ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1079/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1079/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1079/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1079 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1079/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «P. Ε. Α. Ε. Β. Τ. Ε. Ε. Κ. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «P. Ε. Α..Ε.., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Αντώνιο Γεωργαντίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-11-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και Αναστάσιο Χρυσοχόου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Ν. - Ο. του Α., κατοίκου Παλαίου Ηρακλείου Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φουρλή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 1974/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17-6-2024 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 17-6-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5498-534/18-6-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 1974/15-5-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 8-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62117-3342/8-6-2023 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, Γ. Ν.-Ο. του Α., κάτοικος Παλαιού Ηρακλείου Αττικής, κατά της υπ' αριθμό 277/21-3-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συγκεκριμένα, πριν επιδοθεί στις 2-7-2024 η αναιρεσιβαλλομένη και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην από 30-9-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 75855-1908/30-9-2021 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "P..P..G.. Ε. Α. Ε., Β., Τ. Ε. Ε. Κ. «Ε., το διακριτικό τίτλο «P..P..G.. Ε. Α..Ε.. και έδρα τις Αχαρνές Αττικής και κατά του δεύτερου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη P. G. T., νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης - εξέθεσε τα εξής : Ότι στις 15-7-2019 είχε καταρτίσει με την (πρώτη) εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία της ως υπάλληλος έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου μισθού. Ότι η (πρώτη) εναγομένη στις 2-7-2021 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους και έπαυσε έκτοτε να την απασχολεί. Ότι η απόλυσή της αυτή ήταν καταχρηστική και συνεπώς άκυρη και ότι, επιπλέον, έγινε με συνθήκες, οι οποίες προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι η από 2-7-2021 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη, β) να υποχρεωθεί η (πρώτη) εναγομένη να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας συγκεκριμένου ποσού για το χρονικό διάστημα από την απόλυσή της έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2021, γ) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να την απασχολήσει πραγματικά και δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της (πρώτης) εναγομένης να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα χρηματική ικανοποίηση ποσού 20.000 Ευρώ για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, την οποία είχε υποστεί από την αιτία που προαναφέρθηκε.
Η (πρώτη) εναγομένη κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 7-11-2022, αρνήθηκε την ιστορική της βάση και επικουρικά - και, συγκεκριμένα, στην περίπτωση που η απόλυση της ενάγουσας κρινόταν άκυρη πρόβαλε - μεταξύ άλλων- τον ισχυρισμό ότι από τους μισθούς υπερημερίας, τους οποίους είχε υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα, έπρεπε να αφαιρεθούν οι αποδοχές, τις οποίες είχε λάβει από την παροχή εργασίας της σε άλλη εταιρεία. Η εναγομένη, επιπλέον, για να αποδείξει την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασής της αυτής αιτήθηκε να υποχρεωθεί η ενάγουσα να επιδείξει συγκεκριμένα και πρόσφορα για το σκοπό αυτό έγγραφα που κατείχε. Η εναγομένη, περαιτέρω, υπέβαλε και πάλι για την περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτό ότι είχε απολύσει ακύρως την ενάγουσα αίτημα να καταβάλει σε αυτή αντί οποιαδήποτε άλλης παροχής πρόσθετη αποζημίωση.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 277/21-3-2023 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς το υπό στοιχείο "δ" αίτημά της ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη με την παραδοχή ότι η (πρώτη) εναγομένη δεν είχε απολύσει ακύρως την ενάγουσα από την εργασία της. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 8-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62117-3342/8-6-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 και 520 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά της (πρώτης) εναγομένης και εφεσίβλητης. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 1974/15-5-2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση με την παραδοχή ότι η (πρώτη) εναγομένη-εφεσίβλητη είχε καταγγείλει καταχρηστικά και συνεπώς ακύρως στις 2-7-2021 τη σύμβαση εργασίας της με την εκκαλούσα-ενάγουσα. Μετά από αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την αγωγή και τη δίκασε στην ουσία, απέρριψε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση, την οποία είχε προβάλει επικουρικά η (πρώτη) εναγομένη-εφεσίβλητη ότι από τους μισθούς υπερημερίας, τους οποίους είχε υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα, έπρεπε να αφαιρεθούν οι αποδοχές, τις οποίες είχε λάβει από την παροχή εργασίας της σε άλλη εταιρεία, όπως και το συναφές αίτημά της για επίδειξη εγγράφων, τα οποία ήταν πρόσφορα για την απόδειξη της ένστασης που προαναφέρθηκε. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιπλέον, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα που είχε υποβάλει η εργοδότρια να καταβάλει στην εργαζομένη - στην περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτό ότι την είχε απολύσει ακύρως - αντί οποιαδήποτε άλλης παροχής πρόσθετη αποζημίωση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: " (...) αποδείχθηκαν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (...) προσελήφθη στις 15-7-2019 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εταιρία (...) προκειμένου να προσφέρει την εργασία της (...) ως υπεύθυνη ανάπτυξης εργασιών δεξαμενισμού πλοίων (...). Η ενάγουσα (...) εκτελούσε προσηκόντως τα εργασιακά καθήκοντα της και με την πάροδο του χρόνου αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη εξοικείωση με το αντικείμενο απασχόλησής της. Όμως από το έτος 2021 ξεκίνησαν οι διαφωνίες της με την άμεση προϊστάμενή της (...) σε εργασιακά θέματα, όπως η μεθοδολογία που επρόκειτο να ακολουθηθεί για την προώθηση των πωλήσεων, η διαμόρφωση επιχειρηματικής στρατηγικής στον κλάδο της ναυτιλίας κ.λπ. Ειδικότερα, σε πολλές περιπτώσεις οι λύσεις, που η ενάγουσα (...) πρότεινε για τα εν λόγω θέματα, δεν έβρισαν σύμφωνη την προαναφερόμενη άμεση προϊστάμενή της, η οποία τελικά έδινε οδηγίες και εντολές προς την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με τις προτάσεις και απόψεις αυτής (ενάγουσας [...]). Περαιτέρω, στις 30 - 6 -2021 η [προϊσταμένη της ενάγουσας] ζήτησε από την ενάγουσα (...) να συναντηθούν στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης (...) για να συζητήσουν εργασιακά θέματα. Η συνάντησή τους στον εν λόγω τόπο έγινε στις 2 -7-2021, οπότε και η [προϊσταμένη της ενάγουσας] ανακοίνωσε στην ενάγουσα (...) την απόλυσή της, ζητώντας της να υπογράψει το σχετικό έντυπο απολύσεως. Κατόπιν τούτου, συντάχθηκε η από 2 - 7 - 2021 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (...). Επίσης καταβλήθηκε στην ενάγουσα (...) το ποσό των 13.265,98 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση απολύσεως (...). Η πρώτη εναγόμενη (...) προέβη στην από 2 - 7 - 2021 (...) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (...) επειδή η τελευταία, στο πλαίσιο της εκτέλεσης των εργασιακών καθηκόντων της, είχε συνήθως διαφορετικές απόψεις από την προαναφερομένη προϊστάμενη της αναφορικά με την προώθηση των προϊόντων της εταιρίας, την επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων, την ανάπτυξη στρατηγικής του εταιρικού ομίλου κλπ. Αυτές δε τις απόψεις η προαναφερόμενη προϊστάμενη, λόγω δικής της διαφορετικής αντίληψης, πολλές φορές δεν τις εφάρμοζε και έδινε "εντολές" για διενέργεια εργασιών σε κατεύθυνση διαφορετική από αυτήν που υπεδείκνυε η ενάγουσα (...), βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας "(...) [μ]άλιστα μια φορά έτυχε να ακούσω (...) διάλογο (...) της κ. Ν. με την [προϊσταμένη], στον οποίο η [προϊστάμενη] διαφωνούσε με τις προτάσεις της [ενάγουσας] και με έντονο και επιτακτικό ύφος απαίτησε από την [ενάγουσα] να προχωρήσει με βάση τις δικές της υποδείξεις λέγοντας στην [ενάγουσα] αυστηρά "θα το κάνεις, όπως το λέω εγώ" (...)". Ο δε παραπάνω λόγος, που είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, δεν καθιστά αυτήν (καταγγελία) δικαιολογημένη, καθόσον η ενάγουσα (...) λόγω της προαναφερόμενης θέσης εργασίας της, μπορούσε να αναπτύσσει δικές της πρωτοβουλίες και να προβαίνει σε ενέργειες με βάση τις δικές της απόψεις. Άλλωστε, το αντικείμενο της απασχόλησής ήταν τέτοιο που, για την αντιμετώπιση των ζητημάτων του, μπορούσαν να προταθούν, αλλά και να εφαρμοσθούν, πολλές και διαφορετικές λύσεις.
Συνεπώς, ήταν ευλόγως αναμενόμενο ότι για κάποιες προτεινόμενες λύσεις, που θα υπέβαλλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, θα μπορούσαν να υπάρξουν διαφωνίες από άλλους συναδέλφους της (...). Πλην όμως (...) οι προαναφερόμενοι λόγοι (...) επαρκούν για να χαρακτηρισθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της [ενάγουσας-εκκαλούσας] καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος). [...]. Κατόπιν τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης (...). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και συγκεκριμένα : Α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 2 - 7 - 2021 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (...). Β) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη (...) να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το ποσό των 17.086,67 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας του αιτουμένου χρονικού διαστήματος από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2021 (...) Το ποσό αυτό η πρώτη εναγόμενη (...) πρέπει να το καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως (...). Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κατ' άρθρο 656 εδ. β ΑΚ ένσταση περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων, που η πρώτη εναγόμενη (...) υποβάλλει με τις προτάσεις της, ισχυριζόμενη ότι πρέπει να αφαιρεθεί από τους μισθούς υπερημερίας, που επιδικάζονται στην ενάγουσα (...) καθετί που η τελευταία ωφελήθηκε από την παροχή της εργασίας της στην εταιρία (...) όπου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα απασχολήθηκε (...) επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (...) αποκόμισε οποιοδήποτε κέρδος από την παροχή της εργασίας της στην ανωτέρω εταιρία μετά την απόλυσή της από την πρώτη εναγόμενη (...) ενόψει του ότι η τελευταία προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεώς της, δεν προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο σχετικό προς τούτο (π.χ. απόδειξη μισθολογικών παροχών από την ανωτέρω εταιρία). Γ) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη (...) να αποδέχεται τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας (...). Το δε κατ' άρθρο 66 παρ. 3 Ν 4808/2021 αίτημα περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης στην ενάγουσα (...) αντί για την επαναπρόσληψη της τελευταίας στη θέση που κατείχε κατά το χρόνο της απολύσεώς της, το οποίο η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη υποβάλλει με τις προτάσεις της, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο (...) επειδή στην κρινόμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 66 παρ. 1 Ν 4808/2021, που απαιτούνται για την καταβολή της εν λόγω πρόσθετης αποζημίωσης (απόλυση οφειλόμενη σε δυσμενή διάκριση εις βάρος του εργαζομένου λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών πεποιθήσεων κ.λπ. [...]". 3.α. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν, όσα εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή, όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2022). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 παράγραφος 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/2020 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 281 του ΑΚ η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, όταν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία, ειδικότερα, της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη, αν οφείλεται σε συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία, μολονότι δεν είναι αρεστή στον εργοδότη, είναι νόμιμη. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική, όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας του εργαζομένου με τον εργοδότη, η οποία προκλήθηκε από υπαιτιότητα του εργαζομένου και επέφερε σοβαρή όξυνση στις σχέσεις του με τον εργοδότη, με τους νόμιμους εκπροσώπους του, με τους συναδέλφους του εργαζομένου ή με τα πρόσωπα που συναλλάσσονται με τον εργοδότη, επειδή στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και αίρεται το πνεύμα συνεργασίας, το οποίο πρέπει να διέπει τη λειτουργία της επιχείρησης του εργοδότη (ΑΠ 656/2024, ΑΠ 512/2024, ΑΠ 421/2024). Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669 παράγραφος 2, 281, 174 και 180 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/2020, 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (Α.Ε.Κ.Χ.), επειδή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός -ορθώς- 19 και όχι 1 και 19 του ΚΠολΔ και να πρέπει επομένως να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε ότι είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με την αναιρεσίβλητη, επειδή η συγκεκριμένη εργαζομένη είχε επιδείξει έναντι της προϊσταμένης της συμπεριφορά, η οποία είχε δημιουργήσει σοβαρή ένταση στις επαγγελματικές τους σχέσεις τους, έκρινε την απόλυσή της καταχρηστική, χωρίς, ωστόσο, να διαλάβει παραδοχή ότι η συμπεριφορά αυτή δεν είχε διαταράξει την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής της και ότι συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από την ανάγκη να προστατευθεί δικαιολογημένο επαγγελματικό συμφέρον της επιχείρησής της. Η αναιρεσείουσα επικαλείται στη συνέχεια ότι από την ανεπάρκεια αυτή στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης καθίσταται ανέφικτο να διαγνωσθεί αν η απόλυση της αναιρεσίβλητης ήταν ή όχι καταχρηστική και συνεπώς αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε. Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα-εργοδότρια είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με την αναιρεσίβλητη, επειδή η εργαζομένη αυτή είχε επιδείξει έναντι της προϊσταμένης της - η οποία ήταν επίσης υπάλληλος της αναιρεσείουσας- συμπεριφορά που είχε δημιουργήσει σοβαρή ένταση στις επαγγελματικές τους σχέσεις. Η αναιρεσιβαλλομένη όμως - σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - θα έπρεπε να διαλάβει επιπλέον παραδοχή ως προς το αν η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσίβλητης έναντι της άλλης εργαζομένης στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας είχε διαταράξει ή όχι την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής της και το πνεύμα συνεργασίας και εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις εργασιακές σχέσεις και συνεπώς αν η αναιρεσείουσα είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με την αναιρεσίβλητη από ανάγκη να προστατευθεί δικαιολογημένο επαγγελματικό συμφέρον της ή όχι. Οι αιτιολογίες αυτές ήταν απαραίτητες για να θεμελιωθεί πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αναιρεσείουσα είχε απολύσει την αναιρεσίβλητη για το λόγο που προαναφέρθηκε για να κριθεί στη συνέχεια με σαφήνεια και πληρότητα αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική και συνεπώς παράνομη και αν επομένως η αναιρεσείουσα-εργοδότρια είχε ή όχι για το λόγο αυτό νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη-εργαζομένη τις επίδικες παροχές. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 669 παράγραφος 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/2020, 1 και 5 του ν. 3198/1955, 281, 174 και 180 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε. 3. β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται - μεταξύ άλλων - τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων. Ελέγχεται, δηλαδή, (και) αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή αν κατά παράβαση του νόμου ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινες δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες (ΟλΑΠ 5/2023). Περαιτέρω το άρθρο 66 του ν. 4808/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 101/19-6-2021) "προστασία από τις απολύσεις" ορίζει στην παράγραφο 3 ότι: "[ε]άν η απόλυση πάσχει για διαφορετικό λόγο από τους λόγους των παρ[αγράφων] 1 και 1 α, το δικαστήριο, αντί οποιαδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης (...). Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. (...)". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων-εργαζόμενος επικαλείται στην αγωγή του κατά του εναγομένου-εργοδότη ότι η καταγγελία της σύμβασής εργασίας του πάσχει από ελάττωμα, το οποίο εμπίπτει στην παράγραφο 3 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 και όχι στις παραγράφους 1 και 1 α του ίδιου νόμου - όπως είναι η κακόβουλη απόλυση, η απόλυση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η αρχή της καλής πίστης και της αναλογικότητας (άρθρα 281 του ΑΚ και 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος), η απόλυση που δεν προστατεύει δικαιολογημένα οικονομικά συμφέροντα του εργοδότη, η μη ορθή επιλογή του απολυτέου εργαζομένου σε περίπτωση οικονομικοτεχνικών απολύσεων ή η καταγγελία κατά παράβαση συμβατικού όρου που τέθηκε με ποινή ακυρότητάς της - και αιτείται για το λόγο αυτό να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-εργοδότης να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας ή και να τον επαναπροσλάβει, ο εναγόμενος-εργοδότης έχει το δικαίωμα, αν αρνηθεί την ιστορική βάση της αγωγής, να προβάλει, επικουρικά, αίτημα για καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης στον ενάγοντα εργαζόμενο. Αν ο εργοδότης υποβάλει τέτοιο αίτημα και επιπλέον το δικαστήριο κρίνει ότι η απόλυση πάσχει από ελάττωμα του άρθρου 66 παράγραφος 3 του ν. 4808/2021 (άρθρο 339 παράγραφος 3 του π.δ. 80/2022, Φ.Ε.Κ. Α 222/4-12-2022), επιδικάζεται μόνον πρόσθετη αποζημίωση. Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 66 παράγραφος 3 του ν. 4808/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 101/19-6-2021) με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημά της - το οποίο είχε υποβάλει παραδεκτά ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου και ως εφεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - για την περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η απόλυση της αναιρεσίβλητης έπασχε από ελάττωμα του άρθρου 66 παράγραφος 3 του ν. 4808/2021 να επιδικασθεί σε αυτή μόνον πρόσθετη αποζημίωση με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί στην αγωγή της γεγονότα που ενέπιπταν στη διάταξη του άρθρου 66 παράγραφος 1 του ν. 4808/2021 και για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να αιτηθεί την καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης. Η αναιρεσείουσα εκθέτει στη συνέχεια ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε νόμιμο το αίτημά της, θα επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη μόνον πρόσθετη αποζημίωση και δεν θα είχε απαγγείλει οποιαδήποτε άλλη έννομη συνέπεια σε βάρος της, όπως ειδικότερα αναφέρει στον ίδιο λόγο αναίρεσης. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης: Η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα στην από 30-9-2021 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει (και) κατά της αναιρεσείουσας-πρώτης εναγομένης είχε εκθέσει ότι στις 15-7-2019 είχε καταρτίσει με την εναγομένη-εργοδότριά της σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε προσηκόντως σε αυτή την εργασία της έως και την 2-7-2021, όταν η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους από κακοβουλία προς το πρόσωπό της με συνέπεια η απόλυσή της να είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη. Η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της αυτή είχε αιτηθεί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας τη σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-7-2021 έως και 31-1-2022, να υποχρεωθεί η εναγομένη να την επαναπροσλάβει και να την απασχολεί πραγματικά και, τέλος, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα χρηματική ικανοποίηση συγκεκριμένου ποσού για την ανόρθωση της μη περιουσιακής ζημίας, την οποία είχε υποστεί από την άκυρη απόλυσή της. Η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε αρνηθεί την αγωγή και - για την περίπτωση κατά την οποία η απόλυση της αναιρεσίβλητης κρινόταν άκυρη - υπέβαλε, επικουρικά, αίτημα αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας να επιδικασθεί στην ενάγουσα πρόσθετη αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παράγραφος 3 του ν. 4808/2021. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παράγραφος 3 α και 621 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 277/21-3-2023 οριστική απόφαση, με την οποία α) απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και β) έκρινε κατά τα λοιπά νόμιμη την αγωγή, αλλά την ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν είχε αποδειχθεί η ιστορική της βάση. Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 8-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62117-3342/8-6-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας. Η αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επανέφερε παραδεκτά (άρθρα 591 και 240 του ΚΠολΔ) το επικουρικό αίτημα που είχε υποβάλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να επιδικασθεί στην αναιρεσίβλητη πρόσθετη αποζημίωση σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η απόλυσή της ήταν άκυρη ως καταχρηστική. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 1974/15-5-2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί στην αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 66 παράγραφος 1 του ν. 4808/2021 και να επιφέρουν επομένως ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της με συνέπεια η αναιρεσείουσα να μην έχει νόμιμο δικαίωμα να αιτηθεί την καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν η αναιρεσείουσα-εργοδότρια είχε στην προκειμένη περίπτωση νόμιμο δικαίωμα να αιτηθεί την καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης, διότι, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης είχε κριθεί άκυρη για λόγους που δεν εμπίπτουν στο πραγματικό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 1 α του ν. 4808/2021, αλλά σε αυτό της παραγράφου 3 της ίδιας διάταξης. Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 66 παράγραφος 3 του ν. 4808/2021, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
3.γ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περίπτωση γ του ΚΠολΔ "[α]ναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) αν το δικαστήριο (...) άφησε αίτηση αδίκαστη (...)". Η αίτηση για επίδειξη εγγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 450 παράγραφος 2 και 451 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια της διάταξης που προαναφέρθηκε (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 123/2016). Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε είναι ορισμένος, όταν ο αναιρεσείων - ο οποίος είχε υποβάλει αίτηση για επίδειξη εγγράφων στο δικαστήριο της ουσίας - επικαλείται σε αυτόν α) ότι ο αντίδικός του είχε στην κατοχή του το έγγραφο, το οποίο ζήτησε να επιδειχθεί, β) το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και γ) ότι το έγγραφο ήταν πρόσφορο να αποδείξει ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό του (ΑΠ 1262/2022, ΑΠ 1210/2022) Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 656 παράγραφος 2 εδάφιο β του ΑΚ ορίζει ότι: "Ο εργοδότης (...) έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 288 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος-εργοδότης - σε περίπτωση που προβάλλει ως απάντηση στην αγωγή την ένσταση των "αλλαχού κερδηθέντων" κατά τα άρθρα 591, 262 παράγραφος 1 και 656 παράγραφος 2 εδάφιο τελευταίο του ΑΚ - έχει κατά του ενάγοντος-εργαζομένου αξίωση πληροφόρησης, επειδή κατά το χρονικό διάστημα που δεν τον απασχολούσε και είχε για το λόγο αυτό περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του δεν είχε κατά κανόνα τη δυνατότητα να γνωρίζει αν ο εργαζόμενος είχε παράσχει εργασία σε άλλους εργοδότες, όπως και - σε καταφατική περίπτωση - ποιο ήταν το ύψος και η σύνθεση του μισθού που λάμβανε από αυτούς, το ωράριο εργασίας του, η αμοιβή του για παροχή υπερεργασίας ή για υπερωριακή απασχόληση ή έκτης ημέρας εργασίας ή Κυριακής κ.λπ. την οποία είχε προβάλει για να απαντήσει στην αγωγή. Σύμφωνα, περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 450 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ "[κ]άθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους. Σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται να αρνηθεί κανείς να μαρτυρήσει". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκύπτει ότι ο διάδικος έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον αντίδικό του όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είναι πρόσφορα να αποδείξουν τους ισχυρισμούς του με την προϋπόθεση ότι δεν διαθέτει άλλο αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει τη βασιμότητα αίτησής του για παροχή έννομης προστασίας. Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση άφησε αίτηση αδίκαστη με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περίπτωση γ του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι είχε προβάλει παραδεκτά ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εναντίον της, αλλά και ως εφεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την υπεράσπισή της κατά της έφεσης, την ένσταση ότι - σε περίπτωση που η απόλυση της αναιρεσίβλητης κρινόταν άκυρη - από τους μισθούς υπερημερίας, τους οποίους είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτή, έπρεπε να αφαιρεθούν οι αποδοχές που η αντίδικός της είχε λάβει από την παροχή εργασίας της σε άλλη εταιρεία. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι είχε υποβάλει παραδεκτά τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αίτηση να υποχρεωθεί η ενάγουσα και εκκαλούσα, αντίστοιχα, να προσκομίσει στη δίκη συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία είχε στην κατοχή της και τα οποία μπορούσαν να αποδείξουν τη βασιμότητα της ένστασης που προαναφέρθηκε. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται επιπλέον ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έντασή της αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει τη βασιμότητά της, αλλά χωρίς να αποφανθεί για το αίτημα επίδειξης εγγράφων, το οποίο είχε υποβάλει. Η αναιρεσείουσα εκθέτει, τέλος, ότι δεν διέθετε άλλα αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει την ένσταση που προαναφέρθηκε, η οποία, ωστόσο, θα αποδεικνυόταν ουσιαστικά βάσιμη, αν η αναιρεσίβλητη είχε υποχρεωθεί να προσκομίσει στη δίκη τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης: Η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα στην από 30-9-2021 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει (και) κατά της αναιρεσείουσας-πρώτης εναγομένης είχε εκθέσει ότι στις 15-7-2019 είχε καταρτίσει με την εναγομένη-εργοδότριά της σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία της έως και την 2-7-2021, όταν η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους από κακοβουλία προς το πρόσωπό της με συνέπεια η απόλυσή της ως καταχρηστική να πάσχει από ακυρότητα. Η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της αυτή είχε αιτηθεί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-7-2021 έως και 31-1-2022, να υποχρεωθεί η εναγομένη να την επαναπροσλάβει και να την απασχολεί πραγματικά και, τέλος, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτή χρηματική ικανοποίηση συγκεκριμένου ποσού για την ανόρθωση της μη περιουσιακής ζημίας, την οποία είχε υποστεί από την άκυρη απόλυσή της. Η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε αρνηθεί την αγωγή και επικουρικά - για την περίπτωση κατά την οποία η απόλυση της αναιρεσίβλητης κρινόταν άκυρη - είχε προβάλει παραδεκτά την ένσταση ότι από τους μισθούς υπερημερίας, τους οποίους είχε υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, έπρεπε να αφαιρεθούν οι αποδοχές της, τις οποίες είχε λάβει από την παροχή εργασίας της ως "Strategy Manager" στην εταιρεία αλλοδαπού δίκαιου με την επωνυμία "V. C. S. L.", το διακριτικό τίτλο "V. L." και έδρα την αλλοδαπή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παράγραφος 3 α και 621 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 277/21-3-2023 οριστική απόφαση, με την οποία - μεταξύ άλλων- απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας της με την αναιρεσίβλητη. Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 8-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62117-3342/8-6-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας. Η αναιρεσείουσα επανέφερε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με τα άρθρα 591 και 240 του ΚΠολΔ (βλ. σελίδα XV των από 30-1-2024 προτάσεών της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) το επικουρικό αίτημά της να υποχρεωθεί η αντίδικός της να προσκομίσει στη δίκη τα εξής έγγραφα, τα οποία είχε στην κατοχή της: α) το έγγραφο της σύμβασης εργασίας, την οποία είχε καταρτίσει με την αλλοδαπή εταιρεία που προαναφέρθηκε και β) τις καταστάσεις μισθοδοσίας της από την ίδια εταιρεία, επειδή δεν διέθετε άλλα αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει τη βασιμότητα της ένστασής της ότι από τους μισθούς υπερημερίας, τους οποίους είχε υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, έπρεπε να αφαιρεθούν οι αποδοχές που είχε λάβει από την παροχή εργασίας της σε άλλη εταιρεία, την οποία είχε προβάλει ως απάντηση στην αγωγή. Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, όπως δέχθηκε, η αναιρεσείουσα δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει τη βασιμότητά της. Το δευτεροβάθμιο, όμως, δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για το αίτημα επίδειξης εγγράφων, το οποίο είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα και στην κατ' έφεση δίκη ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, μολονότι η συγκεκριμένη διάδικος δεν είχε επικαλεσθεί και δεν είχε προσκομίσει άλλα αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης που προαναφέρθηκε. Το Μονομελές Εφετείο επομένως με την παράλειψή του αυτή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περίπτωση γ του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί ο δεύτερος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, επειδή μετά την παραδοχή του πρώτου, του τρίτου και του τετάρτου από αυτούς καταλαμβάνεται από την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης. Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 180 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1974/15-5-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή