Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1051 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1051/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ε., διαμένοντος στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων ..." στην ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Σπυροπούλου. Του αναιρεσιβλήτου: Α. - Σ. Ζ. του Α., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτοπαπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6394/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συμπροσβαλλομένης και της 6394/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την επόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι με την αναίρεση συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων (553 παρ. 1 εδ. α'), η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση, εφόσον υπάρχει κατ' αυτής κάποιος βάσιμος λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 11/1998). Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή, ενώ το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση και έκτοτε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 11/1998). Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην εφετειακής αποφάσεως, έστω κι αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναιρέσεως.
Συνεπώς η επίδοση της ερήμην αποφάσεως κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναιρέσεως. Ούτε μόνη η έκδοση της αποφάσεως του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ., για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 743/2023). Η ανάγκη της επιδόσεως προκύπτει και από την ουσιαστική (ήτοι την εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και χάριν οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αιτήσεως αναιρέσεως. Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση ώστε έτσι να μην απωλέσει την προθεσμία αναιρέσεως κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση, κατά την οποία παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην αποφάσεως και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 35/2024, ΑΠ 1343/2021 ΑΠ 121/2021, ΑΠ 197/2020).
2.- Με την υπό κρίσιν, από 21.07.2021 (και με αριθμό καταθέσεως 5999/774/22.07.2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, ερήμην του αναιρεσείοντος (εναγομένου και εφεσιβλήτου) και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 248/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά την από 14.09.2018 έφεση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος και εκκαλούντος) κατά της υπ' αριθμόν 16394/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αόριστη την από 21.11.2014 αγωγή αυτού, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, απέρριψε ομοίως ως αόριστη την αγωγή κατά τις κύριες βάσεις της με τις οποίες ο ενάγων ιστορούσε ότι ο εναγόμενος εισέπραξε μισθώματα ύψους 443.628,12 ευρώ υπό την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου των κληρονομιαίων ακινήτων του Α. Β. και κατά το μέρος που ζητούσε το κατάλοιπο εκ της διαχειρίσεως των κληρονομιαίων ακινήτων της Φ. Β. υπό την ιδιότητα του εν τοις "πράγμασι" διαχειριστή αλλότριας περιουσίας για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα και, στη συνέχεια, έκανε εν μέρει δεκτή την εν λόγω αγωγή κατά την έτερη κύρια βάση της με την οποία ο ενάγων ζητούσε το κατάλοιπο εκ της διαχειρίσεως των κληρονομιαίων ακινήτων τόσο του Α. Β. όσο και της Φ. Β., τα οποία κληρονομήθηκαν από τον πρώτο, υπό την ιδιότητά του ως δικαστικού συμπαραστάτη αυτών και ως εν "τοις πράγμασι διαχειριστή του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας τους, αλλά και κατά την επικουρικώς σωρευόμενη βάση αυτής περί αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, λόγω της τελεσθείσας εις βάρος του υπεξαιρέσεως του καταλοίπου εκ της άνω διαχειρίσεως. 3.- Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης υπ' αριθμόν 248/2021 ερήμην αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (άρθρα 63 και 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατ' αυτής, που είχε εκδοθεί εις βάρος του, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 21.07.2021 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 3446/2023 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Η αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς απευθύνεται κατά μόνης της ως άνω ερήμην αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και όχι και κατά της υπ' αριθμόν 3446/2023 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εφετειακής αποφάσεως, αφού ο αναιρεσείων έκρινε, προφανώς, ότι δεν έχει βάσιμο λόγο αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου που απέρριψε την ανακοπή της ερημοδικίας του (ΑΠ 845/2012). Από τα υφιστάμενα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της ως άνω, υπ' αριθμόν 3446/2023, εφετειακής αποφάσεως, η οποία απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, με την οποία (επίδοση) κινείται η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως και, επομένως, σύμφωνα και με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε το δικόγραφό της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 22.07.2021, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η δε επίδοση, στις 22.06.2021, στον αναιρεσείοντα της προσβαλλομένης ως άνω, υπ' αριθμόν 248/2021, αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του (όπως τούτο προκύπτει από την απόφαση επί της ανακοπής ερημοδικίας του, την οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αναιρεσίβλητος), είναι άνευ έννομης επιρροής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η επίδοση της ερήμην αυτής αποφάσεως σχετίζεται μόνο με την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας (η οποία και πραγματικά ασκήθηκε) και όχι της προθεσμίας ασκήσεως της αναιρέσεως, η οποία αρχίζει, και ως προς αυτήν (την υπ' αριθμόν 248/2021 απόφαση) από την επίδοση της αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή της ερημοδικίας. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι καθ' ο μέρος η αίτηση αναιρέσεως πλήττει αυτοτελώς την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 16394/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξαφανίσθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού αυτό, όπως αναφέρθηκε ήδη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, η οποία έπαυσε έκτοτε να υπάρχει (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για τον λόγο ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία ότι υπήρξε κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, του Δικαστηρίου δηλαδή που την εξέδωσε (566 του ΚΠολΔ). 4.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να δύναται να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επί των γεγονότων αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 46/2022). Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή, αντιθέτως, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Η τυχόν παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023), Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 536/2011), εφόσον προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως ούτε αφορά την δημόσια τάξη. Αυτό, όπως, επίσης, και ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης, για να κριθεί αν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, η συμπλήρωση του οποίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο ή άλλα έγγραφα είναι ανεπίτρεπτη (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι με την από 21.11.2004 ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισήχθη προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος ως εναγομένου, απορρέουσα εκ της διαχειρίσεως του τελευταίου υπό τις ιδιότητες του μεσεγγυούχου, διοικητή αλλότριας περιουσίας και δικαστικού (προσωρινού και οριστικού) συμπαραστάτη του αποβιώσαντος στις 07.09.2004 Α. Β., του τελευταίου και ως κληρονόμου της προαποβιωσάσης αδελφής του Φ. Β. δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας μυστικής διαθήκης αυτής. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε στην αγωγή του ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος δυνάμει των εκεί αναφερομένων δικαστικών αποφάσεων είχε ορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης των τελούντων υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως Α. Β. και Φ. Β., διαχειρίσθηκε τα αναφερόμενα ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες) της απόλυτης κυριότητάς τους και ότι από τη διαχείριση αυτή εισέπραξε από την εκμίσθωσή τους, υπό τις άνω ιδιότητές του, αλλά και ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής των άνω ακινήτων, μισθώματα συνολικού ποσού 527.573,12 ευρώ, εκ του οποίου κατέθεσε μόνο το ποσό των 107.509,14 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατέβαλε 174.509,13 ευρώ για φόρους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., διατηρώντας στην κατοχή του το υπόλοιπο ποσό των 245.473,85 ευρώ, προερχόμενο από την διαχείριση του συνόλου της άνω ακίνητης περιουσίας, της οποίας ο αναιρεσίβλητος, δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας ιδιόγραφης διαθήκης του Α. Β., τυγχάνει μοναδικός και αδιαφιλονίκητος κληρονόμος. Ότι παρά τις προφορικές και τις έγγραφες οχλήσεις του, ο αναιρεσείων αρνήθηκε να του αποδώσει, ως όφειλε, το ως άνω κατάλοιπο της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του Α. Β., ύψους 245.473,85 ευρώ, καθώς και το ποσό των τόκων επ' αυτού από την τραπεζική κατάθεσή του, ιδιοποιούμενος τούτο παρανόμως, το οποίο και αιτήθηκε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων οφείλει να του το καταβάλει, υπό τις υφιστάμενες κατά τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ιδιότητές του, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, λόγω της τελεσθείσας εις βάρος του υπεξαιρέσεως, νομιμοτόκως από τις 17.05.2012 οπότε, το πρώτον, όχλησε εγγράφως τον αναιρεσείοντα, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, ειδικώς, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την εναντίον του αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ευθύνης του και την γένεση, αντιστοίχως, του δικαιώματος προς αποζημίωση του ενάγοντος λόγω αδικοπραξίας. Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος διότι, αφενός δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και αφετέρου δεν εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων προέβαλε ως εναγόμενος τον ισχυρισμό περί αοριστίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις του, οι οποίες επαναφέρθηκαν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσίβλητο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, ούτε παρατίθεται ο ισχυρισμός αυτός, όπως ακριβώς προτάθηκε. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθότι στο δικόγραφό της εκτίθενται με επάρκεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ, 297, 298, 914, 1652, 1682 εδ. α', σε συνδυασμό με τα άρθρα 303, 1710, 1712, 1721 του ΑΚ και 375 του ΠΚ (όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν από την ισχύ του ν. 4619/1919), που εφαρμόστηκαν, για τη θεμελίωση τους και το Εφετείο δεν αρκέστηκε για την κρίση του σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά. Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή ως προς την βάση της, που στηρίζεται στην αδικοπραξία (η οποία και πλήττεται εν προκειμένω), η παράνομη, συγχρόνως δε και υπαίτια, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος (υπεξαίρεση), εκ της οποίας προήλθε ζημία στον αναιρεσίβλητο και δη διαλαμβάνεται: α) η περιέλευση στην κατοχή του αναιρεσείοντος του συνολικού ποσού των 245.473,85 ευρώ, που αποτελούσε το κατάλοιπο εκ της διαχειρίσεως του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των τεθέντων σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως Α. Β. και Φ. Β., του πρώτου και ως κληρονόμου της δεύτερης, η οποία προαποβίωσε, το οποίο ο αναιρεσείων εισέπραξε κατά τα επιμέρους χρονικά διαστήματα, ως δικαστικός συμπαραστάτης ήτοι ως εκ του νόμου διαχειριστής, αλλά και ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής, κατά τη διαχείριση, με τις άνω ιδιότητές του, του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των άνω προσώπων έως και τον επισυμβάντα θάνατό τους, β) η μη απόδοση του ποσού αυτού στον αναιρεσίβλητο, παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες οχλήσεις του, γ) η ιδιοποίηση του εν λόγω ποσού από τον αναιρεσείοντα με την ενσωμάτωσή του στην περιουσία του και δ) η κατ' αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πρόκληση περιουσιακής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχου ποσού. Επομένως, το Μονομελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 914, 1652, 1682 εδ. α', σε συνδυασμό με τα άρθρα 303, 1710, 1712, 1721 του ΑΚ και 375 του ΠΚ (όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν από την ισχύ του ν. 4619/1919), ως και εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη και νόμιμη την ως άνω αγωγή. 5.- Κατά τους ορισμούς και την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914, 297 298 και 330 του ΑΚ για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, οφειλόμενη σε πράξη ή παράλειψη του δράστη, πρόκληση εξ αυτής ζημίας σε άλλον και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, ήτοι της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 41/2023, ΑΠ 385/2022). Αδικοπραξία, κατά την έννοια της άνω διατάξεως και, επομένως, γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, το οποίο περιήλθε οπωσδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 375 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν από την ισχύ του ν. 4619/1919. Μεταξύ των περιπτώσεων υπεξαιρέσεως, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικώς στην παρ. 2 της διατάξεως του άρθρου 375 του ΠΚ, κατά την οποία η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, είναι και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι και ο δικαστικός συμπαραστάτης στην περίπτωση της στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως, όπου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή, συνδυαστικά, οι διατάξεις των άρθρων 1682 και 1652 του ΑΚ περί επιτροπείας ανηλίκων.
Συνεπώς, ο δικαστικός συμπαραστάτης έχει διαχειριστική εκ του νόμου εξουσία επί της περιουσίας του συμπαραστατουμένου και υποχρεούται μετά το θάνατο αυτού, οπότε λήγει αυτοδικαίως το καθεστώς της δικαστικής συμπαραστάσεως, να αποδώσει στον δικαιούχο το εκ της διαχειρίσεως κατάλοιπο, το οποίο κατέχει εκ της εν λόγω ιδιότητάς του, αν δε αρνηθεί και ενσωματώσει όσα κινητά πράγματα ή χρήματα κατείχε από τη διαχείριση στη δική του περιουσία τελεί το έγκλημα της υπεξαιρέσεως (βλ. ΑΠ 2044/2010, ποινική). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 1710 του ΑΚ προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, ήτοι το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) αυτού, οι οποίες είναι δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπό του. Από αυτά παρέπεται ότι η απαίτηση του συμπαραστατουμένου έναντι του δικαστικού συμπαραστάτη του, προς απόδοση των αποκτηθέντων κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τα οποία ο δικαστικός συμπαραστάτης απέκτησε από την εκτέλεση της διαχειριστικής εξουσίας επί της περιουσίας του περιέρχεται, στην περίπτωση θανάτου του, στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 352/2022, ΑΠ 259/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, συνακόλουθα, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος. αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως αντίστοιχα, υφίσταται όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση και ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 357/2018) και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996).
6.- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα εξής: "Ο εκκαλών Α.-Σ. Ζ. του Α., ων αναδεξιμιός του αποβιώσαντος στην Αθήνα στις 7/9/2004 Α. Β. του Γεωργίου [βλ. σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 367/2-2-2012 αντίγραφο της υπ' αρ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου του δήμου ...] εγκαταστάθηκε μοναδικός κληρονόμος σ' όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τελευταίου δυνάμει της από 1/5/2001 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1142/12-11-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τόμος 2730, αριθμ. 1]. Σε εκτέλεση μάλιστα της υπ' αριθμ. 1076/1-3-2011 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου [διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας], χορηγήθηκε σ' αυτόν [ενάγοντα] το υπ' αριθμ. 194/24-3-2011 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, δια του οποίου πιστοποιείτο αρχικά η ιδιότητά του ως μοναδικού κληρονόμου όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του άνω ανοδόχου του. Συγκεκριμένα, η κληρονομιαία ακίνητη περιουσία περιελάμβανε, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εναγόμενο, τις ακόλουθες οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονταν σε πολυκατοικία κείμενη στην ... Ν. Αττικής, επί της συμβολής των οδών ... (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας ακινήτων με αύξουσα αρίθμηση από 1 έως 15). Εκ των ανωτέρω κληρονομιαίων ακινήτων τα υπ' αριθμ. [1,2,3,4,5,6,7,8,9, 10 και 11 ακίνητα, περιήλθαν στην κυριότητα του διαθέτη Α. Β. δυνάμει της υπ' αριθμ. 942/19-6-1970 σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβ/φου Πειραιά Γ. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... [τόμος ΞΘ, αριθμ. 402], ενώ τα υπ' αριθμ. [12,13,14 και 15] ακίνητα ιδιοκτησίας της προαποβιωσάσης την 21η/1/2004 αμφιθαλούς αδερφής του Φ. Β., χας Έ. Γ. [βλ. σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ... αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... Ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου του δήμου Αθηναίων], περιήλθαν σ' αυτόν δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης μυστικής διαθήκης του συμβ/φου ... Κ./νου Ρ., δημοσιευθείσας με το υπ' αριθμ. 808/18-2-2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας / τόμος 2726, αριθμ. 32], στην κυριότητα της οποίας είχαν περιέλθει βάσει της αυτής ως άνω πράξης σύστασης, κληρονομική ιδιότητα που δεν αμφισβητήθηκε από τον παριστάμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εναγόμενο. Ωστόσο, ο εναγόμενος και ο αδερφός του Κ.-Α. Β. [μη διάδικος στην παρούσα δίκη] αμφισβήτησαν, δια της από 9/5/2005 με αρ. καταθ. δικογρ. 68250/4210/2005 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την γνησιότητα της άνω ιδιόγραφης διαθήκης του θείου τους [αδερφού του προαποβιώσαντος πατρός τους], Α. Β. αιτούμενοι την αναγνώριση της ακυρότητά της για λόγους συνδεόμενους με την ανικανότητα προς δικαιοπραξία του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξής της. Διαρκούσης δε της επιδικίας αυτής και κατ' επέκταση της αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος επί της άνω κληρονομιαίας περιουσίας, ζητήθηκε εκ μέρους τους, δυνάμει της υπ1 αριθμ. έκθ. καταθ. δικογρ. 6475/24-5-2005 αίτησής τους, και τελικώς επετεύχθη βάσει της υπ' αριθμ. 9113/30-11-2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η θέση σε δικαστική μεσεγγύηση του συνόλου της άνω κληρονομιαίας περιουσίας του Α. Β. [ήτοι και των δεκαπέντε ως άνω ακινήτων], μεσεγγυούχος δε αυτών ορίστηκε ο νυν εναγόμενος, χωρίς ωστόσο, είτε με διάταξη της αυτής απόφασης, είτε με έτερη δικαστική απόφαση να του παρασχεθεί οιασδήποτε μορφής άδεια του δικαστηρίου για την διαχείριση και εκμετάλλευση των εν λόγω ακινήτων. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 11/5-1-2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφτηκε η ως άνω αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ιδιόγραφής διαθήκης του Α. Β., η οποία κατέστη τελεσίδικη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3130/14-6-2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών βάσει της οποίας απορρίφτηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση των εναγόντων και τελικώς αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 145/24-1-2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους του εναγομένου από 15/9/2010 αίτηση αναιρέσεως [σημειουμένου ότι εκ του δικογράφου αυτής παραιτήθηκε δια τη από 4/11/2011 δήλωσής του ο έτερος ενάγων-αναιρεσείων Κ. - Α. Β.. Ωστόσο, εν τω μεταξύ ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του αυτή [ήτοι, του μεσεγγυούχου άνευ νομίμου δικαιώματος διαχείρισης], αμέσως μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 9113/30-11-2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, άρχισε να εισπράττει τα μισθώματα από την εκμίσθωση απάντων των άνω ακινήτων και έτσι μέχρι την έκδοση της αμετάκλητης ως άνω απόφασης με την οποία έληξε η μεταξύ των διαδίκων επιδικία περί του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος επ' αυτών, εισέπραξε το συνολικό ποσό των τετρακοσίων τριάντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριών λεπτών [437.478,03 €] και συγκεκριμένα: (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας για τα ... ακινήτων, με όνομα μισθωτή, χρονικό διάστημα μισθώσεως και εισπραχθέν ποσό). Αληθές τυγχάνει δε το γεγονός ότι στην κατοχή του εναγόμενου περιήλθαν λόγω είσπραξης αυτών και μισθώματα συνολικού ποσού τριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα τριών ευρώ και τριάντα δύο λεπτών [1.760,82 € συν 1.792,50 € = 3.553,32 €] και συγκεκριμένα ποσό χιλίων επτακοσίων εξήντα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών [880,41 € επί 2 μήνες (Οκτώβριος και Νοέμβριος 2005, εκ της μίσθωσης του υπ' αριθμ. 12 ακινήτου με μισθώτρια την ανώνυμη εταιρία ...") = 1.760,82 €] καθώς και ποσό χιλίων επτακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών [298,75 € επί 6 μήνες (Οκτώβριος του έτους 2004 έως και Μάρτιος 2005, εκ της μίσθωσης του υπ' αριθμ. 13 ακινήτου με μισθωτή τον Μακαριάν Οχανές = 1.792,50 €], πλην όμως η είσπραξη δεν έλαβε χώρα υπό την άνω ιδιότητά του, αλλά σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της σχετικής με τον διορισμό του ως μεσεγγυούχο άνω αποφάσεως, ήτοι πριν την 1/12/2005, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενάγοντος. Στο σημείο αυτό πρέπει ν' αναφερθεί ότι ο εναγόμενος Γ. Β., καθ' ο χρόνο η θεία του [αδερφή του προαποβιώσαντος πατέρα του] Φ. Γ.. Β. χα Έ. Γ. ήταν εν ζωή, κατόπιν της από 19/6/2002, διαβιβασθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας] με το υπ' αριθμ. πρωτ. 42205/21-6-2002 εγγράφου του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και με αρ. κατάθ. δικογρ. 94155/5118/5-7-2002 αιτήσεώς του, πέτυχε την έκδοση της υπ αριθμ. 166/9-1-2003 αποφάσεως, δυνάμει της οποίας αυτή υποβλήθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ο εναγόμενος ορίστηκε δικαστικός της συμπαραστάτης, ιδιότητα την οποία και διατήρησε μέχρι τον χρόνο του θανάτου της άνω συμπαραστατέας, ήτοι την 21η/1/2004. Και ναι μεν αποδεικνύεται ότι από το μήνα Ιούνιο του έτους 2002, βάσει της αναγραφόμενης στο σκεπτικό της άνω απόφασης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης διαπιστώθηκε αδυναμία της να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της, λόγω διαρκούς διανοητικής διαταραχής [γεροντικής άνοιας και τετραπληγίας - από 12/6/2002 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού - νευρολόγου Β. Κ.], πλην όμως δεν αποδεικνύεται από οιοδήποτε βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο αφενός μεν ότι ο εναγόμενος, μέχρι την υποβολή αίτησης θέσης της υπό δικαστική συμπαράσταση, διαχειριζόταν είτε κατ' εντολή αυτής, είτε καθ' οιανδήποτε νόμιμη ιδιότητα διαχειριστή τα υπ' αριθμ. [12, 13 και 14] ακίνητα της Φ. Β., αφετέρου δε ότι υπό οιανδήποτε ιδιότητα εισέπραξε από την εκμίσθωσή τους, το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο για μισθώματα μηνός Ιουνίου 2002 συνολικού ποσού τριών χιλιάδων ενενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών [1.746 € συν 597,50 € συν 304 € συν 450 € αντίστοιχα = 3.097,50 €], το οποίο ως εκ τούτου απορριπτέο τυγχάνει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος διαχειρίστηκε τα εν λόγω τρία ακίνητα με την ιδιότητα του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη από 5/7/2002 δυνάμει της με την αυτήν ημερομηνία χορηγηθείσας μέχρι τη συζήτηση της άνω αιτήσεως [ήτοι 5/11/2002] σχετικής προσωρινής διαταγής, η οποία όριζε τον ίδιο προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη προκειμένου μεταξύ άλλων ".........όπως εκπροσωπήσει αυτήν εις την είσπραξη μισθωμάτων...", ακολούθως δε, και ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης, δυνάμει της εκδοθείσας σχετικά ως άνω τελεσίδικης απόφασης μέχρι το θάνατό της. Σημειώνεται, ότι από το αποδεικτικό υλικό δεν αποδεικνύεται η τυχόν παράταση της χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής κατά το χρονικό διάστημα από τη συζήτηση της αιτήσεως μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης, ήτοι από 5/11/2002 έως και 9/1/2003, πλην όμως και η κατά το μεσολαβούν χρονικό αυτό διάστημα των δύο μηνών [Νοεμβρίου = Δεκεμβρίου 2002] συνέχιση της "εν τοις πράγματι" διαχείρισης των άνω ακινήτων της θείας του και κατ' επέκταση η είσπραξη των συνδεόμενων μ' αυτήν μισθωμάτων δικαιολογείται εκ του οριστικού πλέον διορισμού του. Με την ιδιότητα λοιπόν του δικαστικού συμπαραστάτη [προσωρινού και οριστικού] προχώρησε στην είσπραξη συνολικού ποσού πενήντα χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και πενήντα λεπτών [50.302,50 €] αναφορικά με την εκμίσθωση των κάτωθι ακινήτων (ακολουθεί πίνακας για τα ... ακίνητα με όνομα μισθωτή, χρονικό διάστημα μισθώσεως και εισπραχθέν ποσό). Παράλληλα, ο εναγόμενος Γ. Β., καθ' ο χρόνο ο θείος του [αδερφός του προαποβιώσαντος πατέρα του] Α. Β. ήταν εν ζωή, κατόπιν της από 10/5/2002, διαβιβασθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας] με το υπ' αρ. πρωτ. 44969/17-5-2002 εγγράφου του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και με αριθμ. κατ. δικογρ. 72220/3943/2002 αιτήσεώς του, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 4621/30-7-2004 αποφάσεως, δυνάμει της οποίας αυτός υποβλήθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ο εναγόμενος ορίστηκε δικαστικός του συμπαραστάτης, ιδιότητα την οποία και διατήρησε μέχρι τον χρόνο του θανάτου του άνω συμπαραστατέου, ήτοι την 7η/9/2004. Έτσι, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος διαχειρίστηκε υπό την ιδιότητά του αυτή από την επομένη της δημοσιεύσεως της άνω απόφασης, ήτοι την 1η/8/2004 και μέχρι το θάνατό του [7/9/2004] τα υπ' αριθμ. [1,2,4,5,7, 8,9,10] κληρονομιαία ακίνητα ιδιοκτησίας του ιδίου του Γ. Β. καθώς και τα περιελθόντα σ' αυτόν ως κληρονομιαία από την προαποβιώσασα αδερφή του Φ. Β., προβαίνοντας στην είσπραξη συνολικού ποσού δεκαπέντε χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών [15.677,50 €] (ακολουθεί πίνακας για τα ... ακίνητα με όνομα μισθωτή χρονικό διάστημα μισθώσεως και εισπραχθέν ποσό). Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος υπό την αυτή ως άνω ιδιότητά του διαχειρίστηκε και έτερο ακίνητο - διαμέρισμα κείμενο στην Κηφισιά Ν. Αττικής [..., το οποίο ανήκε κατ' επικαρπία στον Α. Β., προβαίνοντας στην είσπραξη μισθωμάτων μηνών Αύγουστου και Σεπτεμβρίου του έτους 2004 συνολικού ποσού δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα [2 μήνες επί 1.125 € = 2.250 €], ήτοι συνολικά για την ανωτέρω αιτία εισέπραξε εκ της διαχειρίσεως και δη την εκμίσθωση των άνω κληρονομιαίων ακινήτων του διαθέτη Α. Β. το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων τριάντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών [15.677,50 € συν 2.250 € = 17.927,50 €]. Εν κατακλείδι αποδείχθηκε ότι υπό την ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη αμφοτέρων των θείων του καθ' ο χρόνο αυτοί ήταν εν ζωή εισέπραξε ως εκ του νόμου διαχειριστής από την εκμίσθωση της άνω ακίνητης περιουσίας τους το συνολικό ποσό των εξήντα οκτώ διακοσίων τριάντα δύο [50.302,50 € συν 17.927,50 € = 68.230 €] ευρώ. .......Υπό το καθεστώς αυτό, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, σε σχέση με τη διαχείριση υπ' αρ. [12,13,14 και 15] κληρονομιαίων ακινήτων, που περιήλθαν στον διαθέτη Α. Β. ως μοναδικό κληρονόμο της προαποβιωσάσης αδερφής του Φ. Β., μετά το θάνατο της τελευταίας συνέχισε να ασκεί διαχειριστικές επ' αυτών πράξεις και συγκεκριμένα να εισπράττει τα απορρέοντα από την εκμίσθωσή τους μισθώματα, καταρχήν για το χρονικό διάστημα από το θάνατο της Φ. Β. [21/1/2004] μέχρι τη θέση σε δικαστική συμπαράσταση του Α. Β. [30/7/2004], ήτοι για τους μήνες Φεβρουάριου έως και Ιούλιου του έτους 2004 [6 μήνες], ακολούθως δε από το θάνατο του τελευταίου [7/9/2004] μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2005, χρόνος κατά τον οποίο δημοσιεύθηκε η διαθήκη της Φ. Β. δυνάμει της οποίας ο αδερφός της Α. Β., εγκαταστάθηκε γενικός κληρονόμος της, ανατρέχοντος του χρόνου επαγωγής στο χρόνο θανάτου της. Επισημαίνεται ότι για τη διαχείριση των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων, ο ενάγων αιτείται το ήμισυ [1/2] του εκάστοτε εισπραχθέντος μισθώματος, όπως αυτό προκύπτει από τις κατατεθείσες στην αρμόδια Δ.Ο.Y. Β' ..., αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων των αντίστοιχων ετών χρήσης και τη συνταγείσα από τον ίδιον [εναγόμενο] χειρόγραφη λογοδοσία. Συγκεκριμένα, υπό τις συνθήκες αυτές, ο εναγόμενος εισέπραξε μισθώματα συνολικού ύψους οκτώ χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών [8.272,82 €] (ακολουθεί πίνακας για τα ... ακίνητα, με όνομα μισθωτή, χρονικό διάστημα μισθώσεως και εισπραχθέν ποσό). Επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο,, ως μέσα απόδειξης του ύψους του εκάστοτε υπολογιζόμενου μισθώματος, ως αυτό αναφέρεται στους ανωτέρω πίνακες υπολογισμού, έλαβε υπόψιν του την υφιστάμενη στα έγγραφα της δικογραφίας άτυπη χειρόγραφη λογοδοσία του εναγομένου, που είχε συντάξει κατά το χρόνο που ασκούσε τα καθήκοντα δικαστικού συμπαραστάτη και αφορά ως ο ίδιος αναγράφει σ' αυτήν το χρονικό διάστημα από 27/5/2002 έως και 4/4/2003, την κατατεθείσα από τον ίδιο υπ' αριθμ. 425/-12-2009 έκθεση λογοδοσίας για το χρονικό διάστημα από 1η/1/2006 έως και 31/7/2009 καθώς και τις προσκομιζόμενες υποβληθείσες στη Δ.Ο.Y. Β' ... αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων ακινήτων των οικονομικών ετών 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 [χρήσεις 2005, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010] που βρίσκονται συνημμένες στις αντίστοιχα υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις του κληρονομούμενου Α. Β., έγγραφα τα οποία και αποτέλεσαν συγκριτικά στοιχεία υπολογισμού μισθωμάτων για χρόνους μη περιεχόμενους σ' αυτά. Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος εισέπραξε από τη νόμιμη αλλά και την κατά το προρρηθέντα άνευ σχετικού δικαιώματος διαχείριση των άνω κληρονομιαίων ακινήτων του Α. Β., επί των οποίων μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 145/24-1-2012 απόφασης του Αρείου Πάγου αποκλειστικό κληρονομικό δικαίωμα έχει ο νυν ενάγων το συνολικό ποσό των πεντακοσίων δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και δεκαεπτά λεπτών [(ως δικαστικός συμπαραστάτης) 68.230 € συν (εν τοις πράγματι διαχειριστής) {437.478,03 € συν 3.553,32 € συν 8.272,82 €=} 449.304,17 €=517.534,17 €] απορριπτομένου του πέραν αυτού ποσού ως αβάσιμου κατ' ουσίαν. Πρέπει επίσης ως προς τη διαχείριση του ανωτέρω ποσού ν' αναφερθούν τα εξής: Ο εναγόμενος υπό την ιδιότητά του ως διορισθέντος με την υπ' αριθμ.9113/30-11-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων] μεσεγγυούχου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων υποχρεώθηκε με την υπ' αριθμ. 8060/1-1-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων], η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 16/1/2009 με αριθμ. έκθ. κατάθ. δικογρ. 752/2009 αιτήσεως του ενάγοντος, να αποδώσει λογοδοσία για χρονικό διάστημα από 1η/1/2006 έως και 31η/7/2009 [χρόνος άσκησης αίτησης], σε εκτέλεση της οποίας αυτός κατέθεσε στη Γραμματεία του άνω Πρωτοδικείου την υπ' αριθμ. 425/9-12-2009 έκθεση λογοδοσίας. Από την τελευταία σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. πρωτ. 5278/8-5-2012 έγγραφο της άνω Δ.Ο.Υ. αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος καθ' ο χρόνο είχε τη διαχείριση των άνω ακινήτων έχει καταβάλει από 1ης/1/2006 μέχρι 8/5/2012 για φορολογικές υποχρεώσεις του Α. Β. αναφορικά με τα άνω έτη [ΦΜΑΠ, φόρος εισοδήματος, έκτακτη εισφορά, ΕΤΑΚ] το συνολικό ποσό των εκατόν εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών [174.509,13 €]. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2347/6-7-2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος παραπέμπεται να δικαστεί ως υπαίτιος τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120.000 ευρώ, το οποίο ήταν εμπιστευμένο στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως μεσεγγυούχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, το για την άνω αιτία [πληρωμή των φόρων της κληρονομιαίας περιουσίας] τελικό ποσό που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο ανέρχεται στο ποσό των εκατόν ογδόντα εννέα χιλιάδων οκτακόσιων δέκα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών [189.810,36 €], το οποίο ωστόσο πρέπει να περιοριστεί στο ποσό των εκατόν ογδόντα επτά χιλιάδων οκτακόσιων πενήντα ευρώ και πενήντα τριών λεπτών [187.850,53 €], όπως βάσιμα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος πρωτοδίκως με σχετική ένστασή του, το οποίο και δεν αμφισβητεί ειδικά και αιτιολογημένα ο ενάγων. Επίσης, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 4255/9-12-2009 έκθεση λογοδοσίας, ποσό 33.264,12 ευρώ [πλην καταβεβλημένων για την πληρωμή φόρων ποσό], έχει καταβληθεί για την κάλυψη εξόδων της κληρονομιαίας περιουσίας από το 2006 έως το 2009, ως έχει περιβληθεί και στο άνω παραπεμπτικό βούλευμα, το ύψος δε αυτού δεν έχει αμφισβητήσει ειδικά και αιτιολογημένα ο ενάγων. Περαιτέρω, ο ίδιος ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του, αποδέχεται ότι εκ του εισπραχθέντος από τη προρρηθείσα διαχείριση συνολικού ποσού των πεντακοσίων δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και δεκαεπτά λεπτών [517.534,17 €], βρέθηκε, κατατεθειμένο από τον εναγόμενο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των εκατόν επτά χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών [107.590,14 €]. Σημειώνεται ότι έτερα έξοδα-δαπάνες [πλην φορολογικών υποχρεώσεων], συνδεόμενες με την άσκηση των διαχειριστικών καθηκόντων του εναγομένου ως δικαστικού συμπαραστάτη του διαθέτη Α. Β. αλλά και της προαποβιωσάσης αδερφής του Φ. Β., δεν αποδεικνύονται, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος στις πρωτοδίκως κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις του. Όσα δε έχουν καταγραφεί ως τέτοια στην χειρόγραφη ως άνω Λογοδοσία του, για το χρονικό διάστημα από 27/5/2002 έως και 4/4/2003, και επικαλέστηκε αυτός ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα, λόγω της απουσίας του, έγγραφες προτάσεις του, δεν αποδεικνύεται -ενόψει και της άρνησής τους εκ μέρους του ενάγοντος- ότι πράγματι έχουν λάβει χώρα, καθόσον δεν υφίστανται στη δικογραφία σχετικά παραστατικά έγγραφα, από την επισκόπηση και εκτίμηση των οποίων το παρόν Δικαστήριο να δύναται να κρίνει όχι μόνο περί της πραγματοποίησης αυτών, αλλά και της αναγκαιότητάς τους. Επί τη βάσει των ανωτέρω λοιπόν, το ποσό που περιήλθε στην κατοχή του εναγομένου από τη διαχείριση των άνω κληρονομιαίων ακινήτων, υπό τις προρρηθείσες ιδιότητές του ανήλθε: [α] ως δικαστικού συμπαραστάτη σε εξήντα οκτώ χιλιάδες διακόσα τριάντα [68.230 €} ευρώ και [β] ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής σε εκατόν είκοσι χιλιάδες πεντακόσια ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτά [(437.478,03 € συν 3.553,32 € συν 8.272,82 € =) 449.304,17 € μείον (107.590,14 € συν 187.850,53 € συν 33.264,12 €=) 328.704,79 € = 120.599,38 €] και συνολικά στο ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων οκτακόσιων είκοσι εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών [68.230 € συν 120.599,38 € = 188.829,38 €], ποσό το οποίο ο ενάγων, ως μοναδικός κληρονόμος του Α. Β., δικαιούτο να απαιτήσει. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με την από 13/2/2012 εξώδικη δήλωσή του-πρόσκληση, που επέδωσε στον εναγόμενο στις 15/2/2012 [βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. 1337Γ/15-2-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Π.] κάλεσε αυτόν να αποδώσει λογοδοσία της διαχειρίσεως των ανωτέρω κληρονομιαίων ακινήτων, χωρίς ωστόσο αυτός να ανταποκριθεί καθοιονδήποτε τρόπο. Ακολούθως, με την από 15/5/2012 εξώδικη δήλωσή του επιδοθείσα στον εναγόμενο στις 17/5/2012 [βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του ιδίου άνω δικαστικού επιμελητή], τον κάλεσε μεταξύ άλλων να του αποδώσει εντός τριών [3] εργάσιμων ημερών από την επίδοση της τελευταίας το κατά τους υπολογισμούς του αγωγικά αιτηθέν ποσό των 245.473,85 ευρώ [μέρος του του οποίου αποτελεί το ανωτέρω αποδειχθέν ποσό που περιήλθε στην κατοχή του εναγομένου από την εν συνόλω διαχείριση των κληρονομιαίων ακινήτων], πλην όμως εκείνος με την από 11/6/2012 εξώδικη απάντησή του, επιδοθείσα στον ενάγοντα στις 13/6/2012 [βλ. την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ε.] αρνήθηκε την ορθότητα των υπολογισμών του ενάγοντος, ως προς το ύψος των εισπραχθέντων μισθωμάτων και των καταβληθέντων φόρων, επικαλέστηκε δε αόριστα την πραγματοποίηση εξόδων για λογαριασμό των θανόντων κληρονομούμενων και της κληρονομιάς, παράλληλα δε κάλεσε τον ενάγοντα στο γραφείο της πληρεξούσιας του δικηγόρου, προκειμένου τα διάδικα μέρη να συζητήσουν επί της διαχείρισης αυτών, πλην όμως κατά την πραγματοποιηθείσα μεταξύ τους συνάντηση, δεν διαπιστώθηκε πρόθεση του εναγομένου να αποδώσει λογαριασμό της διαχειρίσεως και έτσι ο ενάγων προχώρησε στην αποστολή και τρίτης με ημερομηνία 18/6/2012 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας - πρόσκλησης, επιδοθείσα σ' αυτόν στις 19/6/2012 [βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του ιδίου άνω δικαστικού επιμελητή] διαμαρτυρόμενος για την παρελκυστική συμπεριφορά του εναγομένου και τον κάλεσε για τελευταία φορά να προβεί στην καταβολή του καταλοίπου της διαχειρίσεως μέχρι την 21η/6/2012, προθεσμία η οποία και παρήλθε άπρακτη, εκδηλώνοντας έτσι αυτός την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του περιερχόμενου από τη διαχείριση των κληρονομιαίων ακινήτων χρηματικού ως άνω ποσού και ενσωματώσεώς του στην περιουσία του. Χαρακτηριστικό μάλιστα της πρόθεσης παράνομης ιδιοποιήσεως του περιελθόντος σ' αυτόν ως άνω ποσού και αλλά και διαμόρφωσης τέτοιων συνθηκών ώστε να υφίσταται αδυναμία εκ μέρους του ενάγοντος διεκδίκησης του, τυγχάνει το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο εναγόμενος ασκούσε τη διαχείριση της άνω κληρονομιαίας περιουσίας, προέβη σε μεταβιβάσεις ακινήτων περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα η εναπομένουσα σήμερα ακίνητη περιουσία του να είναι ανεπαρκής για την ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος και ουσιαστικά για απόδοση του καταλοίπου της διαχειρίσεως [βλ. σχετ. υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθήνας Μ. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου [τόμος ΎΜ, α/α 4] δωρεάς διαμερίσματος προς τη σύζυγό του, Π. θυγατέρα Χ. Κ., υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθήνας Π. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου [τόμος ...] πώλησης διαμερίσματος σε τρίτον και το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Α. Φ., νομίμως μεταγεγραμμένου [τόμος 5038, α/α 340] γονικής παροχής διαμερίσματος προς την κόρη του Δ. - Α. Β.]. Βάσει λοιπόν των ανωτέρω αποδειχθέντων βάσιμα κρίνεται ότι ο εναγόμενος τυγχάνει υπόλογος εκ της διαχειρίσεως της άνω κληρονομιαίας περιουσίας που έχει περιέλθει στον ενάγοντα κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: [α] κατά το ποσό των εξήντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα [68.230 €] ευρώ για την εκ του νόμου διαχείριση στην οποία προέβη υπό την ιδιότητά του ως δικαστικού συμπαραστάτη, δεκτής κατά συνέπεια εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένδικης αγωγής κατά την κύρια βάση της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας και [β] κατά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών [120.599,38 €] για την εν τοις πράγμασι διαχείριση της άνω κληρονομιαίας περιουσίας, δεκτής κατά συνέπεια εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένδικης αγωγής κατά την επικουρική βάση της περί αδικοπραξίας, καθόσον το ποσό αυτό περιήλθε στην κατοχή του κατά τα προρρηθέντα, αρνήθηκε ωστόσο να το αποδώσει στον ενάγοντα ως μοναδικό κληρονόμο των διαχειριζόμενων από αυτόν ακινήτων και συνεπώς δικαιούχο είσπραξης, ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα......... Σημειώνεται ότι η άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου δεν δύναται να κριθεί υπό το πρίσμα της διαχείρισης υπό την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, καθόσον, όπως ήδη έχει αναφερθεί, είτε με διάταξη της απόφασης που τον διόρισε μεσεγγυητή, είτε με έτερη δικαστική απόφαση δεν αποδείχθηκε ότι του είχε παρασχεθεί οιασδήποτε μορφής άδεια του δικαστηρίου για την διαχείριση και εκμετάλλευση των εν λόγω ακινήτων. Περαιτέρω, στο σημείο αυτό, πρέπει ν' αναφερθεί, ότι εκ των προσκομιζομένων εκ μέρους του ενάγοντος, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, προτάσεων του ερήμην εναγομένου, προκύπτει ότι αυτός στο πρωτοβάθμιο είχε ισχυριστεί: [α] Ότι το υπόλοιπο χρεωστικό προς τον ενάγοντα ποσό εκ της διαχείρισης των άνω κληρονομιαίων ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των πέντε χιλιάδων εξακοσίων δεκατριών ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών [5.613,18 €], ισχυριζόμενος ότι το απορρέον από τη διαχείριση ποσό ανερχόταν σε 463.167,22 ευρώ, από το οποίο ωστόσο πρέπει να αφαιρεθεί [ι] ποσό 187.850,53 ευρώ, ως καταβληθέν από αυτόν προς την αρμόδια Δ.Ο.Τ. Β' ..., για λογαριασμό της κληρονομιάς, [ιι] ποσό 176.610,54 ευρώ, ως καταβληθέν για την κάλυψη εξόδων - δαπανών του Α. Β. και της Φ. Β. και [ιιι] ποσό 107.590,14 ευρώ, ως κατατεθέν καθ' ομολογία αμφοτέρων των διαδίκων στο ΤΠ&Δ. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα μ' όσα αναλυτικά ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω κρίνεται εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ως προς το ποσό που πρέπει ν' αφαιρεθεί από το αποδειχθέν υπόλοιπο καταλοίπου από τη διαχείριση των κληρονομιαίων ακινήτων στα πλαίσια της μεσεγγύησης, το οποίο ήδη έχει κριθεί ότι ανέρχεται στο συνολικό ποσό των τριακοσίων είκοσι οκτώ χιλιάδων επτακοσίων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών [187.850,53 € συν 33.264,12 € συν 107.590,14 € = 328.704,79 €], απορριπτομενού του περαιτέρω ποσού ως αναπόδεικτου. ............ Μετά ταύτα, η ένδικη από 14/9/2018 υπ' αριθμ. καταθ. δικογρ. 85148/5762/14-9-2018 έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα καθ' ο μέρος συνδέεται με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου που αφορά την κύρια βάση της απόδοσης καταλοίπου εκ της διαχείρισης της κληρονομιαίας περιουσίας υπό την ιδιότητα του εναγομένου ως δικαστικού συμπαραστάτη και την επικουρική βάση της περί αδικοπραξίας μετά την ορθή, ως έχει λεχθεί, απόρριψη των έτερων δύο κύριων βάσεων [απόδοσης καταλοίπου επί τη βάση της διοίκησης αλλοτρίων και μεσεγγύησης] - απορριπτομένων των λοιπών κατά τα στο σκεπτικό της παρούσας αναλυτικά εκτιθέμενα- και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια. Αφού δε κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί η από 21/11/2014 υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. δικογρ. 134235/18919/4-12-2014 αγωγή στην ουσία της, πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ν αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων οκτακόσιων είκοσι εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών [188.829,38 €}, με το νόμιμο τόκο από την 13η/6/2012 [επομένη ημέρα, παρέλευσης της ταχθείσας με την από 18/6/2012 εξώδικη καταγγελία- όχληση, προθεσμίας καταβολής] μέχρι την ολοσχερή εξόφληση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος και εκκαλούντος), εξαφάνισε την εκκαλουμένη δι' αυτής απόφαση που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή καθ' όλες τις κύριες βάσεις της χωρίς να ερευνήσει την επικουρική βάση περί αδικοπραξίας και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά την έτερη κυρία βάση της για απόδοση του καταλοίπου της διαχειρίσεως του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας υπό την ιδιότητα του αναιρεσείοντος (εναγομένου και εφεσιβλήτου) ως δικαστικού συμπαραστάτη και ως εν τοις πράγμασι διαχειριστή αυτής και κατά την επικουρική της βάση περί αδικοπραξίας και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 188.829,38 ευρώ νομιμοτόκως από τις 13.06.2012 και έως την εξόφληση. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο την κατ' αυτού αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα ότι "πληρούνται στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας ενώ τούτο δεν συμβαίνει, χωρίς αυτός να έχει τελέσει οιοδήποτε αδίκημα εις βάρος του αντιδίκου του και δη αυτό της υπεξαιρέσεως διότι ποτέ δεν ιδιοποιήθηκε δική του περιουσία ή χρήματα που είχαν ενσωματωθεί στη δική του περιουσία ώστε να δύναται να τελεσθεί το αδίκημα αυτό, όπως εντελώς αόριστα επικαλείται στο αγωγικό δικόγραφο ο αντίδικος", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου γενική διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, δι' αυτού, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της άνω επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση και τα πορίσματα των αποδείξεων και όχι η αληθινή έννοια του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ομοίως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι υποχρεούται να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο ποσό 68.230 ευρώ κρίνοντας ότι είναι νόμω και ουσία βάσιμη η απαίτηση του τελευταίου, που προέρχεται από την περιουσία του Φ. Β. για το χρονικό διάστημα που αυτός ήταν δικαστικός συμπαραστάτης της, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1653 και 1689 επ. του ΑΚ, διότι, όπως εκθέτει, ο αναιρεσίβλητος είναι κληρονόμος του Α. Β. και όχι της Φ. Β. και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην έγερση αξίωσης των υπό δικαστική συμπαράσταση ατόμων, πέραν του ότι ουδόλως εξειδικεύεται το υπαγωγικό νομικό σφάλμα του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω κανόνων, είναι αβάσιμος (όπως είναι και κατά το πρώτο σκέλος του σε κάθε περίπτωση), διότι έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, ούτε και τους αναφερθέντες στην προηγούμενη νομική σκέψη και θεμελιωτικούς της ευθύνης του αναιρεσείοντος ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 1652, 1682 εδ. α', σε συνδ. με τα άρθρα 303, 1710, 1712, 1721 του ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 375 του ΠΚ, οι οποίοι ήταν εφαρμοστέοι και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή τους, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παραλλήλως παράνομη και υπαίτια, εκ προθέσεως, πράξη του αναιρεσείοντος από την οποία αιτιωδώς ζημιώθηκε ο αναιρεσίβλητος, ότι: α) με δικαστικές αποφάσεις ο Α. Β. και η αμφιθαλής αδελφή αυτού Φ. Β. τέθηκαν σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαραστάσεως και ότι ο αναιρεσείων είχε διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης των προσώπων αυτών, β) ότι, επιπροσθέτως, οι ως άνω υπό δικαστική συμπαράσταση τελούντες είχαν στην πλήρη κυριότητά τους ακίνητη περιουσία και ότι ο Α. Β. ήταν ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της Φ. Β., η οποία προαποβίωσε αυτού, γ) ότι ο αναιρεσείων, ως δικαστικός συμπαραστάτης των ως άνω προσώπων, προσωρινός και οριστικός, κατά την διαχείριση, με την προδιαληφθείσα ιδιότητά του, του συνόλου της ακίνητης περιουσίας τους, και αυτής που περιήλθε στον Α. Β. ως μοναδικό κληρονόμο της Φ. Β., αλλά και μετά το θάνατο της τελευταίας, ανατρέχοντος του χρόνου επαγωγής στο χρόνο του θανάτου της, αλλά και ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής των ακινήτων της Φ. Β. κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, εισέπραξε μισθώματα από την εκμίσθωσή τους, δ) ότι ο αναιρεσείων, δεν απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση εκ των άνω ιδιοτήτων του, στον αναιρεσίβλητο, που ήταν ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του Α. Β., το κατάλοιπο εκ της διαχειρίσεως του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας του, αλλά το ενσωμάτωσε στη δική του περιουσία εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση αυτού, ανερχομένου στο ποσό των 188.829.38 ευρώ, ε) ότι η παράνομη ιδιοποίηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος του άνω καταλοίπου, που εισέπραξε κατά τη διαχείριση υπό τις εκτεθείσες ιδιότητές του, αποτελεί αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού και στ) ότι η εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος τελεί, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, σε αιτιώδη συνάφεια με την προξενηθείσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών περί διαχειρίσεως παραδοχή κατά τούτο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά τις ως άνω εκτιθέμενες βάσεις της 7.- Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την κρίση της σχετικά με την υποχρέωσή του να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα επιδικασθέντα σε αυτόν ποσά, αλλά και λόγω ελλείψεως παντελούς αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του και ειδικώς ως προς τη νομική βάση που υποχρεούται να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο τα χρήματα που εισέπραξε ως δικαστικός συμπαραστάτης τόσο της Φ. Β., της οποίας, όπως παραθέτει, κληρονόμος δεν ήταν ο αναιρεσίβλητος, αλλά ο αδελφός της Α. Β., όσο και του Α. Β. για το διάστημα που ήταν δικαστικός συμπαραστάτης του. Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή ελλείψεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον παραδοχές τις οποίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005) και έτσι να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις περί "ανεπάρκειας" (ΟλΑΠ 32/1996). Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι αντιθέτως με τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, από τις ως άνω εκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, αφού οι άνω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Οι παραδοχές αυτές, με βάση τα ως άνω σημειούμενα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παραλλήλως παράνομη και υπαίτια, εκ προθέσεως, πράξη του αναιρεσείοντος εκ της οποίας αιτιωδώς ζημιώθηκε ο αναιρεσίβλητος κατά το ποσό του καταλοίπου εκ της διαχειρίσεως του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, δικαιολογούσαν την θεμελίωση υποχρεώσεως του πρώτου προς αποκατάσταση της ζημίας του δευτέρου καταβάλλοντας σε αυτόν την αντίστοιχη αποζημίωση κατά μεν το ποσό των 68.230 ευρώ για την εκ του νόμου διαχείριση ως δικαστικός συμπαραστάτης, κατά δε το υπόλοιπο ποσό των 120.599,38 ευρώ για την εν τοις πράγμασι διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας των ως άνω τεθέντων υπό δικαστική συμπαρασταση προσώπων, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα και ιδία ως προς την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών και, συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ενώ, με τον λόγο αυτόν, κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, η οποία, όμως, είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ήτοι τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" και στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 8/2019). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις, οι οποίες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες, κατά μεν το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με την επίκληση ότι δέχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία όμως δεν προτάθηκε και δη "δεν υποστηρίχθηκε από τον ενάγοντα ούτε καν σωρεύθηκε επικουρικώς βάση περί αδικοπρακτικής ευθύνης του στην ένδικη αγωγή" και κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 10 του άνω άρθρου, ήτοι, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, με την επίκληση ότι δέχθηκε ως ορισμένη και ουσία βάσιμη την αδικοπρακτική ευθύνη του, καίτοι η τελευταία ουδόλως αποδείχθηκε, διότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ζημιογόνα συμπεριφορά του ως προς το υπό υπεξαίρεση κατάλοιπο της διαχειρίσεως, ούτε καταδεικνύεται ο παράνομος χαρακτήρας αυτής και η υπαιτιότητά του, ενώ, επιπλέον, δεν προσδιορίζεται επακριβώς η προκληθείσα εξ αυτής ζημία στον αναιρεσίβλητο και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της ζημίας και παρόλα αυτά επιδίκασε αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο, χωρίς, όπως εκτιμάται, να εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του από ποια ακριβώς αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη ως προς την αδικοπραξία και το ύψος της οφειλής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, αφενός διότι τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά, αντιθέτως, αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής και αφετέρου διότι οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες ανάγονται στην εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, με τις αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος δεν ιδρύονται εν προκειμένω οι εκ των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, κατά μεν το πρώτο σκέλος διότι προτάθηκαν παραδεκτώς για τη θεμελίωση της αγωγής, όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αθροιστικώς λαμβανόμενα, θεμελιώνουν κατά το νόμο την επικουρικώς σωρευόμενη βάση της αγωγής από αδικοπραξία (υπεξαίρεση) και στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά δε το δεύτερο σκέλος διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του νόμιμα, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οπίσθια σελίδα του 15ο φύλλου της οποίας το Εφετείο μνημονεύει τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αιτιολογώντας μάλιστα εκείνα στα οποία στήριξε την δικανική του κρίση, προκύπτει ότι για τον σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του περί της τελέσεως της αδικοπραξίας εις βάρος του αναιρεσιβλήτου και την απόδειξη της οφειλής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων, ειδικώς, και η αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, ήτοι, δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.
9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις. Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019) και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ώστε να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 1079/2019). Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη του και στηρίχθηκε αποκλειστικά στο ακόλουθο αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα το προσκομιζόμενο από τον αντίδικό του υπ' αριθμ. 2347/06.07.2018 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με βάση το οποίο έκρινε ως αποδεδειγμένη την αδικοπρακτική ευθύνη του εκ του δήθεν τελεσθέντος εις βάρος του αναιρεσιβλήτου αδικήματος της υπεξαιρέσεως και μάλιστα πριν καν εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της παραπομπής του και, κατ' επέκταση, με βάση το αποδεικτικό αυτό μέσο αποδέχθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη την αδικοπραξία εις βάρος του αντιδίκου του, παραβιάζοντας συνάμα και το τεκμήριο αθωότητας. Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νομίμως προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 702/ 2008), με τις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες επανέφερε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσίβλητος κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ούτε θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, αφού το Εφετείο, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), ορθώς έλαβε υπόψη το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα. Ο ίδιος λόγος είναι (και) αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι το Εφετείο, το οποίο σε κάθε περίπτωση σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση όχι με βάση το αναφερόμενο παραπεμπτικό βούλευμα, αλλά αξιολογώντας το υφιστάμενο στη διάθεσή του αποδεικτικό υλικό, αναφέρεται μόνο σε παραπομπή του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως και δεν δέχεται βεβαιωμένη ενοχή του για το ποινικό αυτό αδίκημα και μάλιστα μνημονεύει το βούλευμα αυτό μόνο κατά το μέρος που αφορά περιορισμό της οφειλής του αναιρεσείοντος, ενόψει και των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "επισημαίνεται ωστόσο, ότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2347/6.7.2018 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος παραπέμπεται να δικασθεί ως υπαίτιος τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120.000 ευρώ, το οποίο ήταν εμπιστευμένο στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως μεσεγγυούχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, το για την πληρωμή των φόρων της κληρονομιαίας περιουσίας τελικό ποσό που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο ανέρχεται στο ποσό των 189.810,36 ευρώ, το οποίο, ωστόσο, πρέπει να περιοριστεί στο ποσό των 187.850,53 ευρώ, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος πρωτοδίκως με σχετική ένστασή του, το οποίο και δεν αμφισβητεί ειδικά και αιτιολογημένα ο ενάγων". 10.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.07.2021 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 248/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ