Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1095 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1095/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Α. και της Α., 2) Μ. Γ. του Α. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βαρσάμη Γιοβανούδα, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Σ. και της Α., 2) Μ. συζ. Θ. Π., το γένος Γ. και Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παράσχο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων από κοινού με την Ε. χήρα Α. Μ., το γένος Ά. και Ά. Φ. - τρίτη αρχικώς ενάγουσα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2013 μη οριστική, 99/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1626/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-5-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΙΙ) Η κρινόμενη από 30-5-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1626/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 22-9-2010 αγωγή που οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, από κοινού με την Ε. χήρα Α. Μ., το γένος Ά. και Ά. Φ., τρίτη αρχικώς ενάγουσα, από το δικόγραφο και το δικαίωμα της οποίας (αγωγής) η τελευταία παραδεκτά παραιτήθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες επικαλούμενοι ότι καθένας από αυτούς τυγχάνει ψιλός κύριος κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων και αναλυτικά περιγραφομένων κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτων, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και ότι κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής της Χαλκιδικής, μετά την ολοκλήρωση της οποίας έχουν λάβει τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ, απώλεσαν εκ παραδρομής την προθεσμία υποβολής του ως άνω εγγραπτέου δικαιώματός τους, με αποτέλεσμα τα επίδικα ακίνητα να αποτυπώνονται ανακριβώς στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ότι ανήκουν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στη συγκυριότητα εκάστου των εναγομένων και να προσβάλλεται το ως άνω δικαίωμα ψιλής κυριότητάς τους, ζήτησαν, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αγωγικού τους αιτήματος, με την παραίτηση της σχετικής αξιώσεώς τους, ως προς το αναφερόμενο σε αυτήν ( αγωγή) τέταρτο ακίνητο, να αναγνωριστεί η κατά τα άνω ψιλή συγκυριότητά τους επί των επιδίκων (τριών) ακινήτων και να διορθωθούν σχετικά οι εσφαλμένες πρώτες εγγραφές ώστε να καταχωριστούν οι ίδιοι ψιλοί συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος με τίτλο κτήσης την αναφερόμενη αποδοχή κληρονομιάς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρχικά η υπ' αριθμ. 222/2013 μη οριστική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, λόγω μη προσκομιδής εκ μέρους των εναγόντων του πιστοποιητικού εγγραπτέας πράξης του κτηματολογικού φύλλου και του κτηματολογικού διαγράμματος και ακολούθως η υπ' αριθμ. 99/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η ένδικη αγωγή εκ μέρους της τρίτης ενάγουσας Ε. χήρας Α. Μ. κατά των εναγομένων και συνεπώς καταργημένη η ανοιγείσα δίκη ως προς αυτήν μετά τη νομότυπη εκ μέρους της παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και αφού αναγνωρίστηκε το ως άνω δικαίωμά τους, διατάχθηκε η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου .... Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους των ηττηθέντων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1626/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
ΙΙΙ) Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα, και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ Ολ.10/2012, ΑΠ Ολ8/2001, Α.Π. 1325/2022, ΑΠ383/2019). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολ 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 1875/1999). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας αγωγής επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως (ΑΠ 747/2022). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1798/2022, Α.Π.408/2016). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 29 Οκτωβρίου 2013 προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης αγωγής, πρόβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αντιδίκων τους, ισχυριζόμενοι ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση για τα επίδικα ακίνητα αποδείχθηκε ότι: α) Τα αποκτήσαμε εμείς και οι ως άνω δικαιοπάροχες μας κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο και γι' αυτό αυτές το 1996 και εμείς κατόπιν τα δηλώσαμε ως ιδιοκτησία μας στο Εθνικό κτηματολόγιο, ενώ ούτε ο φερόμενος δικαιοπάροχος των αντιδίκων Α. Μ., ούτε οι αντίδικοι δήλωσαν αυτά διότι γνώριζαν ότι αυτά ανήκαν είτε στην Α. Π., είτε στη Μ. Κ. και μετέπειτα σε μας..... β) Από το 1958 το πρώτο επίδικο και από το 1962 τα υπόλοιπα ακίνητα, περιήλθαν στις ως άνω δικαιοπαρόχους μας και μετέπειτα σε μας και μέχρι και σήμερα, νεμόμεθα και κατέχουμε τα επίδικα ακίνητα με καλή πίστη, με διάνοια κυρίων και χωρίς δικαστική ή άλλου είδους αμφισβήτηση ή ενόχληση από κανέναν, ούτε από τους αντιδίκους, ούτε από τον φερόμενο ως δικαιοπάροχό τους Α. Μ..... Δηλαδή στα επίδικα ακίνητα οι δικαιοπάροχοί μας και εμείς ασκούμε από το 1958 το πρώτο ακίνητο και από το 1962 για τα λοιπά, μέχρι και σήμερα τις ως άνω σαφείς και προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής και κατοχής, χωρίς να ενοχληθούμε από κανέναν, ούτε από τους αντιδίκους, ούτε από τον Α. Μ., οι οποίοι έβλεπαν τις ως άνω πράξεις μας, όπως και υπό τα όμματα όλων των κατοίκων του χωριού ...ς Χαλκιδικής, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν, ούτε να μας ενοχλήσουν ποτέ, αφού γνώριζαν ότι αυτά ανήκουν κατά κυριότητα στις δικαιοπαρόχους μας και κατόπιν σε μας. γ) Το δήθεν δικαίωμα κυριότητας των αντιδίκων εμφανίστηκε για πρώτη φορά το έτος 2011 με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, δημιουργώντας απρόβλεπτη και αιφνίδια κατάσταση σε μας, που κινδυνεύουμε, σε περίπτωση αποδοχής της να αντιμετωπίσουμε σοβαρότατες δυσχέρειες στην επαγγελματική μας δραστηριότητα και την οικογενειακή μας ζωή, αφού αν αναγκασθούμε να λάβουν οι αντίδικοι ποσοστό στα επίδικα ακίνητα, χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα, θα ζημιωθούμε τα μέγιστα, καθόσον είμαστε αγρότες και η άσκηση νομής και κατοχής σε αυτά επιφέρουν τα εισοδήματά μας για να ζήσουμε εμείς και οι οικογένειές μας. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά...... προκύπτει σαφώς ότι: α) Η μη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας το οποίο επικαλούνται οι αντίδικοι επί των επιδίκων ακινήτων κατά τα παραπάνω, σε καμία χρονική στιγμή τουλάχιστον από το έτος 1962 μέχρι σήμερα, το γεγονός ότι, χωρίς την παραμικρή αντίδραση αυτών και του Α. Μ., οι οποίοι όλοι ζούσαν εντός του οικισμού ... και σε μικρή απόσταση από τα επίδικα ακίνητα, και έβλεπαν τις ως άνω σαφείς πράξεις νομής μας και των δικαιοπαρόχων μας, χωρίς να ενοχληθούμε από τους αντίδικους και τον Α. Μ., δημιούργησαν εύλογη πεποίθηση σε μας ότι αυτό (το δικαίωμα) δεν θα ασκηθεί ποτέ, σε συνδυασμό και με τη συμπεριφορά των φερόμενων ως δικαιούχων, οι οποίοι έβλεπαν τη νομή και κατοχή των επιδίκων από μας και προηγούμενα τις δικαιοπαρόχους μας, χωρίς να διαμαρτύρονται και χωρίς να φέρνουν καμία αντίρρηση και τούτο διότι γνώριζαν ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στις δικαιοπαρόχους μας και μετέπειτα σε μας. Η μετά από τόσα έτη προβολή του δικαιώματος αντίκειται στη συναλλακτική καλή πίστη, που αποτελεί το βασικό κριτήριο για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς αντιφάσκει προς το καθήκον συνεπούς συμπεριφοράς που ο νόμος απαιτεί από τους συναλλασσομένους και θίγει καταφανώς τα συμφέροντα μας, τα οποία δημιουργήθηκαν με την προοπτική ότι θα συνεχισθεί με συνέπεια η συμπεριφορά των αντιδίκων, όπως συνεχίστηκε και του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου τους Α. Μ. από το 1962 μέχρι σήμερα και μάλιστα μετά το θάνατο της Μ. Μ. και του Α. Μ., οι οποίοι ποτέ δεν αμφισβήτησαν τα δικαιώματα των δικαιοπαρόχων μας στα επίδικα ακίνητα, να είναι καταχρηστική. β) Η συμπεριφορά όμως των δικαιούχων, πέραν της καλής πίστεως που ο νόμος επιβάλλει στις συναλλαγές, προσκρούει και στα χρηστά ήθη, η μη τήρηση των οποίων αποτελεί επίσης λόγο εφαρμογής της απαγόρευσης του άρθρου 281 του ΑΚ. Πράγματι από τη μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος των φερόμενων ως δικαιούχων δημιουργήθηκε μια κατάσταση η οποία διατηρήθηκε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και η τυχόν ανατροπή της θα έχει πλέον δυσμενέστατες συνέπειες για μένα, καθώς ήδη, εδώ και τόσα έτη (51 χρόνια), ασκούμε τις παραπάνω εμφανείς πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα, μαζί με τις δικαιοπάροχες μας προηγούμενα, υπό τα όμματα των αντιδίκων και του Α. Μ., όσο ζούσε. γ) Πέραν των ανωτέρω, η συμπεριφορά των αντιδίκων υπερβαίνει και τα όρια του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, τη φύση δηλαδή και το σκοπό για τον οποίο αυτό παραχωρήθηκε, καθώς έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα που διατρέχει την έννομη τάξη και επιβάλλεται από τη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, που αναλύθηκαν πιο πάνω. δ) Υφίσταται πράγματι αντιφατική συμπεριφορά των αντιδίκων και του Α. Μ. - γι' αυτό άλλωστε δηλώσαμε αυτά ως κύριοι στο Εθνικό Κτηματολόγιο, όπως και η δικαιοπάροχος μας Μ. Κ. για τα ακίνητα με αριθμό 2, 3 και 4 της αγωγής, ενώ οι αντίδικοι δεν δήλωσαν αυτά, ούτε ο Α. Μ. - καθώς όλη η προηγούμενη διαγωγή τους διαμόρφωσε την απολύτως δικαιολογημένη πεποίθηση σε μας ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν κατά πλήρη και αδιαφιλονίκητη κυριότητα στις δικαιοπαρόχους μας και κατόπιν σε μας και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι αντίδικοι δεν πρόκειται να προβάλουν ουδέποτε δικά τους δικαιώματα στα επίδικα ακίνητα, όπως δεν είχε προβάλλει και ο Α. Μ. όσο ζούσε, ούτε η σύζυγος του Μ. Μ. όσο ζούσε, αλλά προβάλλει μετά από τόσα χρόνια η δεύτερη σύζυγος του - τρίτη ενάγουσα και η αντίδικος Μ. Π. - ανιψιό του και ο σύζυγος αυτής. Η άσκηση της αγωγής τώρα οδηγεί στη βίαιη, αδόκητη, άδικη και αφόρητη για μας ανατροπή μιας κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί, ενώ επιπλέον προσβάλλει ανεπίτρεπτα την αρχή της εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές. Εξάλλου, η έγερση της αγωγής το 2011, κρίνεται καταχρηστική αφού ασκείται περίπου 51 έτη μετά, έτσι ώστε να δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση για τη μη διεκδίκηση των επιδίκων ακινήτων (......).Ακόμα, αν ο δικαιούχος, ενώ μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του, αδράνησε για μακρό χρονικό διάστημα και έτσι δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν θα ασκηθεί, το δικαίωμα αποδυναμώνεται (κρίσιμο στοιχείο) και η άσκηση του απαγορεύεται. Έτσι, αποτρέπεται η ανατροπή μιας πραγματικής κατάστασης που θα είχε αφόρητες συνέπειες για το θιγόμενο από την ανατροπή αυτή (....). Στο πρόσωπο μας ως κυρίων, νομέων και κατόχων των επιδίκων ακινήτων, συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η ύπαρξη καλής πίστης. Δεν ήταν δυνατόν ποτέ κανείς να διανοηθεί, ότι οι αντίδικοι θα προσπαθούσαν τόσα χρόνια μετά να ανατρέψουν μία υφιστάμενη κατάσταση, την οποία δημιούργησε η βούληση του Α. Μ., φερόμενου ως δικαιοπαρόχου τους και μετά το θάνατο του, καθόσον γνώριζαν και έβλεπαν τις ως άνω πράξεις μας και των δικαιοπαρόχων μας και δεν διαμαρτυρήθηκαν ούτε στις δικαιοπαρόχους μας, ούτε σε μας. β) Η αδράνεια άσκησης του δικαιώματος από τον Α. Μ. όσο ζούσε, την πρώτη σύζυγο του Μ. Μ., όσο ζούσε και από τους αντιδίκους. Ποτέ δεν είχε γίνει λόγος μέχρι τώρα από τους ως άνω, ότι υπάρχει πιθανότητα να αναζητηθούν τα επίδικα ακίνητα και δεν διαμαρτυρήθηκαν ούτε αυτοί, ούτε ο Α. Μ. για τις ως άνω σαφείς πράξεις μας νομής και κατοχής, και των δικαιοπαρόχων μας, αλλά και συνακόλουθα οι ίδιοι και ο Α. Μ., όσο ζούσε (1979-2005), όλα αυτά τα χρόνια αναγνώριζαν τα δικαιώματα μας στο επίδικο ακίνητο. γ) Η εδραιωμένη και δικαιολογημένη πεποίθηση μας ότι οι αντίδικοι δεν θα ασκήσουν ποτέ δικαιώματα στα επίδικα ακίνητα, όπως δεν άσκησε και ο Α. Μ., όσο ζούσε (1979-2005), ούτε κανείς άλλος, πρώτη σύζυγος του Α. Μ. Μ.. Η πεποίθηση μας ενισχύονταν από την επί μακρού αδράνεια των αντιδίκων και του Α. Μ., από το γεγονός ότι έβλεπαν την νομή και κατοχή μας στα επίδικα ακίνητα αδιαμαρτύρητα, κύρια όμως από το γεγονός ότι έβλεπαν την αξιοποίηση των επιδίκων από τις δικαιοπαρόχους μας και εμάς, ασκώντας καλόπιστα τις ως άνω σαφείς διακατοχικές πράξεις νομής και κατοχής και δεν έφερναν καμία αντίρρηση επί 51 ολόκληρα συναπτά έτη. δ) Η ενδεχόμενη παραδοχή της αγωγής των αντιδίκων θα δημιουργήσει αφόρητες σε μας οικονομικής και ηθικής φύσεως συνέπειες, θα ανατραπούν οι οικογενειακοί μας σχεδιασμοί μιας ολόκληρης ζωής, καθώς οι αντίδικοι άσκησαν την κρινόμενη αγωγή διότι διείδαν την αξία αυτών και θα απωλεσθούν άδικα και οριστικά χρόνια εργασίας, οι μόχθοι και οι κόποι μας, όπως και των δικαιοπαρόχων μας, λαμβανομένου υπόψη ότι εμείς είμαστε τέκνα της Α. Π., αδελφής της Μ. Κ. και της Μ. Μ., συζύγου του Α. Κ. και την ως άνω κατάσταση βρήκαμε και συνεχίσαμε καλόπιστα και ως κύριοι αυτών. ε) Η άσκηση "δικαιώματος" από τους αντίδικους με την κρινόμενη αγωγή αντίκειται προφανώς στο περί δικαίου αίσθημα του λαού και την ηθική τάξη. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (και επικουρικά), η έγερση της κρινόμενης αγωγής αποτελεί άσκηση αποδυναμωμένου δικαιώματος (ακόμη και αν θεωρηθεί ότι κάποτε υπήρξε ένα παρόμοιο δικαίωμα του Α. Μ.), ο οποίος επιπλέον (υπό το σύνολο των περιστάσεων που είχαν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση) υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού, εκτός των άλλων, συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, προσβάλλει την αρχή τις εμπιστοσύνης που διέπει τις συναλλαγές, δημιουργεί σε μένα απρόβλεπτη και αφόρητη κατάσταση, προκαλεί εντύπωση έντονης αδικίας.". Παράλληλα διατύπωσε το αίτημα να απορριφθεί για το λόγο αυτό η κρινόμενη αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 99/2018 απόφασή του απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγομένων ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι " μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για τη θεμελίωση αυτής, αλλά απαιτείται η επίκληση πρόσθετων και συγκεκριμένων περιστατικών συμπεριφοράς του, τα οποία δημιούργησαν στον αντίδικό του την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμα....., επίκληση που δεν γίνεται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ, την ως άνω ένσταση δεν δύναται να θεμελιώσει ούτε η γενικόλογη αναφορά ότι τυχόν αποδοχή της θα επιφέρει ανατροπή των οικογενειακών σχεδιασμών και θα απωλεσθούν οι μόχθοι και οι κόποι τους επ' αυτών, καθώς πέραν της ασάφειας των ως άνω ισχυριζομένων, δεν αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια των ως άνω συνεπειών με την αναγνώριση ποσοστού συγκυριότητας 1/12 εξ αδιαιρέτου των εναγόντων επί των επιδίκων". Με τον τελευταίο λόγο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης οι αναιρεσείοντες επανέφεραν παραδεκτά στο Εφετείο την επίμαχη ένσταση με το ίδιο όπως πιο πάνω αναπτύχθηκε περιεχόμενο. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σχετικά με την ένσταση αυτή τα ακόλουθα: "Με το ως άνω περιεχόμενο ωστόσο, ο ισχυρισμός των εναγομένων με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ. τυγχάνει μη νόμιμος, καθόσον μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για τη θεμελίωση αυτής, αλλά απαιτείται η επίκληση πρόσθετων και συγκεκριμένων περιστατικών συμπεριφοράς τους, τα οποία δημιούργησαν στους αντιδίκους τους, την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το επίδικο δικαίωμα...., επίκληση, που δεν γίνεται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ την ως άνω ένσταση δεν δύναται να θεμελιώσει ούτε η γενικόλογη αναφορά ότι τυχόν αποδοχή της θα επιφέρει ανατροπή των οικογενειακών σχεδιασμών και θα απολεσθούν οι μόχθοι και οι κόποι τους επ' αυτών, καθώς πέραν της ασάφειας των ως άνω ισχυριζόμενων, δεν αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια των ως άνω συνεπειών με την αναγνώριση ποσοστού συγκυριότητας 1/12 εξ αδιαιρέτου των εναγόντων επί των επιδίκων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση ουδόλως έσφαλε, αλλά ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με το περιεχόμενο του ως άνω λόγου έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης.". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο ως προς την απόρριψη ως μη νόμιμης της επίμαχης ένστασης των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα επικαλούμενα από τους ενιστάμενους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά, που παραδεκτά προβλήθηκαν με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του ότι μόνη η μακροχρόνια αδράνεια των τελευταίων για την άσκηση του με την αγωγή δικαιώματος συγκυριότητάς τους, χωρίς τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά των ιδίων, από τις οποίες γεννήθηκε στους αναιρεσείοντες η πεποίθηση, ότι το ένδικο δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτής, δεν καθιστά μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, ενώ δεν συνιστούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις οι επικαλούμενες γενικόλογες και ασαφείς αναφορές ότι τυχόν αποδοχή της αγωγής θα επιφέρει ανατροπή των οικογενειακών σχεδιασμών και θα απολεσθούν οι μόχθοι και οι κόποι τους επ' αυτών, χωρίς μάλιστα αναφορά της αιτιώδους συνάφεια των ως άνω συνεπειών με την αναγνώριση ποσοστού συγκυριότητας 1/12 εξ αδιαιρέτου των εναγόντων επί των επιδίκων . Ο πέμπτος επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, από την παραπάνω αιτία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV) Περαιτέρω οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Στην κυριότητα του Σ. Μ., παππού εκ μητρός των εναγομένων και πενθερού του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Μ. περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και τα παρακάτω ακίνητα α) αγροτεμάχιο εμβαδού 2.071 τ.μ. σύμφωνα με τη βάση του κτηματολογίου και 2.076,31 τ.μ. κατόπιν πρόσφατης εμβαδομέτρησης του, που βρίσκεται στον οικισμό ... του δημοτικού διαμερίσματος ...ς του Δήμου ..., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Π., νότια με ιδιοκτησία Τ. Λ., ανατολικά με ιδιοκτησίες Α. Κ. και αγνώστου ιδιοκτήτη και δυτικά με επαρχιακό δρόμο, ........., β) αγρός, εμβαδού 3.113,05 τ. μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...ς του Δήμου ... Χαλκιδικής, ...... και γ) οικόπεδο, εμβαδού 215 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." του οικισμού ... του δημοτικού διαμερίσματος ...ς του Δήμου ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με δρόμο οικισμού, νότια με ιδιοκτησίες Α. Δ. και Σ. Μ. ανατολικά με ιδιοκτησία. …. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Μ.. Ο ανωτέρω (Σ. Μ.), ήταν κατ' επάγγελμα γεωργός, και όπως ομολογείται ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων στην περιοχή, μερικά εκ των οποίων είχε παραχωρήσει άτυπα στις τρεις (3) θυγατέρες του, για την περιουσιακή και οικονομική τους αυτοτέλεια, χωρίς ωστόσο, να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά τα επίδικα ακίνητα. Όπως δε ανέφερε, ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Α. Κ., ο οποίος είχε ιδία αντίληψη για όσα κατέθεσε, ως μόνιμος κάτοικος της περιοχής, τα επίδικα ακίνητα καλλιεργούνταν από τον Σ. Μ., τουλάχιστον μέχρι και το έτος 1980. Ειδικότερα, ο αποβιώσας, Σ. Μ. καλλιεργούσε με σπαρτά το δεύτερο ακίνητο, συγκεκριμένα τον αγρό που βρίσκεται στην θέση "...", συν έκτασης 3 στρεμμάτων, αλλά και το πρώτο ακίνητο, εκτάσεως 2.071 τ.μ., ενώ μέχρι και το έτος 1972, εκμεταλλεύονταν το τρίτο ακίνητο, για την καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων. Μετά το έτος 1972 και μέχρι του θανάτου του, λόγω της παύσης της καλλιέργειας μεταξοσκώληκα στην ευρύτερη περιοχή της ...ς Χαλκιδικής, ο Σ. Μ., επισκέπτονταν το παραπάνω ακίνητο προκειμένου να προβεί σε καθαρισμό της έκτασης του, από την πλειονότητα των φυόμενων εντός αυτού από την εποχή της τουρκοκρατίας μουριών, την ξυλεία των οποίων διέθετε ως καυσόξυλα. Σήμερα δε εντός του παραπάνω ακινήτου, φύονται μόλις 4 μουριές. Μετά δε το θάνατο του Σ. Μ., όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ανωτέρω μάρτυρας, το δεύτερο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση ..., έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο του μέρος, από βάτα, καθώς κανένα σημείο αυτού δεν φέρει στοιχεία και ίχνη προσφάτως καλλιεργημένης έκτασης, το δε πρώτο ακίνητο τα τελευταία 20- 30 χρόνια έχει καλυφθεί από αγριοκάλαμα, πλην ενός τμήματος αυτού περίπου 250 μέτρων, το οποίο χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης του όμορου ακινήτου ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων των πελατών του καταστήματος του. Η ως άνω δε κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, εναρμονίζεται και με την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι τον μόνο που θυμάται να καλλιεργεί τα ως άνω ακίνητα ήταν ο Σ. Μ. καθώς και ότι δεν αντιλήφθηκε κανένα έτερο άτομο, μετά το θάνατο του να τα καλλιεργεί (βλ. σχετ. την με αριθμ. 2.507/9-5-2017 ένορκη εξέταση μάρτυρα), γεγονός άλλωστε που αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόντων φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν την 10η-5-2017, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους των εναγόμενων και ιδίως εκείνες που απεικονίζουν την κατάσταση των δύο πρώτων ακινήτων, κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο Σ. Μ. απεβίωσε στις 25-4-1986, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά το χρόνο δε του θανάτου του, μοναδικοί πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς του, οι οποίοι και υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήταν οι τρεις θυγατέρες του και συγκεκριμένα: α) η Μ. συζ. Α.. Μ.., το γένος Σ. Μ., β) η Α., συζ. Δ. Π., το γένος Σ. Μ. και γ) η Μ., συζ. Ε. Κ., το γένος Σ. Μ., οι οποίες και ουδέποτε αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιαία περιουσία. Ως εκ τούτου, τα ως άνω κληρονομιαία ακίνητα, περιήλθαν κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστη εκ των τριών θυγατέρων του. Ακολούθως, στις 6-12-1987 απεβίωσε στη ... Χαλκιδικής, η θυγατέρα του Σ. Μ., Μ. συζ. Α.. Μ.., χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε και υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτής, ως μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο σύζυγος της, Α. Μ. και οι προαναφερθείσες δύο αδελφές της, δεδομένου ότι, η ίδια δεν απέκτησε τέκνα από το νόμιμο γάμο της. Εν συνεχεία ο Α. Μ., αποδέχθηκε, για λογαριασμό της αποβιώσασας συζύγου του, την επαχθείσα στην τελευταία κληρονομιά του πατέρα της, ήτοι, μεταξύ άλλων και το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου επί των ως άνω γεωτεμαχίων, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ...ς Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς στον τόμο .... Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...ς Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς στον τόμο ..., αποδέχθηκε για λογαριασμό του, το ποσοστό του 1/6 εξ' αδιαιρέτου επί των ως άνω γεωτεμαχίων, το οποίο περιήλθε σε αυτόν, ως σύζυγο και εξ' αδιαθέτου κληρονόμο της συζύγου του Μ. Μ., συζ. Α. Μ.. Ως εκ τούτου, κατόπιν των ως άνω αποδοχών κληρονομιάς, ο ίδιος κατέστη κύριος των ως άνω ακινήτων κατά ποσοστό 1/6 εξ' αδιαιρέτου (1/3 το ποσοστό της συζύγου του). Ο Α. Μ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, απεβίωσε στις 22-8-2005, οπότε και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες και τη δεύτερη νόμιμη σύζυγο του, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2004 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω αναφερόμενου συμβολαιογράφου και η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 12-10-2005, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. ...2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης, ο αποβιώσας Α. Μ., κατέλειπε στην μεν σύζυγο του την ισόβια επικαρπία επί όλης της ακίνητης περιουσίας του, στους δε ενάγοντες την ψιλή κυριότητα αυτής και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστο εξ' αυτών. Εν συνεχεία, οι ενάγοντες, αποδέχθηκαν στην επαχθείσα στους ίδιους κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ως άνω αναφερόμενου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς, οπότε και απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών, την ψιλή κυριότητα, επί της ως άνω ακίνητης περιουσίας του δικαιοπαρόχου τους (ήτοι επί του 1/6 επί των προρρηθέντων ακινήτων) με παραγωγό τρόπο. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι η περιοχή που βρίσκονται τα ως άνω ακίνητα κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, δυνάμει της υπ' αριθμ....1995 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22-9-2008, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2008 απόφασης περαίωσης του ΟΧΚΕ, και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το ως άνω ακίνητο η 6η-10-2008.Κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής, η θυγατέρα του Σ. Μ. και θεία των εναγομένων Μ., συζ. Ε. Κ., υπέβαλε προς τον οργανισμό κτηματολογίου και χαρτογραφήσεων Ελλάδας, την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...1996, δήλωση με το περιεχόμενο της οποίας, επικαλέστηκε ότι η ίδια τύγχανε αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 100% ενός αγρού εμβαδού 1569 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα του ως άνω ενιαίου αγρού των 3.113,05 τ.μ. (υπό στοιχείο β ακίνητο), κατόπιν άτυπης παραχώρησης αυτού από τον πατέρα της και το οποίο καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ως έχον εμβαδόν 1496 τ.μ., το ίδιο δε έπραξε και αναφορικά με το επίδικο οικόπεδο εμβαδού 215 τ.μ., το οποίο, ωστόσο στη σχετική αίτηση της, δήλωσε ότι έχει εμβαδόν 500 τ.μ. - (βλ. σχετ. συνημμένο στην ως άνω αίτηση της έντυπο με τίτλο "στοιχεία ακινήτου" και προσωρινό αριθμό ακινήτου ...). Συνεπεία δε της ως άνω δήλωσης της, και ελλείψει σχετικής αντίρρησης, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής, από οιονδήποτε, το ως άνω δηλωθέν τμήμα, του ενιαίου ακινήτου των 3 στρεμμάτων, καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ...ς, ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, εμβαδού 1496 τ.μ., το οποίο φέρει σήμερα ΚΑΕΚ ..., στο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογικό φύλλο του οποίου, έχει καταχωριστεί η ίδια ως πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού στις αρχικές εγγραφές, όπως αυτές καταχωρίστηκαν κατά τη μεταφορά τους από τους οικείους κτηματολογικούς πίνακες της Β ανάρτησης, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Αντίστοιχα, το ως άνω αναφερόμενο οικόπεδο (επίδικο υπό στοιχείο γ), καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικό βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ...ς με ΚΑΕΚ ..., ότι έχει εμβαδόν 215 τ.μ., στο κτηματολογικό φύλλο του οποίου, έχει καταχωριστεί ως πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού, στις αρχικές εγγραφές και πάλι η ίδια (Μ., συζ. Ε. Κ.), με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Η τελευταία, απεβίωσε στις 3-12-2007, χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε και κληρονομήθηκε από τα ανίψια της και ήδη εναγόμενους Δ. Π. και Μ., συζ. Α. Γ., το γένος Α. Π., ήτοι τα τέκνα της αδελφής της Α. Μ., συζ. Α. Π., οι οποίοι ήταν και οι πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς της. Οι τελευταίοι, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιαία περιουσία, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...ς Π. Κ., στην οποία και αναφέρεται ότι τα ως άνω επίδικα ακίνητα, ανήκαν στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της αποβιώσασας και ως εκ τούτου στην κληρονομιαία περιουσία που επήχθη στους ίδιους (εναγόμενους). Ακολούθως, οι εναγόμενοι, δυνάμει της ως άνω αποδοχής κληρονομιάς, η οποία καταχωρίστηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου ...ς με αριθμό καταχώρισης ...2009, καταχωρίστηκαν στα οικεία κτηματολογικό φύλλα των ως άνω ακινήτων, ως αποκλειστικοί συγκύριοι αυτών, κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών. Ωστόσο, η δικαιοπάροχος των εναγομένων Μ., συζ. Ε. Κ., ουδέποτε κατέστη αποκλειστική κυρία των παραπάνω αναφερόμενων ακινήτων, αλλά συγκυρία αυτών βάσει όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Σ. Μ., ήταν αυτός ο οποίος μέχρι το χρόνο θανάτου του, είχε στην πλήρη και αποκλειστική του κυριότητα ολόκληρο τον αγρό των 3 περίπου στρεμμάτων, τον οποίο άλλωστε φρόντιζε, περιποιούνταν και καλλιεργούσε μέχρι το έτος 1980, όπως άλλωστε και το οικόπεδο των 215 τ.μ., στο οποίο καλλιεργούσε μουριές για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων, δραστηριότητα η οποία εγκαταλείφθηκε όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης μετά το έτος 1972 οπότε και ο προέβη στην κοπή αυτών (μουριών) με αποτέλεσμα κατά το χρόνο θανάτου του και μέχρι και σήμερα να φύονται εντός αυτού μόνο 4 μουριές, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Διαφορετική κρίση ότι, τα υπό στοιχείο β και γ ακίνητα είχαν παραχωρηθεί άτυπα το 1962 από τον παππού τους Σ. Μ., στην θεία των εναγομένων και αδελφή της μητέρας τους, Μ. συζ. Ε. Κ., καθίστανται μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς και εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι, και ότι η τελευταία ήταν κατά τον χρόνο του θανάτου της, αποκλειστική κυρία αυτών όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, δεν δύναται να συναχθεί ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Χ., Ε. Σ. και Α. Μ. που περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από αυτούς ένορκες βεβαιώσεις. Και μπορεί οι εναγόμενοι να ισχυρίζονται ότι το ακίνητο στη θέση "..." εμβαδού 1496 τ.μ. με ΚΑΕΚ ... (υπό στοιχείο β των επιδίκων), τυγχάνει τμήμα του ευρύτερης έκαστης ακινήτου των 3.113,05 τ.μ., το οποίο, διένειμε άτυπα ο απώτερος δικαιοπάροχος τους Σ. Μ., πριν το θάνατο του, προς τις δύο θυγατέρες του και πιο συγκεκριμένα, τμήμα εμβαδού 1.500 τ.μ. περίπου παραχώρησε άτυπα το έτος 1958 στη μητέρα τους Α. Μ., συζ, Α. Π., ενώ το έτερο εναπομείναν τμήμα αυτού, παραχώρησε άτυπα το έτος 1962 στη θεία τους Μ., συζ. Ε. Κ., και ότι κατόπιν της συντέλεσης της ως άνω άτυπης παραχώρησης του τμήματος εμβαδού 1.500 τ.μ. περίπου καθώς και του οικοπέδου των 215 τ.μ., η θεία τους ασκούσε επ' αυτών και μέχρι το έτος 1996, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους και τον προορισμό τους υλικές πράξεις, χρησιμοποιώντας το μεν ακίνητο με ΚΑΕΚ ... (υπό στοιχείο β ακίνητο) ως μπαξέ για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών, ενώ στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... (υπό στοιχείο γ ακίνητο) φύτευσε 4 μουριές προκειμένου να ταΐζει τα ζώα της από τα κλαδιά και τους καρπούς αυτών, ενώ ακολούθως, από το έτος 1996 και μέχρι το χρόνο θανάτου της το 2007, ασκούσαν οι ίδιοι τις ως άνω πράξεις νομής επ' αυτών για λογαριασμό της, οι οποίοι άλλωστε και φρόντιζαν αυτήν καθημερινά, ωστόσο, οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από το αποδεικτικό υλικό και ιδιαίτερα από την κατάθεση τους μάρτυρας ανταπόδειξης, Α. Γ. ο οποίος τυγχάνει σύζυγος της δεύτερης των εκκαλούντων. Συγκεκριμένα ο παραπάνω μάρτυρας σε αντίθεση με όσα αναφέρουν οι λοιποί μάρτυρες (Μ. Χ., Ε. Ζ. και Α. Μ.), κατέθεσε αναφορικά με το υπό στοιχείο β επίδικο ακίνητο (με ΚΑΕΚ ...), ότι αυτό ουδέποτε καλλιεργήθηκε από τη δικαιοπάροχο των εναγομένων, ενώ σε αλλεπάλληλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγομένων, έπεσε σε αντιφάσεις, καταθέτοντας χαρακτηριστικά: "Στης Μ. δεν έχει τίποτα... όχι δεν έχει τίποτα της Μ.... Είναι σκέτο", ενώ, συνεχίζοντας την κατάθεση του ανέφερε ότι το εντός αυτού υφιστάμενο πηγάδι, κατασκευάστηκε από τον ίδιο, περί το έτος 1998, οπότε και η ως άνω υλική πράξη σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να προσπορίσει στην δικαιοπάροχο των εναγομένων δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, καθώς πέραν του ότι δεν συντελέστηκε από την ίδια, το γεγονός ότι αποτελεί μία μεμονωμένη πράξη, σε κάθε περίπτωση από το χρόνο κατασκευής του έως το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής δεν παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών. Τέλος, όσα ο ίδιος ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε αναφορικά ως προς το τρίτο ακίνητο, ήτοι το οικόπεδο εμβαδού 215 τ,μ, δεν κρίνονται πειστικά, το γεγονός δε, ότι το εν λόγω ακίνητο έχει ισοπεδωθεί, ουδόλως αποδεικνύει τον ισχυρισμό των εναγομένων περί κτήσης κυριότητας αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εκ μέρους της δικαιοπαρόχου τους, καθώς η ως άνω ενέργεια έλαβε χώρα τα τελευταία δέκα έτη, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης.
Συνεπώς, μετά τον θάνατο του Σ. Μ., η κυριότητα του ως άνω ενιαίου αγρού των 3 στρεμμάτων περίπου όπως και του επιδίκου οικοπέδου εμβαδού 215 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα των τριών θυγατέρων του. Περαιτέρω, και αναφορικά με το πρώτο των επιδίκων ακινήτων, αποδεικνύεται ότι στο οικείο κτηματολογικό φύλλο αυτού με ΚΑΕΚ ..., κάτω από την ένδειξη "αρχικές εγγραφές", έχουν καταχωριστεί ως πλήρεις συγκύριοι αυτού, οι εναγόμενοι, κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Οι ίδιοι δε διατείνονται, ότι το ως άνω ακίνητο, δεν ανήκε κατά τον χρόνο του θανάτου του στην κυριότητα του Σ. Μ., έτσι ώστε, μετά το θάνατο του να περιέλθει στην κυριότητα των τριών θυγατέρων του κατά τις διατάξεις της εξ' αδιαθέτου κληρονομιάς, καθώς, το ως άνω ακίνητο , ανήκε στην μητέρα τους Ασάνω, συζ. Α. Π., το γένος Σ. Μ., ήδη από το έτος 1980, κατόπιν άτυπης ανταλλαγής αυτού, με δύο χωριστά τμήματα που ανήκαν στον παππού τους Σ. Μ., τα οποία ο ίδιος είχε παραχωρήσει άτυπα κατά το έτος 1958 στη μητέρα τους. Ωστόσο, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, στο οποίο περιλαμβάνονται οι καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρθηκαν, δεν δύναται να συναχθεί ασφαλής κρίση ότι το έτος 1980, όσο ζούσε δηλαδή ο Σ. Μ., έλαβε χώρα από την μητέρα τους Α. συζ. Α. Π., ανταλλαγή τμήματος του ως άνω ακινήτου με τμήμα ακινήτου ιδιοκτησίας των αδελφών Παπανικολάου, δυνάμει της οποίας η ως άνω δικαιοπάροχός τους νέμονταν και κατείχε ενιαίο ακίνητο, εμβαδού κατά το κτηματολόγιο 2.071 τ.μ. το οποίο κατά την κτηματογράφηση έλαβε ΚΑΕΚ .... Και τούτο, διότι, αν και ο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης, Γ. Α., αλλά και οι προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι από αυτούς μάρτυρες ανταπόδειξης Α. Μ., Ε. Ζ. και Μ. Χ.,....... αναφέρουν ότι η ως άνω ανταλλαγή έλαβε χώρα το έτος 1980, ωστόσο, οι καταθέσεις των προσώπων αυτών διαψεύδονται από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Π., που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την δημόσια συνεδρίαση της 23ης 10.2013 (κατά την οποία εξεδόθη η με αριθμό 220/ 2013), και πρόσωπο με το οποίο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι συνεβλήθη η μητέρα τους για την σύναψη της ως άνω συμφωνίας ανταλλαγής, ο οποίος, ανέφερε ότι η ως άνω συμφωνία, έλαβε χώρα το έτος 1989, μετά, δηλαδή, τον θάνατο του Σ. Μ.. Πρέπει να σημειωθεί ότι για να είναι ισχυρή οποιαδήποτε συμφωνία αφορά ακίνητα, πρέπει να τηρηθεί ο απαιτούμενος τύπος, στοιχείο του οποίου η ύπαρξη ουδόλως αποδείχθηκε. Ασφαλής κρίση, ότι το ως άνω ακίνητο είχε παραχωρηθεί στην μητέρα των εναγομένων το έτος 1958, δεν δύναται να συναχθεί από το περιεχόμενο του με αριθμό ... συμβολαίου, του συμβολαιογράφου ...ς Χαλκιδικής Τ. Κ., δυνάμει του οποίου η σύζυγος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του αναφερόμενου σ' αυτό αγροτεμαχίου στον Ν. Μ., κατά την σύνταξη του οποίου, παραστάθηκαν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενες οι παραπάνω αναφερόμενες αδελφές της. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε πράγματι ο Σ. Μ. είχε παραχωρήσει στις θυγατέρες τους τμήμα της ακίνητης περιουσίας του, για την οικονομική και περιουσιακή τους αυτοτέλεια. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι στην παραχωρηθείσα στις θυγατέρες του, περιουσία περιλαμβάνονταν και τα επίδικα ακίνητα. Αν άλλωστε είχε παραχωρηθεί το πρώτο των επιδίκων ακινήτων στην Α. συζ. Α. Π., το έτος 1958 ή 1959 τότε ο μάρτυρας Γ. Π. δεν θα ανέφερε στην κατάθεση του "ότι έχει οικογενειακό εστιατόριο που συνορεύει με τον Μ.", αλλά ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας του συνορεύει με ακίνητο Α. συζ. Α. Π.. Ούτε άλλωστε θα ανέφερε ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια, (οπότε και έπαυσε η αγροτική δραστηριότητα του Σ. Μ.) βλέπει μέσα σ' αυτό τον Δ. Π. και την Μ. Γ.. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι το πρώτο των ως άνω επιδίκων, και ήδη ακίνητο που έλαβε ΚΑΕΚ ..., αποτελούσε ακίνητο της κληρονομιαίας περιουσίας που κατέλειπε ο Σ. Μ. στις τρεις θυγατέρες του, κρίση η οποία επιβεβαιώνεται μεταξύ άλλων και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α. Κ. (βλ. σχετ. υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση), ο οποίος αναφέρει ότι καλλιεργούσε και περιποιούνταν αυτό μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, όπως άλλωστε κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας απόδειξης, ενώ έκτοτε, φύονται εντός αυτού αγριοκάλαμα.
Συνεπώς, η μητέρα των εναγομένων και κατ' ακολουθίαν οι ίδιοι, ουδέποτε κατέστην αποκλειστικοί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, του ως άνω ακινήτου, οποιαδήποτε δε συμφωνία έλαβε χώρα μεταξύ της δικαιοπαρόχου μητρός τους και των ιδιοκτητών του όμορου ακινήτων έλαβε χώρα μετά τον θάνατο του Σ. Μ., και άρα η τελευταία συνεβλήθη με την ιδιότητα της εξ' αδιαθέτου κληρονόμου αυτού, και φυσικά όχι για τμήμα ακινήτου μεγαλύτερου του ανήκοντος σ αυτήν εξ' αδιαιρέτου ποσοστού. Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται άλλωστε, από το γεγονός ότι τμήμα του παραπάνω ακινήτου χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη της όμορης με αυτό επιχείρησης, ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών του, καθώς ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ως άνω χρήση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο εκμετάλλευσης και αξιοποίησης αυτού εκ μέρους των εναγόμενων, καθώς μολονότι οι ίδιοι διατείνονται ότι εκμισθώνουν αυτό στον γείτονα τους Γ. Π., έναντι μισθώματος 500 ευρώ, εντούτοις ουδέν μισθωτήριο έγγραφο προσκομίζουν, ή σχετικό φορολογικό έντυπο από το οποίο να αποδεικνύεται η μίσθωση αυτού και το δηλούμενο εκ μέρους των εναγομένων μίσθωμα, στοιχεία, τα οποία, αληθούς υποτιθέμενου του σχετικού ισχυρισμού τους, θα προσκόμιζαν μετά βεβαιότητας. Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόμενων, αλλά και οι ίδιοι άσκησαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων, διανοία αποκλειστικών κυρίων, για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, έτσι ώστε οι τελευταίοι (εναγόμενοι) να έχουν καταστεί αποκλειστικοί κύριοι αυτών είτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (για το επίδικο με αριθμό α) είτε αιτία κληρονομιάς (για τα επίδικα με στοιχεία β και γ ακίνητα). Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας τους επί των επιδίκων ακινήτων, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται άλλωστε, ούτε, από το γεγονός, ότι ο σύζυγος της αποβιώσασας Μ. Μ. και δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Μ., δεν προέβη σε αποδοχή του ποσοστού συγκυριότητας της συζύγου του επί των ως άνω γεωτεμαχίων, μετά το θάνατο της, όπως άλλωστε ούτε η ίδια είχε πράξει κατά το χρονικό διάστημα του ενός έτους που μεσολάβησε από το θάνατο του πατέρα της μέχρι και το χρόνο θανάτου της ιδίας. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του χρόνου συντάξεως της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, με τη μεταγραφή αυτής, θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο η κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου ......, και συνεπώς, το δικαίωμα κυριότητας του συζύγου της, Α. Μ. επ' αυτών, δε θίγεται μόνο από την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος (σχεδόν 18 έτη εν προκειμένω) μεταξύ του χρόνου θανάτου της δικαιοπαρόχου του και του χρόνου σύνταξης της αποδοχής κληρονομιάς. Αντιθέτως, η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξεως αποδοχής της κληρονομιάς δεν θα επέφερε στον κληρονόμο την κτήση της κυριότητας επί του κληρονομιαίου ακινήτου, μόνο εφόσον τρίτοι είχαν αποκτήσει δικαιώματα επ' αυτού, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής......, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω κατά τα παραπάνω αναφερόμενα. Διαφορετική κρίση δεν δύναται να συναχθεί από όσα ανέφερε η Ε. σύζυγος του Α. Μ., με το περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης από την ένδικη αγωγή, από τα οποία διαφαίνεται ότι διατηρεί κακές σχέσεις με τους ενάγοντες και στερείται αξιοπιστίας, ούτε άλλωστε από μόνο το γεγονός, ότι ο Α. Μ., ουδόλως μνημονεύει τα επίδικα ακίνητα στην με αριθμ. ...2004 δημόσια διαθήκη του με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους ενάγοντες, καθώς αφενός μεν κατά το χρόνο σύναξης αυτής, ήτοι κατά το έτος 2004, ο ίδιος δεν είχε προβεί στην κατάρτιση της πράξης αποδοχής του ως άνω ποσοστού συγκυριότητας του επί των επιδίκων και συνεπώς δεν είχε καταστεί συγκύριος αυτών, αφετέρου δε, διαλαμβάνει στην ως άνω διαθήκη του τη φράση "προτίμησα να αφήσω ολόκληρη την παραπάνω ακίνητη περιουσία μου, αλλά και οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό μου στοιχείο κινητό ή ακίνητο ήθελε ευρεθεί μετά το θάνατο μου στους παραπάνω ανεψιούς μου κατά ίσα μερίδια", η οποία καταμαρτυρά ότι ο ίδιος ουδόλως απέκλεισε την ύπαρξη και έτερης πλην της περιγραφόμενης στη διαθήκη του ακίνητης περιουσίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εναγόμενοι. Ούτε τέλος, το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος (δικαιοπάροχος των εναγόντων) ούτε οι ενάγοντες προέβησαν σε σχετική δήλωση ιδιοκτησίας προς τον ΟΚΧΕ, αποτελεί ένδειξη περί της ανυπαρξίας δικαιώματος συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων, καθώς οποιαδήποτε εκ μέρους τους παράλειψη, δύναται να διορθωθεί με την έγερση της υπό κρίση αγωγής, όπως άλλωστε ρητά προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων κατά την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπράγματων δικαιωμάτων, που μόνο μετά την οριστικοποίηση τους κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας (...........). Απορριπτέος τέλος, τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί παραγραφής της σχετικής αξίωσης των εναγόντων, τον οποίο επαναφέρουν προς κρίση με σχετικό λόγο της ένδικης εφέσεως, καθώς αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν το πρώτον την εκ μέρους των εναγομένων ιδιοποίηση της ως άνω ακίνητης περιουσίας τους κατά το έτος 2008, οπότε και άρχισε να λειτουργεί το Κτηματολογικό Γραφείο ...ς και συνακόλουθα οι ίδιοι είχαν πρόσβαση στα τηρούμενα από αυτό κτηματολογικό βιβλία, από το ως άνω δε χρονικό σημείο μέχρι και το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής, δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, ώστε η σχετική αξίωση τους να έχει παραγραφεί. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών, των με αριθμό ΚΑΕΚ ..., ... και ... ακινήτων, τα οποία απέκτησαν δυνάμει της με αριθμό ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ...ς Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς στον τόμο ..., όπως 1) το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο αναφέρεται σ' αυτήν ως υπό στοιχείο Βα) ακίνητο εμβαδού 3.000 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ., δυτικά με δημοτικό δρόμο, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Π. και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Τ. Λ., 2) το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, αποτελούν τμήμα ευρύτερης έκτασης ακινήτου συνολικού εμβαδού 3.113,05 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται υπό περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 7-8-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Μ., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Π., βόρεια με δημόσιο δρόμο και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ., καταγράφεται στην ως άνω αποδοχή κληρονομιάς ως υπό στοιχείο Β στ) ακίνητο, εμβαδού 3.000 τ.μ., ενώ τέλος 3) το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο αναφέρεται σ' αυτήν ως υπό στοιχείο Βε) ακίνητο εμβαδού 500 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας …. ..., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. Μ., βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Δ.. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία τηρούμενα στο Κτηματολογικό Γραφείο ...ς κτηματολογικό βιβλία, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο των ακινήτων με ΚΑΕΚ ..., ... και ... να αναγραφούν οι ενάγοντες ως ψιλοί συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών και με τίτλο κτήσης τη με αριθμό ...2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ...ς Τ. Κ., περιοριζόμενου αντιστοίχως του ποσοστού πλήρους κυριότητας των εναγομένων και της δικαιοπαρόχου τους Μ., συζ. Ε. Κ.. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας, αφού απέρριψε τις προβαλλόμενες εκ μέρους των εναγομένων ενστάσεις ιδίας κυριότητας και παραγραφής ως ουσία βάσιμες, δέχθηκε την ως άνω αγωγή ως ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε". Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 99/2018 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αφού αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστο της ψιλής κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου .... Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., αιτιώμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο α) με το να απορρίψει με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων που απέκτησαν πρωτότυπα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, β) με το να κάνει δεκτό με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι τυγχάνουν ψιλοί συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος με παράγωγο τρόπο, δεχόμενο ότι τα ακίνητα αυτά ανήκαν στον Σ. Μ. και ότι μετά τον θάνατό του αυτά από κοινού με άλλα ακίνητα περιήλθαν κατά ποσοστό 1/3 σε καθεμιά από τις θυγατέρες του, επομένως και στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Μ. συζ. Α.. Μ.., την οποία με τη σειρά του κληρονόμησε ο σύζυγός της Α. Μ. σε ποσοστό 1/6 γενικά, αλλά και επί των επιδίκων, ο οποίος τα κατέλειπε με την διαθήκη του στους ενάγοντες, παρότι αυτά (επίδικα) δεν αναγράφονται στην ως άνω διαθήκη, διότι ακόμη και τότε δεν ανήκαν στην κυριότητά του, ούτε κατά το επίδικο ποσοστό, γ) με το να δεχθεί τελείως αυθαίρετα ότι τα επίδικα ακίνητα δεν συμπεριλαμβάνονται στα "μερικά" ακίνητα που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ο Σ. Μ. είχε παραχωρήσει όσο ζούσε στις τρεις θυγατέρες του Α. συζ. Α.. Π.., Μ. συζ. Ε. Κ. και Μ. συζ. Α.. Μ.. και δ) με το να δεχθεί με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι το πρώτο των ένδικων ακινήτων ανήκε στον Σ. Μ. κατά το χρόνο του θανάτου του, ώστε μετά το θάνατό του να περιέλθει στην κυριότητα των τριών θυγατέρων του κατά τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, ενώ αυτό ανήκε από το έτος 1980 στην μητέρα τους Α. Π., που το απέκτησε κατόπιν άτυπης ανταλλαγής με τους αδελφούς Γ. και Σ. Π. με έτερα δικά της ακίνητα, παραβίασε εκ πλαγίου τους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι τους (αναιρεσειόντων-εναγομένων), αλλά και οι ίδιοι άσκησαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων, διανοία αποκλειστικών κυρίων για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών είτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (για το επίδικο με αριθμό α) είτε αιτία κληρονομιάς (για τα επίδικα με στοιχεία β και γ). Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή αυτοί δεν απέκτησαν αποκλειστική κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία σε συνδυασμό με κληρονομική διαδοχή, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Ειδικότερα το Εφετείο σε σχέση με τη κτήση της ψιλής κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου από καθένα των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας επ' αυτών των αναιρεσειόντων- εναγομένων διέλαβε στις παραδοχές του ότι τα επίδικα ακίνητα που βρίσκονται όλα στην περιοχή ...ς του Δήμου ..., ανήκαν αρχικά στον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ. Μ., ιδιοκτήτη πολλών ακινήτων στην περιοχή, μερικά εκ των οποίων είχε παραχωρήσει άτυπα στις τρεις θυγατέρες του προ του θανάτου του, στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν τα επίδικα ακίνητα, ο οποίος τα φρόντιζε και τα καλλιεργούσε τουλάχιστον μέχρι το 1980, μετά δε το θάνατό του στις 25-4-1986 αυτά παρέμειναν ακαλλιέργητα με αποτέλεσμα το δεύτερο των επιδίκων ακινήτων να έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο μέρος του με βάτα, χωρίς να φέρει στοιχεία και ίχνη πρόσφατης καλλιέργειας, το πρώτο των επιδίκων ακινήτων να έχει καλυφθεί τα τελευταία 20-30 χρόνια με αγριοκάλαμα, πλην ενός τμήματός του 250μέτρων περίπου, που χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης του όμορου ακινήτου ως χώρος στάθμευσης των οχημάτων των πελατών του καταστήματός του, ενώ το τρίτο ακίνητο εκμεταλλευόταν ο ανωτέρω δικαιοπάροχος για καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων μέχρι το έτος 1972 και έκτοτε το φρόντιζε, ξύλευε τις φυόμενες εντός αυτού μουριές (φύονται ήδη μόλις 4 μουριές), ότι μετά το θάνατο του τελευταίου υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι τρεις θυγατέρες του, ήτοι η Μ. συζ. Α.. Μ.., η Α. Π. και η Μ. Κ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη, την 6-12-1987 απεβίωσε η Μ. συζ. Α. Μ. στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ο σύζυγός της Α. Μ., και οι προαναφερθείσες αδελφές της, καθώς η ίδια δεν είχε αποκτήσει τέκνα, ότι ο Α. Μ. αποδέχθηκε για λογαριασμό της αποβιωσάσης συζύγου του την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά του πατέρα της, ήτοι μεταξύ άλλων και το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων ακινήτων, με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και στη συνέχεια με την αναφερόμενη επίσης μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε για λογαριασμό του, το ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων, που περιήλθε σε αυτόν ως σύζυγο και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της άνω αποβιωσάσης, καταστάς έτσι κύριος αυτών κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός απεβίωσε την 22-8-2005 και κληρονομήθηκε δυνάμει της αναφερομένης δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους και τη δεύτερη νόμιμη σύζυγό του, καταλείποντας στην μεν σύζυγό του την ισόβια επικαρπία επί όλης τα ακίνητης περιουσίας του, στους δε ενάγοντες την ψιλή κυριότητα αυτής και δη κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, κληρονομιά που αποδέχθηκαν οι τελευταίοι με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος και των επιδίκων ακινήτων, ότι κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής, καταχωρίστηκε το δεύτερο και τρίτο των επιδίκων στο κτηματολόγιο με τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ με φερόμενη αποκλειστική κυρία την εν ζωή τότε Μ. Κ., θεία των εναγομένων, η οποία και είχε υποβάλλει σχετική δήλωση προς τον ΟΚΧΕ, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, μετά δε το θάνατό της, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εναγομένους, Δ. Π. και Μ. Γ., τέκνα της αδελφής της Α. Π., πλησιέστερους συγγενείς της, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με την αναφερόμενη και νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και στη συνέχεια δυνάμει της εν λόγω αποδοχής καταχωρίστηκαν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των ως άνω ακινήτων, ως αποκλειστικοί συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, ωστόσο η άνω δικαιοπάροχός τους ουδέποτε κατέστη αποκλειστική κυρία των ενδίκων ακινήτων, αλλά συγκυρία αυτών κατά τα ανωτέρω, καθώς δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το δεύτερο των επιδίκων ακινήτων τυγχάνει τμήμα ευρύτερης έκτασης 3.113,50 τ.μ. το οποίο διένειμε άτυπα ο απώτερος κοινός δικαιοπάροχός των διαδίκων προ του θανάτου του προς τις δυο θυγατέρες του και πιο συγκεκριμένα τμήμα εμβαδού 1500 τ.μ. παραχώρησε άτυπα το έτος 1958 στη μητέρα των εναγομένων και το εναπομένων τμήμα παραχώρησε άτυπα το έτος 1962 στην θεία τους Μ. Κ., όπως και το τρίτο των επιδίκων ακινήτων και ότι έκτοτε η τελευταία ασκούσε μέχρι και το έτος 1996 υλικές πράξεις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση τους και έκτοτε και μέχρι του θανάτου της το 2007 ασκούσαν οι ίδιοι για λογαριασμό της τις ως άνω πράξεις νομής, ενώ αναφορικά με το πρώτο των επιδίκων ακινήτων που φέρει το αναφερόμενο ΚΑΕΚ ως πλήρεις συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 50% έκαστος καταχωρίστηκαν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα οι εναγόμενοι, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, διατεινόμενοι οι τελευταίοι ότι το εν λόγω ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου τους Σ. Μ. κατά το χρόνο του θανάτου του, ώστε να περιέλθει στις τρεις θυγατέρες του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, καθώς αυτό ανήκε στη μητέρα τους, ήδη από το έτος 1980, κατόπιν άτυπης ανταλλαγής αυτού με δύο χωριστά τμήματα που ανήκαν αρχικά στον Σ. Μ., και τα οποία ο ίδιος είχε παραχωρήσει άτυπα στη μητέρα τους, ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε, ωστόσο αποδείχθηκε ότι και το ακίνητο αυτό αποτελούσε ακίνητο της κληρονομιαίας περιουσίας που κατέλειπε ο Σ. Μ. στις τρεις θυγατέρες του και συνεπώς η μητέρα των εναγομένων και κατ' ακολουθία οι ίδιοι ουδέποτε κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του εν λόγω ακινήτου, οποιαδήποτε δε συμφωνία έλαβε χώρα μεταξύ της δικαιοπαρόχου μητρός τους και των ιδιοκτητών του ομόρου των ακινήτων έλαβε χώρα μετά το θάνατο του Σ. Μ. και συνεπώς η τελευταία συνεβλήθη με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτού και φυσικά όχι για τμήμα ακινήτου μεγαλύτερου του ανήκοντος σε αυτήν εξ αδιαιρέτου ποσοστού και ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων αλλά και οι ίδιοι άσκησαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων, διανοία αποκλειστικών κυρίων για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών έτσι ώστε οι τελευταίοι να έχουν καταστεί αποκλειστικοί κύριοι αυτών είτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για το πρώτο των ακινήτων είτε λόγω κληρονομιάς για τα λοιπά επίδικα, απορριπτέος τυγχάνει ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων. Επομένως είναι αβάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Επιπλέον οι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην ως άνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
V) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1626/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1626/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ