ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1053/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1053/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1053/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1053 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Απόφαση 1053 / 2025 (Β2 ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, Ανων.:PAVLOS)

Αριθμός 1053/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ'ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ - ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ, ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νάσο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1.Ι. Α. του Γ., 2.Α. Φ. του Π., 3.Χ. Π. του Β., 4.Σ. Μ. του Μ., 5.Δ. Τ. του Σ., 6.Ε. Ε. του Η., 7.Σ. Φ. του Φ., 8.Γ. Τ. του Δ., 9.Γ. Σ. του Ν., 10.Β. Κ. του Σ., 11.Σ. Ρ. του Ν., 12.Γ. Π. του Π., 13.Κ. Ο. του Π., 14.Α. Κ. του Π., 15.Ν. Γ. του Α., 16.Σ. Π. του Α., 17.Μ. Γ. του Κ. και 18.Π. Λ. του Γ., όλων κατοίκων ..., ως εκ της εργασίας τους. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Σιδερή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2238/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5140/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-12-2021 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1376/2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ανέβαλε τη συζήτηση του τρίτου λόγου της ως άνω αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία να επιλύει το ζήτημα της συμβατότητας των διατάξεων του άρθρου 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 προς τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1, 4 παρ.5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος.

Κατόπιν της έκδοσης της 5/2023 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 19-2-2024 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 19-2-2004 (40/2024) κλήση των καλούντων - αναιρεσιβλήτων η από 20-12-2021 (10108/1253/2021) αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου η κλήση - αναιρεσείοντος κατά της 5140/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ύστερα από την έκδοση της αποφάσεως 1376/2023 του Αρείου Πάγου, η οποία αφού έκρινε την παραπάνω αίτηση ως εμπρόθεσμη και παραδεκτή, απέρριψε τους δυο πρώτους αναιρετικούς λόγους και ανέβαλε κατά τα λοιπά τη συζήτηση του τρίτου λόγου, μέχρι να εκδοθεί εκκρεμής (τότε) απόφαση της Ολομελείας, η οποία να επιλύει το ζήτημα της συμβατότητας των διατάξεων του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προς τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. Ήδη μετά την έκδοση της 5/2023 αποφάσεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου η υπόθεση είναι πλέον ώριμη προς έκδοση αποφάσεως και επί του ανωτέρω εκκρεμούς λόγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.4.2017 (533811/983/2017) αγωγή 18 συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εξεδόθη η 2238/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ως άνω αγωγή ως και ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας σε καθένα εξ αυτών τα στην απόφασή του αναγραφόμενα ποσά, ως διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν με βάση το ειδικό μισθολόγιο του άρθρου 38 του ν. 3205/2003, ως αυτό ίσχυε στις 31.7.2012, και των αποδοχών που αυτοί έλαβαν τη χρονική περίοδο από 1.8.2012 μέχρι 31.3.2017 κατ' εφαρμογήν της διάταξης της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την οποία (διάταξη) έκρινε ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στο Σύνταγμα. Κατόπιν ασκήσεως της από 6.2.2020 (11967/2020) εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 18.4.2017 αγωγή, επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα στο διατακτικό της (μικρότερα) ποσά, για τη χρονική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι 31.12.2016 (και όχι έως 31.3.2017, ως πρωτοδίκως), κρίνοντας ότι οι μειώσεις που επιβλήθηκαν στις αποδοχές των εναγόντων -εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' εφαρμογήν των παραπάνω διατάξεων (του ν. 4093/2012), δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν ως αντιβαίνουσες σε διατάξεις του Συντάγματος.

1) Σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. όλων. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προωθήσεως διαρθρωτικών μέτρων και της εισπράξεως των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών.

Επί πλέον όρια στην εξουσία του νομοθέτη να περιστέλλει δαπάνες και συναφώς να μειώνει αποδοχές δημοσίων λειτουργών πηγάζουν και από τυχόν ειδικές διατάξεις του Συντάγματος σχετικές με τις θιγόμενες ομάδες του πληθυσμού (ΟλΣτΕ, 4741/2014, ΟλΑΠ 5/2023). Προς εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της έρευνας (αρθ. 16 Σ), εκδόθηκε ο ν. 1514/1985 με τον οποίο ορίσθηκε το μισθολόγιο των ερευνητών κατά τους προαναφερόμενους ορισμούς. Στη συνέχεια με την παράγραφο 1 του άρθρου 38 με τον υπότιτλο "Βασικός Μισθός Επιδόματα" του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ........ " (ΦΕΚ Α 297), οριζόταν ότι ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (ΦΕΚ Α 13 Α), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους εκεί προβλεπόμενους συντελεστές. Η υπηρεσιακή κατάσταση των ερευνητών αποτέλεσε αντικείμενο συνεχών νομοθετικών ρυθμίσεων και μεταβολών. Αρχικά, με το άρθρο 15 του ν. 1514/1985 (Α'13) και στη συνέχεια με το άρθρο 39 του ν. 3653/2008 (Α'59) ορίστηκαν οι κατηγορίες προσωπικού - ερευνητικού προσωπικού ως εξής: "1. Το προσωπικό των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων διακρίνεται σε: α) ερευνητικό, β) τεχνικό (επιστημονικό και μη) και γ) διοικητικό. 2. Ερευνητές, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, είναι επιστήμονες, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται για την παραγωγή ή και τη βελτίωση γνώσεων και εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων και διατάξεων (devices), την εκπόνηση διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. Ανάλογα με το ερευνητικό και επιστημονικό τους έργο, τη διεθνή αναγνώρισή τους και τη συμβολή τους στην εκμετάλλευση των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων, οι ερευνητές εντάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες, τις Α', Β', Γ', Δ'. [... ]. Με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ελευθερία της επιστημονικής σκέψης και έρευνας ως ατομικό δικαίωμα του επιστήμονα ερευνητή, με την καθιέρωση υποχρέωσης του Κράτους για ανάπτυξη, ενίσχυση και προαγωγή της ερευνητικής εργασίας από οποιονδήποτε φορέα και αν διεξάγεται και λήψη των αναγκαίων μέτρων προς θωράκισή της έναντι των τρίτων. Εγγύηση δε για την εξασφάλιση της ελεύθερης ανάπτυξης της επιστήμης και της έρευνας αποτελεί η πρόβλεψη από το νομοθέτη ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης προς διασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης των επιστημόνων ερευνητών.

Εξάλλου, ...οι μεν βαθμίδες των ερευνητών αντιστοιχούν στις βαθμίδες μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ (άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3653/2008), οι δε αποδοχές τους (βασικός μισθός, χρονοεπίδομα και λοιπά επιδόματα - σπουδών, οικογενειακών βαρών, εορτών κλπ.), όπως είχαν ρυθμισθεί αρχικά με τον ν.1514/1985, ήσαν αντίστοιχες των χορηγουμένων στα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Η ιδιαίτερη αυτή μισθολογική μεταχείριση που επεφύλαξε ο κοινός νομοθέτης στους ερευνητές, ανάλογη με εκείνη των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., εκπληρώνει την απορρέουσα από το άρθρο 16 του Συντάγματος και για τους ερευνητές, όπως και για τους πανεπιστημιακούς, λόγω της φύσης των καθηκόντων τους, της αποστολής τους και των αυξημένων προσόντων τους, υποχρέωση εξασφάλισης των απαραίτητων προϋποθέσεων για την ακώλυτη άσκηση του ερευνητικού τους έργου, όπως αποδοχών ειδικώς προβλεπομένων γι' αυτούς, κατ' εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους και ύψους αναλόγου προς τη σπουδαιότητα του εν λόγω λειτουργήματος, που να τους επιτρέπει να ασκούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους, λαμβανομένων βεβαίως υπ' όψιν των εκάστοτε οικονομικών δυνατοτήτων του Κράτους (ΟλΑΠ 5/2023). Αποτελεί δε μία πρόσθετη θεσμική εγγύηση που εξασφαλίζει την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους και την προσέλκυση στα ερευνητικά ινστιτούτα επιστημόνων υψηλού κύρους. H ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν είναι ανάλογη με εκείνη των αμέσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, στη συνέχεια, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητά στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, το οποίο επιτάσσει τη χορήγηση σ' αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους και τουλάχιστον ίσων προς τις αποδοχές των αντιστοίχων προς τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών. Όμως, η ιδιαίτερη αυτή μισθολογική μεταχείριση των ερευνητών αποτελεί εγγύηση της ελεύθερης και αδέσμευτης επιστημονικής σκέψης και της αποτελεσματικής και ελκυστικής για νέο υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό ερευνητικής δραστηριότητας, που αποτελεί θεμελιώδη σκοπό του Κράτους, καθόσον η έρευνα και η τεχνολογία διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην οικονομική και αειφόρο ανάπτυξη της χώρας, την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση, την υγεία, την ποιότητα ζωής και το περιβάλλον (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3653/2008). Όμως, οι ερευνητές, μέχρι την αναδρομική από 1.8.2012 μείωση των αποδοχών τους, η οποία επήλθε με τις διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, είχαν υποστεί, διαδοχικώς, και άλλες μειώσεις στις αποδοχές τους. Α ). Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 (Α' 40) που άρχισαν να ισχύουν από 1.1.2010, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίσθηκαν τα εξής: "2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) [προκειμένου περί των μελών Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Τ.Ε.Ι., η πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, το ειδικό ερευνητικό επίδομα τεχνολογικής έρευνας και τα έξοδα παράστασης στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, Διευθυντές Σχολών και Προϊσταμένους Τμημάτων] [...] τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. [...] 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010 - Α' 58) Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής (άρθρο [...] 37 παρ. 2ε, [...] του ν. 3205/2003), β) χρόνου υπηρεσίας (άρθρα [...] 37 παρ. 2α, [...] του ν. 3205/2003). γ) [...]". β.) Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (Α' 65) που άρχισαν να ισχύουν από 1.6.2010, σύμφωνα με το άρθρο έβδομο παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 [...] μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3. [...] 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, [...] καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους. 7. [...] 8. [...] 9. [...]".γ.) Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (Α' 152/1.7.2011) ορίσθηκε ότι: "Αναστέλλονται από 1.7.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου: α) Οι διατάξεις [...] της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 [που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ερευνητών] [...] β) Οι διατάξεις που προβλέπουν μισθολογική προαγωγή των αμειβομένων με τις διατάξεις του Β' Μέρους του ν. 3205/2003 [στις οποίες υπάγονται και οι ερευνητές] γ) [...]", οι διατάξεις δε του ανωτέρω άρθρου διατηρήθηκαν σε ισχύ μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β' Μέρους του ν. 3205/2003 με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (Α' 226), όπως συμπληρώθηκε με το εδάφιο β' της περίπτωσης 38 της αναφερομένης κατωτέρω υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. δ) Με το άρθρο 55 παρ. 23 περ. γ' του ν. 4002/2011 (Α' 180/22.8.2011) μειώθηκε από 1.7.2011 κατά ποσοστό 25% εκ νέου το ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, επίδομα (προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 εδ. γ του ν. 3205/2003). Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας "κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών".

Παράλληλα, οι ερευνητές, υπεβλήθησαν και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας. Τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 1 επ. του ν. 3842/2010, 27 του ν. 3986/2011, 38 του ν. 4024/2011 και 1 του ν. 4110/2013 κ.ά.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του ν. 3833/2010, 34 του ν. 3986/2011 κ.ά.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του ν. 3986/2011), καθώς και η επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών και του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας στα ακίνητα (άρθρα 33 του ν. 3986/2011, 53 του ν. 4021/2011, 1 του ν. 4223/2013 κ.ά.). Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των παραγράφων 1, 3 περ. β, γ και ε, 5 και 6 του ν. 3205/2003 όπως ίσχυαν μέχρι τις 31.7.2012 και όπως ισχύουν από την 1.8.2012, μετά, δηλαδή, την αντικατάστασή τους με τον αριθμό 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και μέχρι την κατάργηση της τελευταίας αντικατάστασής τους με το άρθρο 160 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017), η ισχύς του οποίου αρχίζει από την 1.1.2017 [σύμφωνα με το άρθρο 162 του τελευταίου αυτού νόμου), σαφώς προκύπτει ότι με τις διατάξεις του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 επήλθε σημαντική μείωση στις μέχρι τότε καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές (βασικό μηνιαίο μισθό, επιδόματα και αποζημιώσεις) των ερευνητών όλων των βαθμίδων που απασχολούνταν στα Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα, στα Ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα που διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει, καθώς και σε Κέντρα Έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι πέραν των μειώσεων των αποδοχών των ερευνητών που προβλέφθηκαν με το άρθρο πρώτο παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1 αριθμός 22 Ι και I I του ν. 4093/2012 και στο πρόσφατο παρελθόν είχαν επιβληθεί και άλλες περικοπές στις εν λόγω αποδοχές, προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα με προηγούμενα νομοθετήματα [άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2011 (ΦΕΚ Α 40/15.3.2011), άρθρο τρίτο παράγραφος 4 του v. 3845/2010, άρθρο 38 του ν. 3986/2011, άρθρο 55 παρ. 23 περ. γ του ν.4002/2011, - όπως αναφέρεται παραπάνω - οι οποίες (προηγούμενες μειώσεις) κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές και συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ Υπόθεση Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ΟλΑΠ 5/2023, ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΕλΣυν. 1388/2018).

Περαιτέρω, με τον ν. 4046/2012 [Μνημόνιο ΙΙ] (Α' 28/14.2.2008) εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2) ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ' αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Εconomic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). [...]. Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ως άνω ν. 4093/2012, επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ.1) ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη [...] για λειτουργούς [...] καταργούνται από 1.1.2013", ενώ με την περίπτωση 22 τροποποιήθηκε το άρθρο 38 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των ερευνητών με τη μείωση του βασικού μισθού του Ερευνητή Δ' και του Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα Δ', τη μείωση των συντελεστών, βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμίδων, και με τη μείωση των προβλεπομένων στην παράγραφο 2 περ. β', γ', και ε' του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 επιδομάτων. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα περίπτωση 22 ορίζονται τα εξής: "Ι) Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:"1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (Α'13), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Ερευνητής Α' 1,37 β. Ερευνητής Β' 1,25 γ. Ερευνητής Γ' 1,08 δ. Ερευνητής Δ' 1,00. Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω νέων βασικών μισθών ο βασικός μηνιαίος μισθός του Ερευνητή Δ' ορίζεται σε χίλια είκοσι (1.020) ευρώ. 2. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) των ανωτέρω Ερευνητικών Κέντρων και ανεξάρτητων Ερευνητικών Ινστιτούτων καθορίζεται, με βάση το βασικό μισθό του Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Ε.Λ.Ε. Α' 1,28 β. Ε.Λ.Ε. Β' 1,16 γ. Ε.Λ.Ε. Γ' 1,06 δ. Ε.Λ.Ε. Δ' 1,00. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ε.Λ.Ε. Δ' ορίζεται σε εννιακόσια σαράντα πέντε (945) ευρώ." II) Οι περιπτώσεις β', γ' και ε' της παρ. 3 και οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής: "3.β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής: ι. Ερευνητές Α' 273 ευρώ Ερευνητές Β' 184 ευρώ Ερευνητές Γ' 128 ευρώ Ερευνητές Δ' 128 ευρώ ιι. Ε.Λ.Ε. Α' 263 ευρώ Ε.Λ.Ε. Β' 143 ευρώ Ε.Λ.Ε. Γ' 75 ευρώ Ε.Λ.Ε. Δ' 75 ευρώ γ. Ειδικό ερευνητικό για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής: ι. Ερευνητές Α' 226 ευρώ Ερευνητές Β' 215 ευρώ Ερευνητές Γ' 200 ευρώ Ερευνητές Δ' 184 ευρώ ιι. Ε.Λ.Ε. Α' 190 ευρώ Ε.Λ.Ε. Β' 152 ευρώ Ε.Λ.Ε. Γ' 117 ευρώ Ε.Λ.Ε. Δ' 90 ευρώ [...] ε. Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής: Ζώνη Α' 238 ευρώ, Ζώνη Β' 132 ευρώ, Ζώνη Γ' 79 ευρώ. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο.

Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου. Η κατανομή του προσωπικού σε ζώνες (Α', Β', Γ') θα γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου." "5. Οι αποδοχές των Διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθώς και του Προέδρου της Ε.Ε.Α.Ε., είναι ο βασικός μισθός του ερευνητή Δ' με συντελεστή 1,7 στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, μαζί με όλα τα επιδόματα, τις παροχές και τις αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου με τις προϋποθέσεις καταβολής τους. Πέραν των αποδοχών αυτών, στους Διευθυντές αυτούς καταβάλλεται και επίδομα θέσης ευθύνης, ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ το μήνα για τους Διευθυντές των Ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και πεντακοσίων (500) ευρώ για τους Διευθυντές των ερευνητικών κέντρων. Διευθυντές που είναι μέλη Δ.Ε.Π. εισπράττουν ολόκληρο το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που αναγνωρίζονται από το οικείο Α.Ε.Ι.. 6. Προκειμένου περί Ερευνητών Α' τα ποσά των περιπτώσεων ι των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά εβδομήντα (70) ευρώ, με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας.". Τέλος, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης της περίπτωσης 37 της ανωτέρω υποπαραγράφου, η οποία όριζε ότι "Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών ή συντάξεων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών", εκδόθηκε η οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β' 3017/14.11.2012), στην οποία ορίζονται τα εξής: "1. Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων κατ' εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 13 έως 36 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α'/12.11.2012) και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισθοδοσία ή σύνταξη του μηνός Ιανουαρίου 2013, παρακρατούνται από τη μισθοδοσία ή σύνταξη των μηνών Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 2013, ως εξής: (α) για ποσά μέχρι εκατό (100) ευρώ εφάπαξ, (β) για ποσά μέχρι διακόσια πενήντα (250) ευρώ σε δύο ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (γ) για ποσά μέχρι πεντακόσια (500) ευρώ σε τρεις ισόποσες μηνιαίες δόσεις [κοκ] .... Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις καταληκτική ημερομηνία για την παρακράτηση των οφειλόμενων ποσών είναι η 31.12.2013. Στην αιτιολογική δε έκθεση του ως άνω ν. 4093/2012 αναφέρονται, ως προς την υποπαράγραφο Γ.1, τα εξής: " [...] Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα: [...] Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13 έως 36 προβλέπονται από 1.8.2012 οι μειώσεις επί των αποδοχών όλων των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 37 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών λόγω της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν την περικοπή των αποδοχών των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 38 καθορίζονται θέματα που αναφέρονται στη χορήγηση χρονοεπιδόματος σε όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια". Επ' ευκαιρία δε της διάταξης της υποπερίπτωσης β', της περίπτωσης 37 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ορίσθηκε, με την 2/85127/0022/22.11.2012 πράξη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ.1 στα αρμόδια για την εφαρμογή τους όργανα, ότι επαναφέρονται μεν σε ισχύ, από 1.8.2012, οι ανασταλείσες με την παρ. 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 διατάξεις για τη χορήγηση επί πλέον ποσοστού στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας και για τη χορήγηση ή αύξηση του επιδόματος αυτού στους αμειβομένους με βάση ειδικά μισθολόγια, και ότι, κατόπιν τούτου, είναι δυνατή πλέον η αναδρομική χορήγηση επιπλέον ποσοστού στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας με τη συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου υπηρεσίας από 1.7.2011 και εντεύθεν, αλλά ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από την κατά τα ανωτέρω χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, θα γίνει επί των νέων (μειωμένων) αποδοχών που ισχύουν από 1.8.2012 και εντεύθεν και δεν δύνανται να ανατρέχουν σε ημερομηνία προγενέστερη αυτής. Αλλά και στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω νόμου 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και άδειας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και υπέρ των μισθωτών των Ν.Π.Ι.Δ. [...] - Επανακαθορίζονται, αναδρομικά από 1.8.2012, οι μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων και λειτουργών, που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Στις κυριότερες από τις κατηγορίες αυτές, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν το 99% του συνόλου των μισθοδοτούμενων, επέρχονται μεταβολές: α) στο βασικό μισθό του βαθμού βάσης, β) στους συντελεστές που προσδιορίζουν το ύψος του βασικού μισθού των λοιπών βαθμών της κατηγορίας και γ) στο ύψος επιμέρους επιδομάτων και παροχών. Έτσι, ανά κατηγορία, οι μεταβολές συνοψίζονται ως ακολούθως: [...] VI. Λοιπά ειδικά μισθολόγια. Αντίστοιχες μεταβολές θεσπίζονται και στα μισθολόγια των παρακάτω κατηγοριών υπαλλήλων και λειτουργών: - Ιατροδικαστών - Ειδικού και Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.Ε.ΔΙ.Π.) των Α.Ε.Ι.- [...] Ερευνητών και Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων [...]". Τέλος, στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής του Δεκεμβρίου 2012 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "10.6 Πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2012 και Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική για 2013-2016. Τα δημοσιονομικά μέτρα στη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική (ΜΔΣ) ως το 2016 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: 1. Εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους κατά 1.110 εκατομμύρια ευρώ το 2013 και επιπρόσθετα 259 εκατομμύρια ευρώ το 2014, μέσω:[...] εξορθολογισμού της μισθολογικής δαπάνης της κεντρικής κυβέρνησης [...] προοδευτικές μειώσεις στις μηνιαίες αμοιβές των υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων (δικαστές, διπλωμάτες, γιατροί, διδακτικό προσωπικό ΑΕΙ και ΤΕΙ, ένοπλες δυνάμεις και αστυνομία, υπάλληλοι αεροδρομίων, και γενικοί γραμματείς) με εφαρμογή από 1η Αυγούστου 2012, ως ακολούθως: 2 τοις εκατό κάτω από 1.000 ευρώ, 10 τοις εκατό για 1.000-1.500 ευρώ, 30 τοις εκατό για 2.500-4.000 ευρώ και 35 τοις εκατό από 4.000 ευρώ... [Επομένως] με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ερευνητών, που επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το ανωτέρω καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας (πού όπως κρίθηκε με την ΟλΣτΕ 798/2021 και τις ΑΠ 7/2023 και 77/2024 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα), τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών (ν. 3833/2010 μείωση 12% και ν. 3845/2010 μείωση 8%, ν. 4002/2011 μείωση 25% του ειδικού ερευνητικού επιδόματος), καθώς και άλλες μειώσεις του εισοδήματός τους με άλλα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης, εξάλλου, και της αδυναμίας προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ερευνητών [ΟλΑΠ 5/2023] Το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον μη εξετασθέντα τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης [από αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ] και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, μέμφεται το Εφετείο ότι (δεχόμενο την ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων των νυν αναιρεσιβλήτων) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 5, 16, 25 παρ. 1 και 4, 79 και 106 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και της 2/83408/022/14.11.2012 Υ.Α

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά τις συναπτόμενες με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο παραδοχές δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες υπηρετούν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο εναγόμενο νπιδ με την ιδιότητα του ερευνητή Α' οι δώδεκα πρώτοι, του ερευνητή Β' η 13η και ο 14ος και του ειδικού λειτουργικού επιστήμονα Α' βαθμίδας οι λοιποί, και αμείβονταν μέχρι 31-7-2012 με βάση το ειδικό μισθολόγιο της διάταξης του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003. Κατ' εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού κριτηρίου, [...] με τις διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, επιβλήθηκαν μειώσεις στους βασικούς μισθούς των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, καθώς και στα χορηγούμενα σ' αυτούς επιδόματα και αποζημιώσεις (πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας). Κατά συνέπεια, ναι μεν ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τη διαμόρφωση των αποδοχών των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, τα δικαστήρια όμως δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση αυτών, ως δημοσίων λειτουργών, η οποία απορρέει από το άρθρο 16 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητας, υπό τη δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται ανίσως τις άνισες καταστάσεις. Η τεκμηρίωση δε αυτή, αναγκαία και εκ του ότι τα επίμαχα μέτρα διασπούν μία πάγια μισθολογική μεταχείριση των λειτουργών αυτών, θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματός των, λόγω της φύσης των καθηκόντων τους και της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαιτέρως αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, για την απόκτηση των οποίων απαιτούνται μακροχρόνιες μεταπτυχιακές σπουδές, καθώς επίσης και τη συναρτώμενη με τα ως άνω στοιχεία μέριμνα για την προσέλκυση στα ερευνητικά κέντρα νέου, υψηλής επιστημονικής επάρκειας, στελεχιακού δυναμικού. Όμως, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (περίπτ. 22, υποπαραγρ. Γ.1, παραγρ. Γ, άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012), στο μισθολόγιο των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, τα παρατεθέντα αμέσως ανωτέρω στοιχεία. Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι αποδοχές των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012 οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, που επήλθαν με τον νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το ανωτέρω καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με τις προηγούμενες μειώσεις που τους επιβλήθηκαν διαδοχικά (ν. 3833/2010 μείωση 7% του βασικού μισθού και των επιδομάτων -ερευνητικό και βιβλιοθήκης- και ν. 3845/2010 μείωση 3% του βασικού μισθού και των άνω επιδομάτων, μείωση κατά 30% των επιδομάτων εορτών και αδείας και στη συνέχεια πλήρης κατάργησή τους, ν. 4002/2011 μείωση 25% ειδικού ερευνητικού επιδόματος για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας), καθώς και άλλες μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης εξάλλου, και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές τους. Ενόψει τούτων, οι διατάξεις της περίπτωσης 22, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες προβλέπονται νέες μειώσεις των αποδοχών των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων αναδρομικώς από 1.8.2012, αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της "ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής" τους, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρα 25 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος). Ενόψει τούτων, λόγω του ανίσχυρου των ως άνω διατάξεων της περίπτωσης 22, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου νπιδ, που εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, κατά την καταβολή των αποδοχών των εναγόντων, χρονικής περιόδου από 1.8.2012 έως 31.12.2016. Στα πλαίσια αυτά, οι αποδοχές εκάστου των εναγόντων μειώθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-12-2016 κατά τα ακόλουθα ποσά, ο υπολογισμός των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο [...]".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους ότι η επίμαχη μείωση αποδοχών των εναγόντων, σωρευτικώς εξεταζομένη με τις προγενέστερες διαδοχικές μειώσεις που υπέστησαν, είναι τέτοιου ύψους, ώστε να θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους και ότι παραβιάστηκε εν προκειμένω η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων και ότι ακολούθως οι διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, καθώς και της 2/83408/022/14.11.2012 ΥΑ, αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και την απορρέουσα από το άρθρο 16 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής τους μεταχειρίσεως, δεν παραβίασε [το Εφετείο] αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ερευνητών, που επήλθαν με τον ν. 4093/2012, συνυπολογιζόμενες με τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών τους (ν. 3833/2010 μείωση 12% και ν. 3845/2010 μείωση 8%, ν. 4002/2011 μείωση 25% του ειδικού ερευνητικού επιδόματος), συνδυαζόμενες και άλλες μειώσεις του εισοδήματός τους με άλλα νομοθετήματα της περιόδου εκείνης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με άρθρα 29 και 38 παρ. 2 περ. α' και β' του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (βλ. ΟλΑΠ 5/2023 για τους ερευνητές με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και ΟλΣτΕ 1527, 1528, 1529/2023 για τους ερευνητές με σύμβαση δημοσίου δικαίου). Επομένως ο τρίτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την κρίση της περί της αντιθέσεως των ως άνω νομοθετικών διατάξεων στις προαναφερθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. 2) Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995 [και εν συνεχεία με αρθρο 369 Ν 4700/2020] , επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κλπ, οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζομένους, συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ποινικό αδίκημα μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας αποδοχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους (ΑΠ 1436/2002). Ειδικότερα, δεν συνιστά αδικοπραξία η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργοδότη προς καταβολή των οφειλομένων στον εργαζόμενο αποδοχών, είτε πρόκειται περί δεδουλευμένων αποδοχών, είτε πρόκειται περί αποδοχών υπερημερίας, τις οποίες ενοχικώς οφείλει, και η παρακράτησή τους από τον εργοδότη, ακόμη και εάν συντρέχουν οι όροι του εγκλήματος του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, καθότι με την παράλειψη της πληρωμής (εν όλω ή εν μέρει) ο εργαζόμενος δεν χάνει τις αποδοχές του, τις οποίες ο εργοδότης εξακολουθεί να οφείλει από τη σύμβαση, και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη αυτή (ΑΠ 359/2020, 670/2016). 3) Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό υφίσταται, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019). H ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης.

Εφόσον, όμως, υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, οπότε ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Έτσι ο Άρειος Πάγος εκτιμά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1259/2020).

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο (σε αντίθεση με το Πρωτοδικείο) έκρινε ότι τα επιδικαζόμενα ποσά "δικαιούνται οι ενάγοντες κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις". Όταν όμως η αξίωση του εργαζομένου πηγάζει από την αθέτηση της σύμβασης εργασίας, τότε η αγωγή δεν έχει νόμιμο έρεισμα στην αδικοπραξία, αλλά αποκλειστικά και μόνο στην εργασιακή σύμβαση, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην με αρ. 2 νομική σκέψη. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που εκρινε βάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις των εδώ αναιρεσιβλήτων (κατά τα ανωτέρω), έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό, αλλά με μη ορθή αιτιολογία ως προς το νομικό έρεισμα των αξιώσεων τους στις περί αδικοπραξίας διατάξεις.

Εν προκειμένω όμως δεν συντρέχει περίπτωση (ούτε άλλωστε γίνεται επίκληση) εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτό δεδικασμένου από την εσφαλμένη αυτή παραδοχή της προσβαλλομένης.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην με αρ. 3 νομική σκέψη, πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας με τις ορθές ως άνω αιτιολογίες (ΟλΑΠ 37/1996, ΑΠ 62/2024) να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο τρίτος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού [ερειδόμενος ομοίως από τον αρ. 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ]. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλο λόγο αναίρεσης (πέραν του εδώ εξεταζομένου λόγου και των ήδη απορριφθέντων με την ΑΠ 1376/2023 λόγων), πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης (άρθρο 179 εδ. α' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2021 (10108/1253/2021) αίτηση αναιρέσεως κατά της 5140/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή