ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1052/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1052/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1052/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1052 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1052/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Μ. Β. του Λ., 2.Β. Θ. του Δ., 3.Ι. Γ. του Ι. και 4.Ε. Κ. του Κ., κατοίκων ... Άπασες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Όλγα Χαριτίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Π., η οποία κατέθεσε προτάσεις στις 23-1-2023.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Νεάπολης - Συκεών" (ΚΕΥΝΣ), που εδρεύει στις Συκιές Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις στις 4-1-2023 και στις 23-1-2025.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1066/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 30-3-2022 αίτηση τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 31ης - 1 - 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 266/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 232/2024, ΑΠ936/2018).

Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, η από 30-3-2022 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την 179/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και την ακόλουθη αυτής 266/2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 31-1-2023 ενώπιον του ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω συνταξιοδοτήσεως του μέλους της συνθέσεως και εισηγητρίας Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου. Τόσο κατά την παρούσα δικάσιμο, όσο και κατά την αρχική δικάσιμο οι διάδικοι παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, όπως πιο πάνω αναφέρεται.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ. β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 996/2024, 688/2019).

Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 996/2024, 1643/2023, 215/2018).

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 996/2024, 1382/2019). Η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 1686/2023, 2121/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΑΠ 1643/2023, 763/2023, 542/2021).

Στην υπό κρίση υπόθεση οι ήδη αναιρεσείουσες δικάσθηκαν ερήμην ως εκκαλούσες στο δεύτερο βαθμό και η αναιρεσιβαλλόμενη 1066/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απέρριψε την από 2-10-2019 έφεσή τους κατά της υπ'αρ. 75/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όρισε σχετικό παράβολο ερημοδικίας. Ήδη οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 30-3-2022 αίτηση αναιρέσεως (1564/177/26-5-2022) κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, στην οποία αναφέρουν (σελ. 17) ότι παραιτούνται από το δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε παραδεκτά ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω τελεσίδικης πλέον απόφασης (άρθρ. 553 παρ.1 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ), επίσης δε νομότυπα και εμπρόθεσμα δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με την 75/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη διαδικασία του άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, απερρίφθη ως νόμω αβάσιμη η από 19-7-2018 (αρ. 19044/14732/2018) αγωγή των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών, με την οποία (μαζί με άλλους 13 αρχικώς ενάγοντες, που δεν είναι πλέον διάδικοι) εδίωκαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως οι νυν αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 2-10-2019 (7576/768/2020) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (1066/2021), η οποία, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλουσών, απέρριψε αυτή ως ανυποστήρικτη. Ήδη με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης οι εδώ αναιρεσείουσες αιτούνται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, τα επικαλούμενα σφάλματα της οποίας παραδεκτά προβάλλονται ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.
2) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, 21 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (10-7-2001), τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), και, τέλος, τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19-7-2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011).

Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011).

Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης, καθ' όσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική ενότητα (ΑΠ 25/2025, 1610/2022). Ωσαύτως, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω π.δ.164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Επομένως, εάν δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/γμα προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 αυτού δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε τοιαύτες αορίστου χρόνου δεν δύναται να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 25/2025, 1610/2022). 3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2024, 3/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19-7-2018 αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι νυν αναιρεσείουσες εξέθεσαν ότι προσελήφθησαν με ψευδεπίγραφες συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου από το εναγόμενο ΝΠΙΔ (Δημοτική Επιχείρηση) για να απασχοληθούν ως καθηγήτριες φυσικής αγωγής (γυμνάστριες), καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και δη: α) η πρώτη των αναιρεσειουσών (προσελήφθη) αρχικά για το διάστημα από ...-1996 έως ...-1997 και μετά από ...-1997 έως ...-1998, από ...-1998 έως ...-1999, από ...-1999 έως ...-2000, από ...-2000 έως ...-2006, από ...-2007 έως ...-2008, από ...-2008 έως ...-2009, από ...-2009 έως ...-2010, από ...-2010 έως ...-2011, από ...-2011 έως ...-2012, από ...-2012 έως ...-2013, από ...-2013 έως ...-2014, από ...-2014 έως ...-2015, από ...-2015 έως ...-2016, από ...-2016 έως ...-2017 και από ...-2017 έως την άσκηση της αγωγής. (β) η δεύτερη των αναιρεσειουσών αρχικά για το διάστημα από ...-1998 έως ...-1999 και μετά από ...-1999 έως ...-2000, από ...-2000 έως ...-2001, από ...-2001 έως ...-2002, από ...-2002 έως ...-2003, από ...-2004 έως ...-2004, από ...-2004 έως...-2005, από ...-2005 έως ...-2006, από ...-2006 έως ...-2007, από ...-2007 έως ...-2008, από ...-2008 έως ...-2009, από ...-2009 έως ...-2010, από ...-2010 έως ...-2011, από ...-2011 έως ...2012, από ...-2012 έως ...-2013, από ...-2013 έως ...-2014, από ...-2014 έως ...-2015, από ...-2015 έως ...-2016, από ...-2016 έως ...-2017 και από ...-2017 έως την άσκηση της αγωγής. γ) η τρίτη των αναιρεσειουσών αρχικά για το διάστημα από ...-2000 έως ...-2001 και μετά από ...-2001 έως ...-2002, από ...-2002 έως ...-2003, από ...-2004 έως ...-2004, από ...-2004 έως ...-2004, από ...-2004 έως ...-2005, από ...-2006 έως ...-2006, από ...-2006 έως ...-2007, από ...-2007 έως ...-2008, από ...-2008 έως ...-2009, από ...-2009 έως ...-2010, από ...-2010 έως ...-2011, από ...-2011 έως ...-2012, από ...-2012 έως ...-2013, από ...-2013έως ...-2014, από ...-2014 έως ...-2015, από ...-2015 έως ...-2016,από ...-2016 έως ...-2017 και από ...-2017 έως την άσκηση της αγωγής, δ) η τέταρτη των αναιρεσειουσών αρχικά για διάστημα από ...-2002 έως ...-2003 και μετά από ...-2003 έως ...-2003, από ...-2004 έως ...-2004, από ...-2004 έως ...-2004, από ...-2004 έως...-2005,από ...-2005 έως ...-2006, από ...-2006 έως ...-2007,από ...-2008 έως ...-2009, από ...-2009 έως ...-2010, από ...-2010 έως ...-2011, από ...-2011 έως ...-2012, από ...-2012 έως ...-2013, από ...-2013 έως ...-2014, από ...-2014 έως ...-2015,από ...-2015 έως ...-2016, από ...-2016 έως ...-2017 και από ...-2017 έως την άσκηση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω οι νυν αναιρεσείουσες, επικαλούμενες τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ αυτών και του νυν αναιρεσιβλήτου υφίσταται ενεργή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Όπως προαναφέρθηκε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης με την 75/2019 απόφαση του απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη, απόφαση που ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβάλλομενη υπ'αριθμ. 1066/2021 απόφαση του Εφετείου (που απέρριψε την έφεση των εναγουσών λόγω της ερημοδικίας τους), με τις εξής ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές: "η αγωγή είναι μη νόμιμη δεδομένου ότι και αληθών υποτιθεμένων των ισχυρισμών των εναγόντων, δεν είναι δυνατή η αναγνώριση των καταρτισθεισών από τους διαδίκους συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ως κατά μετατροπή έγκυρων ενιαίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, αφού και εάν ακόμη οι ενάγοντες καλύπτουν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, δεν είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η μετατροπή των ως άνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920 ούτε ακόμη και με βάση τις διατάξεις της προαναφερόμενης οδηγίας με αρ. 70/1999, κατά το χρονικό διάστημα μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004. ενώ και οι 5 πρώτοι των εναγόντων [μεταξύ των οποίων και οι νυν αναιρεσείουσες] που προσελήφθησαν αρχικά πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω Π.Δ. δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του".

Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, απορρίπτοντας (όπως η πρωτόδικη απόφαση) την αγωγή τους ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 5 παρ.1, 6, 11 παρ. 1, 2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, 648 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την τέταρτη αναιρεσείουσα Ε. Κ., με χρόνο πρώτης συμβάσεως την ...-2002, ήτοι χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα (αρ. 2) νομική σκέψη δεν είναι δυνατή η "κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό" αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν η τέταρτη αναιρεσείουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ. Οι ρυθμίσεις της με αρ. 1999/70 Οδηγίας, αφενός δεν επιβάλλουν σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται [ΑΠ 25/2025]. Αλλά ούτε μπορεί να βρει πεδίο εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του π.δ.164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική (ΟλΑΠ 16/2017), πρωτίστως διότι από τη λήξη της πρώτης εργασιακής συμβάσεως (...-2003) και την έναρξη της δεύτερης (...-2003) μεσολάβησε διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στην περίπτωσή της η απαιτούμενη χρονική ενότητα (ΑΠ 1610/2022). ενώ, ανεξαρτήτως ότι η αναφορά στη χρονική διάρκεια δεύτερης και τρίτης συμβάσεως είναι εμφανώς εσφαλμένη (...-2003 έως ...-2003 και ...-2004 έως ...-2004), σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις διαδοχικών συμβάσεων πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. Ομοίως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα Ι. Γ., της οποίας η αρχική σύμβαση ανάγεται στις ...-2000 με λήξη όμως στις ...-2001, συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, αφού μέχρι την ισχύ της αναθεωρημένης διάταξης του άρθρου 103 του Συντάγματος, είχε μία μόνο σύμβαση. Ούτε όμως μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωσή της οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αφού μεταξύ της παραπάνω αρχικής σύμβασής της και της δεύτερης σύμβασης με χρόνο έναρξης στις ...-2001, μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε και πλέον μηνών και [αν και μεταξύ τη λήξη της δεύτερης σύμβασής της στις ...-2002 και της ενάρξεως της τρίτης σύμβασής της στις ...-2002, μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών], εν συνεχεία μετά το τέλος της τρίτης σύμβασής της στις ...-2003 και της ενάρξεως της τέταρτης σύμβασης, στις ...-2004, μεσολαβεί και πάλι διάστημα άνω των πέντε μηνών, ούτως ώστε να μην δύναται να γίνει λόγος περί "διαδοχικών" συμβάσεων (άρθ. 5 παρ.1 του π.δ. 164/2004), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις διαδοχικών συμβάσεων πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. Επομένως η προσβαλλομένη απόφαση, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες, έστω με περιεκτική αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι ως άνω αναιρεσείουσες με το μοναδικό λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Αντιθέτως, η αγωγή παρίσταται νόμιμη για την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Β. και για τη δεύτερη αναιρεσείουσα Β. Θ. καθόσον αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απασχολήθηκαν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν προ της ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18.4.2001), ως καθηγήτριες φυσικής αγωγής καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου νομικού προσώπου, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ειδικότερα μέχρι την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή α) η πρώτη αναιρεσείουσα απασχολήθηκε τα χρονικά διαστήματα αα) από ...-1996 έως ...-1997 (αρχική σύμβαση), ββ) από ...-1997 έως ...-1998, γγ) από ...-1998 έως ...-1999, δδ) από ...-1999 έως ...-2000, εε) από ...-2000 έως ...-2006 και β) η δεύτερη αναιρεσείουσα απασχολήθηκε τα χρονικά διαστήματα αα) από ...-1998 έως ...-1999 (αρχική σύμβαση), ββ) από ...-1999 έως ...-2000, γγ) από ...-2000 έως ...-2001, συμβάσεις που συνήφθησαν πριν την έναρξη ισχύος των προαναφερθεισών στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7, 8 του Συντάγματος (18-4-2001) και διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, αφού δεν μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης. Είναι δε νομικά αδιάφορο το γεγονός ότι και μετά την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων εξακολουθούσε το αναιρεσίβλητο να συνάπτει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τις ως άνω πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσες, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας, που, με την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τις ανωτέρω δυο αναιρεσείουσες (πρώτη και δεύτερη), χωρίς να υπεισέλθει στη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την τυχόν μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις που προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε και ως εκ τούτου πρέπει ως προς αυτές να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός (μοναδικός) λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει α) να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες και β) να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τις πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτές στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). β) Τέλος πρέπει α) να καταδικασθούν οι τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), και β) να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειουσών που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2022 αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες.

Αναιρεί την 1066/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά τις δύο πρώτες αναιρεσείουσες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε.

Επιβάλλει εις βάρος της τρίτης και της τέταρτης των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή