Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1077 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1077/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALNO (ΑΛΝΟ) ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "Μ. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΤΕ"), που εδρεύει στα Πεύκα Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4895/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/5/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική). Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα, μετ` αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. (ΑΠ 1009/2022, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 21.9.2021 πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου, κάτωθι του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η 21.11.2022, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε στην ανωτέρω αρχική δικάσιμο από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Κουμπή του Σπυρίδωνος, στον οποίο είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ` αριθ. ....2021 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη - Βαϊνά. Η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, νέα μετ' αναβολή, δικάσιμο, όμως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` ΚΠολΔ.). Με την κρινόμενη από 5.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 36/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 4895/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια δε των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλά αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 464/2022, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 139/2021, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, δεχόμενο εν μέρει την ένσταση έλλειψης υπαιτιότητάς της ως προς την καθυστέρηση της παροχής της και αναγνωρίζοντας εσφαλμένα την υποχρέωσή της προς καταβολή ποινικής ρήτρας στον αναιρεσίβλητο για το χρονικό διάστημα από 16.9.2017 έως 24.10.2017. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Δυνάμει της από 5/9/2016 έγγραφης συμβάσεως, που συνήφθη μεταξύ της Περιφέρειας Θεσσαλίας και της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανωνύμου τεχνικής εταιρίας, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, η τελευταία ανέλαβε, μετά από δημοπρασία, το έργο της "Αποκατάστασης ζημιών από θεομηνία στην Παραλλαγή και στην επαρχιακή οδό της νήσου Σκοπέλου", το οποίο, κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός έξι μηνών από την υπογραφή της συμβάσεως, ως αμοιβή δε της αναδόχου συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των 646.851,61 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 17%. Επειδή για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου απαιτείτο η παραγωγή αρχικώς και η τοποθέτηση ακολούθως μεγάλης ποσότητας ασφαλτομίγματος, η εναγομένη ήλθε σε επαφή με τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, ο οποίος διατηρεί στον Τύρναβο ατομική επιχείρηση παραγωγής ασφαλτικών προϊόντων και δυνάμει της από 27/7/2017 έγγραφης συμβάσεως του ανέθεσε το έργο της παραγωγής και προμήθειας προς αυτήν (εναγόμενη) της απαιτούμενης για την εκτέλεση των άνω εργασιών ποσότητας ασφαλτομίγματος. Το ως άνω προϊόν θα παράγονταν επιτόπου σε ειδικά διαμορφωμένο από τον ενάγοντα εργοτάξιο δια της χρήσεως των αναγκαίων μηχανημάτων, ο χειρισμός των οποίων θα γινόταν από αδειούχους χειριστές αντίστοιχης ειδικότητας και τάξης, τα δε μηχανήματα έπρεπε να είναι εφοδιασμένα με τις απαιτούμενες άδειες λειτουργίας και κυκλοφορίας και να είναι ασφαλισμένα. Ως αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε το ποσό των 13 ευρώ ανά τόνο προϊόντος, ενώ το σύνολο της αμοιβής του προϋπολογίστηκε ενδεικτικώς στο ποσό των 35.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά και ειδικότερα 20.000 ευρώ με την έναρξη των εργασιών, 10.000 ευρώ με την παροχή ασφαλτομίγματος χιλίων (1000) τόνων, το δε τυχόν υπόλοιπο της αμοιβής με την τελική επιμέτρηση της κατά τη λήξη των εργασιών παρασχεθείσας ποσότητας. Όπως ρητώς συμφωνήθηκε δια του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, η εναγομένη όφειλε να εφοδιάζει τον ενάγοντα ανελλιπώς και χωρίς ενδιάμεσες διακοπές με τις αναγκαίες για την παραγωγή του ασφαλτομίγματος πρώτες ύλες (άμμο, χαλίκι, άσφαλτο κλπ) και τα αναγκαία καύσιμα, σε περίπτωση δε μη τήρησης των ανωτέρω, θα υποχρεούτο να καταβάλει προς αυτόν για "σταλίες", ήτοι ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 2.000 ευρώ ημερησίως. Εις εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως ο ενάγων, κάνοντας χρήση των πρώτων υλών που είχε, ήδη, μεταφέρει με πλοία στο νησί η εναγομένη, παρήγαγε και εφοδίασε την τελευταία κατά το διάστημα από 30/7 έως 3/8/2017 με ποσότητα 902 τόνων ασφαλτομίγματος, γεγονός, που συνομολογείται άλλωστε από αυτήν. Η αμοιβή του ενάγοντος για την παραπάνω παραδοθείσα ποσότητα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 14.540,24 ευρώ μετά του ΦΠΑ (902 X 13 = 11.726 X 24%) και αφαιρουμένου του φόρου επιτηδεύματος ύψους 351,78 ευρώ, στο ποσό των 14.188,46 ευρώ, έναντι του οποίου η εναγομένη κατέβαλε μόνο 5.000 ευρώ, αρνείται δε να καταβάλει το ανερχόμενο στο ποσό των 9.188,46 ευρώ υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντος, διατεινόμενη ότι δήθεν σε τραπεζικό λογαριασμό του αδελφού του, Π. Ν., έχει ήδη προβεί σε κατάθεση ποσού 3.302 ευρώ, ισχυρισμός όμως, που πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος και ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη από την 4η/8/2017 και μετέπειτα έπαυσε να εφοδιάζει τον ενάγοντα με τις απαραίτητες για την παραγωγή του ασφαλτομίγματος πρώτες ύλες και καύσιμα, ως είχε υποχρέωση από τη μεταξύ τους σύμβαση, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αδυνατεί να παράξει το προϊόν αυτό και οι εργασίες να διακοπούν. Αιτία της παύσης του ανωτέρω εφοδιασμού αποτέλεσε η επιβληθείσα από την Λιμενική Αρχή Σκιάθου απαγόρευση μεταφοράς με πλοία χύμα αδρανών υλικών στους λιμένες Σκοπέλου και Αλοννήσου καθ' όλη τη θερινή περίοδο, ήτοι από 15-6-2017 έως 15-9-2017, διότι, λόγω των τοπογραφικών θέσεων των λιμένων και των καιρικών συνθηκών, υπήρχε κίνδυνος μεταφοράς σκόνης στις παραλιακές εγκαταστάσεις και τις εκεί υπάρχουσες τουριστικές επιχειρήσεις. Η ως άνω απαγόρευση ήρθη στις 15-9-2017, πλην όμως η εναγομένη συνέχισε και μετά την παραπάνω άρση να μη προβαίνει στην προμήθεια των απαιτούμενων πρώτων υλικών, οπότε ο ενάγων, που μέχρι και την 24-10-2017 διατηρούσε σε αδράνεια το ευρισκόμενο στη Σκόπελο εργοτάξιό του και όλο τον εκεί εξοπλισμό του (μηχανήματα κλπ), κοινοποίησε προς αυτήν την από 24-10-2017 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς τη δική της παροχή και ότι η όποια προσπάθεια επικοινωνίας μαζί της απέβη άκαρπη, την κάλεσε να του καταβάλει εντός δύο ημερών την αμοιβή του για την ποσότητα ασφαλτομίγματος, που είχε ήδη παράξει και παραδώσει, καθώς και το ποσό των 134.000 ευρώ ως καταπεσούσα σε βάρος της ποινική ρήτρα για διάστημα 67 ημερών (αφαίρεσε το διάστημα από 10 έως 20 Αυγούστου λόγω θερινών διακοπών), της δήλωσε δε, ότι, μετά την παρέλευση της ως άνω ταχθείσας προθεσμίας, αποδεσμεύεται οριστικά από τη μεταξύ τους σύμβαση και τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του. Πρωτοδίκως η εναγομένη ισχυρίστηκε κατ' ένσταση ότι ο κατά τα ανωτέρω μη εφοδιασμός του ενάγοντος δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά στην επιβληθείσα δια της υπ' αριθμ. 2132.23/1327/2017 αποφάσεως της Λιμενικής Αρχής Σκιάθου απαγόρευση φορτοεκφόρτωσης χύμα αδρανών υλικών στο λιμάνι της Σκοπέλου, η εν λόγω δε ένστασή της έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 4/8/2017 έως και 15/9/2017 εκ μέρους του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι κατ' αυτό (χρονικό διάστημα) η εναγομένη, ουχί εξ υπαιτιότητός της, ευρέθη σε αδυναμία να εκτελέσει την ανωτέρω υποχρέωσή της, ήτοι να προβεί σε μεταφορά και παράδοση των απαιτουμένων πρώτων υλών, το εν λόγω δε κεφάλαιο της εκκαλουμένης ουδόλως εκκαλείται δια της υπό κρίση εφέσεως. Αντιθέτως, για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της απαγόρευσης της Λιμενικής Αρχής και μετέπειτα, δηλαδή από την 16/9/2017 έως την 24/10/2017, οπότε και κοινοποιήθηκε η προαναφερθείσα εξώδικος και έπαυσε η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση, συναινούσης προς τούτο και της ιδίας της εναγομένης, ο μη εφοδιασμός του εργοταξίου του ενάγοντος απεδείχθη ότι οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της τελευταίας, η οποία, ενώ μπορούσε να πραγματοποιήσει μεταφορές αδρανών υλικών με τα πλοία της γραμμής και ακολούθως να τα παραδώσει στον ενάγοντα προς συνέχιση των εργασιών, ουδέν απολύτως έπραξε, αδιαφορώντας, τόσο στις συνεχείς οχλήσεις του αντισυμβαλλομένου της εργολάβου, όσο και στο γεγονός ότι στο εργοτάξιο παρέμεναν δεσμευμένα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα τα μηχανήματά του, τα οποία σε κανένα άλλο έργο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Απολύτως, λοιπόν, δικαιολογημένα ο τελευταίος εξέλαβε την ανωτέρω στάση της εναγομένης ως σιωπηρή εκ μέρους της καταγγελία της μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως έργου και θεώρησε τον εαυτό του μη δεσμευόμενο από αυτήν, ενόψει δε του ότι η καταγγελία λύνει τη σύμβαση για το μέλλον, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει από αυτήν, τόσο το ποσό της εισέτι μη καταβληθείσας αμοιβής του για το ήδη εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο, όσο και το ποσό της σε βάρος της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας, που αφορά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, δοθέντος ότι η εναγομένη εξ υπαιτιότητός της κατέστη υπερήμερη ως προς τη δική της παροχή. Επομένως, για τις 39 ημέρες του διαστήματος αυτού η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, το ποσό των 78.000 ευρώ (39 X 2.000). Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων αποχώρησε από το νησί πολύ πριν την κοινοποίηση της από 24-10-2017 εξωδίκου, ειδικότερα δε ότι ήδη από την 28η-8-2017 είχε αποστείλει όλο τον εξοπλισμό του από τη Σκόπελο στο Μαντούδι και από εκεί στην Αθήνα, πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος και ουσία αβάσιμος, καθόσον το εκ μέρους της προσκομιζόμενο από 13-12-2017 χειρόγραφο έγγραφο είναι παντελώς ανυπόγραφο, χωρίς όνομα συντάκτη, σε κάθε δε περίπτωση, κατά την παραπάνω ημερομηνία (της 28ης-8-2017) φέρεται να γίνεται μεταφορά ενός μικρού φορτηγού και όχι του απαιτούμενου για την παραγωγή του ασφαλτομίγματος πλήρη εξοπλισμού. Ο ισχυρισμός της ιδίας ότι η αξίωση του ενάγοντος προς καταβολή της ως άνω ποινικής ρήτρας παρίσταται ως καταχρηστική, διότι το αιτούμενο ποσό υπερβαίνει κάθε μέτρο, σε σημείο που ο ενάγων να καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της άνευ νομίμου αιτίας, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτή εξετέθη στην προηγούμενη νομική σκέψη, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, να έχει δε δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, στοιχεία όμως, τα οποία η εναγομένη ούτε καν επικαλείται κατά την προβολή της ως άνω ενστάσεώς της, ούτε βεβαίως αποδεικνύει. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό των 2.000 ευρώ ετέθη ως ημερήσια ποινή και έγινε πλήρως αποδεκτή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός της αξίας της όλης μονάδας παραγωγής και αφ' ετέρου της δυνατότητάς της να παράγει ημερησίως 500 τόνους ασφαλτομίγματος (βλ. 5° όρο του από 27-7-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού), ποσότητα, που πολλαπλασιαζόμενη με τη συμφωνηθείσα τιμή των 13 ευρώ ανά τόνο, παρέχει τη δυνατότητα στον ενάγοντα αποκόμισης ημερήσιου οφέλους 6.500 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 4895/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθώς δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ η επιβληθείσα από την Λιμενική Αρχή Σκιάθου απαγόρευση μεταφοράς με πλοία χύμα αδρανών υλικών στους λιμένες Σκοπέλου και Αλοννήσου ήρθη στις 15-9-2017, η αναιρεσείουσα συνέχισε και μετά την παραπάνω άρση να μη προβαίνει στην προμήθεια των απαιτούμενων πρώτων υλών, οπότε ο αναιρεσίβλητος που διατηρούσε σε αδράνεια το ευρισκόμενο στη Σκόπελο εργοτάξιό του και όλο τον εξοπλισμό του, κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα την από 24.10.2017 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία επικαλούμενος ότι αυτή κατέστη υπερήμερη ως προς τη δική της παροχή, την κάλεσε να του καταβάλει την αμοιβή του για την ποσότητα του ασφαλτομίγματος που είχε ήδη παράξει και παραδώσει καθώς και το ποσό των 134.000 ευρώ ως καταπεσούσα σε βάρος της ποινική ρήτρα. Ο μη εφοδιασμός του εργοταξίου του αναιρεσιβλήτου οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η οποία, ενώ μπορούσε μετά τις 15.9.2017 να πραγματοποιήσει μεταφορές αδρανών υλικών με τα πλοία της γραμμής και ακολούθως να τα παραδώσει στον αναιρεσίβλητο προς συνέχιση των εργασιών, ουδέν απολύτως έπραξε και έτσι κατέστη από υπαιτιότητά της υπερήμερη ως προς τη δική της παροχή, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να δικαιούται να αξιώσει το ποσό της μη καταβληθείσας αμοιβής του για το ήδη εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο και το ποσό της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές αναφερόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί έλλειψης υπαιτιότητάς της για το χρονικό διάστημα από 16.9.2017 έως 24.10.2017, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 409 του ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Το δικαστήριο της ουσίας, για την διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια ως προς το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την έκταση της συμβατικής παράβασης και το βαθμό του πταίσματος του οφειλέτη, σε συνδυασμό με την τυχόν ωφέλεια, που ο ίδιος ή ο δανειστής πορίσθηκαν από την αθέτηση της σύμβασης, τα συμφέροντα του δανειστή που ενδεχομένως πλήγηκαν και επίσης την οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 224/2012, ΑΠ 605/2010). Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας, απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχεία της. Η από το άρθρο 409 ΑΚ ένσταση για μείωση της υπέρμετρης ποινής στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγόρευσης από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Αυτό, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει ειδικά ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός διάταξης ως δημόσιας τάξης, μόνη συνέπεια έχει ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ` αυτή μπορεί, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης (ΟλΑΠ 15/2000). Παρέπεται ότι η ένσταση μείωσης της συμφωνηθείσας δυσανάλογα μεγάλης ποινής μπορεί, όπως και οι λοιποί πραγματικοί ισχυρισμοί, να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη: α) από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, β) από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, γ) αν γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δ) αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων (ΑΠ 479/2023, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 136/2014, ΑΠ 2097/2009, ΑΠ 773/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999, AΠ 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαραδέκτως (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1387/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη, την το πρώτον, με την έφεσή της προταθείσα ένστασή της, κατ' άρθρο 409 ΑΚ, για μείωση της ζητηθείσας με την από 2.2.2018 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ποινικής ρήτρας. Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, το Εφετείο ορθώς με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, την το πρώτον, με τον τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προταθείσα, από το άρθρο 409 ΑΚ, ένστασή της για μείωση της ζητηθείσας ποινικής ρήτρας, ποσού 134.000 ευρώ, ως συμβατικώς συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων και καταπεσούσας από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της δεν είναι από τους προτεινόμενους σε κάθε στάση της δίκης, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεν συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής της από δικαιολογημένη αιτία και ούτε αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή από έγγραφα. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Για να είναι η αίτηση αυτή ορισμένη πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη. Πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η εντεύθεν δε αοριστία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος (ΑΠ 459/2023, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 808/2015). Επιπρόσθετα, απαιτείται το προς επίδειξη έγγραφο να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερομένη σε τέτοιο ισχυρισμό του αντιδίκου του αιτούντος. (ΑΠ 99/2020). Εφόσον δε η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 403/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθ. 8 και 10 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο και αλυσιτελώς προβαλλόμενο : α) το αίτημά της περί επίδειξης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των αναφερομένων εγγράφων και β) τον ισχυρισμό της ότι η επίδικη σύμβαση έργου είναι άκυρη, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και η σύμβαση της ποινικής ρήτρας. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτημα περί επίδειξης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των εγγράφων εκείνων, που αποδεικνύουν τη για λογαριασμό τρίτων παραγωγή ασφαλτομίγματος κατά το διάστημα που η ίδια είχε παύσει να τον εφοδιάζει με τις απαιτούμενες πρώτες ύλες, ούτως ώστε να αποδειχθεί και να αφαιρεθεί η τυχόν ωφέλεια που αυτός αποκόμισε και συγκεκριμένα: 1) των περιοδικών δηλώσεών του ΦΠΑ για το διάστημα Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2017, 2) του συνόλου των τιμολογίων που εξέδωσε ο ίδιος και ο αδελφός του από 4/8 έως 31/12/2017, 3) του συνόλου των φορτωτικών και των δελτίων αποστολής των μηχανημάτων του για την περίοδο αυτή και 4) των αδειών των μηχανημάτων που κατέχει, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η ένδικη σύμβαση έργου είναι άκυρη, επειδή ο ενάγων λειτουργούσε τη μονάδα παραγωγής ασφαλτομίγματος, χωρίς να κατέχει τις απαιτούμενες άδειες και με μηχανήματα που επίσης δεν πληρούσαν τις εκ του νόμου προδιαγραφές, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, και η συμφωνία περί επιβολής ποινικής ρήτρας. Το Εφετείο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα περί επίδειξης εγγράφων με την κάτωθι αιτιολογία : "Το αίτημα, περαιτέρω, της εναγομένης περί επίδειξης εκ μέρους του ενάγοντος των εγγράφων εκείνων, που αποδεικνύουν τη για λογαριασμό τρίτων παραγωγή ασφαλτομίγματος κατά το διάστημα, που η ίδια είχε παύσει να τον εφοδιάζει με τις απαιτούμενες πρώτες ύλες, ούτως ώστε να αποδειχθεί και να αφαιρεθεί η τυχόν ωφέλεια, που αυτός αποκόμισε και συγκεκριμένα: 1) των περιοδικών δηλώσεών του ΦΠΑ για το διάστημα Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2017, 2) του συνόλου των τιμολογίων που εξέδωσε ο ίδιος και ο αδελφός του από 4/8 έως 31/12/2017, 3) του συνόλου των φορτωτικών και των δελτίων αποστολής των μηχανημάτων του για την περίοδο αυτή και 4) των αδειών των μηχανημάτων που κατέχει, πέραν της προφανούς αοριστίας του (δεν γίνεται σαφής προσδιορισμός των εγγράφων αυτών, ούτε διευκρινίζεται εάν πρόκειται περί εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του ενάγοντος και ιδίως των τιμολογίων που φέρεται να εξέδωσε ο αδελφός του), προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του δεν αξιώνει, επί τη βάσει της διάταξης του άρθρου 381 ΑΚ, το σύνολο της αμοιβής του, η οποία, ως ανωτέρω εξετέθη, είχε συμφωνηθεί κατ' ελάχιστο στο ποσό των 35.000 ευρώ, ώστε να υφίσταται περίπτωση συμψηφισμού των περιουσιακών οφελημάτων που αυτός αποκόμισε ή που θα μπορούσε να αποκομίσει, πλην όμως δολίως παρέλειψε, απλά αξιώνει την καταπεσούσα σε βάρος της εναγομένης ποινική ρήτρα, χωρίς μάλιστα να προβάλλεται παραδεκτώς εκ μέρους της τελευταίας, και δη με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως, ένσταση μείωσής της στο προσήκον μέτρο κατ' άρθρο 409 ΑΚ, ώστε στο πλαίσιο έρευνάς της να ληφθεί υπόψη και η τυχόν ωφέλεια του ενάγοντος από τη μη εκπλήρωση της δικής του παροχής. Όσον αφορά τον για πρώτη φορά προβαλλόμενο ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η ένδικη σύμβαση έργου είναι άκυρη, επειδή ο ενάγων λειτουργούσε τη μονάδα παραγωγής ασφαλτομίγματος, χωρίς να κατέχει τις απαιτούμενες άδειες και με μηχανήματα που επίσης δεν πληρούσαν τις εκ του νόμου προδιαγραφές, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, και η σύμβαση επιβολής ποινικής ρήτρας, πέραν της προφανούς αοριστίας του, αλυσιτελώς προτείνεται, διότι η κατοχή ή μη των νομίμων αδειών λειτουργίας της επιχείρησης όπως και των σχετικών μηχανημάτων, ουδεμία επίδραση ασκεί επί του κύρους της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας συμβάσεως, στον ενάγοντα δε εναπόκειτο ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία θα έφερνε εις πέρας το εκ μέρους του αναληφθέν έργο.". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης των προαναφερθέντων εγγράφων είναι αόριστο, διότι δεν γίνεται σαφής προσδιορισμός τους, δεν περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό τους, ούτε διευκρινίζεται εάν πρόκειται περί εγγράφων που βρίσκονται πράγματι στην κατοχή του αναιρεσιβλήτου και ιδίως των τιμολογίων που φέρεται ότι εξέδωσε ο αδελφός του. Επίσης και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης έργου, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό του, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με ποιο τρόπο καθίσταται άκυρη η επίδικη σύμβαση από την επικαλούμενη έλλειψη αδείας λειτουργίας της επιχείρησης και των σχετικών αδειών των μηχανημάτων του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τα ως άνω αίτημα και ισχυρισμό ως αόριστα, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη - επικουρική - πλεοναστική αιτιολογία της απόφασης ότι "το αίτημα περί επιδείξεως εγγράφων προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι ο ενάγων δεν αξιώνει το σύνολο της αμοιβής του ώστε να υφίσταται περίπτωση συμψηφισμού των περιουσιακών οφελημάτων που αποκόμισε ή θα μπορούσε να αποκομίσει, απλά αξιώνει την καταπεσούσα σε βάρος της εναγομένης ποινική ρήτρα, χωρίς να προβάλλεται παραδεκτά ένσταση μειώσεώς της στο προσήκον μέτρο, ώστε στο πλαίσιο έρευνάς της να ληφθεί υπόψη και η τυχόν ωφέλεια του ενάγοντος από τη μη εκπλήρωση της δικής του παροχής" και ότι "ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η σύμβαση έργου είναι άκυρη αλυσιτελώς προτείνεται, διότι η κατοχή ή μη των νομίμων αδειών λειτουργίας της επιχειρήσεως και των μηχανημάτων ουδεμία επίδραση ασκεί επί του κύρους της συμβάσεως", η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη του ως άνω αιτήματος και ισχυρισμού ως αορίστων αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία, για την οποία δεν πλήττεται επιτυχώς μετά την απόρριψη ως αβάσιμου του συναφούς τρίτου αναιρετικού λόγου, κατά το αντίστοιχο μέρος του. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος η αναιρεσείουσα δεν καταδικάζεται, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.5.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 36/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης