Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1055 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1055/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Τσιαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζύγου Μ. Κ., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Ζωντανού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 180/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1687/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 20-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2517/245/20-3-2023) αίτηση του πρώτου των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσείοντος Ε. Δ., η οποία στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Κ. - Γ., διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 1687/29-3-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τους ως άνω διαδίκους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες 1) Ε. Δ. του Ι. (ήδη αναιρεσείων) και 2) Ε. Α. του Ι. (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-5-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 539067/151/2017) αγωγή κατά των 1) Μ. συζ. Μ. Κ., το γένος Κ. Γ. (ήδη αναιρεσίβλητης) και 2) Μ. Κ. του Ε. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), που κοινοποιήθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (άρθρο 2 παρ. 5 του Β.Δ. της 30/31-5-1956) και με την οποία ισχυρίστηκαν ότι είναι διπλωματούχοι αρχιτέκτονας μηχανικός ο πρώτος και μηχανολόγος μηχανικός, ο δεύτερος, αμφότεροι δε είναι μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Ότι με προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου εξ αυτών και των εναγομένων, τον Νοέμβριο του έτους 2011, οι τελευταίοι του ανέθεσαν να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την υπαγωγή του κατωτέρω αναφερόμενου ακινήτου (αυθαίρετη κατασκευή) στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, διαδικασία η οποία περαιώθηκε στις 21-3-2013, αφού καταβλήθηκε από τους εναγομένους το επιβληθέν πρόστιμο και η αναλογούσα αμοιβή αυτού (πρώτου ενάγοντος). Ότι με προφορική, επίσης, συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και των εναγομένων, τον Φεβρουάριο του έτους 2012, οι τελευταίοι ανέθεσαν σε έκαστο εξ αυτών την εκπόνηση των αναφερόμενων στην αγωγή μελετών, οι οποίες απαιτούνταν, προκειμένου να εκδοθεί από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία άδεια αποπεράτωσης ημιτελούς διώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας επί οικοπέδου αποκλειστικής κυριότητας της πρώτης εναγομένης, κείμενου στη θέση "..." της Δημοτικής Κοινότητας ... Ότι αμφότεροι εκτέλεσαν προσηκόντως το ανατεθέν σ' αυτούς έργο, με την εκπόνηση των σχετικών μελετών, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στο τέλος Μαρτίου του έτους 2013. Ότι η νόμιμη αμοιβή τους για την εκτέλεση του επίδικου έργου, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών και των εναγομένων δεν υφίσταται έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής, ανέρχεται για τον πρώτο ενάγοντα στο συνολικό ποσό των (78.245,31 - 3.600 προκαταβολή=) 74.645,31 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (74.645,31 Χ 24%=) ποσού 17.914,90 ευρώ και για τον δεύτερο στο συνολικό ποσό των 21.869,46 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (21.869,46 Χ 24%=) ποσού 5.248,67 ευρώ, την οποία (αμοιβή), παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς τους εναγομένους, αρνούνται οι τελευταίοι να τους καταβάλουν. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 74.645,31 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ποσού 17.914,90 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 21.869,46 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ποσού 5.248,67 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 180/2019 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 2-7-2020 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1687/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, κατά το σκέλος της που αφορά την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ζητεί ο πρώτος των εναγόντων και ήδη αναιρεσείων.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1α' και 5 του Ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α 32/2-3-2011), που ισχύουν από 3-7-2011 (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), "Η αμοιβή των μηχανικών, για τη μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 (ΦΕΚ 301 Α') καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων. Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν τον χαρακτήρα. Τα ανωτέρω ισχύουν αντιστοίχως και ως προς κάθε οριζόμενη από οποιαδήποτε διάταξη νόμου ως υποχρεωτικώς ελάχιστη αμοιβή για εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 59 του ν.δ. της 17.7./16.8.1923, όπως το άρθρο αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου (παρ. 1α'). Οι αναφερόμενες στο π.δ. 696/1974 "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές" νοούνται εφεξής ως νόμιμες αμοιβές κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ίδιου διατάγματος όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 8 και, πέραν της λήψεως υπόψη για τον υπολογισμό νόμιμων εισφορών και δικαιωμάτων από το Τ.Ε.Ε. κατά την προηγούμενη παράγραφο, λαμβάνονται επίσης υπόψη από τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση διαφορών από αμοιβές μηχανικών για την παροχή εργασίας, όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αυτών (παρ. 5)". Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 696/1974, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του ως άνω άρθρου 7 του Ν. 3919/2011, ορίζεται ότι "Οι καθοριζόμενες με το διάταγμα αυτό αμοιβές αποτελούν τις νόμιμες αμοιβές, οι οποίες ισχύουν για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής, για την εκπόνηση μελετών και τη διενέργεια επιβλέψεων - παραλαβών και εκτιμήσεων Συγκοινωνιακών, Υδραυλικών και Κτιριακών Έργων ως και Τοπογραφικών Κτηματογραφικών και Χαρτογραφικών Εργασιών, κατά τις κατωτέρω κατηγορίες ή διακρίσεις αυτών", ενώ με το άρθρο 59 του Ν.Δ. της 17.7./16.8.1923, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του ιδίου ως άνω άρθρου (7 του Ν. 3919/2011), ορίζεται ότι "Με προεδρικό διάταγμα, εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, μετά γνώμη της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, εγκρίνεται κανονισμός αμοιβών των διπλωματούχων ανωτάτων σχολών μηχανικών γενικά και αρχιτεκτόνων, μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καθώς και αυτών που ασκούν τα επαγγέλματα αυτά, βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, εν όλω ή εν μέρει. Με τον κανονισμό αυτόν καθορίζεται η νόμιμη αμοιβή για τη μελέτη, επίβλεψη, εποπτεία ή έλεγχο και παραλαβή κάθε είδους έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και για κάθε είδους τεχνικές γενικά εργασίες και υπηρεσίες, όπως σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύ-νες, ή αμοιβές που καταβάλλονται σε αυτούς που μετέχουν σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και στους κριτές αυτών. Μεταξύ των ως άνω έργων περιλαμβάνονται επίσης οι τοπογραφικές και κτηματογραφικές εργασίες, καθώς και οι χωροταξικές, ρυθμιστικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές μελέτες. Η αμοιβή αυτή οφείλεται, εφόσον δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, εφόσον δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής μεταξύ εργοδότη και μηχανικού για την εκπόνηση της μελέτης, να λάβει την καθοριζόμενη από το Π.Δ. 696/1974 νόμιμη αμοιβή, όπως το διάταγμα τούτο, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Ν.Δ. της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων" και του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953 (ΑΠ 362/2020, 82/2016, 1146/2012), ισχύει μετά την κατά ανωτέρω τροποποίησή του με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 3919/2011.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του Β.Δ. της 30/31.5.1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των Μηχανικών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Π.Δ. 48/1994 και ακολούθως με το άρθρο 7 παρ. 14 Ν. 3919/2011, "Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλόμενης αμοιβής, ο δικαιούχος μηχανικός ή τα δικαιούχα γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών. Το αυτό δικαίωμα έχει και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος. Αίτημα της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρεώσεως καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο μελετητή μηχανικό. Τούτο εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων (παρ. 4). Όταν η αγωγή εγείρεται από έναν από τους πιο πάνω δικαιούχους ανακοινώνεται εις τον έτερον υποχρεωτικώς, όστις έχει και δικαίωμα παρεμβάσεως. Η ανακοίνωση γίνεται με μόνη την κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (παρ. 5)".
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1495/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019).
Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1495/2023, 1708/2013, 262/2020, 677/2015). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1495/2023, 19/2022).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του KΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 78/2022, 1162/2019, 856/2019, 236/2017 1915/2016, 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 194/2005).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 1167/2019, ΑΠ 1414/2010). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 2-7-2020 έφεσης των εναγόντων, δέχθηκε, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, τα εξής: "Ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, Ε. Δ., τυγχάνει διπλωματούχος αρχιτέκτονας μηχανικός... μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας με αριθμό μητρώου (A.M.) ... Η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη τυγχάνει αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου εκτάσεως 544,62 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός ορίων οικισμού και ζώνης αυτού και εντός ΓΠΣ, στην περιοχή "...", στον ..., επί της οδού ..., το οποίο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Ο δεύτερος εφεσίβλητος-εναγόμενος, σύζυγος της πρώτης, δραστηριοποιείται από ετών επιχειρηματικά στον κατασκευαστικό τομέα, αναλαμβάνοντας την εκτέλεση, κατά κύριο λόγο, ιδιωτικών έργων και ιδίως πολυώροφων οικοδομών... Κατά το έτος ..., η πρώτη εφεσίβλητη, Μ. Κ., ως ιδιοκτήτρια του ενδίκου οικοπέδου, προέβη στην κατασκευή λυομένου οικίσκου, δυνάμει της με αριθμό ...-1972 οικοδομικής άδειας, υπό την επίβλεψη του πολιτικού μηχανικού Α. Σ. Το 1999, όμως, κατόπιν δικής της εντολής, ως ιδιοκτήτριας του οικοπέδου, κατασκευάστηκε αυθαίρετα εντός αυτού, ήτοι χωρίς την προηγούμενη έκδοση άδειας δόμησης, ο σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα μιας αυθαίρετης διώροφης οικοδομής με υπόγειο. Οι σχετικές μελέτες (στατική και αρχιτεκτονική), καθώς και η επίβλεψη για την κατασκευή του αυθαίρετου αυτού κτίσματος, έγιναν από τον πρώτο εκκαλούντα... Ωστόσο, οι εργασίες για την αποπεράτωση της ανέγερσης της αυθαίρετης οικοδομής διακόπηκαν μόλις ολοκληρώθηκε η κατασκευή του σκελετού της διώροφης οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα, για το λόγο ότι διατάχθηκε η αναστολή των οικοδομικών εργασιών σε όλη την ευρύτερη περιοχή, που βρίσκεται και το ένδικο οικόπεδο, επειδή πρόκειται για εκτός σχεδίου περιοχή, όπως και παραμένει μέχρι σήμερα. Η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη, ως αποκλειστική ιδιοκτήτρια του ενδίκου ακινήτου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήταν αυτή που ανέθεσε στον πρώτο εκκαλούντα-ενάγοντα, ως εργοδότρια, την ανέγερση της αυθαίρετης ημιτελούς κατασκευής... Μετά την έκδοση του Ν. 4014/2011, η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη... αποφάσισε να προβεί στην υπαγωγή του ημιτελούς αυθαίρετου κτίσματος στις διατάξεις του Ν. 4014/2011 και, ακολούθως, στην αποπεράτωση της ένδικης οικοδομής, κατόπιν εκδόσεως της απαιτούμενης άδειας δόμησης... Για τον λόγο αυτό, κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2011, ανέθεσε στον πρώτο εκκαλούντα-ενάγοντα την εντολή να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη νομιμοποίηση της ήδη ανεγερθείσας εξ οπλισμένου σκυροδέματος κατασκευής, με την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, και ακολούθως να εκπονήσει τις απαιτούμενες και αναγκαίες μελέτες για την έκδοση άδειας δόμησης για την κατασκευαστική αποπεράτωση του ημιτελούς ακινήτου. Η σύμβαση έργου μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης και του πρώτου εκκαλούντα καταρτίστηκε προφορικά, τον Νοέμβριο του 2011, ταυτόχρονα με την ανάθεση του έργου της υπαγωγής του ακινήτου στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 4014/2011, επειδή η πρώτη εφεσίβλητη δεν αποσκοπούσε απλώς στην υπαγωγή του αυθαιρέτου κτίσματος στις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά στην ολοκλήρωση της κατασκευής του ακινήτου, που είχε παγώσει για ανεξάρτητους της οικονομικής της δυνατότητας λόγους, προκειμένου να διαμείνει σ' αυτό...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, ανταποκρινόμενος στις υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από την ανωτέρω προφορική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης τον Νοέμβριο του 2011, υπέβαλε κατ' αρχάς στις 30-11-2011, στην αρμόδια αρχή την υπ' αριθ. ...-2011 δήλωση, αιτούμενος την υπαγωγή του ακινήτου στο άρθρο 24 του Ν. 4014/2011. Η δήλωση αυτή περαιώθηκε στις 21-3-2013, μετά την καταβολή εκ μέρους των εφεσιβλήτων-εναγομένων του συνολικού ποσού των προστίμων που καθορίστηκαν, ύψους 12.933,936 ευρώ, για τη νομιμοποίηση του ενδίκου ακινήτου. Προκειμένου να διεκπεραιωθεί η ως άνω εντολή, που ανέλαβε ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, ο τελευταίος έκανε χρήση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης που είχε ήδη συντάξει από του έτους 1999 για την ανέγερση της αυθαίρετης κατασκευής. Επιπρόσθετα, για τη διεκπεραίωση της υπαγωγής του ακινήτου στο Ν. 4014/2011, απαιτήθηκε η εκπόνηση ενός νέου τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο συνέταξε ό τοπογράφος μηχανικός Α. Μ., τον ... του έτους …, καθώς και η σύνταξη τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός, Η. Τ., στις ...-2012. Για τη διεκπεραίωση της εντολής αυτής, ο πρώτος εκκαλών έλαβε από την πρώτη εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ, όπως τούτο αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο του Γραφείου Αμοιβών του TEE, όπου και είναι καταχωρημένη η προαναφερόμενη αμοιβή. Σημειωτέον ότι η νόμιμη αμοιβή για την υπαγωγή του ενδίκου ακινήτου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011 ανερχόταν, συνυπολογιζομένου και του ΦΠΑ, στο ποσό των 1.933,44 ευρώ, πλην όμως, ο πρώτος εκκαλών έλαβε από την πρώτη εφεσίβλητη μικρότερο ποσό, εξαιτίας αφενός της φιλικής και επαγγελματικής σχέσης που είχε αναπτύξει με τον δεύτερο εφεσίβλητο-εναγόμενο σύζυγό της και αφετέρου της πολλαπλάσιας αμοιβής που προσδοκούσε να λάβει από την εκπόνηση των μελετών και την επακόλουθη επίβλεψη των εργασιών για την αποπεράτωση του ακινήτου. Η καταβολή της αμοιβής του ποσού των 1.000 ευρώ έγινε το έτος 2012, δοθέντος ότι ο πρώτος ενάγων υπέβαλε προς το TEE τη σχετική δήλωση αναφοράς, για την απόληψη της αμοιβής του, την 25-7-2012. Ωστόσο, την 1-7-2013, κατόπιν πιέσεων που άσκησε ο πρώτος εκκαλών-ενάγων προς την πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη εργοδότριά του, ζήτησε και έλαβε επιπρόσθετα, για την εργασία του αυτή, και το ποσό των 1.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 230 ευρώ για ΦΠΑ 23%, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.230 ευρώ, εκδοθείσας προς τούτο της υπ' αριθ. 124/1-7-2013 απόδειξης παροχής υπηρεσιών... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, για την υπαγωγή του ενδίκου ακινή¬του στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, έλαβε συνολικά το ποσό των 2.230 ευρώ, ήτοι μεγαλύτερη της νόμιμης αμοιβής που προβλέπεται από το νόμο και ανέρχεται, με συνυπολογισμό του ΦΠΑ, στο ποσό των 1.933,44 ευρώ. Στο ποσό αυτό, που έλαβε ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, είναι βέβαιο ότι περιλαμβάνεται και η αμοιβή του Η. Τ., για τη σύνταξη της από ...-2012 τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας. Αντίθετα, ο τοπογράφος μηχανικός Α. Μ. έλαβε συνολικά από την πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη, ως αμοιβή για την εκπόνηση του από Φεβρουάριου 2013 τοπογραφικού διαγράμματος, το χρηματικό ποσό των 513,51 ευρώ (417,49 ευρώ νόμιμη αμοιβή πλέον του ποσού των 96,02 ευρώ για ΦΠΑ 23%) και προς απόδειξη της συναλλαγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...-2013 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ως άνω τοπογράφου μηχανικού. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του πρώτου εκκαλούντος-ενάγοντος ότι για την υπαγωγή του ακινήτου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011 απαιτήθηκε το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ, εκδοθείσας προς τούτο της με ημερομηνία 18-7-2012 απόδειξης, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος, αφού: i) το τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Μ., συντάχθηκε τον μήνα ... και η αμοιβή για την εργασία του πλήρως καταβλήθηκε από την πρώτη εφεσίβλητη-εναγόμενη, ii) η νόμιμη αμοιβή του πρώτου εκκαλούντος-ενάγοντος, για την εργασία αυτή, ανερχόταν στο ποσό των 1.933,44 ευρώ (συνυπολογιζόμενου και του ΦΠΑ), ενώ ο ίδιος εισέπραξε συνολικά 2.230 ευρώ, iii) η καταβολή ποσού 4.000 ευρώ για τη σύνταξη της από ...-2012 φωτοερμηνείας, κρίνεται υπερβολική και εκτός πραγματικότητας για το έργο που εκτέλεσε ο τοπογράφος μηχανικός Η. Τ. και αφορούσε τον υπολογισμό της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των υπό κατασκευή στοιχείων του κτίσματος και του φυσικού εδάφους του ενδίκου ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι ο 1ος εκκαλών-ενάγων στην ένδικη αγωγή του ουδέν αναφέρει για την καταβολή της αμοιβής, ύψους 1.000 ευρώ, που έλαβε για την εργασία του για την υπαγωγή του ακινήτου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, ενώ ουδόλως απέδειξε τον ισχυρισμό του περί καταβολής των υψηλότερων ποσών που αναφέρει, ως αμοιβές του Α. Μ. και Η. Τ. Επικαλείται, όμως, προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, την αναγραφόμενη στην με ημερομηνία 18-7-2012 αιτιολογία, όπου ως αιτία καταβολής του ποσού των 6.000 ευρώ μνημονεύεται η "τακτοποίηση με Ν. 4014/2011 ακινήτου στον ...", καθώς και το γεγονός ότι η καταβολή αυτή έγινε από τον δεύτερο εφεσίβλητο-εναγόμενο, Μ. Κ. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί του πρώτου ενάγοντος τυγχάνουν αβάσιμοι για τους ακόλουθους λόγους: 1) Η καταβολή, που έλαβε χώρα από τον Μ. Κ., δεν έγινε για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό της πρώτης εφεσίβλητης-εναγόμενης συζύγου του, η οποία υπήρξε και η μόνη αντισυμβαλλόμενη στην ένδικη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, 2) η αιτιολογία της απόδειξης είναι εσφαλμένη και προσχηματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, για την εργασία της υπαγωγής του ακινήτου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, είχε ήδη εξοφληθεί με το ποσό των 1.000 ευρώ, την 25-7-2012. Αντίθετα, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ αφορά την εξόφληση μέρους της αμοιβής του πρώτου ενάγοντος για τη σύνταξη των μελετών που ανέλαβε να εκπονήσει, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια δόμησης για την αποπεράτωση του ακινήτου, έργο που ανατέθηκε σ' αυτόν συγχρόνως με την ανάθεση της εντολής για την υπαγωγή του αυθαιρέτου ημιτελούς κτίσματος στις διατάξεις του Ν. 4014/2011... Ο πρώτος εκκαλών-ενάγων, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έργου που συνήψε με την πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη, εκπόνησε τις ακόλουθες μελέτες, που υποβλήθηκαν προς την αρμόδια ΥΔΟΜ Ωρωπού μαζί με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 αίτηση έγκρισης δόμησης και την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 αίτηση άδειας δόμησης: i) αρχιτεκτονική μελέτη, ii) μελέτη ενεργειακής απόδοσης και iii) μελέτη υδραυλικών εγκαταστάσεων... Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 Ν.Δ. 696/1974 "2. Δια τα ιδιωτικά έργα, η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκρισιν ή έκδοσιν της τυχόν απαιτουμένης αδείας". Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη και τον προϋπολογισμό του έργου, που υποβλήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα προς έλεγχο στην αρμόδια ΥΔΟΜ, ο οποίος ανήλθε στο ποσό των 55.000 ευρώ, η αμοιβή του μηχανικού Ε. Δ. καθορίστηκε στο ποσό των 3.600 ευρώ. Κατόπιν τούτου, η πρώτη εναγομένη, δια του δευτέρου εναγομένου συζύγου της, Μ. Κ., κατέβαλε προς τον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ, στις 14-3-2013, ήτοι με την ολοκλήρωση της εκπόνησης των μελετών και την κοινοποίηση προς αυτήν του ύψους του προϋπολογισμού του έργου (βλ. σχετ. την με ημερομηνία 14-3-2013 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πρώτου ενάγοντος, στην οποία μάλιστα αναγράφεται ως αιτιολογία "έναντι αμοιβής για κατάθεση φακέλου αδείας στην πολεοδομία ... για κατοικία αποπερατωμένη στον ..."). Μετά την είσπραξη της αμοιβής αυτής από τον πρώτο ενάγοντα, υποβλήθηκε από αυτόν σχετική δήλωση προκαταβλητέου φόρου προς τη ΔΟΥ Ρεθύμνου για την προαναφερόμενη αμοιβή που εισέπραξε... Με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος εκκαλών-ενάγων έλαβε για την εκπόνηση των μελετών, για την έκδοση άδειας δόμησης για την αποπεράτωση του ήδη υπαχθέντος στις διατάξεις του Ν. 4014/2011 ημιτελούς κτίσματος, τα ακόλουθα ποσά: 6.000 ευρώ την 18-7-2012 και 5.000 ευρώ την 14-3-2013, ήτοι συνολικά το ποσό των 11.000 ευρώ. Μετά την κατάθεση του φακέλου στην ΥΔΟΜ Δήμου Ωρωπού και την έγκριση αυτού, για άγνωστο λόγο καθυστέρησε η έκδοση της ένδικης οικοδομικής άδειας, παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκαν οι φορολογικές υποχρεώσεις εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης και είχε εξοφληθεί η αμοιβή του πρώτου εκκαλούντος-ενάγοντος για τη σύνταξη των μελετών του φακέλου που κατέθεσε. Η καθυστέρηση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε κωλυσιεργία της πρώτης εναγόμενης ή του συζύγου της ούτε αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν από τον πρώτο ενάγοντα να παγώσουν οι ενέργειες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, προκειμένου να ξεκινήσουν οι κατασκευαστικές εργασίες το φθινόπωρο του 2013, προκειμένου να μην προξενείται όχληση στους περίοικους, κατά τους θερινούς μήνες... Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση στην έκδοση της οικοδομικής άδειας οφειλόταν σε λόγους που αφορούσαν τον πρώτο ενάγοντα και ειδικότερα στην άρνησή του να αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών με τους οικονομικούς όρους που είχαν συμφωνηθεί, προσδοκώντας να αυξήσει μέσω της χρονικής πίεσης και της καθυστέρησης στην έκδοση της οικοδομικής άδειας μεγαλύτερη αμοιβή για την εργασία του αυτή. Ειδικότερα, μετά τη συντελεσθείσα, με βάση τον ανωτέρω νόμο, τακτοποίηση της αυθαίρετης οικοδομής της πρώτης εφεσίβλητης (οριστική υπαγωγή/περαίωση περί τα τέλη Μαρτίου 2013), για την οποία κατέβαλε ολοσχερώς το αναλογούν πρόστιμο τακτοποίησης, αυτή ανέμενε από τον πρώτο εκκαλούντα την εκ μέρους του συνέχιση της υλοποίησης των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ήτοι την υποβολή στο αρμόδιο τμήμα της Πολεοδομίας του φακέλου για την έκδοση αδείας προς αποπεράτωση της οικοδομής και την έγκριση της δόμησης, πλην όμως, τότε αυτός για πρώτη φορά την πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να υποβάλει τον φάκελο για την έκδοση της αδείας αποπεράτωσης, δεδομένου ότι το ένδικο οικόπεδο, όπου η ως άνω ημιτελής οικοδομή, ήταν εκτός σχεδίου και θα έπρεπε να προσκομιστεί βεβαίωση του Δασαρχείου ότι δεν ήταν δασικό. Μετά τα παραπάνω και την οριστική άρνηση του πρώτου εκκαλούντος να αναλάβει ή έστω να αναμιχθεί στη διαδικασία αυτή, η πρώτη εφεσίβλητη, χωρίς την παραμικρή σύμπραξη του πρώτου εκκαλούντος, κίνησε τη διαδικασία έκδοσης πράξης χαρακτηρισμού της προαναφερθείσας ιδιοκτησίας της ως μη δασικής και, μετά από χρονοβόρα διαδικασία και επί τόπου αυτοψίες, εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθ. ...-2012 πράξη του Δασαρχείου ..., με την οποία το αγροτεμάχιο χαρακτηρίστηκε ως έκταση μη δασική. Μετά την τελεσιδικία της Πράξης Χαρακτηρισμού του αγροτεμαχίου ως μη δασικού, οι εφεσίβλητοι επανήλθαν στον πρώτο εκκαλούντα, για τη συνέχεια, οπότε αυτός ζήτησε από την πρώτη εφεσίβλητη νέα καταβολή, ποσού 5.000 ευρώ, για την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών και την πληρωμή των αναλογούντων εξόδων, για την υποβολή του φακέλου έγκρισης δόμησης προς έκδοση της άδειας αποπεράτωσης, ποσό το οποίο και του καταβλήθηκε στις 14-3-2013 (βλ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους εφεσιβλήτους από 14-3-2013 ισόποση διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πρώτου εκκαλούντος, με αιτιολογία "έναντι αμοιβής για κατάθεση φακέλου αδείας στην Πολεοδομία ... για κατοικία αποπεράτωση στον ...). Μετά την είσπραξη και του τελευταίου αυτού ποσού για την έκδοση της αδείας δόμησης και αποπεράτωσης της ένδικης οικίας, ο πρώτος εκκαλών, παρότι είχε ήδη πληρωθεί και ολοσχερώς εξοφληθεί, κατά τα μεταξύ των διαδίκων προφορικώς συμφωνηθέντα από τον μήνα Νοέμβριο του 2011, δήλωσε στην πρώτη εφεσίβλητη, ότι αυτός θα ετοίμαζε μεν τον πλήρη φάκελο με τις απαιτούμενες μελέτες, προς έκδοση της ένδικης αδείας (ήτοι αυτός θα εκπονούσε μόνο τις απαιτούμενες εκ του νόμου μελέτες), πλην όμως, η πρώτη εφεσίβλητη θα έπρεπε στη συνέχεια να αναθέσει σε άλλον μηχανικό την επίβλεψη της αποπεράτωσης της οικοδομής, με το πρόσχημα ότι ήταν καλύτερο ο μηχανικός να είναι από την περιοχή, ώστε "να έχει επαφή με τα τοπικά συνεργεία...", όπως αυτός ισχυρίστηκε στην πρώτη εφεσίβλητη. Οι εφεσίβλητοι τότε εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους, ... πλην όμως, ο πρώτος εκκαλών τους δήλωσε εκ νέου, ότι θα κατέθετε μεν το φάκελο με τις μελέτες, που θα είχε εκπονήσει και μετά την έκδοση της αδείας θα "συζητούσαν το θέμα εκ νέου", επιμένοντας πως δεν επιθυμούσε να αναλάβει την επίβλεψη και αποσκοπώντας προφανώς σε επαναδιαπραγμάτευση και επίτευξη νέας, ευνοϊκότερης από οικονομικής απόψεως γι' αυτόν, συμφωνίας, υποθέτοντας ότι οι εφεσίβλητοι θα υποχωρήσουν, πράγμα όμως που δεν έπραξαν, αναζητώντας και αναθέτοντας σε άλλον μηχανικό την όλη διαδικασία εξαρχής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η καθυστέρηση της έκδοσης της ένδικης άδειας οικοδομής οφειλόταν στο πρόσωπο του πρώτου ενάγοντα-εκκαλούντα, δεν έσφαλε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενου του 5ου λόγου εφέσεως των εκκαλούντων, με τον οποίο ισχυρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η καθυστέρηση στην έκδοση της αδείας οφειλόταν στο πρόσωπο των εφεσίβλητων-εναγομένων, ως ουσία αβασίμου. Εν συνεχεία, η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη απευθύνθηκε στον πολιτικό μηχανικό Κ. Δ., ο οποίος ανέλαβε να προβεί στην έκδοση της ένδικης άδειας που καθυστερούσε. Ο ανωτέρω μηχανικός, μετά την επανυποβολή των απαιτούμενων μελετών και διαμορφώνοντας τον προϋπολογισμό του έργου στο ποσό των 52.617,32 ευρώ, εξέδωσε, κατ' εντολή και για λογαριασμό της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης, τη υπ' αριθ. ...-2013 άδεια δόμησης για την αποπεράτωση της ημιτελούς κατασκευής. Επιπρόσθετα, ο δεύτερος εφεσίβλητος-εναγόμενος, ενεργώντας ως πληρεξούσιος της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης συζύγου του, κατόπιν της υπ' αριθ. ...-2014 αίτησης προέβη στην απόσυρση του φακέλου που είχε καταθέσει ο πρώτος εκκαλών-ενάγων για την έκδοση άδειας δόμησης. Με βάση τα ανωτέρω, ουδεμία αμοιβή οφείλεται στον πρώτο εκκαλούντα-ενάγοντα για την εκπόνηση των μελετών που συνέταξε κατ' εντολή της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης και κατέθεσε με τον σχετικό φάκελο, που υπέβαλε προς την ΥΔΟΜ Δήμου Ωρωπού, για την έκδοση άδειας δόμησης για την αποπεράτωση του ακινήτου της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα, ο πρώτος εκκαλών-ενάγων για την καταβολή της επίδικης αμοιβής στηρίζει τις αξιώσεις του, επί τη βάσει προϋπολογισμού ύψους 821.829,39 ευρώ του έργου. Ωστόσο, ο προϋπολογισμός αυτός είναι καθ' όλα υπερβολικός και ασύμβατος με το ένδικο έργο, το οποίο συνίσταται όχι στην εξ υπαρχής κατασκευή της οικοδομής, αλλά στην αποπεράτωση αυτής μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του σκελετού της από οπλισμένο σκυρόδεμα... Ο αντίστοιχος προϋπολογισμός, που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Κ. Δ., επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...-2013 οικοδομική άδεια, ανέρχεται στο ποσό των 52.617,32 ευρώ και ταυτίζεται με τον προϋπολογισμό, ύψους 55.000 ευρώ, που είχε υποβάλει αρχικά ο πρώτος εκκαλών-ενάγων. Επί τη βάσει του προϋπολογισμού του Κ. Δ., το TEE υπολόγισε την αμοιβή του τελευταίου στο ποσό των 6.060,92 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ,... ο πρώτος εκκαλών-ενάγων ισχυρίζεται ότι ο προϋπολογισμός των 55.000 ευρώ είναι ο συμβατικός προϋπολογισμός του έργου, ενώ η νόμιμη αμοιβή του πρέπει να υπολογιστεί βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού που το πρώτον υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο συμβατικός προϋπολογισμός, ύψους 55.000 ευρώ, δεν ταυτίζεται με το νόμιμο ούτε ότι ο πρώτος εκκαλών-ενάγων είχε ενημερώσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη ότι το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού για την αποπεράτωση της ένδικης οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των 821.829,39 ευρώ. Επομένως, ο προϋπολογισμός των 55.000 ευρώ, που υποβλήθηκε στην ΥΔΟΜ Ωρωπού, ταυτίζεται με τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου και για τον λόγο αυτό η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη συμφώνησε στην καταβολή της νόμιμης αμοιβής του ενάγοντος... Η νόμιμη αλλά και πραγματική αμοιβή του μηχανικού, ο οποίος τελικά διεκπεραίωσε τη διαδικασία έγκρισης και έκδοσης της ένδικης άδειας δόμησης προς αποπεράτωση της οικοδομής της πρώτης εφεσίβλητης, ήτοι του Κ. Δ., ανήλθε τελικά στο συνολικό ποσό των 9.099,45 ευρώ, με βάση προϋπολογισμό ποσού 52,617,32 ευρώ, που ελέγχθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Ο ορθός και αληθής προϋπολογισμός έργου, βάσει του οποίου εκδόθηκε η άδεια δόμησης για αποπεράτωση της αυθαίρετης οικοδομής ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης, στον ..., από την ΥΔΟΜ του Δήμου Ωρωπού, ανέρχεται στο ποσό των 52.617,32 ευρώ. Σε διαφορετική περίπτωση, η αρμόδια ΥΔΟΜ δεν θα τον έκανε αποδεκτό, θα τον διόρθωνε και θα ενημέρωνε τον αρμόδιο μηχανικό, με συνέπεια, οι απαιτούμενες μελέτες για την ως άνω άδεια είναι αυτές που αναφέρονται στο έντυπο αναφοράς υπολογισμού αμοιβών του TEE από 19/11/2013, τις οποίες και έκανε δεκτές η ΥΔΟΜ, χωρίς να ζητήσει την εκπόνηση άλλης μελέτης".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 20, 10 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του αριθμού 20 του ως άνω άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της (προσκομιζόμενης από τον αναιρεσείοντα) από 18-7-2012 απόδειξης παροχής υπηρεσιών, ποσού 6.000 ευρώ, που εξέδωσε ο αναιρεσείων και στην οποία αναγράφεται ως αιτία καταβολής του εν λόγω ποσού "Τακτοποίηση με Ν. 4014 ακινήτου στον ...", με το να δεχθεί ότι το ποσό των 6.000 ευρώ δεν καταβλήθηκε στον τελευταίο ως αμοιβή για την υπαγωγή του επίδικου ακινήτου (αυθαίρετη κατασκευή) στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, αλλά ότι αποτελεί μέρος της αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, δυνάμει σχετικής προφορικής συμφωνίας, οι οποίες (μελέτες) απαιτούνταν προκειμένου να εκδοθεί από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία άδεια δόμησης για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της τελευταίας, η παραμόρφωση δε αυτή είχε ως συνέπεια να καταλήξει, ακολούθως, το Εφετείο σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικαστεί το υπόλοιπο της αμοιβής του για την εκπόνηση των ανωτέρω μελετών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, καθόσον από τις προεκτεθείσες, σχετικά με το ανωτέρω έγγραφο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου και ακολούθως, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτίμησε τούτο κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο αναιρεσείων και εξέδωσε την εν λόγω απόδειξη παροχής υπηρεσιών, αποτελεί μέρος της αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, δυνάμει σχετικής προφορικής συμφωνίας.
Με το δεύτερο, εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι το ποσό των 6.000 ευρώ που εισέπραξε ο αναιρεσείων, εκδίδοντας προς τούτο την από 18-7-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με την αιτιολογία "Τακτοποίηση με Ν. 4014 ακινήτου στον ...", δεν καταβλήθηκε σ' αυτόν για την ανωτέρω αιτία, αλλά αποτελεί μέρος της αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, δυνάμει σχετικής προφορικής συμφωνίας, οι οποίες (μελέτες) απαιτούνταν προκειμένου να εκδοθεί από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία άδεια δόμησης για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της τελευταίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό των 6.000 ευρώ που εισέπραξε ο αναιρεσείων, εκδίδοντας προς τούτο την από 18-7-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με την αιτιολογία "Τακτοποίηση με Ν. 4014 ακινήτου στον ...", δεν καταβλήθηκε σ' αυτόν για την ανωτέρω αιτία εφόσον η νόμιμη αμοιβή του για αυτή ανήρχετο στο ποσό των 1.933,44 ευρώ και αυτός εισέπραξε συνολικά ποσό 2.300 ευρώ, αλλά αποτελεί μέρος της αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, δυνάμει σχετικής προφορικής συμφωνίας, οι οποίες (μελέτες) απαιτούνταν προκειμένου να εκδοθεί από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία άδεια δόμησης για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της τελευταίας, αφού συνεκτίμησε, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης, τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων και την χωρίς όρκο εξέταση αμφοτέρων των εναγόντων ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με το τρίτο, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά την αιτία για την οποία καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 6.000 ευρώ, για το οποίο ο τελευταίος εξέδωσε την από 18-7-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το τρίτο σκέλος του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφενός ποιες είναι οι διατάξεις που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και αφετέρου ποιες επιπλέον παραδοχές έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και πού εντοπίζεται η επικαλούμενη αντίφαση των αιτιολογιών της.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 10 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του αριθμού 10 του ως άνω άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι η καθυστέρηση έκδοσης της άδειας δόμησης για την αποπεράτωση της επίδικης οικοδομής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και όχι στο γεγονός της μη καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να εκδοθεί η ανωτέρω άδεια δόμησης, η παραδοχή δε αυτή είχε ως συνέπεια την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικαστεί το υπόλοιπο της αμοιβής του για την εκπόνηση των ανωτέρω μελετών.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί πραγματικών περιστατικών, σε κάθε περίπτωση δε, είναι αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η καθυστέρηση έκδοσης της άδειας δόμησης για την αποπεράτωση της επίδικης οικοδομής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, αφού συνεκτίμησε, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης, τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων και την χωρίς όρκο εξέταση αμφοτέρων των εναγόντων ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Με το δεύτερο, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για την καθυστέρηση έκδοσης της άδειας δόμησης για την αποπεράτωση της επίδικης οικοδομής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφενός ποιες είναι οι διατάξεις που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και αφετέρου ποιες επιπλέον παραδοχές έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και πού εντοπίζεται η επικαλούμενη αντίφαση των αιτιολογιών της.
Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 20, 10 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το πρώτο και το τέταρτο σκέλος αυτού, εκ των αριθμών 1 και 19 αντίστοιχα του ως άνω άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, 7 παρ. 1 και 5 του Ν. 3919/2011, 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α', 3 παρ. 1, 4, 80 παρ. 1 και 104 παρ. 1 εδ. πρώτο του Π.Δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκαν με το Π.Δ. 515/1989 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του Ν.Δ. της 17.7./16.8.1923. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς το πρώτο και το τέταρτο σκέλος του, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί: Ότι η αναιρεσίβλητη, ως αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου εκτός σχεδίου πόλεως, μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου) ανέθεσε το έτος 1999 στον αναιρεσείοντα την ανέγερση επ' αυτού διώροφης οικοδομής, της οποίας κατασκευάστηκε μόνο ο σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα, καθόσον οι εργασίες ανέγερσης διακόπηκαν λόγω αναστολής των οικοδομικών εργασιών σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Ότι τον Νοέμβριο του 2011 η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσείοντα να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη νομιμοποίηση της ως άνω αυθαίρετης κατασκευής, με την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, και ακολούθως να εκπονήσει τις απαιτούμενες μελέτες για την έκδοση άδειας δόμησης για την αποπεράτωση του ημιτελούς ακινήτου. Ότι η σχετική με την εκπόνηση των ως άνω μελετών σύμβαση έργου καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος προφορικά, τον Νοέμβριο του 2011, ταυτόχρονα με την ανάθεση του έργου της υπαγωγής του ακινήτου στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 4014/2011. Ότι για την υπαγωγή του επίδικου ακινήτου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, ο αναιρεσείων έλαβε συνολικά ως αμοιβή το ποσό των 2.230 ευρώ, το οποίο υπερέβαινε τη νόμιμη αμοιβή του, που ανερχόταν, με συνυπολογισμό του ΦΠΑ, στο ποσό των 1.933,44 ευρώ. Ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι για την υπαγωγή του ακινήτου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011 απαιτήθηκε το ποσό των 6.000 ευρώ, για το οποίο αυτός εξέδωσε την με ημερομηνία 18-7-2012 απόδειξη, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος. Ότι η αναγραφόμενη στην ως άνω απόδειξη αιτιολογία, ήτοι "τακτοποίηση με Ν. 4014 ακινήτου στον ...", είναι εσφαλμένη και προσχηματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι το ποσό των 6.000 ευρώ αφορά την εξόφληση μέρους της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη των μελετών που ανέλαβε να εκπονήσει, προκειμένου να εκδοθεί άδεια δόμησης για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου. Ότι ο αναιρεσείων, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έργου, εκπόνησε τις ακόλουθες μελέτες, που υποβλήθηκαν προς την αρμόδια ΥΔΟΜ Ωρωπού μαζί με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 αίτηση έγκρισης δόμησης και την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 αίτηση άδειας δόμησης: α) αρχιτεκτονική μελέτη, β) μελέτη ενεργειακής απόδοσης και γ) μελέτη υδραυλικών εγκαταστάσεων. Ότι με την ολοκλήρωση της εκπόνησης των μελετών και την κοινοποίηση στην αναιρεσίβλητη του ύψους του προϋπολογισμού του έργου, η τελευταία κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, στις 14-3-2013, το ποσό των 5.000 και αυτός εξέδωσε την με ίδια ημερομηνία απόδειξη παροχής υπηρεσιών, στην οποία αναγράφεται ως αιτιολογία "έναντι αμοιβής για κατάθεση φακέλου αδείας στην πολεοδομία ... για κατοικία αποπερατωμένη στον ...". Ότι ο αναιρεσείων έλαβε ως αμοιβή, για την εκπόνηση των μελετών που του ανατέθηκαν από την αναιρεσίβλητη, 6.000 ευρώ στις 18-7-2012 και 5.000 ευρώ στις 14-3-2013, ήτοι συνολικά το ποσό των 11.000 ευρώ. Ότι μετά την κατάθεση του φακέλου στην ΥΔΟΜ Δήμου Ωρωπού και την έγκριση αυτού, καθυστέρησε η έκδοση της οικοδομικής άδειας, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη είχε τακτοποιήσει τις φορολογικές υποχρεώσεις της και είχε καταβάλει την αμοιβή του αναιρεσείοντος για την εκπόνηση των μελετών που περιελάμβανε ο φάκελος. Ότι η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και ειδικότερα, αφενός στην άρνησή του να αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών αποπεράτωσης της οικοδομής με τους οικονομικούς όρους που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης και αφετέρου στο ότι προκειμένου να εκδοθεί η άδεια δόμησης, δεδομένου ότι το επίδικο οικόπεδο ήταν εκτός σχεδίου, θα έπρεπε να προσκομιστεί στην ως άνω υπηρεσία βεβαίωση του Δασαρχείου ότι δεν είναι δασικό, γεγονός για το οποίο αυτός ενημέρωσε την τελευταία μετά την κατάθεση του φακέλου στην ως άνω υπηρεσία. Ότι μετά την άρνηση του αναιρεσείοντος να αναλάβει ή έστω να αναμιχθεί στη διαδικασία αυτή, η αναιρεσίβλητη, χωρίς την παραμικρή σύμπραξη του τελευταίου, κίνησε τη διαδικασία έκδοσης πράξης χαρακτηρισμού της ιδιοκτησίας της ως μη δασικής και, μετά από χρονοβόρα διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...-2012 (η ορθή ημερομηνία είναι 12-10-2012, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) πράξη του Δασαρχείου ..., με την οποία το επίδικο αγροτεμάχιο χαρακτηρίστηκε ως έκταση μη δασική. Ότι ο αναιρεσείων, ενώ με την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού των (6.000 + 5.000=) 11.000 ευρώ είχε πλήρως εξοφληθεί για την εκπόνηση των μελετών που του ανέθεσε η αναιρεσίβλητη, της είπε ότι θα πρέπει να αναθέσει σε άλλον μηχανικό την επίβλεψη της αποπεράτωσης της οικοδομής, με το πρόσχημα ότι είναι προτιμότερο ο μηχανικός να είναι από την περιοχή του ακινήτου. Ότι ακολούθως η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Κ. Δ. την έκδοση της άδειας δόμησης για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου, η οποία (έκδοση) καθυστερούσε, ο τελευταίος δε, μετά την επανυποβολή των απαιτούμενων μελετών και διαμορφώνοντας τον προϋπολογισμό του έργου στο ποσό των 52.617,32 ευρώ, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. ...-2013 άδειας δόμησης για την αποπεράτωση του ως άνω ακινήτου. Ότι με βάση τα ανωτέρω, ουδεμία αμοιβή οφείλεται στον αναιρεσείοντα για την εκπόνηση των μελετών που του ανέθεσε η αναιρεσίβλητη, καθόσον ο προϋπολογισμός ύψους 821.829,39 ευρώ, στον οποίο αυτός στηρίζει την ένδικη απαίτησή του, είναι υπερβολικός και ασύμβατος με το έργο που του ανατέθηκε, ενώ ο αντίστοιχος προϋπολογισμός που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Κ. Δ., επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...-2013 οικοδομική άδεια, ανέρχεται στο ποσό των 52.617,32 ευρώ και ταυτίζεται με τον προϋπολογισμό ύψους 55.000 ευρώ, που είχε υποβάλει αρχικά ο αναιρεσείων. Ότι με βάση τον προϋπολογισμό του Κ. Δ., το TEE υπολόγισε την αμοιβή του τελευταίου στο ποσό των 6.060,92 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ. Ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι ο προϋπολογισμός των 55.000 ευρώ είναι ο συμβατικός προϋπολογισμός του έργου, ενώ η νόμιμη αμοιβή του θα έπρεπε να υπολογιστεί βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού, που το πρώτον υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο συμβατικός προϋπολογισμός, ύψους 55.000 ευρώ, δεν ταυτίζεται με τον νόμιμο ούτε ότι ο αναιρεσείων είχε ενημερώσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αναιρεσίβλητη ότι το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού για την αποπεράτωση της ένδικης οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των 821.829,39 ευρώ. Ότι η νόμιμη, αλλά και πραγματική, αμοιβή του ως άνω πολιτικού μηχανικού, ο οποίος τελικά διεκπεραίωσε τη διαδικασία έγκρισης και έκδοσης της προαναφερόμενης άδειας δόμησης, ανήλθε τελικά στο συνολικό ποσό των 9.099,45 ευρώ με βάση προϋπολογισμό ύψους 52.617,32 ευρώ, που ελέγχθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τέλος ότι ο ορθός και αληθής προϋπολογισμός έργου, βάσει του οποίου εκδόθηκε από την ΥΔΟΜ του Δήμου Ωρωπού η άδεια δόμησης για αποπεράτωση της αυθαίρετης οικοδομής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, ανέρχεται στο ποσό των 52.617,32 ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, 7 παρ. 1 και 5 του Ν. 3919/2011, 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α', 3 παρ. 1, 4, 80 παρ. 1 και 104 παρ. 1 εδ. πρώτο του Π.Δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκαν με το Π.Δ. 515/1989 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του Ν.Δ. της 17.7./16.8.1923, ενώ συγχρόνως διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους προαναφερθέντες κανόνες δικαίου. Όσον αφορά δε την επιμέρους αιτίαση, εκ του αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ενημερώσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αναιρεσίβλητη ότι το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού για την αποπεράτωση της ένδικης οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των 821.829,39 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974, καθόσον για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ανωτέρω άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν κατά τον χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πρόκειται για πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της, αφού η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι με την καταβολή από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη του συνολικού ποσού των 11.000 ευρώ εξοφλήθηκε η ένδικη απαίτηση αυτού για καταβολή της νόμιμης αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η τελευταία, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 9.099,45 ευρώ, με βάση τον προϋπολογισμό που συνέταξε και κατέθεσε στο ΤΕΕ ο πολιτικός μηχανικός Κ. Δ. Με το δεύτερο, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της (προσκομιζόμενης από τον αναιρεσείοντα) από 14-3-2013 απόδειξης παροχής υπηρεσιών, ποσού 6.000 ευρώ, που εξέδωσε ο αναιρεσείων και στην οποία αναγράφεται ως αιτία καταβολής του εν λόγω ποσού "έναντι αμοιβής για κατάθεση φακέλου αδείας στην πολεοδομία ... για κατοικία αποπεράτωση στον ...", με το να δεχθεί ότι το ποσό των 5.000 ευρώ δεν καταβλήθηκε στον τελευταίο έναντι της οφειλόμενης νόμιμης αμοιβής του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, δυνάμει σχετικής προφορικής συμφωνίας, οι οποίες (μελέτες) απαιτούνταν προκειμένου να εκδοθεί από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία άδεια δόμησης για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της τελευταίας, αλλά ότι με την καταβολή αυτού του ποσού (επιπλέον των 6.000 ευρώ που είχε ήδη λάβει στις 18-7-2012 για την ίδια αιτία) εξοφλήθηκε η ως άνω αμοιβή του, η παραμόρφωση δε αυτή είχε ως συνέπεια να καταλήξει, ακολούθως, το Εφετείο σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικαστεί το υπόλοιπο της αμοιβής του για την εκπόνηση των ανωτέρω μελετών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον από τις προεκτεθείσες, σχετικά με το ανωτέρω έγγραφο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου και ακολούθως, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτίμησε τούτο κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι με το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο αναιρεσείων και εξέδωσε την εν λόγω απόδειξη παροχής υπηρεσιών, εξοφλήθηκε η αμοιβή του για την εκπόνηση των μελετών που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη, δυνάμει σχετικής προφορικής συμφωνίας.
Με το τρίτο, εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, ειδικότερα δε, ότι "έσφαλε όσον αφορά την οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή του, δεδομένου ότι δεν υπήρχε έγγραφη συμφωνία καθορισμού αυτής, αλλά και όσον αφορά το θέμα του τρόπου υπολογισμού της". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς το τρίτο σκέλος του, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2517/245/ 2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1687/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ