Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1062 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1062/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαχαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Φ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Στυλιανής Μαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2651/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 752/2016 μη οριστική και 2612/2021 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2612/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε αμφότερες τις από, 11-9-2013 και 30-9-2013 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της 2651/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 2-3-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική της βάση από την τεκμαρτή συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου, υποχρεώνοντας τον τελευταίο να της καταβάλει νομιμοτόκως, το ποσό των 27.253,64 ευρώ, στο οποίο αποτιμήθηκε η συμβολή της, στην αύξηση της περιουσίας του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022). Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 1093/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι η αξία του επίδικου διαμερίσματός του, στις ... (...), κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 97.200 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη, τους προταθέντες παραδεκτά με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους η εν λόγω αξία, ανερχόταν στο ποσό των 40.400 ευρώ, όπως αυτή εκτιμήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Ν. Κ. στην προσκομισθείσα από ...-2012 έκθεσή του, ή στο ποσό των 40.000 ευρώ, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρές του, Π. Κ. και Ε. Κ., στις 6698 και 6697/2012 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αχαρνών. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι κατά την εκτίμηση της αξίας του άνω ακινήτου στο ποσό των 97.200 ευρώ, έλαβε υπόψη τη με αριθμό 9832/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 752/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πραγματογνώμονα, Ι. Κ., πολιτικού μηχανικού, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του, ότι η έκθεση αυτή υπήρξε παντελώς εσφαλμένη, για τους αναφερόμενους λόγους. Οι λόγοι, όμως, αυτοί, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι, οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν ''πράγματα'', με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, επί της εναντίον του, αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, για αξιώσεις της από τα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αναφορικά με την αποτίμηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο, διαφορετικά θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Εξάλλου, μεταξύ των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων θεμελιώνει τον άνω από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν. Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 43/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την εμπορική αξία του άνω διαμερίσματός του, στις ..., δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα από αυτόν νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι: α) την από ...-2012 έκθεση εκτίμησης ακινήτων του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., με την οποία προσδιορίστηκε η αξία του άνω ακινήτου στο ποσό των 40.400 ευρώ, και β) τις με αριθμούς 6698 και 6697/2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του, Π. Κ. και Ε. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από, '' τις 6697/14-11-2012 και 6698/14-11-2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες συνετάγησαν επιμελεία του εναγομένου ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή .........) και από όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα .... '', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται ''ειδικές'' γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 1273/2017) και όχι αίτηση για αποδεικτικά μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 564/2008). Οι διαδικαστικές δε αιτήσεις, μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτό, μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές εναπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 627/2024, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 1623/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση των διατάξεων από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι, το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της αξίας του επίδικου ακινήτου, για τη διεξαγωγή της οποίας είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, επικαλούμενος ότι η πιο πάνω, με αριθμό 9832/2018 δικαστική πραγματογνωμοσύνη (του πολιτικού μηχανικού Ι. Κ.), δεν πληροί τις προϋποθέσεις μιας ορθής και τεχνικά εμπεριστατωμένης πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που είχε προτείνει και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιπλέον άφησε τη σχετική αίτησή του, αδίκαστη. Οι ανωτέρω αιτιάσεις, δεν ιδρύουν κάποιον από τους αποδιδόμενους αναιρετικούς λόγους, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η σχετική κρίση για τη διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης, ανήκει στη διακριτική και, συνακόλουθα, ανέλεγκτη αναιρετικά, ευχέρεια του Εφετείου και, συνεπώς, το σχετικό αίτημα, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης, δεν συνιστά ''πράγμα'', κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ούτε και ''αίτηση'', κατά την έννοια του αρ. 9 του ίδιου ως άνω άρθρου, για να στοιχειοθετήσουν τις εκ των διατάξεων αυτών προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας, αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων, 663, 667 και 681 Β ΚΠολΔ. Οι αναφερόμενες στο ήδη καταργηθέν με τον ν. 4335/2015 άρθρο 681 Β ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούσαν διαφορές σχετικά με τη διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων, δεν περιελάμβαναν και την περιουσιακή διαφορά, που γεννάται κατά το άρθρο 1400 ΑΚ από την αξίωση συμμετοχής ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, εφόσον ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή συμπληρωθεί τριετής διάσταση αυτών και συνεπώς για τις διαφορές αυτές δεν είχε εφαρμογή η ανωτέρω εξαίρεση και υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση ενδίκου μέσου. Ωστόσο, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1 και 3 ΚΠολΔ. Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, καθιερώνει την εισαχθείσα με το νόμο αυτό νέα ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τη σχέση γονέων και τέκνων και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων, κατά το εδάφιο δ της παρ. 3, περιλαμβάνεται και ''κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων''. Από τη γενικότητα της διατύπωσης του εδαφίου αυτού, συνδυαζόμενη και προς τη βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι οικογενειακές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές που δικάζονται κατά τη νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, γιατί πρόκειται για περιουσιακή διαφορά, που απορρέει αμέσως από τη σχέση των συζύγων και συνεπώς, αφού η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, αν δε κατατεθεί, πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως (ΑΠ 144/2024, ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1548/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της άνω αίτησης αναίρεσης, στις 4-10-2022, για διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ, ο αναιρεσείων κατέθεσε παράβολο ποσού 450 ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν υπήρχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου από τον αναιρεσείοντα, αφού πρόκειται για διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1-1-2016 και ως εκ τούτου πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, το οποίο αυτός αχρεωστήτως κατέβαλε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2022 αίτηση, για αναίρεση της με αριθμό 2612/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα, του καταβληθέντος από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ