Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1098 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1098/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Α. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βαρσάμη Γιοβανούδα, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Σ. και της Α., 2) Μ. συζ. Θ. Π., το γένος Γ. και Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παράσχο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων από κοινού με την Ε. χήρα Α. Μ., το γένος Ά. και Ά. Φ. - τρίτη αρχικώς ενάγουσα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2013 μη οριστική, 35/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1628/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 27-5-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1628/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 30-1-2010 αγωγή που οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, από κοινού με την Ε. χήρα Α. Μ., το γένος Ά. και Ά. Φ., τρίτη αρχικώς ενάγουσα, από το δικόγραφο και το δικαίωμα της οποίας η τελευταία παραδεκτά παραιτήθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες επικαλούμενοι ότι καθένας από αυτούς τυγχάνει ψιλός κύριος κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων και αναλυτικά περιγραφομένων κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτων, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και ότι κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής της Χαλκιδικής, μετά την ολοκλήρωση της οποίας έχει λάβει το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, απώλεσαν εκ παραδρομής την προθεσμία υποβολής του ως άνω εγγραπτέου δικαιώματός τους, με αποτέλεσμα το επίδικο ακίνητο να αποτυπώνεται ανακριβώς στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης και να προσβάλλεται το ως άνω δικαίωμα ψιλής κυριότητάς τους, ζήτησαν να αναγνωριστεί η κατά τα άνω ψιλή συγκυριότητά τους επί του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί σχετικά η εσφαλμένη πρώτη εγγραφή ώστε να καταχωριστούν οι ίδιοι ψιλοί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος με τίτλο κτήσης την αναφερόμενη αποδοχή κληρονομιάς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρχικά η υπ' αριθμ. 221/2013 μη οριστική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της, λόγω μη προσκομιδής εκ μέρους των εναγόντων του πιστοποιητικού εγγραπτέεας πράξης του κτηματολογικού φύλλου και του κτηματολογικού διαγράμματος και ακολούθως η υπ' αριθμ. 35/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η ένδικη αγωγή εκ μέρους της τρίτης ενάγουσας Ε. χήρας Α. Μ. κατά της εναγομένης και συνεπώς καταργημένη η ανοιγείσα δίκη ως προς αυτήν μετά τη νομότυπη εκ μέρους της παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και αφού αναγνωρίστηκε το ως άνω δικαίωμά τους, διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου .... Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους της ηττηθείσας εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1628/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή κατά ένα μέρος η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την προβαλλόμενη εκ μέρους της εναγομένης ένσταση παραγραφής ως απαράδεκτη, η οποία ακολούθως απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά κατ' ουσίαν η έφεση.
ΙΙΙ) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1798/2022, Α.Π.408/2016). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Στην κυριότητα του Σ. Μ., παππού εκ μητρός των εναγομένων και πενθερού του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Μ., περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων αγρός, εμβαδού 3.113,05 τ. μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... Χαλκιδικής, ......... Ο Σ. Μ., κατ' επάγγελμα γεωργός, και όπως ομολογείται ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων στην περιοχή, μερικά εκ των οποίων όσο ζούσε, είχε παραχωρήσει άτυπα στις τρεις (3) θυγατέρες του, για την περιουσιακή και οικονομική τους αυτοτέλεια, χωρίς ωστόσο, να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά, το επίδικο ακίνητο. Όπως δε ανέφερε, ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Α. Κ., ο οποίος είχε ιδία αντίληψη για όσα κατέθεσε, ως μόνιμος κάτοικος της περιοχής, το επίδικο ακίνητο καλλιεργούνταν από τον Σ. Μ., τουλάχιστον μέχρι και το έτος 1980. Ειδικότερα, ο αποβιώσας, Σ. Μ. καλλιεργούσε με σπαρτά το ως άνω ακίνητο, ενώ μετά τον θάνατο του, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ανωτέρω μάρτυρας, το ως άνω ακίνητο έχει καλυφθεί από βάτα, στο μεγαλύτερο του μέρος, καθώς κανένα σημείο αυτού, δεν φέρει στοιχεία και ίχνη προσφάτως καλλιεργημένης έκτασης. Η ως άνω κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, εναρμονίζεται και με την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι το μόνο άτομο που θυμάται να καλλιεργεί τα ως άνω ακίνητα ήταν ο Σ. Μ., καθώς και ότι δεν αντιλήφθηκε, κανέναν άλλο, μετά το θάνατο του να καλλιεργεί τον παραπάνω αγρό (βλ. σχετ. την με αριθμ. ...2017 ένορκη εξέταση μάρτυρα), γεγονός άλλωστε που αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόντων φωτογραφίες, οι οποίες ληφθείσες την 10η-5-2017, η γνησιότητα των οποίων, δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους των εναγομένων και απεικονίζουν την κατάσταση του επίδικου ακινήτου, κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο Σ. Μ. απεβίωσε στις 25-4-1986, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά το χρόνο δε του θανάτου του, μοναδικοί πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς του, οι οποίοι και υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν οι τρεις θυγατέρες του και συγκεκριμένα: α) η Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Σ. Μ., β) η Α., συζ. Δ. Π., το γένος Σ. Μ. και γ) η Μ., συζ. Ε. Κ., το γένος Σ. Μ., οι οποίες και ουδέποτε αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιαία περιουσία. Ως εκ τούτου, τα ως άνω κληρονομιαία ακίνητα, περιήλθαν κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστη εκ των τριών θυγατέρων του. Ακολούθως, στις 6-12-1987 απεβίωσε στη ... Χαλκιδικής η θυγατέρα του Σ. Μ., Μ. συζ. Α. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε και υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτής, ως μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο σύζυγος της, Α. Μ. και οι προαναφερθείσες δύο αδελφές της, δεδομένου ότι, η ίδια δεν απέκτησε τέκνα από το νόμιμο γάμο της. Εν συνεχεία ο Α. Μ., αποδέχθηκε, για λογαριασμό της αποβιώσασας συζύγου του, την επαχθείσα στην τελευταία κληρονομιά του πατέρα της, ήτοι, μεταξύ άλλων και το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου, επί του ως άνω γεωτεμαχίου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ....Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ..., αποδέχθηκε για λογαριασμό του, το ποσοστό του 1/6 εξ' αδιαιρέτου επί του ως άνω γεωτεμαχίου, το οποίο περιήλθε σε αυτόν ως σύζυγο και εξ' αδιαθέτου κληρονόμο της συζύγου του Μ. Μ., συζ. Α. Μ.. Ως εκ τούτου, κατόπιν των ως άνω αποδοχών κληρονομιάς, ο ίδιος κατέστη κύριος του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ' αδιαιρέτου (1/3 το ποσοστό της συζύγου του). Ο Α. Μ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, απεβίωσε στις 22-8-2005, οπότε και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες και τη δεύτερη νόμιμη σύζυγο του, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2004 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω αναφερόμενου συμβολαιογράφου και η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 12-10-2005, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. 236/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης, ο αποβιώσας Α. Μ., κατέλειπε στην μεν σύζυγο του την ισόβια επικαρπία επί όλης της ακίνητης περιουσίας του, στους δε ενάγοντες την ψιλή κυριότητα αυτής και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστο εξ' αυτών. Εν συνεχεία, οι ενάγοντες, αποδέχθηκαν στην επαχθείσα στους ίδιους κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ως άνω αναφερόμενου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οπότε και απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου, έκαστος εξ' αυτών, την ψιλή κυριότητα επί της ως άνω ακίνητης περιουσίας του δικαιοπαρόχου τους (ήτοι επί του 1/6 επί των προρρηθέντων ακινήτων) με παράγωγο τρόπο. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι η περιοχή που βρίσκεται το ως άνω ακίνητο κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση δυνάμει της υπ' αριθμ....1995 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22-9-2008, με την με αριθμό ...2008 απόφαση περαίωσης του ΟΧΚΕ, ενώ τέλος ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή, όπου κείται το επίδικο η 6η-10-2008. Κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής, η εναγόμενη με την υπ' αριθμ πρωτοκόλλου ...1996 δήλωση της προς τον οργανισμό κτηματολογίου και χαρτογραφήσεων Ελλάδας, δήλωσε ότι η ίδια τύγχανε αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 100% ενός τμήματος του ως άνω μεγαλύτερης έκτασης γεωτεμαχίου 3.113,05 τ.μ και συγκεκριμένα τμήματος αυτού, εμβαδού 800 τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ενόψει δε της ως άνω δήλωσής της, και ελλείψει σχετικής αντίρρησης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής, από οιονδήποτε, το ως άνω δηλωθέν τμήμα του ενιαίου ακινήτου, καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, εμβαδού 781 τ.μ., το οποίο φέρει σήμερα ΚΑΕΚ ..., στο κτηματολογικά φύλλο του οποίου, έχει καταχωριστεί ως πλήρη και αποκλειστική κυρία αυτού στις αρχικές εγγραφές, όπως αυτές καταχωρίστηκαν κατά τη μεταφορά τους από τους οικείου κτηματολογικούς πίνακες της Β ανάρτησης, η εναγόμενη, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Ωστόσο η εναγόμενη, ουδέποτε κατέστη αποκλειστική κυρία του παραπάνω αναφερόμενου γεωτεμαχίου, που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, το οποίο όπως αποδείχθηκε δεν είχε εκφύγει της νομής και κατοχής του απώτερου δικαιοπάροχου των διαδίκων Σ. Μ., κατά τον χρόνο του θανάτου του, αλλά αντίθετα, ήταν αυτός ο οποίος, το φρόντιζε το περιποιούνταν και καλλιεργούσε μέχρι το έτος 1980, και μετά την επέλευση του θανάτου του, η κυριότητα του (του ως άνω ενιαίου αγρού) περιήλθε στην κυριότητα των τριών θυγατέρων του. Ισχυρίζεται βέβαια η εναγόμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία του παραπάνω ακινήτου, μετά από άτυπη διανομή του ως άνω ενιαίου γεωτεμαχίου, στην οποία προέβη ο απώτερος δικαιοπάροχος της Σ. Μ. το έτος 1962 προς την μητέρα της Α. συζ. Α. Π. και προς την θεία της Μ. συζ. Ε. Κ., δυνάμει της οποίας μεταβίβασε στην μητέρα της άτυπα, έκταση εμβαδού 1500 τ.μ, επί της οποίας η τελευταία ασκούσε, μέχρι του θανάτου της πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του χρησιμοποιώντας αυτό ως μπαξέ για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός της δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό, ουδόλως αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα το έτος 1962 η άτυπη παραχώρηση που επικαλείται η εναγόμενη. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, συζύγου της εναγομένης, ο οποίος ερωτηθείς αρχικώς από το Δικαστήριο αναφορικά με τον τρόπο κτήσης του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της συζύγου του, κατέθεσε αυθορμήτως, παρά τα όσα ανέφερε εν συνεχεία αναιρώντας την αρχική του κατάθεση, ότι το αρχικό γεωτεμάχιο χωρίστηκε από τις δύο αδελφές Μ. συζ. Ε. Κ., το γένος Μ. και Α. συζ. Α. Π., το γένος Σ. Μ., ήτοι ότι οι ίδιες προέβησαν από μόνες του στην άτυπη κατάτμηση αυτού σε δύο τμήματα, μετά το θάνατο προφανώς του πατέρα τους και της αποβιώσασας αδελφής τους (Μ., συζ. Α. Μ.), χωρίς να λάβουν υπόψη τους το κληρονομικό μερίδιο των κληρονόμων της τελευταίας επί του ως άνω γεωτεμαχίου. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της, καλλιεργούσαν το επίδικο αγρό, για την απόδειξη του οποίου επικαλείται τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, καταρρίπτεται από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγομένων φωτογραφίες. Ούτε τέλος, αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα περίφραξη του επιδίκου τμήματος με ξύλινους πασσάλους εκ μέρους της μητέρας της, όπως ισχυρίζεται εναγόμενη καθώς η υφιστάμενη μέχρι και σήμερα περίφραξη, αποδείχθηκε ότι συντελέστηκε από τον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ. Μ. (βλ. σχετ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης) και περιέκλειε όλο τον ενιαίο αγρό και όχι μόνο το επίδικο εδαφικό τμήμα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης καθώς και η ίδια άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, διανοία αποκλειστικών κυρίων, έτσι ώστε η τελευταία (εναγομένη) να έχει καταστεί αποκλειστική κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος των 781 τ.μ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι η ίδια ουδόλως προσδιορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο η ίδια κατέστη αποκλειστική κυρία του ως άνω διαιρετού τμήματος και όχι συγκυρία κατά ποσοστό 50% (του έτερου ποσοστού του 50% ανήκοντος στον αδελφό της) του διαιρετού τμήματος των 1.500 τ.μ. που κατά τους ισχυρισμούς της μεταβίβασε άτυπα ο παππούς της στη μητέρα της. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, μετά το θάνατο του ως άνω Σ. Μ., ο αρχικός ενιαίος αγρός περιήλθε στην κυριότητα νομή και κατοχή και κατά ποσοστό 33,33% εξ' αδιαιρέτου εκάστης των τριών θυγατέρων του, και επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Η ως άνω κρίση, δεν αναιρείται άλλωστε, από το γεγονός, ότι ο σύζυγος της αποβιώσασας Μ. Μ. και δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Μ., δεν προέβη σε αποδοχή του ποσοστού συγκυριότητας της συζύγου του επί του ως άνω γεωτεμαχίου, αμέσως, μετά το θάνατο της, όπως άλλωστε ούτε η ίδια είχε πράξει κατά το χρονικό διάστημα του ενός έτους που μεσολάβησε από το θάνατο του πατέρα της μέχρι και το χρόνο θανάτου της ιδίας. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του χρόνου συντάξεως της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, με τη μεταγραφή αυτής, θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο η κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου......, και συνεπώς, το δικαίωμα κυριότητας του συζύγου της, Α. Μ. επ' αυτών, δε θίγεται μόνο από την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος (σχεδόν 18 έτη εν προκειμένω) μεταξύ του χρόνου θανάτου της δικαιοπαρόχου του και του χρόνου σύνταξης της αποδοχής κληρονομιάς. Αντιθέτως, η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξεως αποδοχής της κληρονομιάς δεν θα επέφερε στον κληρονόμο την κτήση της κυριότητας επί του κληρονομιαίου ακινήτου, μόνο εφόσον τρίτοι είχαν αποκτήσει δικαιώματα επ' αυτού, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής......, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Διαφορετική κρίση δεν δύναται να συναχθεί από το περιεχόμενο των όσων ανέφερε η Ελένη σύζυγος του Α. Μ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ταυτόχρονα με το περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης από την ένδικη αγωγή, η οποία, δεν διατηρεί άριστες σχέσεις με τους ενάγοντες και στερείται αξιοπιστίας, αλλά ούτε ακόμα, από το γεγονός, ότι ο Α. Μ., ουδόλως μνημονεύει το επίδικο ακίνητο, στην με αριθμ. ...2004 δημόσια διαθήκη του με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους ενάγοντες, καθώς, αφενός μεν κατά το χρόνο σύναξης αυτής, ήτοι κατά το έτος 2004, ο ίδιος δεν είχε προβεί στην κατάρτιση της πράξης αποδοχής του ως άνω ποσοστού συγκυριότητας του, επί του επιδίκου και συνεπώς δεν είχε καταστεί συγκύριος αυτού, αφετέρου δε, διαλαμβάνει στην ως άνω διαθήκη του τη φράση "προτίμησα να αφήσω ολόκληρη την παραπάνω ακίνητη περιουσία μου, αλλά και οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό μου στοιχείο κινητό ή ακίνητο ήθελε ευρεθεί μετά το θάνατο μου στους παραπάνω ανεψιούς μου κατά ίσα μερίδια", η οποία καταμαρτυρά ότι ο ίδιος ουδόλως απέκλεισε την ύπαρξη και έτερης πλην της περιγραφόμενης στη διαθήκη του ακίνητης περιουσίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η εναγόμενη. Ούτε τέλος, το γεγονός ότι ούτε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ούτε οι ενάγοντες προέβησαν σε σχετική δήλωση ιδιοκτησίας προς τον ΟΚΧΕ, αποτελεί ένδειξη περί της ανυπαρξίας δικαιώματος συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς οποιαδήποτε εκ μέρους τους παράλειψη, δύναται να διορθωθεί με την έγερση της υπό κρίση αγωγής, όπως άλλωστε ρητά προβλέπει το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 2664/1998, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων κατά την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπράγματων δικαιωμάτων, που μόνο μετά την οριστικοποίηση τους κατά το άρθρο 7 του ιδίου νόμου παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας........Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών, του με αριθμό ΚΑΕΚ ..., το οποίο απέκτησαν δυνάμει της με αριθμό ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ..., όπως το ΚΑΕΚ ... αναφέρεται σ αυτήν, ήτοι ακίνητο που αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης ακινήτου συνολικού εμβαδού 3.113,05 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται υπό περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 7-8-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Μ., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Π., βόρεια με δημόσιο δρόμο και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ. και καταγράφεται στην ως άνω αποδοχή κληρονομιάς ως υπό στοιχείο Β στ) ακίνητο, εμβαδού 3.000 τ.μ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία τηρούμενα στο Κτηματολογικό Γραφείο ... κτηματολογικά βιβλία, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου με ΚΑΕΚ ... να αναγραφούν οι ενάγοντες ως ψιλοί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών και με τίτλο κτήσης τη με αριθμό ...2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., περιοριζόμενου αντιστοίχως του ποσοστού πλήρους κυριότητας της εναγομένης ώστε από το αναγραφόμενο στα οικεία κτηματολογικό φύλλα ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας του να αφαιρεθεί το ποσοστό του 1/12 εξ' αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας εκάστου των εναγόντων και συνολικά το ποσοστό των 2/12 εξ' αδιαιρέτου. Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσία την προβαλλόμενη εκ μέρους της εναγομένης ένσταση ιδίας κυριότητας και ακολούθως δέχθηκε την ως άνω αγωγή ως ουσία βάσιμη δεν έσφαλε, αλλά ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με σχετικούς λόγους της ένδικης εφέσεως παραπονούμενη για την ουσιαστική απόρριψη της προβαλλόμενης εκ μέρους της ένστασης ιδίας κυριότητας πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα. Απορριπτέος τέλος, τυγχάνει ως ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί παραγραφής της σχετικής αξίωσης των εναγόντων, τον οποίο επαναφέρει προς κρίση με σχετικό λόγο της ένδικης εφέσεως, καθώς αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν το πρώτον την εκ μέρους των εναγομένων ιδιοποίηση της ως άνω ακίνητης περιουσίας τους κατά το έτος 2008, οπότε και άρχισε να λειτουργεί το Κτηματολογικό Γραφείο ... και συνακόλουθα οι ίδιοι είχαν πρόσβαση στα τηρούμενα από αυτό κτηματολογικό βιβλία, από το ως άνω δε χρονικό σημείο μέχρι και το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, ώστε η σχετική αξίωση τους να έχει παραγραφεί". Ακολούθως δέχθηκε την έφεση εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιό αυτής που απέρριψε την προβαλλόμενη εκ μέρους της εναγομένης ένσταση παραγραφής ως απαράδεκτης και ακολούθως απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη, ενώ απέρριψε την έφεση κατά τα λοιπά ως ουσία αβάσιμη.
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., αιτιώμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο α) με το να απορρίψει με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον ισχυρισμό της περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που απέκτησε πρωτότυπα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, β) με το να κάνει δεκτό με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι τυγχάνουν ψιλοί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος με παράγωγο τρόπο, δεχόμενο ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στον Σ. Μ. και ότι μετά τον θάνατό του αυτό από κοινού με άλλα ακίνητα περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 σε καθεμιά από τις θυγατέρες του, επομένως και στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Μ. συζ. Α. Μ., την οποία με τη σειρά του κληρονόμησε ο σύζυγός της Α. Μ. σε ποσοστό 1/6 γενικά, ο οποίος το κατέλειπε με την διαθήκη του στους ενάγοντες, παρότι αυτό (επίδικο) δεν αναγράφεται στην ως άνω διαθήκη, διότι ακόμη και τότε δεν ανήκε στην κυριότητά του, ούτε κατά το επίδικο ποσοστό, γ) με το να δεχθεί τελείως αυθαίρετα ότι το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβάνεται στα "μερικά" ακίνητα που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ο Σ. Μ. είχε παραχωρήσει όσο ζούσε στις τρεις θυγατέρες του Α. συζ. Α. Π., Μ. συζ. Ε. Κ. και Μ. συζ. Α.. Μ.. παραβίασε εκ πλαγίου τους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της αλλά και η ίδια άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, διανοία αποκλειστικού κυρίου συνεχώς από το έτος 1958 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή αυτή δεν απέκτησε αποκλειστική κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Ειδικότερα το Εφετείο σε σχέση με τη κτήση της ψιλής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου από καθένα των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας επ' αυτού της αναιρεσείουσας-εναγομένης διέλαβε στις παραδοχές του ότι το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου ... Χαλκιδικής, ανήκε αρχικά στον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ. Μ., ιδιοκτήτη πολλών ακινήτων στην περιοχή, μερικά εκ των οποίων είχε παραχωρήσει άτυπα στις τρεις θυγατέρες του προ του θανάτου του, στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο, ο οποίος το φρόντιζε και το καλλιεργούσε με σπαρτά τουλάχιστον μέχρι το 1980, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 3.113,05 τ.μ., μετά δε το θάνατό του στις 25-4-1986 αυτό παρέμεινε ακαλλιέργητο με αποτέλεσμα να έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο μέρος του με βάτα, χωρίς να φέρει στοιχεία και ίχνη πρόσφατης καλλιέργειας, ότι μετά το θάνατο του τελευταίου υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι τρεις θυγατέρες του, ήτοι η Μ. συζ. Α. Μ., η Α. Π. και η Μ. Κ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη, την 6-12-1987 απεβίωσε η Μ. συζ. Α. Μ. στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ο σύζυγός της Α. Μ., και οι προαναφερθείσες αδελφές της, καθώς η ίδια δεν είχε αποκτήσει τέκνα, ότι ο Α. Μ. αποδέχθηκε για λογαριασμό της αποβιωσάσης συζύγου του την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά του πατέρα της, ήτοι μεταξύ άλλων και το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και στη συνέχεια με την αναφερόμενη επίσης μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε για λογαριασμό του, το ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, που περιήλθε σε αυτόν ως σύζυγο και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της άνω αποβιωσάσης, καταστάς έτσι κύριος αυτού κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός απεβίωσε την 22-8-2005 και κληρονομήθηκε δυνάμει της αναφερομένης δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους και τη δεύτερη νόμιμη σύζυγό του, καταλείποντας στην μεν σύζυγό του την ισόβια επικαρπία επί όλης τα ακίνητης περιουσίας του, στους δε ενάγοντες την ψιλή κυριότητα αυτής και δη κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, κληρονομιά που αποδέχθηκαν οι τελευταίοι με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος και της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ότι κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής, καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ με φερόμενη αποκλειστική κυρία την εναγομένη-αναιρεσείουσα και τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, ωστόσο η ίδια ουδέποτε κατέστη αποκλειστική κυρία του ένδικου ακινήτου, καθώς δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ότι αυτό είχε παραχωρηθεί άτυπα το έτος 1958 στη μητέρα της από τον Σ. Μ. (πατέρα της), η οποία ήταν αποκλειστικά κυρία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου της, αφού δεν είχε εκφύγει της νομής και κατοχής του απωτέρου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Σ. Μ.υ κατά το χρόνο του θανάτου του και ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης αλλά και η ίδια άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, διανοία αποκλειστικού κυρίου για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών έτσι ώστε η εναγομένη-αναιρεσείουσα να έχει καταστεί αποκλειστική κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, απορριπτέος τυγχάνει ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκου ακινήτου. Επομένως είναι αβάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Επιπλέον οι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην ως άνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1628/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1628/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ