Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1089 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1089/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α., χήρας Γ. Β., το γένος Π. Π., 2) Π. Β. του Γ., 3) Φ. Β. του Γ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς εκκαλούντος Γ. Β. του Α., ο οποίος είχε υπεισέλθει στη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικώς εναχθέντος και ήδη αποβιώσαντος Α. Β. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα, που ανακάλεσε την από 27-3-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιωσάσης Ν. χήρας Ι. Κ., το γένος Χ. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1992 αγωγή της Ν. χήρας Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/1994, 163/2013 μη οριστικές, 138/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 15-12-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 251/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 20-7-1992 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων η αρχική ενάγουσα Ν. Κ., στη θέση της οποίας μετά το θάνατό της υπεισήλθε ο θετός υιός της Ι. Κ. του Α., ήδη αναιρεσίβλητος, ως καθολικός της διάδοχος, (εκ διαθήκης κληρονόμος της) κατά του αρχικώς εναγομένου Α. Β. του Δ., ιστορούσε ότι ο αποβιώσας την 4-5-1962 σύζυγός της Ι. Κ. του Ε., με την νομίμως δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία από 21-2-1962 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο επί της καταλειπόμενης περιουσίας του την αδελφή του Α. Τ., η οποία, όπως όρισε θα μπορούσε να νέμεται αυτή, όπως επιθυμεί, στερούμενη όμως της δυνατότητας εκποίησής της εν ζωή, προκειμένου μετά το θάνατό της να περιέλθει στην ίδια (ενάγουσα) σύζυγό του. Ότι ως εκ τούτου η βούληση του διαθέτη ήταν η εγκατάσταση της ανωτέρω αδελφή του μετακλητής κληρονόμου του επί ολοκλήρου της κληρονομιαίας περιουσίας του και η σύσταση, μετά το θάνατο αυτής καταπιστεύματος υπέρ της ιδίας (συζύγου του), με αντικείμενο μεταξύ των άλλων περιουσιακών του στοιχείων και του λεπτομερώς περιγραφομένου κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτου- οικοπέδου 250 τ.μ. στη ... Ιωαννίνων, το οποίο μετά την πλήρωση της αναβλητικής προθεσμίας του θανάτου της βεβαρημένης με καταπίστευμα αδελφής του διαθέτη, θα περιέλθει, όπως και η λοιπή κληρονομιά σ' αυτήν. Ότι το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στον κληρονομούμενο σύζυγό της με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή της αποβιωσάσης την 4-7-1958 μητέρας του Χ. χήρας Ε. Κ., νομίμως δημοσιευθείσα, κληρονομιά που αποδέχθηκε με την αναφερόμενη νόμιμα μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής, η οποία και είχε αποκτήσει την κυριότητά της επ' αυτού με πρωτότυπο τρόπο, νεμόμενη αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για χρονικό διάστημα άνω των 50 ετών. Ότι μετά το θάνατο της βεβαρημένης κληρονόμου στις 20-1-1990 αποδέχθηκε με την αναφερόμενη και νόμιμα μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη το καταπίστευμα επί του ένδικου ακινήτου, γενομένη έτσι κυρία τούτου. Ωστόσο η ως άνω βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος με το αναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, καίτοι δεν είχε δικαίωμα διάθεσης του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου τμήμα αυτού 46 τ.μ. στον αρχικώς εναγόμενο Α. Β. στη θέση του οποίου υπεισήλθε λόγω θανάτου του, μετά το χρόνο επέλευσης της εκκρεμοδικίας, ο νόμιμος κληρονόμος του Γ. Β., ο οποίος (αρχικώς εναγόμενος) στη συνέχεια κατέλαβε αυθαίρετα και το υπόλοιπο τμήμα των 204 τ.μ. και έκτοτε νεμόταν παράνομα το όλο ακίνητο ως κύριος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ζήτησε να αναγνωριστεί α) η ακυρότητα της ρηθείσας μεταβιβαστικής του επιδίκου ακινήτου δικαιοπραξίας από τη βεβαρημένη με το καταπίστευμα και στερούμενη εξουσία διάθεσης αυτού κληρονόμο, στον αρχικώς εναγόμενο, λόγω της σύστασης καταπιστεύματος υπέρ της αρχικώς ενάγουσας και β) η κυριότητά της επί του επιδίκου ως καταπιστευματοδόχου και να υποχρεωθεί ο αρχικώς εναγόμενος να της το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η 169/1994 μη οριστική απόφαση με την οποία ανεστάλη η εκδίκασή της κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ έως την αμετάκλητη περάτωση της από 23-3-1983 ομοίου περιεχομένου αγωγής της ίδιας αρχικώς ενάγουσας κατά του ίδιου αρχικώς εναγομένου. Επί της τελευταίας αυτής αγωγής εκδόθηκε από το καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων η υπ' αριθμ. 823/1984 προδικαστική απόφασή του που έταξε θέματα απόδειξης, μετά δε την διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 835/1988 οριστική του απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και ακολούθως μετά την άσκηση εφέσεως από την αρχικώς ενάγουσα η 33/1991 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη με την αιτιολογία ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η φερόμενη ως καταπιστευματοδόχος - ενάγουσα άσκησε πρόωρα την αγωγή, ήτοι προ της σε αυτήν επαγωγής του καταπιστεύματος, απόφαση που κατέστη αμετάκλητη, απορρριφθείσης, με την υπ' αριθμ. 464/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, της κατ' αυτής ασκηθείσης αναιρέσεως. Κατόπιν τούτου η ένδικη αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων με την επιμέλεια του ήδη αναιρεσίβλητου, ο οποίος υπεισήλθε στη θέση της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας, ως καθολικός της διάδοχος, και εκδόθηκε απ' αυτό η 163/2013 προδικαστική του απόφαση που διέταξε αποδείξεις και ακολούθως η 138/2015 οριστική του απόφαση που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα του αναφερομένου μεταβιβαστικού συμβολαίου με συμβαλλόμενους την Α. Τ. και τον αρχικώς εναγόμενο Α. Β., αναγνώρισε τον ήδη αναιρεσίβλητο Ι. Κ. κύριο του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τον Γ. Β., ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του ήδη αποβιώσαντος αρχικώς εναγομένου Α. Β., ως εκ διαθήκης κληρονόμος του να του το αποδώσει. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ως άνω ηττηθέντος, καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου, Ι. Β., στη δικονομική θέση του οποίου, υπεισήλθαν μετά τον θάνατό του οι ήδη αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του εκδόθηκε η 251/2022 προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της που αφορούσε το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης που απέρριψε την νομίμως προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως μη νόμιμης, την οποία έκρινε ότι ήταν ορισμένη και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της δικαιοπραξίας μεταβίβασης που επήλθε με το ρηθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα με συμβαλλόμενους την Α. Τ. το γένος Κ. και τον αρχικώς εναγόμενο Α. Β. του Δ., αναγνώρισε την αρχικώς ενάγουσα Νίκη χα Ι. Κ.., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ο καθολικός διάδοχός της, ήδη αναιρεσίβλητος, Ι. Κ. κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικώς εκκαλούντος και ήδη αποβιώσαντος Γ. Β., ο οποίος υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αρχικώς εναγομένου και ήδη αποβιώσαντος Α. Β., να αποδώσουν το επίδικο στον ήδη αναιρεσίβλητο Ι. Κ., υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας, Ν. χήρας Ι. Κ.., απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αρχικώς εναγομένου, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή δικαιώματος, τον μεν πρώτο ως μη νόμιμο και τους λοιπούς ως ουσία αβάσιμους.
ΙΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος. Νόμιμος τίτλος είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί και παρουσιάζει εξωτερικά όλα τα αναγκαία κατά το νόμο για το κύρος του στοιχεία. Νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία, υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής ή το κληρονομητήριο. Ο τίτλος μπορεί να είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη, εκτός αυτού, η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση της κυριότητας, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος. Τέτοιος τίτλος είναι και το μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται για νόμιμη αιτία η κυριότητα και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τα δε τυχόν εκτός αυτού ελαττώματά του, όπως, κατά τα ανωτέρω, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί παραπάνω νόμιμοι όροι αυτής. Απαιτείται ακόμη και καλή πίστη, η οποία πρέπει να συνδέεται με νόμιμο τίτλο και να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, ήτοι πεποίθηση του νομέως, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, ενώ αυτός δεν τελεί σε καλή πίστη όταν γνωρίζει, ότι δεν έγινε κύριος ή από βαριά αμέλεια το αγνοεί . Ειδικότερα, καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος απόδειξης. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την κρίση του (Α.Π. 191/2023, ΑΠ764/2022). Η κατά το άρθρο 1042 ΑΚ καλή πίστη αναφέρεται μεν στην κυριότητα του αποκτώντος, εν τέλει όμως συναρτάται (στην παράγωγη κτήση) και προς την κυριότητα του μεταβιβάζοντος. Ο βαθμός δε της αμέλειας κρίνεται κατά πρώτο λόγο από τον τίτλο, ο οποίος πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να δικαιολογεί τη δημιουργία της πεποίθησης του νομέα ότι με αυτόν τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα. Είναι δε αδιάφορο αν η πλάνη ή άγνοια του νομέα - από την οποία προέρχεται η πεποίθηση - στρέφεται περί τα πραγματικά περιστατικά ή περί το νόμο και την έννοια αυτού, αρκεί να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια (Α.Π. 191/2023 ΑΠ 235/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα. Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΟλΑΠ 10/2011, Ολ.Α.Π.4/2018, Α.Π. 191/2023, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 894/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: Το επίδικο είναι ένα οικοπεδοτεμάχιο εντός του οικισμού ... Ιωαννίνων επί του οποίου βρίσκεται μία ερειπωμένη αχυροκαλύβα, εμβαδού 46 τ.μ. περίπου, μετά του περιβάλλοντος χώρου που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα ως αλώνι, εμβαδού περίπου, κατά την αγωγή, 250 τ.μ., συνολικής, όμως, έκτασης, κατά νεότερη ακριβή καταμέτρηση (βλ. ιδίως το από Φεβρουάριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Ν.), 350,04 τ.μ., με όρια περιμετρικά δημοτική οδό, ιδιοκτησία αγνώστου, ιδιοκτησία Μ. Γ. - Μ., δημοτική οδό. Αρχική κυρία του εν λόγω ακινήτου ήταν η Χ., το γένος Γ. Μ. ή Β., χήρα Ε. Κ., με τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα, την Α., το Σ. και τον Ι.. Ο. Ε. Κ. πέθανε περίπου το έτος 1920. Έκτοτε η Χ. Κ.. και έως το έτος 1958, οπότε απεβίωσε, ανέλαβε τη διαχείριση και εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, και του επίδικου αγροτικού ακινήτου, χρησιμοποιώντας το ως αλώνι και την εντός αυτού καλύβα ως αποθηκευτικό χώρο για τα σιτηρά που αλώνιζαν. Η αξιοποίηση του αλωνιού αυτού αποκλειστικά από πλευράς της Χ. Κ.. ήταν επιβεβλημένη για λόγους βιοπορισμού, καθόσον, μετά το θάνατο του συζύγου της, αυτή είχε υπό τη φροντίδα της την ηλικιωμένη πεθερά της Κ. Π. και τα τρία τέκνα της. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ., ......... η Χ. Κ.. "είχε" το επίδικο αλώνι από το σύζυγό της Ε., ενώ και ο μάρτυρας Ό. Β.,....., κατέθεσε ότι η Χ. Κ.. μετά το θάνατο του συζύγου της ανέλαβε όλη την περιουσία που αυτός είχε, μεταξύ των οποίων και το επίδικο αλώνι, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται εάν της είχε μεταβιβαστεί κατά νομή ή κυριότητα με κάποιο νόμιμο τρόπο εν ζωή ή αιτία θανάτου. Αυτό, όμως, που αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ήταν ότι η Χ. Κ.., από το 1920 έως και το θάνατό της το 1958 σε ηλικία 76 ετών (έτος γέννησης 1884, βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 284/18.4.1984 πιστοποιητικό του Προέδρου της τότε Κοινότητας ...), νεμόταν το εν λόγω ακίνητο για λογαριασμό της, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις και δη αγροτικές εργασίες, με καλή πίστη, αδιάλειπτα, διανοία κυρίας και χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί, για συνεχόμενο χρονικό διάστημα άνω των 30 ετών και έτσι κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ, και των ν. 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50-14), 1 Κώδ. (7.31), 7 παρ. 1 και 2 Κώδ. (7.39) και 14 Κώδ. (11.61) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, στην έκτακτη χρησικτησία όταν αυτή συμπληρώθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ ή και μετά από αυτή, πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, ως στην προκειμένη περίπτωση. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδίως α) από την υπ' αριθ. 157/2004 ένορκη βεβαίωση του Ν. Β., γεννηθέντος το έτος 1928 στη ..., όπου κατοίκησε από τη γέννησή του, πλην του διαστήματος 1970-1985 και ο οποίος καταθέτει ότι η Κ. Π. διέμενε μέχρι το θάνατό της μαζί με τη νύφη της Χ. και ότι η τελευταία "διαχειριζόταν αποκλειστικά την περιουσία, δηλαδή αυτή νοίκιαζε και πωλούσε ακίνητα, καλλιεργούσε τα χωράφια της, έκοβε ξύλα κλπ., χωρίς να ανακατεύεται κανένας άλλος στην περιουσία αυτή", β) από την ως άνω κατάθεση του Α. Κ., ο οποίος καταθέτει ότι "εγώ εγνώρισα το επίδικο" (δηλαδή την καλύβα και αλώνι) "να ανήκει στη Χ. Κ.. η οποία το εκμεταλλευόταν. Εγώ είχα μουλάρια και της μετέφερα ξύλα και εργάσθηκα στο επίδικο και έφαγα στο σπίτι της ψωμί", γ) από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Ρ. την 13.6.1995 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, ηλικίας τότε 81 ετών, γεννηθέντος στη ... και κατοίκου ομοίως, ο οποίος κατέθεσε ότι "η καλύβα με το αλώνι ήταν της Χ." και δ) από την επ' ακροατηρίω πρωτόδικα κατάθεση του Ό. Β., ο οποίος κατέθεσε ότι στην περιοχή του επιδίκου, δηλαδή στο κέντρο του χωριού ..., δύο αλώνια υπήρχαν μόνο, ένα της μητέρας του (βλ. και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον εναγόμενο τοπογραφικά διαγράμματα στα οποία απεικονίζεται η ιδιοκτησία Βασδέκη παράπλευρα του επιδίκου) όπου ο ίδιος εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες περίπου μέχρι το έτος 1965 και το άλλο του Ε. Κ., το οποίο, μετά το θάνατό του, περιήλθε στη σύζυγό του Χ., η οποία και το εκμεταλλευόταν για λογαριασμό της και συγκεκριμένα για το αλώνισμα των σιτηρών και την αποθήκευση στη συνέχεια των καρπών και του άχυρου εντός της καλύβας. Σημειωτέον ότι τα τρία τέκνα του Ε. και της Χ. Κ.. περί το έτος 1928 αποχώρησαν από τη .... Ειδικότερα, όσον αφορά τη θυγατέρα αυτών Α., φερόμενη ως δικαιοπάροχο του αρχικώς εναγόμενου, Α. Β., αυτή παντρεύτηκε το έτος 1928 τον Α. Τ., αφού προικίσθηκε από τη μητέρα της Χ. σύμφωνα με το υπ' αριθ. 1941/1927 προικοσυμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Γ. Γ., με τον οποίο, όμως, διαζεύχθηκε το έτος 1933. Μετά δε τη λύση του γάμου τους, αναγκάστηκε να μεταβεί στον πατρικό της οίκο και να συντηρείται τόσο η ίδια όσο και το τέκνο της από την μητέρα της και την αδελφή της, δηλαδή από τη Χ. Κ.. και τη θεία της από μητρική γραμμή, Ά. Μ. η οποία ήταν ανύπαντρη και συγκατοικούσε με την αδελφή της Χ.. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Χ. Κ.. απεβίωσε το έτος 1958, εγκαθιστώντας, με την από 3.4.1947 ιδιόγραφη διαθήκη της, ως κληρονόμο της επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της τον υιό της Ιωάννη, αναφέροντας ότι "η θυγάτηρ μου Α. έχει προικιστεί παρ' εμού κατά τον γάμον της επαρκώς". Η αναφορά αυτή της διαθέτιδος σε αποκλεισμό της θυγατέρας της από την κληρονομική διαδοχή λόγω προικισμού της είναι ενδεικτική της τότε κρατούσας κοινωνικής αντίληψης ότι οι θυγατέρες, όταν προικίζονται, δεν έχουν καμία περαιτέρω αξίωση στην οικογενειακή περιουσία (βλ. ιδίως περί των ανωτέρω την κατάθεση του Ό. Β.). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο έτερος υιός των Ε. και Χ.. Κ..., Σ. είχε αποβιώσει ήδη από το έτος 1945. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 24-4-1982 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και την επαχθείσα κληρονομιά αποδέχθηκε για λογαριασμό του Ι. Κ.υ, ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα το έτος 1962, ως κληρονόμος και για λογαριασμό του συζύγου της η αρχικώς ενάγουσα Ν. Κ. με την υπ' αριθ. 21868/7-2-1983 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α. Ε. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου στον τόμο 23 και με α.α. 21. Επισημαίνεται, ότι παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αρχικώς εκκαλούντος το δικαίωμα προς δημοσίευση της διαθήκης δεν αποσβέστηκε λόγω παραγραφής με την πάροδο εικοσιπενταετίας από το θάνατο της διαθέτου Χ. Κ.. (1958 - 1982), επειδή η δημοσίευση της διαθήκης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του τύπου της και για το λόγο αυτό η παράλειψη ή η καθυστέρηση δημοσίευσης, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1779 ΑΚ, δεν επηρεάζει το κύρος της...... Άλλωστε, η επαγωγή της κληρονομιάς λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από τη δημοσίευση και ανατρέχει πάντα στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Αποδείχθηκε επίσης ότι η Α. Τ., μετά το θάνατό της μητέρας της, αποχώρησε από τη ... και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, συγκατοικώντας με τον υιό της Π.. Ο υιός της αυτός απεβίωσε το έτος 1966 και η Α. Τ. στη συνέχεια ακολούθησε το μοναχικό βίο παίρνοντας το όνομα μοναχή Ν. και εν τέλει επέστρεψε στη ... το έτος 1974 περίπου, όπου και κατοίκησε μέχρι το θάνατό της στις 20.1.1990. Στο μεταξύ, όπως ήδη αναφέρθηκε, στις 4.5.1962 στην Αθήνα απεβίωσε ο Ι. Κ., ο οποίος κατέλιπε την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθ. 3574/1962 Πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης όρισε για την ακίνητη περιουσία του στη ..., αφού προηγουμένως αναφέρει ότι ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο λόγω του ότι η αδελφή του προικίσθηκε με το προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Ι. Γ., ότι την καταλείπει εξ ολοκλήρου στην αδελφή του Α. Τ. η οποία θα έχει το δικαίωμα να τη νέμεται, χωρίς όμως να την πωλεί, ούτε να τη μεταβιβάζει και ότι, μετά το θάνατό της, θα περιέλθει στη σύζυγό του Νίκη, αρχικώς ενάγουσα, η οποία απεβίωσε το έτος 2007 και στη δικονομική θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει ως εκ διαθήκης κληρονόμος της ο καλών - εφεσίβλητος, Ι. Κ., θετός υιός της. Από το ως άνω περιεχόμενο της διαθήκης, σαφώς συνάγεται η βούληση του διαθέτη να εγκαταστήσει την αδελφή του Α. Τ. ως μετακλητή κληρονόμο σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του στη ... και να συσταθεί καταπίστευμα υπέρ της συζύγου του, αρχικής ενάγουσας Νίκης Κ., με αντικείμενο του καταπιστεύματος, μεταξύ ενδεχομένως άλλων περιουσιακών στοιχείων, το επίδικο ακίνητο (παλαιό αλώνι), μετά της επ' αυτού ερειπωμένης καλύβας. Ωστόσο, η βεβαρημένη με το καταπίστευμα πιο πάνω κληρονόμος, καίτοι δεν είχε δικαίωμα διάθεσης του κληρονομιαίου ακινήτου, με το υπ' αριθ. ...1982 συμβόλαιο του τέως Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου στον τόμο ..., πώλησε και μεταβίβασε, κατά τη διατύπωση του συμβολαίου, "οικοπεδοτεμάχιον μετά της εν αυτώ παλαιάς καλύβης ..., εκτάσεως ... 46,71 M2" στον αρχικώς εναγόμενο Α. Β. του Δ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε λόγω θανάτου του στις 27.6.2000, μετά το χρόνο επέλευσης της εκκρεμοδικίας, ο νόμιμος κληρονόμος του, αρχικώς εκκαλών, Γ. Β. του Αντωνίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά τη γενόμενη μεταβίβαση, ο αρχικώς εναγόμενος, Α. Β. κατέλαβε αυθαίρετα και το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου και άρχισε να προβαίνει στην έγερση τοιχοποιίας, επιδιώκοντας να περικλείσει το επίδικο. Τότε η Ν. Κ. άσκησε την από 22.3.1983 αγωγή σε βάρος της Α. Τ. και του αρχικώς εναγομένου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ως άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου, επικαλούμενη την παραβίαση των όρων της διαθήκης του Ι. Κ.υ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 17/1983 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, το οποίο στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 823/1984 προδικαστική απόφαση έταξε θέματα απόδειξης. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 235/1988 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Εναντίον των αποφάσεων αυτών η αρχικώς ενάγουσα άσκησε την από 20.10.1989 έφεση ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο με την υπ' αριθ. 33/1991 απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη κατόπιν απόρριψης της κατ' αυτής αναίρεσης με την υπ' αριθ. 466/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επειδή κρίθηκε ότι η φερόμενη στην αγωγή ως καταπιστευματοδόχος, αρχικώς ενάγουσα, άσκησε πρόωρα αυτήν, ήτοι προ της σε αυτήν επαγωγής του καταπιστεύματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. Τ. απεβίωσε στις 20.1.1990.
Συνεπώς, με την πλήρωση της αναβλητικής προθεσμίας του θανάτου της βεβαρημένης με το καταπίστευμα, έλαβε χώρα η επαγωγή του επίδικου ακινήτου, ως στοιχείου της κληρονομιαίας περιουσίας, στην αρχικώς ενάγουσα, η οποία και αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή με την υπ' αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 37 και με α.α. 44 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... Ζαγορίου και έτσι κατέστη κυρία αυτού (άρθρα 1195, 1199 ΑΚ). Επομένως, δεδομένου ότι η αρχικώς ενάγουσα, δυνάμει της από 21-2-1962 διαθήκης του Ι. Κ.υ, κατέστη, κατά τα ανωτέρω, καθολική διάδοχος απευθείας του διαθέτη, η διάθεση τμήματος του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου εκ μέρους της βεβαρημένης με το κληρονομικό καταπίστευμα Α. Τ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...1982 πωλητήριου και μεταβιβαστικού συμβολαίου, έλαβε χώρα κατά παράβαση των όρων του άρθρου 1937 ΑΚ και ως εκ τούτου καθίσταται επιγενόμενα άκυρη έναντι της καταπιστευματοδόχου - αρχικώς ενάγουσας, .......... Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς εναγόμενος, Α. Β. κατείχε, και μετά το θάνατό του, ο καθολικός του διάδοχος, αρχικώς εκκαλών, το επίδικο ακίνητο στο σύνολό του, δηλαδή τόσο το ερειπωμένο πλέον κτίσμα όσο και τον περιβάλλοντα χώρο, έχοντας περιφράξει μέρος αυτού με λίθινη τοιχοποιία και αρνείται να το αποδώσει στον καθολικό διάδοχο της αρχικώς ενάγουσας. Ο καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου - αρχικώς εκκαλών, Γ. Β. και ήδη οι καθ ων η κλήση - νόμιμοι κληρονόμοι του (όπως και ο δικαιοπάροχός τους - αρχικώς εναγόμενος με προγενέστερες προτάσεις του) ισχυρίσθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και με την κρινόμενη έφεσή του ότι η αρχικώς ενάγουσα, Ν. Κ., ουδέποτε κατέστη κυρία με οποιονδήποτε τρόπο του επίδικου ακινήτου, διότι αυτό δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου και μητέρας του αποβιώσαντος συζύγου της, Χ. χήρας Ε. Κ., η οποία ουδέποτε ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις και συνακόλουθα ούτε στην κληρονομιαία περιουσία που κατέλιπε ο αποβιώσας σύζυγος της, Ι. Κ. του Ε. με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη του. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι όσον αφορά το τμήμα των 46, 71 τ.μ. που ο αρχικώς εναγόμενος απέκτησε, κατά τους ισχυρισμούς του, με ειδική διαδοχή από την Α. Τ., ότι περιήλθε στην τελευταία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ασκούσε επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας από το έτος 1932, οπότε και της το παραχώρησε άτυπα η γιαγιά της Κ. Π., μέχρι τη μεταβίβασή του στον αρχικώς εναγόμενο Α. Β. το έτος 1982 και ότι στην Κ. Π. είχε περιέλθει κατόπιν άτυπης διανομής των ορίων της οικίας της τελευταίας με την οικία του Γ. Π. το έτος 1876 από Επιτροπή Διαιτητών. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι το υπόλοιπο τμήμα είχε περιέλθει στον αρχικώς εναγόμενο Α. Β. από κληρονομιά του πατέρα του Δ. Β. την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. 15486/20-8-1979 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Γ., ότι στον τελευταίο (Δ. Β.) το ίδιο τμήμα είχε περιέλθει από κληρονομιά της άνευ διαθήκης αποβιώσασας συζύγου του Β. το γένος Γ. και Κ. Π., στην δε τελευταία από κληρονομιά του επί τουρκοκρατίας αποβιώσαντος πατέρα της Γ. Π., ο οποίος τέλος είχε αποκτήσει αυτό με αγορά κατά το έτος 1838 από τους αδερφούς Νόβα. Επ' αυτών λεκτέα τα ακόλουθα : Κατά πρώτον, το από 13.10.1876 έγγραφο των διορισθέντων ως διαιτητών, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται σε φωτοτυπικό αντίγραφο ο αρχικώς εναγόμενος - αρχικώς εκκαλών - καθ ων η κλήση - εκκαλούντες, αφορά, όπως προκύπτει από τον τίτλο του, αλλά και από το όλο περιεχόμενο του, τη διευθέτηση των ορίων "του οικοπέδου και οικίας Πίκου" μεταξύ των κληρονόμων Γ. Κ.. Π. και Κ. I.. Π. και δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, το οποίο, όπως προκύπτει και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους καθ ων η κλήση από Απριλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Ν. Κ., βρίσκεται παραπλεύρως των οικιών αυτών και χωρίζεται από αυτές με ανώνυμη κοινοτική οδό. Το ότι η διανομή αυτή δεν αφορά το επίδικο προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την αναφορά στο διαχωρισμό στη μέση της "στέρνας" που βρίσκεται μεταξύ των δύο οικιών, όπως αυτή απεικονίζεται διαμοιρασμένη και στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και εκτός του επιδίκου ακινήτου. Περαιτέρω, μόνο το γεγονός ότι η αρχικώς ενάγουσα, στην προγενέστερη από 23.3.1983 αγωγή της, αλλά και στην υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ε., περιγράφει το επίδικο "ως οικοπεδοτεμάχιο μετά της εν αυτώ παλαιάς καλύβης εκτάσεως 46,71 τ.μ. οριζόμενου γύρωθεν και εν όλω με κοινοτικήν οδόν και ιδιοκτησίες Μ. Γ. - Μ. και Α. Β." (αρχικώς εναγομένου) δεν συνάγεται αυτοδίκαια και ομολογία αυτής, ως ισχυρίζεται ο αρχικώς εκκαλών, ότι και η ίδια θεωρούσε ανέκαθεν ιδιοκτησία του αρχικώς εναγομένου το επίδικο ακίνητο, δηλαδή και τον περιβάλλοντα αδόμητο χώρο της καλύβας και συνεπώς σε καμία περίπτωση δε νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή προς διεκδίκηση του ενδίκου ακινήτου. Καταρχήν, η εν λόγω αγωγή είχε ως αντικείμενο μόνο την ακύρωση του υπ' αριθ. ... μεταβιβαστικού συμβολαίου, χωρίς να σωρεύεται αγωγή διεκδικητική και η περιγραφή του ακινήτου ακολουθεί κατά θέση, έκταση και όρια το λεκτικό του συμβολαίου. Επιπλέον, όπως εκτίθεται από τον καθολικό διάδοχο της αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητο τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις του όσο και στις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις του, χωρίς στο σημείο αυτό να αμφισβητείται από τους αντιδίκους του, η υπ' αριθ.... αποδοχή κληρονομιάς διορθώθηκε από την αρχικώς ενάγουσα με την υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη του Συμβ/φου Ιωαννίνων Π. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Ζαγορίου (τμ. 35 και α.α. 84), με την οποία η τελευταία δήλωσε ότι η αληθής έκταση του όλου ακινήτου είναι 250 τ.μ ( και ήδη, μετά από νεότερη ακριβή εμβαδομέτρηση κατά τα ανωτέρω 350,04 τμ), με τα αυτά όρια πλην της ιδιοκτησίας του Α. Β.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι η Χ. Κ.. ήταν κυρία του ως άνω ενδίκου ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται και το μεταβιβασθέν στον αρχικώς εναγόμενο τμήμα των 46 τμ, στηρίζεται στην συνεκτίμηση του συνόλου του ως άνω αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε στη σαφή και στηριζόμενη σε προσωπική αντίληψη κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντα μάρτυρα, Ό. Β., ο οποίος κατέθεσε ότι το αλώνι με την καλύβα συνιστούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, καθόσον η καλύβα εξυπηρετούσε λειτουργικά τον ελεύθερο χώρο του αλωνιού και χρησιμοποιούταν για την αποθήκευση του καρπού και του άχυρου μετά την ολοκλήρωση του αλωνίσματος, ότι επιπλέον η πόρτα της καλύβας δεν ήταν από την πλευρά του κοινοτικού δρόμου, αλλά από την πλευρά του αλωνιού και συνεπώς ήταν αδύνατο να εισέλθει κανείς στην καλύβα, χωρίς να διέλθει από το αλώνι και ότι επίσης το όλο ενιαίο ακίνητο εκμισθώθηκε το έτος 1953 στον Σ. Τ., ο οποίος χρησιμοποιούσε την παλιά καλύβα ως καφενείο - μπακάλικο και το παλιό αλώνι ως προαύλιο, αναπτύσσοντας τραπεζοκαθίσματα το καλοκαίρι. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε τον Α. Β. να χρησιμοποιεί ή εν γένει να ασκεί πράξεις νομής στο χώρο του αλωνιού, παρά μόνον για πρώτη φορά το έτος 1983, όταν είδε να ανεγείρεται εντός του επιδίκου τοιχοποιία από τον γιο του Α. Β., Γ. Β.. Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκαν τα υποστηριζόμενα από τον αρχικώς εναγόμενο και μετέπεται αρχικώς εκκαλούντα στην ένδικη έφεσή του ότι το έτος 1932 η Κ. Π. παραχώρησε άτυπα όλη της την περιουσία στην Α. Τ., προκειμένου να τη γηροκομήσει, η οποία έτσι κατέστη κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, της επίμαχης αχυροκαλύβας. Αλλωστε δε συνάδει με την κοινή λογική η Κ. Π., ηλικίας κατ' εκείνο το χρόνο 83 ετών (έτος γέννησης 1876), να σπεύσει να παραχωρήσει όλη της την περιουσία στην ηλικίας τότε 28 ετών εγγονή της Α., η οποία μόλις είχε επιστρέψει, έχοντας την επίβλεψη του ανήλικου τέκνου της, στην πατρική της οικία στη ... από έναν αποτυχημένο γάμο, χωρίς μάλιστα να έχει διαζευχθεί ακόμη τυπικά με το σύζυγό της Α. Τ. (βλ. την υπ' αριθ. 37/1933 απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων), τη στιγμή μάλιστα που η Κ. Π. καθόλη τη διάρκεια των προηγούμενων ετών συγκατοικούσε με τη νύφη της Χ., η οποία και τη φρόντιζε (βλ. σχετικά την υπ' αριθ. 157/2004 ένορκη βεβαίωση του Ν. Β.), αλλά και συντηρούσε την ίδια την Α. Τ. και το τέκνο της, όπως ρητά αναφέρεται στο προπαρατεθέν σκεπτικό της υπ' αριθ. 37/1933 δικαστικής απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή διαζυγίου που είχε εγείρει η τελευταία. Αφετέρου, όπως αναλυτικά προηγουμένως αναφέρθηκε, η εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου για τη διενέργεια αγροτικών εργασιών ως βιοποριστικού μέσου ανήκε στην Χ. Κ.., χωρίς να αποδειχθεί καμία ανάμειξη της γηραιός πεθεράς της. Επισημαίνεται ότι οι μάρτυρες Μ. Γ. και Θ. Σ., οι οποίοι εξετάστηκαν με επιμέλεια των τότε εναγομένων Α. Τ. και Α. Β. και οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στην υπ' αριθ. 136/1987 έκθεση εξέτασης μαρτύρων, δεν κάνουν καμία απολύτως αναφορά σε παραχώρηση λόγω άτυπης δωρεάς του ακινήτου από την Κ. Π. στην εγγονή της Α. Τ.. Και ναι μεν η πρωτόδικα εξετασθείσα επιμελεία του αρχικώς εκκαλούντος, μάρτυρας Α. Β., χήρα του πλέον, η κατάθεση της οποίας περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, αναφέρεται σε εν ζωή παραχώρηση της καλύβας και μόνο από την Κ. Π. στην εγγονή της Α. Τ., πλην όμως η μάρτυρας αυτή μετέβη για πρώτη φορά στη ... περί το έτος 1970 και συνεπώς η κατάθεσή της βασίζεται αποκλειστικά σε αφηγήσεις τρίτων που μάλιστα χρονικά απέχουν σημαντικά από τα κρίσιμα γεγονότα, πέραν του ότι λόγω της ως άνω ιδιότητάς της, ήτοι της συγγενικής της σχέσης με τον προαναφερόμενο αρχικώς εκκαλούντα, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο, ενόψει μάλιστα και των ως άνω αποδειχθέντων, αξιόπιστη. Τέλος, όσον αφορά την εκμίσθωση του επιδίκου στον Σ. Τ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως καφενείο - μπακάλικο μεταξύ των ετών 1953 -1960, η οποία (εκμίσθωση) και από τα δύο διάδικα μέρη παρουσιάζεται ως σημείο αιχμής του πραγματικού της υπόθεσης, ο καθολικός διάδοχος της αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητος επικαλείται το από 10.9.1953 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, για το οποίο γίνεται μνεία ότι προσκομίζεται σε απλή φωτοτυπία, καθόσον το πρωτότυπο είχε κατασχεθεί ως πλαστό κατόπιν του υπ' αρ. 90/1992 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, υποστηρίζοντας ότι από αυτό προκύπτει σαφώς ότι ως εκμισθώτρια και ιδιοκτήτρια είχε συμβληθεί η Χ. Κ.., με πληρεξούσια της την Α. Τ.-Κ.. Από την άλλη πλευρά ο καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου - αρχικώς εκκαλών υποστηρίζει ότι εκμισθώτρια στη σύμβαση αυτή ήταν η Α. Τ. - Κ.. Ομοίως αντιφατικές στο σημείο αυτό είναι και οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτόδικα στο ακροατήριο αλλά και σε προηγηθείσες πολιτικές και ποινικές δίκες.
Συνεπώς, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το πρόσωπο της εκμισθώτριας, χωρίς να οδηγείται το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση μόνο από το γεγονός ότι ο Σ. Τ. κατέθεσε την 15.5.1990 ενώπιον του Πταισματοδίκη Ιωαννίνων ότι είχε μισθώσει την επίμαχη αχυροκαλύβα από την Α. Τ. και στη συνέχεια αθωώθηκε για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αναφορικά με την ως άνω κατάθεση, με την υπ' αριθ. 1221/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, μόνο το μισθωτήριο αυτό συμβόλαιο δεν μπορεί να αναιρέσει την ήδη επελθούσα πρωτότυπη κτήση της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τη Χ. Κ.., η οποία μεταξύ των ετών 1920 - 1953 είχε ήδη συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω, ο αρχικώς εναγόμενος και μετέπειτα ο καθολικός διάδοχος του - αρχικώς εκκαλών με τις πρωτόδικες προτάσεις του καθώς και με την ένδικη έφεσή του προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Α. Β. απέκτησε το επίδικο ακίνητο, σε κάθε περίπτωση, και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές πράξεις νομής, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, από τη μεταγραφή του υπ' αριθ. ... μεταβιβαστικού συμβολαίου (8.9.1982) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (που ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της στις 02-10-1992), με τον προαναφερόμενο τίτλο και με καλή πίστη. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός αποδεικνύεται ως ουσία αβάσιμος, διότι ναι μεν ο αρχικώς εναγόμενος, Α. Β., είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής νομή υπερβαίνουσα τη δεκαετία και επίσης νεμόταν αυτό με νόμιμο τίτλο κατά την έννοια της διάταξης 1041 ΑΚ και δη το προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, καθόσον νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγράφει και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα, κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, ...... πλην όμως εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι δε συντρέχει το στοιχείο της καλής πίστης, καθόσον ο αρχικώς εναγόμενος, Α. Β. όταν απέκτησε τη νομή επί του επιδίκου κατ' έτος 1982, γνώριζε ότι η Α. Τ. δεν ήταν δυνατόν να έχει αποκτήσει πλήρη και αποκλειστική κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και ότι ήταν μετακλητή μόνο κυρία, βεβαρημένη με καταπίστευμα. Και αυτό διότι, ο αρχικώς εναγόμενος είχε γεννηθεί στη ... το έτος 1910 (βλ. σχετικά την υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ε. Π. του καθολικού του διαδόχου Γ. Β.) και ήταν εν ζωή ιδιοκτήτης της οικίας η οποία γειτνιάζει με το επίδικο ακίνητο, αλλά και με την πατρική οικία της Α. Τ. στο ορεινό χωριό της ... Ιωαννίνων και ως εκ τούτου σαφώς γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο με την επ' αυτού καλύβα χρησιμοποιούνταν ως αλώνι μετά το θάνατο του Ε. Κ. από τη χήρα του Χ. (την "...", όπως ήταν γνωστή, κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του μάρτυρα Ό. Β. και ότι η Α. Τ. μεταξύ των ετών 1958-1974 κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα, χωρίς να δύναται να άγει σε αντίθετη κρίση το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του τότε Προέδρου της Κοινότητας ..., με το οποίο βεβαίωνε ότι η Α. Τ. έχει στην κυριότητά της μία αχυροκαλύβα έκτασης 46,7 τ.μ. την οποία νέμεται χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν από τριάντα και πλέον ετών. Το ως άνω πιστοποιητικό κυριότητας, το οποίο προσαρτήθηκε στο επίμαχο υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, δεν παρέχει πλήρη απόδειξη για την ιδιοκτησιακή κατάσταση ή την κατοχή ακινήτου της περιφέρειας του Προέδρου της Κοινότητας από ορισμένο πρόσωπο, γιατί δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα από τον τότε ισχύοντα Ν. 1065/1980 "περί κύρωσης Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" και ως εκ τούτου δεν αρκεί μόνο αυτό για να καταστήσει καλόπιστη τη νομή του αρχικώς εναγόμενου, ενώ λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη ως δικαστικό τεκμήριο. Επιπλέον, ο αρχικώς εναγόμενος είχε λάβει γνώση το έτος 1975 του περιεχομένου της από ... διαθήκης του Ι. Κ.υ, το οποίο τότε έγινε ευρύτερα γνωστό στη μικρή κοινωνία της .... Και αυτό, επειδή ο Ι. Κ. στην από ... ιδιόγραφη διαθήκη του είχε ορίσει, εκτός των όσων ήδη αναφέρθηκαν, ότι η σύζυγος και κληρονόμος του Ν. Κ. οφείλει να υιοθετήσει τέκνο το οποίο θα λάβει το επίθετό της, άλλως όλη η περιουσία του τόσο στην Αθήνα, όσο και στη ... θα περιέλθει στην Κοινότητα ..., για να σπουδάσει πτωχός μαθητής της Κοινότητας. Επιθυμώντας να υλοποιήσει την επιθυμία αυτή του διαθέτη, η αρχικώς ενάγουσα υιοθέτησε το έτος 1975 άρρεν τέκνο σε βρεφική ηλικία, στο οποίο μάλιστα έδωσε το όνομα του αποβιώσαντος συζύγου της και είναι ο ήδη καλών - εφεσίβλητος, ενάγων Ι. Κ., γεγονός το οποίο διαδόθηκε στο χωριό της .... Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι ο αρχικώς εναγόμενος και η Α. Τ. είχαν στενές οικογενειακές σχέσεις και συνεπώς αυτός γνώριζε τα ζητήματα που άπτονταν της πατρικής της οικογένειας. Άλλωστε η Α. Τ. με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων δώρησε στην τότε ανήλικη Φ. Β., εγγονή του αρχικώς εναγομένου και θυγατέρα του καθολικού του διαδόχου, Γ. Β., 18 ακίνητα, δηλαδή την οικία όπου κατοικούσε στη ... καθώς και αγροτεμάχια. Χαρακτηριστική εξάλλου και πειστική όσον αφορά τη γνώση του Α. Β. για το ως άνω περιεχόμενο της διαθήκης και την έλλειψη κυριότητας της Α. Τ. στο μεταβιβασθέν σ αυτόν με το ως άνω συμβόλαιο ακίνητο των 46,7 τμ που συμπεριλαμβάνεται στο επίδικο είναι η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα Ο. Β., που ερωτηθείς σχετικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέθεσε επί λέξει "Ε βέβαια το έμαθε. Ηταν δυνατόν να μην το μάθει. Εδώ το μάθαμε όλοι εμείς, δεν θα το μάθαινε ο γείτονας που είναι κολλητά τα σπίτια. Επειτα, είναι και κάτι άλλο. Όταν έγινε η πράξη της υιοθεσίας παρεβρέθη ως μάρτυρας και υποστηρικτής της (εννοεί της Ν. Κ.) ο Ι. Ν. που η γυναίκα του είναι αδελφή της γυναίκας του Α. Β.. Ηταν δυνατόν να μην το μάθουν. Και ο οποίος Ν. εγγυήθηκε ότι είχε περιουσία η Ν. Κ. από το Γ. Κ. γι αυτό έγινε η υιοθεσία. Δεν θα μπορούσε να γίνει υιοθεσία αν δεν υπήρχε περιουσία...". Σημειωτέον ότι η Α. Τ., νοσηλευόμενη λίγο πριν το θάνατό της, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ. προέβη στην υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική δήλωση ανάκλησης της δωρεάς επικαλούμενη λόγους αχαριστίας των γονέων της ως άνω δωρεοδόχου, αλλά και την έλλειψη κυριότητάς της επί των δωρηθέντων και παράλληλα με την αριθ. 710/1990 δημόσια διαθήκη της εγκατέστησε κληρονόμο της το θετό υιό της Ν.Κ., εφεσίβλητο, Ι. Κ.. Ως εκ τούτου, ενόψει όλων των ανωτέρω, η προβληθείσα από τον αρχικώς εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Απορριπτέος, εξάλλου, ως μη νόμιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, κατ ορθή εκτίμησή του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, διότι η διεκδικητική αγωγή, ως η προκειμένη, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή (ΑΚ 249) που αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος από τον εναγόμενο- προσβολέα με την οποία προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί από τον δικαιούχο - ενάγοντα......., περίπτωση που προφανώς δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθώς σύμφωνα με τα συνομολογηθέντα από τους διαδίκους στα ένδικα δικόγραφά τους, ο αρχικώς εναγόμενος (προσβολέας, κατά την αγωγή, του ενδίκου δικαιώματος της αρχικώς ενάγουσας) βρίσκεται στην κατοχή του επιδίκου (νόμιμη κατ αυτόν, παράνομη κατά την ενάγουσα) που αποτελεί και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, από τις 3.9.1982, οπότε και του μεταβιβάσθηκε τμήμα του ένδικου ακινήτου, κατά τα ανωτέρω, και επομένως, μέχρι την άσκηση της ένδικης σε βάρος του από 20- 7-1992 αγωγής δεν παρήλθε εικοσαετία και άρα δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής, ........ για τη συμπλήρωση της οποίας δεν δύναται να υπολογισθεί το χρονικό διάστημα που αυτό βρισκόταν στην κατοχή της δικαιοπαρόχου του τελευταίου (Α. Τ.), ως αυτός υποστηρίζει. Απορριπτέα, τέλος, ως κατ ουσίαν αβάσιμη τυγχάνει και η προβληθείσα πρωτοδίκως από τον αρχικώς εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αγωγής, που επαναφέρεται και στην κρινόμενη έφεση, καθώς ουδόλως αποδείχθηκαν τα αναφερόμενα απ' αυτόν ως άνω περιστατικά που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αρχικώς ενάγουσας και δη μακροχρόνια αδράνειά της προς άσκησή του, αφού αυτή, κατά τα προαναφερόμενα, αμέσως μετά την μεταβίβαση του ως άνω τμήματος του ενδίκου ακινήτου στον αρχικώς εναγόμενο, Α. Β., με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και δη προτού ακόμα αποκτήσει το ένδικο κληρονομικό της δικαίωμα από το καταπίστευμα, ήτοι πριν το θάνατο της βεβαρημένης με αυτό Α. Τ., άσκησε σε βάρος της τελευταίας και του αρχικώς εναγόμενου την από 23.3.1983 αγωγή της που αφορούσε το ίδιο ακίνητο και ζητούσε με αυτήν την αναγνώριση ως άκυρης της δια αυτού μεταβίβασης στον αρχικώς εναγόμενο και μετά την τελεσίδικη απόρριψή της, ως μη νόμιμης, με την με αριθμό 33/1991 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου λόγω της πρόωρης άσκησής, αφού αυτό δεν τότε αυτό κεκτημένο, κατά τα προαναφερόμενα, την ένδικη αγωγή της με την οποία νομίμως και βασίμως, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων, ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και την απόδοση σ' αυτήν του επιδίκου ακινήτου που ο αρχικώς εναγόμενος παρά τη θέλησή της, παρανόμως και κακόπιστα, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων, κατέλαβε. Πρέπει, κατά συνέπεια, ενόψει όλων των ανωτέρω...... η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της καθ όλο το ως άνω αιτητικό της, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων από τον αρχικώς εκκαλούντα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης. Πρέπει, περαιτέρω, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή του σχετικού ως άνω λόγου της έφεσης που έγινε δεκτός, ήτοι κατά το ως άνω κεφάλαιό της που αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ήτοι με την παρούσα, ως ουσία αβάσιμη, ενώ πρωτόδικα είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, στο σύνολό της........." Στη συνέχεια, αφού ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση έκανε δεκτή την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της δικαιοπραξίας μεταβίβασης που επήλθε με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τ. που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου στον τόμο ..., αναγνώρισε την αρχικώς ενάγουσα, Νίκη χα Ι. Κ.υ, το γένος Χ. Α., κατοίκου στη ζωή Αθηνών, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ο καθολικός διάδοχός της, Ι. Κ., κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τους καθ' ων η κλήση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς εκκαλούντος και ήδη αποβιώσαντος Γ. Β., ο οποίος υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αρχικώς εναγομένου και ήδη αποβιώσαντος Α. Β., να αποδώσουν στον καλούντα- εφεσίβλητο, υπό την ως άνω ιδιότητα υπό την οποία παρίσταται το επίδικο ακίνητο". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 974, 976 εδ.α, 1041, 1042 και 1051 ΑΚ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των, ανελέγκτως, γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού, ότι δηλαδή ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, εφόσον δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του το στοιχείο της καλής πίστης, καθώς γνώριζε ότι το έτος 1982 που απέκτησε την νομή του με το ρηθέν συμβόλαιο αγοραπωλησίας, η πωλήτρια αυτού Α. Τ. δεν ήταν κατά το χρόνο μεταβίβασης κυρία αυτού, ήτοι δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία αλλά ήταν μόνο μετακλητή κυρία αυτού, βεβαρημένη με καταπίστευμα και συνεπώς δεν είχε την πεποίθηση κατά το χρόνο κτήσης της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα. Επομένως ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα ότι δηλαδή για τη απόκτηση της κυριότητας στο πρόσωπο του αρχικού εναγομένου Α. Β. με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, έπρεπε να διαπιστωθεί σχετικά με την καλή του πίστη η ύπαρξη ή όχι της πεποίθησης του για την απόκτηση κυριότητας και όχι η γνώση περί υπάρξεως δικαιώματος κυριότητας της μεταβιβάσασας δικαιοπαρόχου του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ενστάσεως του αρχικώς εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, αποκτηθείσης δια τακτικής χρησικτησίας δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη αποκτήσεως από τον αρχικό εναγόμενο δικαιοπάροχο των αναιρειόντων της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω, μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των οποίων το πραγματικό καλύπτουν και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή ο αρχικός δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το χρόνο που απέκτησε για το επίδικο νόμιμα μεταγεγραμμένο τίτλο (1983) και την κτήση της νομής του ήταν καλόπιστος, καθώς γνώριζε ότι η μεταβιβάσασα δεν ήταν κατά τα ανωτέρω κυρία αυτού, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δ. ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ., ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 410/2024, ΑΠ 79/2023, ΑΠ 601/2020). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, όχι όμως και ως προς την περιεχόμενη σε αυτό δήλωση του συμβαλλόμενου, ως προς την οποία τούτο εκτιμάται ελεύθερα, ως δικαστικό τεκμήριο (Α.Π. 1191/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα της προσκομισθείσας από την αρχική ενάγουσα υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς από την οποία συνάγεται εξώδικη ομολογία της ότι ο διαθέτης Ι. Κ. είχε αποκτήσει μόνο 46,71 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η περιεχόμενη στο ανωτέρω δημόσιο έγγραφο δήλωση της σε αυτό συμβαλλομένης αρχικώς ενάγουσας, δεν έχει από το νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη και συνεκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, με τα λοιπά, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα.
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 251/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 251/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ