Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1063 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1063/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Α. του Π., συζύγου Ι. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τομπουλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "L. CREATIONS", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Λ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11185/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1449/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 1110/2020). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 1344/2023, ΑΠ 448/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 593/2016).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, οι οποίοι μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Η αντιπροσώπευση, όμως, αυτή του απολειπόμενου αναγκαίου ομοδίκου προϋποθέτει ότι αυτός έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί στη δίκη (ΑΠ 583/2023). Περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, κατά την άνω διάταξη υφίσταται και επί κοινής εναγωγής ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας και των ομόρρυθμων εταίρων τους ατομικά, για υποχρεώσεις της εταιρίας, καθόσον δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 329 και 920 ΚΠολΔ, η μεταξύ των άνω εταιριών και τρίτου εκδοθείσα απόφαση αφορώσα δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρίας αποτελεί δεδικασμένο και έναντι των ομόρρυθμων μελών αυτών ως προς τα εν λόγω δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις και δύναται να χωρήσει εκτέλεση και κατά της ατομικής περιουσίας των μελών, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 271 ν. 4072/2012 ευθύνονται προσωπικά σε ολόκληρον, ως προς τις υποχρεώσεις της εταιρίας (ΑΠ 1526/2018, ΑΠ 970/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Δ., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμό δικασίμου, για τη δικάσιμο της 18-9-2023, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (...-2024), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, Γ. Ι., ομόρρυθμο εταίρο μέχρι τις ...-2008, της πρώτης αναιρεσίβλητης, ετερόρρυθμης εταιρίας και ως εκ της ιδιότητας αυτής αναγκαίο ομόδικο της τελευταίας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στο ακροατήριο, αυτός δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης σ' αυτή, ενώ παραστάθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία. Επομένως, ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, για την αρχική δικάσιμο της 18-9-2023, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία του, θεωρουμένου, όμως, ως αντιπροσωπευόμενου από την κατά τα ανωτέρω, αναγκαία ομόδικό του, πρώτη αναιρεσίβλητη (αρθρ. 576 παρ. 2, 76 παρ. 1 περ. γ ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1449/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 11185/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή της (αναιρεσείουσας), κατά την επικουρική της βάση, για αξίωσή της από αδικαιολόγητο πλουτισμό (παροχή αχρεώστητη). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 904 εδ. α ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά τη διάταξη αυτή, προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικά) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1348/2023, ΑΠ 449/2014). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι, όμως, να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 2019/2007). Ενόψει, όμως, των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 219 και 106 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή ''jura novit curia'', από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των πραγματικών γεγονότων όχι, όμως, και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεώστητη και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ 1348/2023, ΑΠ 1709/2017, ΑΠ 1227/2015, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 493/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1348/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 6-6-2014 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι, στο πλαίσιο της ατομικής εμπορικής επιχείρησης πώλησης ενδυμάτων, που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη, συνεργάστηκε από το έτος 2004 έως και το έτος 2009, αφενός µε την πρώτη εναγόµενη ετερόρρυθµη εταιρία, στην οποία ο δεύτερος εναγόµενος ήταν οµόρρυθµος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπός της, µέχρι την 19-12-2008, η δε τρίτη εναγόµενη εξακολουθεί και είναι οµόρρυθµη εταίρος και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής και αφετέρου µε την αναφερόμενη τρίτη εταιρία, με την επωνυμία, "Λ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", ιδίων συµφερόντων (µη διάδικο), της οποίας νόµιµοι εκπρόσωποι ήταν ομοίως, ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόµενων. Ότι οι ανωτέρω εταιρίες ήταν αποκλειστικοί προμηθευτές της και λειτουργούσαν µε κοινό λογιστήριο και κοινό αντιπρόσωπό τους, τον Α. Κ. Ότι οι συναλλαγές της µε την πρώτη εναγόµενη πραγματοποιούνταν στη Θεσσαλονίκη, µέσω του άνω αντιπροσώπου της, ο οποίος λάμβανε τις παραγγελίες και τις επιταγές, που η ίδια εξέδιδε, όπως είχε συμφωνηθεί, σε διαταγή της τελευταίας, για την εξόφληση των τιμολογίων, ενώ στη Θεσσαλονίκη γινόταν και η παράδοση των εμπορευμάτων. Ότι οι αγορές της από την πρώτη εναγόµενη, κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2004 μέχρι 30-11-2009, όπως απεικονίζονται στα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, που εκδόθηκαν γι' αυτές, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 617.644,45 ευρώ, ενώ οι πληρωμές της προς την πρώτη εναγομένη, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 1.079.895,50 ευρώ, σύμφωνα µε τα αναλυτικά εκτιθέµενα στοιχεία των επιταγών, ήτοι αριθµό κάθε επιταγής, τόπο έκδοσης και τράπεζα, ηµεροµηνία έκδοσης και ποσό αυτών (επιταγών), µε αποτέλεσµα να έχει καταβάλει στην πρώτη εναγόµενη, το επιπλέον ποσό των 462.251,05 ευρώ, χωρίς να λάβει τα αντίστοιχα εμπορεύματα. Ότι, επικουρικά, από την παράθεση των τιμολογίων πώλησης - δελτίων αποστολής και πληρωμών εκ µέρους της, µε επιταγές, προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε αχρεώστητα, χωρίς νόμιμη αιτία, το ως άνω ποσό, το οποίο οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της το αποδώσουν, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, σε ολόκληρο καθένας. Ότι, σε κάθε περίπτωση, αν κριθεί παραγεγραμµένη η κύρια απαίτησή της κατά των εναγόµενων, οι τελευταίοι οφείλουν και υποχρεούνται, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο καθένας, να της αποδόσουν το άνω ποσό, ως ωφέλεια που αποκόμισαν, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία κατά το άνω ποσό, το οποίο σώζεται σε αυτούς µέχρι και σήµερα, αφού, ενώ το εισέπραξαν, δεν της παρέδωσαν τα αντίστοιχα εμπορεύματα. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, αφού παραιτήθηκε, µε δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την κύρια βάση της αγωγής, καταβολής του άνω ποσού κατά τις διατάξεις περί πώλησης, περιορίζοντας την αγωγή στην επικουρική βάση αυτής, που στηρίζεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισµό, ζήτησε, μετά και από παραδεκτή τροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήµατος της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, καθένας σε ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 462.251,05 ευρώ, µε το νόμιμο τόκο από την ...-2014, χρόνο επίδοσης της προηγούμενης (µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης 2865/2014) αγωγής της στην πρώτη και δεύτερο των εναγόµενων, άλλως µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αγωγής. Επί της άνω αγωγής, εκδόθηκε η 11185/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη αυτή, κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της εν λόγω αξίωσης. Κατά της άνω οριστικής απόφασης η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) άσκησε την από 28-9-2017 έφεση, με το δεύτερο λόγο της οποίας παραπονέθηκε για την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι μη νόμιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης ως αβάσιμο, κρίνοντας, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, όπως και το πρωτόδικο, με την εξής αιτιολογία: '' Η υπό κρίση αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, λόγω της επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης αυτής, η οποία µπορεί να ασκηθεί µόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, γεγονότα τα οποία δεν επικαλείται, εν προκειμένω, η ενάγουσα. Το δε γεγονός της επίκλησης απ? την ενάγουσα (που αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής της ως πρώτο επικουρικό αίτημά της), ότι από την παράθεση των τιμολογίων πώλησης - δελτίων αποστολής και πληρωμών εκ µέρους της µε επιταγές, προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε αχρεώστητα το ποσό 462.251,05 ευρώ, δεν συνιστά επίκληση πραγματικών περιστατικών διαφορετικών ή πρόσθετων από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση, που να µπορεί να στηρίξει διαφορετικό αίτηµά της, όπως αβάσιµα αυτή ισχυρίζεται, αφού οι επικαλούµενες καταβολές δεν έλαβαν χώρα άνευ νομίμου αιτίας, αλλά στο πλαίσιο της αναφερόµενης σύμβασης πώλησης''. Ήδη, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας την αγωγή της κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη, λόγω της επιβοηθητικής φύσης της, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή της, καθόσον αυτή πράγματι είχε αξίωση επιστροφής των επιπλέον καταβληθέντων ποσών από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για παροχή αχρεώστητη και όχι από τη σύμβαση πώλησης, αιτία για την οποία και παραιτήθηκε από την κύρια βάση της αγωγής της. Από το ιστορούμενο πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμησή του, προκύπτει πράγματι ότι η αγωγή δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά αξίωσης από σύμβαση πώλησης, στηρίζοντας από την αξίωση αυτή συγκεκριμένο αίτημα. Αντιθέτως, η ενάγουσα ρητά επιδιώκει την επιστροφή της ωφέλειας που απέκτησαν οι εναγόμενοι από την περιουσία της ή επί ζημία της, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για παροχή αχρεώστητη. Ειδικότερα, με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, η ενάγουσα δεν ασκεί την πρωτογενή ενδοσυμβατική αξίωσή της, ως αγοράστρια από σύμβαση πώλησης, με αναφορά των θεμελιούντων την αγωγή αυτή στοιχείων, και αντίστοιχο προς την αξίωση αυτή αίτημα, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αρχή της παρούσης, αλλ' επιδιώκει την επιστροφή της ωφέλειας, που απέκτησαν οι εναγόμενοι από την περιουσία της ή επί ζημία της, επικαλούμενη πλουτισμό των εναγομένων, από την εκ μέρους της καταβολή επιπλέον τιμήματος για εμπορεύματα τα οποία ουδέποτε παραδόθηκαν σ' αυτή. Ενόψει αυτών, η αγωγή κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία και ερευνάται μετά τη γενόμενη παραίτηση από την κύρια βάση της πώλησης, είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη 904 ΑΚ, καθόσον τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής, ενόψει του ότι με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτή η ύπαρξη του πλουτισμού της αναιρεσείουσας, η επέλευση αυτού αχρεωστήτως σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας του και η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίου αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του άνω λόγου της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του όσον αφορά τη νομιμότητα της αγωγής και του δεύτερου λόγου αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέβαλε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1449/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στην καταθέσασα αυτό.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ