά την υπογραφή της συμφωνίας με την οποία οι απαιτήσεις της ενάγουσας υπήχθησαν στον 3768/2010. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγική βάση που στηρίζεται στις διατάξεις για την πώληση, ως μη νόμιμη, υπό τα εκτιθέμενα, ορθά εφάρμοσε το νόμο, καθόσον η απαίτηση της ενάγουσας δεν προέρχεται από τις συμβάσεις, πώλησης ιατροτεχνολογικού υλικού προς τα αναφερόμενα νοσοκομεία, αλλά από τη στερητική αναδοχή του χρέους των νοσοκομείων αυτών από το εναγόμενο Δημόσιο, η οποία αφορούσε τις οφειλές των νοσοκομείων, όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του ν. 3867/2010, στις οποίες υπήχθη η ενάγσυσα, σύμφωνα με όσα αναλύονται στις με στοιχεία I., II., ΠΙ. και IV μείζονες σκέψεις. Περαιτέρω, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε επίσης ως μη νόμιμη την επικουρική αγωγική βάση που στηρίζεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατά την οποία, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο με την αντικατάσταση των ομολόγων της ενάγουσας με άυλους τίτλους μειωμένης αξίας και μακρότερης διάρκειας, διότι ο τυχόν πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας οφείλεται σε νόμιμη αιτία, δηλαδή στην υποχρεωτική υπαγωγή των αξιώσεων αυτής στο PSI, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη με στοιχείο V μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο συνολικά απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της, αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθά το νόμο εφάρμοσε, η δε τα αντίθετα υποστηρίζουσα έφεση πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της ως μη νόμιμη, όπως αναφέρθηκε ήδη. Ενόψει, όμως, όλων των παραπάνω διαλαμβανόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχών και όσων υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της αποδιδόμενης σε αυτή πλημμέλειας εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω ερευνώμενο ζήτημα, πέρα του ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, ώστε να μην θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο και το περιεχόμενό του, καθώς και νομικά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας που συνάγονται από το έγγραφο αυτό και από την αξιολόγηση του περιεχομένου του προς επίρρωση των ισχυρισμών της (ΑΠ 1455/2009), έλαβε ασφαλώς υπόψη και αξιολόγησε στο σύνολό της την από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωση της αναιρεσείουσας με την επ' αυτής επικαλούμενη προϋπόθεση της πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως του κεφαλαίου των ένδικων απαιτήσεών της, για την οποία έκρινε σαφώς, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του, ότι δεν συνιστά διαλυτική αίρεση κατά το άρθρο 202 του ΑΚ, απορρίπτοντας (έστω και εσφαλμένως, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας) τους αντίθετους αγωγικούς ισχυρισμούς της. Επομένως, ο ως άνω, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
6.- Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/ 2022, ΑΠ 88/2022). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έστω και χωρίς ρητή αναφορά έλαβε πάντως υπόψη την προϋπόθεση της πλήρους και εμπρόθεσμης εξοφλήσεως των ένδικων απαιτήσεών της από τις πωλήσεις της υγειονομικού υλικού προς τα νοσοκομεία του ΕΣΥ, που περιέχεται στην από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωσή της, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της ότι στην δήλωσή της αυτή δεν περιέχεται διαλυτική αίρεση, με την επάλληλη αιτιολογία ότι δήθεν για την ύπαρξη της διαλυτικής αιρέσεως έπρεπε να είχε ρητά διατυπωθεί ακριβές χρονικό σημείο λήξεως της συμφωνίας των μερών, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 202 του ΑΚ, διότι εσφαλμένα εν τέλει έκρινε ότι η επίκληση διαλυτικής αιρέσεως έπρεπε να συναρτάται οπωσδήποτε με ορισμένη χρονική διάρκεια, ενώ αυτή δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή της τέτοιο χρονικό περιορισμό αναφορικά με την προϋπόθεση της πλήρους και εμπρόθεσμης εξοφλήσεως των απαιτήσεών της. Από το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, με δύο επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, και συγκεκριμένα: α) διότι η από 06.09.2010 δήλωση της ενάγουσας με την ανεπιφύλακτη παραίτησή της από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση που απορρέει από την ίδια αιτία, στην οποία περιλαμβάνεται και η απαίτησή της για την καταβολή κάθε είδους τόκου ως προς τα έτη 2008 και 2009 και μέχρι την εξόφληση, δεν συνιστά διαλυτική αίρεση της σύμβασης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα σχετικά ομόλογα και β) διότι για την ύπαρξη της διαλυτικής αιρέσεως έπρεπε να είχε ρητά διατυπωθεί ακριβές χρονικό σημείο λήξης της συμφωνίας των μερών. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ως προς την κατά τα άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της είναι αλυσιτελής, διότι, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η πρώτη και κύρια από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτής σχετικού πρώτου λόγου, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αφορά στην δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία, κατά την οποία η περιεχόμενη -στην από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωση της ενάγουσας- προϋπόθεση της πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως του κεφαλαίου των ένδικων απαιτήσεών της με την αποπληρωμή των ομολόγων στο 100% της ονομαστικής τους αξίας δεν συνιστά διαλυτική αίρεση. 7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί ή ειδικοί, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανελέγκτως, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έστω και εμμέσως, χωρίς ρητή αναφορά, δεν αγνόησε και πάντως έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την παραπάνω προϋπόθεση που περιέχονταν στην από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωσή της προς τα νοσοκομεία του ΕΣΥ, προκειμένου να καταλήξει ότι η εξόφληση των ομολόγων κατά το χρόνο λήξης τους δεν συνιστά από μόνη της διαλυτική αίρεση κατά το άρθρο 202 του ΑΚ, το Εφετείο παντελώς εσφαλμένα προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες δεχόμενο εμμέσως ασάφεια στην από 06.09.2010 υπεύθυνη δήλωσή της με την κρίση του ότι η αντί χρημάτων δόση των ομολόγων σε αυτήν δεν εξαρτήθηκε από διαλυτική αίρεση ώστε αυτή να ανατρέπεται σε περίπτωση μη έγκαιρης και πλήρους εξοφλήσεως των ομολόγων και ότι, αντιθέτως, ο σκοπός των συμβαλλομένων μερών στις συμβάσεις αναδοχής χρέους και δόσης αντί καταβολής δεν ήταν η πλήρης εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεών της, αλλά η υπαγωγή της στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 με τους όρους που αυτό έθετε, καθόσον η κρίση του αυτή είναι εσφαλμένη και αντίθετη προς τη βούλησή της, που περιέχεται στην παραπάνω δήλωσή της, στην οποία τέθηκε ως προϋπόθεση, από την οποία εξαρτήθηκε η αντί καταβολής δόση των ομολόγων, η πλήρης εξόφλησή τους κατά το χρόνο λήξης τους. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με την προσφυγή σε αυτούς σχετικά με τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως της αναιρεσείουσας να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 διατηρώντας παράλληλα την αξίωσή της για πλήρη εξόφληση των ομολόγων κατά τη λήξη τους, είναι απαράδεκτος, αφού το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας κατ' έφεση, κατά τα προεκτεθέντα, απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση και, συνεπώς, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας ως προς την προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωσή της προς τα νοσοκομεία του ΕΣΥ ώστε να παραστεί ανάγκη να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες. 8.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 19 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και του άρθρου 2 της υπ' αρ 134423οικ/08.12.1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.01.1993), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.03.2023 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1104/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή