Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1103 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Α. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βαρσάμη Γιοβανούδα, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Σ. και της Α., 2) Μ. συζ. Θ. Π., το γένος Γ. και Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παράσχο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων από κοινού με την Ε. χήρα Α. Μ., το γένος Ά. και Ά. Φ. - τρίτη αρχικώς ενάγουσα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2013 μη οριστική, 64/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1627/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 30-5-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1627/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 20-10-2011 αγωγή που οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, από κοινού με την Ε. χήρα Α. Μ., το γένος Ά. και Ά. Φ., τρίτη αρχικώς ενάγουσα, από το δικόγραφο και το δικαίωμα της οποίας (αγωγής) η τελευταία παραδεκτά παραιτήθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες επικαλούμενοι ότι καθένας από αυτούς τυγχάνει ψιλός κύριος κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων και αναλυτικά περιγραφομένων κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτων, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και ότι κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής της Χαλκιδικής, μετά την ολοκλήρωση της οποίας έχουν λάβει τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ, απώλεσαν εκ παραδρομής την προθεσμία υποβολής του ως άνω εγγραπτέου δικαιώματός τους, με αποτέλεσμα τα επίδικα ακίνητα να αποτυπώνονται ανακριβώς στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ότι ανήκουν κατά αποκλειστική κυριότητα στον εναγόμενο και να προσβάλλεται το ως άνω δικαίωμα ψιλής κυριότητάς τους, ζήτησαν, να αναγνωριστεί η κατά τα άνω ψιλή συγκυριότητά τους επί των επιδίκων ακινήτων και να διορθωθούν σχετικά οι εσφαλμένες πρώτες εγγραφές ώστε να καταχωριστούν οι ίδιοι ψιλοί συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος με τίτλο κτήσης την αναφερόμενη αποδοχή κληρονομιάς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής αρχικά η υπ' αριθμ. 220/2013 μη οριστική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, λόγω μη προσκομιδής εκ μέρους των εναγόντων του πιστοποιητικού εγγραπτέεας πράξης του κτηματολογικού φύλλου και του κτηματολογικού διαγράμματος και ακολούθως η υπ' αριθμ. 64/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η ένδικη αγωγή εκ μέρους της τρίτης ενάγουσας Ε. χήρας Α. Μ. κατά των εναγομένων και συνεπώς καταργημένη η ανοιγείσα δίκη ως προς αυτήν μετά τη νομότυπη εκ μέρους της παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και αφού αναγνωρίστηκε το ως άνω δικαίωμά τους, διατάχθηκε η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Συκεών. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1627/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή κατά ένα μέρος η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1/12 έκαστο της ψιλής κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου (υπό στοιχείο α της αγωγής), και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημά της για αναγνώριση της κατά τα άνω ψιλής συγκυριότητας των εναγόντων επ' αυτού, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά κατ' ουσίαν η έφεση.
ΙΙΙ) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 τουΚ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1798/2022, Α.Π.408/2016). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: Τα επίδικα ακίνητα συγκεκριμένα α) οικόπεδο εμβαδού 653 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται εντός του οικισμού ... του δημοτικού διαμερίσματος ..., του Δήμου ... και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησίες Σ. Τ., Νότια με ιδιοκτησία Κ. Α. Ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. και Δυτικά με ιδιοκτησίας Μ. Τ. και β) αγρός εμβαδού 760 τμ με ΚΑΕΚ ... που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου .... Τα ως άνω ακίνητα, αποδείχθηκε ότι ανήκαν στην κυριότητα του Σ. Μ., παππού εκ μητρός του εναγομένου και πενθερού του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Μ., ο οποίος, ήταν κατ' επάγγελμα γεωργός, και όπως ομολογείται ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων στην περιοχή, μερικά εκ των οποίων είχε παραχωρήσει, όσο ζούσε, στις τρεις (3) θυγατέρες του, Α. συζ. Α. Π., Μ. συζ. Ε. Κ. και Μ. συζ. Α.. Μ.., για την περιουσιακή και οικονομική τους αυτοτέλεια. Χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνεται σ' αυτά το δεύτερο των επιδίκων ακινήτων που αποτελεί τμήμα αγροτεμαχίου συν, έκτασης 3 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στην θέση "...". Τον ως άνω αγρό, όπως κατέθεσε, ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Α. Κ., μόνιμος κάτοικος της περιοχής, καλλιεργούσε όσο ζούσε ο Σ. Μ., με σπαρτά, ενώ μετά το θάνατο του, αυτός έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο του μέρος από βάτα, ενώ σε κανένα σημείο του, δεν φέρει στοιχεία και ίχνη προσφάτως καλλιεργημένης έκτασης, γεγονός άλλωστε που αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόντων φωτογραφίες, οι οποίες ληφθείσες την 10η-5-2017, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους των εναγομένων και ιδίως εκείνες που απεικονίζουν την κατάσταση του παραπάνω ακινήτου, κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο ανωτέρω μάρτυρας απόδειξης δεν είναι σε θέση να περιγράφει εικόνα εγκατάλειψης, όσον αφορά το πρώτο των επιδίκων ακινήτων. Χαρακτηριστικά ο μάρτυρας απόδειξης, όσον αφορά το παραπάνω ακίνητο, αναφέρει στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, ότι "μετά τον θάνατο του Σ. Μ., δεν γνωρίζω". Ούτε άλλωστε πείθεται, το Δικαστήριο, ότι το παραπάνω ακίνητο ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία του Σ. Μ., από όσα αόριστα αναφέρει ο ενόρκως εξετασθείς με επιμέλεια των εναγόντων μάρτυρας Σ. Κ., η κατάθεση του οποίου περιλαμβάνεται στην με αριθμό 2.507/2017 ένορκη βεβαίωση, την οποία προσκομίζουν οι ενάγοντες, ο οποίος καταθέτει ότι το ακίνητο αυτό " ανήκε στον Σ. Μ. μέχρι τον θάνατό του, και μόνο αυτόν έβλεπε να το καλλιεργεί και κανένα άλλον". Ούτε άλλωστε προσκομίζεται για το ως άνω ακίνητο φωτογραφία που απεικονίζει την κατάσταση του, κατά την συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως πράττουν οι ενάγοντες για το δεύτερο των επιδίκων ακινήτων, προκειμένου να συναχθεί, ασφαλής κρίση, ότι ο ως άνω αγρός, βρίσκονταν στην νομή και κατοχή του ως άνω Σ. Μ., κατά τον χρόνο του θάνατό του, και εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια του λόγω της ως άνω κληρονομικής ιδιότητα του. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο, φροντίζει και επιμελείται ο εναγόμενος, ο οποίος περιποιείται τις τέσσερες (4) ελιές, που φύονται επ' αυτού, όπως ακριβώς φρόντιζε το ως άνω ακίνητο και τις ελιές, πριν από αυτόν, η μητέρα του Α. συζ. Α. Π., ήδη από το έτος 1959, οπότε και της παραχωρήθηκε από τον πατέρα της, ενόψει του γάμου της. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το πρώτο των επιδίκων ακινήτων, περιλαμβάνονταν στην κληρονομιαία περιουσία του Σ. Μ., κατά τον χρόνο του θανάτου του, η ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ως προς το παραπάνω αίτημά της. Έσφαλε επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ως άνω αγωγή, ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τους ενάγοντες, ψιλούς κυρίους του παραπάνω ακινήτου, κατά το αιτούμενο από αυτούς εξ' αδιαιρέτου ποσοστό. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της και αφού κρατηθεί και δικασθεί η ένδικη αγωγή να απορριφθεί αυτή, ως ουσία αβάσιμη, όσον αφορά την αναγνώριση του περιλαμβανόμενου σ' αυτήν ακινήτου, εμβαδού 653 τ.μ., με ΚΑΕΚ ... που βρίσκεται εντός του οικισμού ... του δημοτικού διαμερίσματος ..., του Δήμου .... Μετά δε την απόρριψη του ως άνω αιτήματος της αγωγής, καθίσταται περιττή η έρευνα της προβαλλόμενης εκ μέρους του εναγόμενου ένστασης ιδίας κυριότητας, αλλά και παραγραφής, όσον αφορά το παραπάνω ακίνητο, που επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου με σχετικούς λόγους της ένδικης εφέσεως τους, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και όσον αφορά το δεύτερο των παραπάνω ακινήτων, που αποδείχθηκε ότι ανήκε στην κυριότητα του Σ. Μ. κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ως άνω δικαιοπάροχος των διαδίκων (Σ. Μ.) απεβίωσε στις 25-4- 1986, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά το χρόνο δε του θανάτου του, μοναδικοί πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς του, οι οποίοι και υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήταν οι τρεις θυγατέρες του και συγκεκριμένα: α) η Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Σ. Μ., β) η Α., συζ. Δ. Π., το γένος Σ. Μ. και γ) η Μ., συζ. Ε. Κ., το γένος Σ. Μ., οι οποίες και ουδέποτε αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιαία περιουσία του ως άνω πατρός τους. Ως εκ τούτου, το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο, περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστη εκ των τριών θυγατέρων του. Ακολούθως, στις 6-12-1987 απεβίωσε στη ... Χαλκιδικής, η θυγατέρα του Σ. Μ., Μ. συζ. Α. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε και υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτής, ως μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο σύζυγος της, Α. Μ. και οι προαναφερθείσες δύο αδελφές της, δεδομένου ότι, η ίδια δεν απέκτησε τέκνα από το νόμιμο γάμο της. Εν συνεχεία ο Α. Μ., αποδέχθηκε, για λογαριασμό της αποβιώσασας συζύγου του, την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιαία περιουσία εκ μέρους του πατρός της, ήτοι, μεταξύ άλλων και το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο .... Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ..., αποδέχθηκε για λογαριασμό του, ποσοστό του 1/6 εξ' αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, το οποίο περιήλθε σε αυτόν ως σύζυγο και εξ' αδιαθέτου κληρονόμου της Μ. Μ., συζ. Α. Μ.. Ως εκ τούτου, κατόπιν των ως άνω αποδοχών κληρονομιάς, ο ίδιος κατέστη κύριος του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ' αδιαιρέτου (1/3 το ποσοστό της συζύγου του). Ο Α. Μ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, απεβίωσε στις 22-8-2005, οπότε και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες και τη δεύτερη νόμιμη σύζυγο του, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2004 δημόσιας διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω αναφερόμενου συμβολαιογράφου και η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 12-10-2005, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. 236/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης, ο αποβιώσας Α. Μ., κατέλειπε στην μεν σύζυγο του, την ισόβια επικαρπία επί όλης της ακίνητης περιουσίας του, στους δε ενάγοντες, την ψιλή κυριότητα αυτής και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστο εξ' αυτών. Εν συνεχεία, οι ενάγοντες, αποδέχθηκαν στην επαχθείσα στους ίδιους κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ως άνω αναφερόμενου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οπότε και απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών, την ψιλή κυριότητα επί της ως άνω ακίνητης περιουσίας του δικαιοπαρόχου τους (ήτοι επί του 1/6 επί των προρρηθέντων ακινήτων) με παράγωγο τρόπο. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι η περιοχή που βρίσκονται τα ως άνω ακίνητα κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση δυνάμει της υπ' αριθμ....1995 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22-9-2008, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2008 απόφασης περαίωσης του ΟΧΚΕ, και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή η 6η-10-2008. Κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής, ο εναγόμενος, με την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 1190/26-11-1996 δήλωση του, προς τον οργανισμό κτηματολογίου και χαρτογραφήσεων Ελλάδας, δήλωσε ότι ο ίδιος τύγχανε αποκλειστικός κύριος κατά ποσοστό 100% ενός αγρού εμβαδού 780 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα του ως άνω ενιαίου αγρού των 3.113,05 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας Ενόψει δε της ως άνω δήλωσης του και ελλείψει σχετικής αντίρρησης, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, από οιονδήποτε, το ως άνω δηλωθέν τμήμα του ενιαίου ακινήτου των 3 περίπου στρεμμάτων, καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, εμβαδού 760 τ.μ., με αριθμό ΚΑΕΚ ..., στο κτηματολογικά φύλλο του οποίου, έχει καταχωριστεί ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού, ο εναγόμενος, στις αρχικές εγγραφές, όπως αυτές καταχωρίστηκαν κατά τη μεταφορά τους από τους οικείους κτηματολογικούς πίνακες της Β ανάρτησης, με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Ωστόσο ο εναγόμενος, ουδέποτε κατέστη αποκλειστικός κύριος του παραπάνω αναφερόμενου ακινήτου, το οποίο όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεν είχε εκφύγει της νομής και κατοχής του απώτερου δικαιοπάροχου των διαδίκων Σ. Μ., κατά τον χρόνο του θανάτου του, αλλά αντίθετα, ήταν αυτός, ο οποίος, φρόντιζε, περιποιούνταν και καλλιεργούσε μέχρι το έτος 1980, τον μεγαλύτερης έκτασης αγρό εμβαδού 3.113,05 τ.μ, από τμήμα του οποίου, δημιουργήθηκε το ως άνω ακίνητο. Ισχυρίζεται βέβαια ο εναγόμενος με το περιεχόμενο της προβαλλόμενης εκ μέρους του ένστασης ιδίας κυριότητας, ότι, το επίδικο τμήμα, είχε παραχωρηθεί άτυπα το 1958, από τον Σ. Μ. στην μητέρα του εναγομένου, Α. συζ. Α. Π., η οποία ήταν αποκλειστική κυρία αυτού, κατά τον χρόνο του θανάτου της. Ωστόσο τέτοιου είδους κρίση, δεν δύναται να συναχθεί ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Χ., Ε. Ζ. και Α. Μ. που περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από αυτόν ένορκες βεβαιώσεις. Και τούτο διότι, αν και ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ως άνω ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." εμβαδού 760 τ.μ. με ΚΑΕΚ ... (υπό στοιχείο β των επιδίκων), τυγχάνει τμήμα του ευρύτερης έκαστης ακινήτου των 3.113,05 τ.μ., το οποίο, διένειμε άτυπα ο απώτερος δικαιοπάροχος τους (Σ. Μ.), πριν το θάνατο του, προς τις δύο θυγατέρες του Μ. και Α. και πιο συγκεκριμένα, τμήμα εμβαδού 1.500 τ.μ. περίπου παραχώρησε άτυπα το έτος 1958 στη μητέρα τους Α. Μ., συζ, Α. Π., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ενώ το έτερο εναπομείναν τμήμα αυτού, παραχώρησε άτυπα το έτος 1962 στη θεία τους Μ., συζ. Ε. Κ., και ότι κατόπιν της συντέλεσης της ως άνω άτυπης παραχώρησης του τμήματος, εμβαδού 1.500 τ.μ. περίπου, στην μητέρα του Α. συζ. Α. Π., η τελευταία, ασκούσε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό τους υλικές πράξεις, χρησιμοποιώντας αυτό ως μπαξέ για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών, ενώ ακολούθως, από τον θάνατό της μητέρας του, το έτος 1996, ασκεί ο ίδιος τις ως άνω πράξεις νομής επ' αυτών για λογαριασμό της, ωστόσο, ο εξετασθείς με επιμέλεια του μάρτυρας ανταπόδειξης, Α. Γ. ο οποίος τυγχάνει σύζυγος της αδελφής του, όταν ρωτήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με τις πράξεις νομής που ασκεί επ' αυτών ο εναγόμενος, ουδέν σχετικό κατέθεσε, παρά μόνο ανέφερε πράξεις στις οποίες ο ίδιος έχει προβεί, ως σύζυγος της αδελφής του εναγομένου, η οποία κατά τα κτηματολογικά φύλλα, φέρεται ως αποκλειστική κυρία όμορου με το επίδικο με ΚΑΕΚ ... ακινήτου. Άλλωστε ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ίδιος και πριν από αυτόν η μητέρα του καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο, δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό υλικό, πέραν των καταθέσεων των μαρτύρων ανταπόδειξης, οι οποίες ωστόσο δεν ενισχύονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αντιθέτως δε καταρρίπτονται τα όσα αναφέρουν από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόντων φωτογραφίες. Ας σημειωθεί δε ότι η ανακρίβεια των όσων καταθέτουν οι μάρτυρες ανταπόδειξης στις με αριθμούς 11919/2017, 11920/2017 και 11921/2017 ένορκες βεβαιώσεις τους αποδεικνύεται, αφενός από το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν επακριβώς το εμβαδόν του διαιρετού τμήματος το οποίο έλαβε ο εναγόμενος από τη μητέρα του και το οποίο οι ίδιοι προσδιορίζουν σε 1 στρέμμα περίπου, ο δε εναγόμενος σε 760 τ.μ., ενώ περαιτέρω εκθέτουν ότι εντός του ως άνω επιδίκου γεωτεμαχίου (ήτοι του κείμενου στη θέση ...), υφίσταται πηγάδι το οποίο διανοίχθηκε από τον εναγόμενο, πριν περίπου 20 χρόνια, κατάθεση η οποία τελεί σε αναντιστοιχία με τα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος ομολογεί, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι το ως άνω πηγάδι διανοίχθηκε από έτερο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο (βλ. σχετ. σελ. 34 προτάσεων του) καθώς και σε έτερο από το επίδικο με ΚΑΕΚ ... ακίνητο και δη στο όμορο ακίνητο της θείας του Μ. Κ., ομολογία η οποία συνάδει και με την με αριθμό πρωτ. 1425/27-11-1996 δήλωση του Ν. 2308/1995 της θείας του και αδελφής της μητέρας του Μ. Κ., η οποία, όταν δήλωσε το όμορο του επιδίκου ακίνητο ως δικό της, κατέγραψε ότι εντός αυτού, υφίσταται πηγάδι και αποθήκη, όπως άλλωστε αυτά αποτυπώνονται και στο από το μήνα Αύγουστο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ.. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι ουδέποτε η δικαιοπάροχος του εναγομένου καθώς και ο ίδιος άσκησαν πράξεις νομής επί του ως άνω ακινήτου διανοία αποκλειστικών κυρίων, έτσι ώστε ο τελευταίος (εναγόμενος) να έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη, ότι ο ίδιος ουδόλως προσδιορίζει με ποιον τρόπο κατέστη αποκλειστικός κύριος του ως άνω διαιρετού τμήματος του κείμενου στη θέση "..." γεωτεμαχίου, εμβαδού 760 τ.μ και όχι συγκύριος κατά ποσοστό 50% (του έτερου ποσοστού του 50% ανήκοντος στην αδελφή του Μ. Γ.) του διαιρετού τμήματος των 1.500 τ.μ. που κατά τους ισχυρισμούς του μεταβίβασε άτυπα ο παππούς του στη μητέρα του. Αντιθέτως ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά, προς θεμελίωση του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας επί του ως άνω με ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου ότι "το 1958 έδωσε στη θυγατέρα του και μητέρα μας Ασάνω συζ. Α. Π., ένα τμήμα αυτού 1,5 στρέμματος, η οποία τον είχε ως δικό της και αυτό το τμήμα περιήλθε σε μας τα παιδιά της από μισό και δηλώσαμε το 1998 στο Εθνικό κτηματολόγιο ο καθένας μας διαιρετό και αυτοτελές τμήμα" (βλ. σχετ. σελ. 33 της προσθήκης - αντίκρουσης του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), χωρίς ωστόσο να επικαλείται τυχόν νόμιμη διανομή - κατάτμηση αυτού από τη μητέρα τους, ώστε να δημιουργηθούν δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα οικοπεδικά τμήματα. Ως εκ τούτου, κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας του επί του δεύτερου των επιδίκων ακινήτων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται άλλωστε, ούτε, από το γεγονός, ότι ο σύζυγος της αποβιώσασας Μ. Μ. και δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Μ., δεν προέβη σε αποδοχή του ποσοστού συγκυριότητας της συζύγου του επί του ως άνω γεωτεμαχίου, αμέσως μετά το θάνατο της, όπως άλλωστε ούτε η ίδια είχε πράξει κατά το χρονικό διάστημα του ενός έτους που μεσολάβησε από το θάνατο του πατέρα της μέχρι και το χρόνο θανάτου της ιδίας. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του χρόνου συντάξεως της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, με τη μεταγραφή αυτής, θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο η κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, και συνεπώς, το δικαίωμα κυριότητας του συζύγου της, Α. Μ. επ' αυτών, δε θίγεται μόνο από την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος (σχεδόν 18 έτη εν προκειμένω) μεταξύ του χρόνου θανάτου της δικαιοπαρόχου του και του χρόνου σύνταξης της αποδοχής κληρονομιάς. Αντιθέτως, η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξεως αποδοχής της κληρονομιάς δεν θα επέφερε στον κληρονόμο την κτήση της κυριότητας επί του κληρονομιαίου ακινήτου, μόνο εφόσον τρίτοι είχαν αποκτήσει δικαιώματα επ' αυτού, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής....., προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω σύμφωνα με τα ανωτέρω. Διαφορετική κρίση δεν δύναται να συναχθεί από το περιεχόμενο των όσων ανέφερε η Ε. σύζυγος του Α. Μ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ταυτόχρονα με το περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης από την ένδικη αγωγή, η οποία δεν διατηρεί καλές σχέσεις με τους ενάγοντες και στερείται αξιοπιστίας, αλλά ούτε από μόνο το γεγονός, ότι ο Α. Μ., ουδόλως μνημονεύει το επίδικο ακίνητο, στην με αριθμ. ...2004 δημόσια διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους ενάγοντες, καθώς, αφενός μεν κατά το χρόνο σύναξης αυτής, ήτοι κατά το έτος 2004, ο ίδιος δεν είχε προβεί στην κατάρτιση της πράξης αποδοχής του ως άνω ποσοστού συγκυριότητας του, επί του επιδίκου και συνεπώς δεν είχε καταστεί συγκύριος αυτού, αφετέρου δε, διαλαμβάνει στην ως άνω διαθήκη του τη φράση "προτίμησα να αφήσω ολόκληρη την παραπάνω ακίνητη περιουσία μου, αλλά και οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό μου στοιχείο κινητό ή ακίνητο ήθελε ευρεθεί μετά το θάνατο μου στους παραπάνω ανεψιούς μου κατά ίσα μερίδια", η οποία καταμαρτυρά ότι ο ίδιος ουδόλως απέκλεισε την ύπαρξη και έτερης πλην της περιγραφόμενης στη διαθήκη του ακίνητης περιουσίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εναγόμενοι. Ούτε τέλος, το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος (δικαιοπάροχος των εναγόντων) ούτε οι ενάγοντες προέβησαν σε σχετική δήλωση ιδιοκτησίας προς τον ΟΚΧΕ, αποτελεί ένδειξη περί της ανυπαρξίας δικαιώματος συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου , καθώς οποιαδήποτε εκ μέρους τους παράλειψη, δύναται να διορθωθεί με την έγερση της υπό κρίση αγωγής, όπως άλλωστε ρητά προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων κατά την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπράγματων δικαιωμάτων, που μόνο μετά την οριστικοποίηση τους κατά το άρθρο 7 του ιδίου νόμου παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας........ Απορριπτέος τέλος, τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί παραγραφής της σχετικής αξίωσης των εναγόντων, τον οποίο επαναφέρουν προς κρίση με σχετικό λόγο της ένδικης εφέσεως, καθώς αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν το πρώτον την εκ μέρους των εναγομένων ιδιοποίηση της ως άνω ακίνητης περιουσίας τους κατά το έτος 2008, οπότε και άρχισε να λειτουργεί το Κτηματολογικό Γραφείο ... και συνακόλουθα οι ίδιοι είχαν πρόσβαση στα τηρούμενα από αυτό κτηματολογικό βιβλία, από το ως άνω δε χρονικό σημείο μέχρι και το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, ώστε η σχετική αξίωση τους να έχει παραγραφεί. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών, του με αριθμό ΚΑΕΚ ... ακινήτου, το οποίο απέκτησαν δυνάμει της με αριθμό ...2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ..., όπως το ΚΑΕΚ ... αναφέρεται σ αυτήν, ήτοι ακίνητο που αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης ακινήτου συνολικού εμβαδού 3.113,05 τ.μ.,όπως αυτό αποτυπώνεται υπό περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 7-8-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Μ., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Π., βόρεια με δημόσιο δρόμο και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ. και το οποίο καταγράφεται στην ως άνω αποδοχή κληρονομιάς ως υπό στοιχείο Β στ) ακίνητο, εμβαδού 3.000 τ.μ. Πρέπει επομένως, να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία τηρούμενα στο Κτηματολογικό Γραφείο ... κτηματολογικά βιβλία, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου με ΚΑΕΚ ... να αναγραφούν οι ενάγοντες ως ψιλοί συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 1/12 εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ' αυτών και με τίτλο κτήσης την με αριθμό ...2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Τ. Κ., περιοριζόμενου αντιστοίχως του ποσοστού πλήρους κυριότητας του, εναγομένου ώστε από το αναγραφόμενο στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας του να αφαιρεθεί το ποσοστό του 1/12 εξ' αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας εκάστου των εναγόντων και συνολικά το ποσοστό των 2/12 εξ1 αδιαιρέτου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και παραγραφής και ακολούθως δέχθηκε την ως άνω αγωγή των εναγόντων ως προς το παραπάνω (δεύτερο) ακίνητο δεν έσφαλε, αλλά ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει η ένδικη έφεση, με το περιεχόμενο της οποίας ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη των ως άνω ενστάσεων και την αποδοχής της αγωγής εις βάρος του, όσον αφορά το παραπάνω ακίνητο, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία." Ακολούθως δέχθηκε την έφεση εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιό αυτής που αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους, κατά ποσοστό1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστο της ψιλής κυριότητας επί του περιγραφομένου υπό στοιχείο α της αγωγής ακινήτου οικοπέδου, και απέρριψε την αγωγή κατά το αντίστοιχο αίτημά της (της αναγνώρισης της συγκυριότητας των εναγόντων επί της ψιλής κυριότητας του υπό στοιχείο α ακινήτου) ενώ απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη όσον αφορά το δεύτερο των επιδίκων ακινήτων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., αιτιώμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο α) με το να απορρίψει με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου (δεύτερου) που απέκτησε πρωτότυπα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, β) με το να κάνει δεκτό με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι τυγχάνουν ψιλοί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος με παράγωγο τρόπο, δεχόμενο ότι το επίδικο ανήκε στον Σ. Μ. και ότι μετά τον θάνατό του αυτό από κοινού με άλλα ακίνητα περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 σε καθεμιά από τις θυγατέρες του, επομένως και στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Μ. συζ. Α. Μ., την οποία με τη σειρά του κληρονόμησε ο σύζυγός της Α. Μ. σε ποσοστό 1/6 γενικά, ο οποίος το κατέλειπε με την διαθήκη του στους ενάγοντες, παρότι αυτό (επίδικο) δεν αναγράφεται στην ως άνω διαθήκη, διότι ακόμη και τότε δεν ανήκε στην κυριότητά του, ούτε κατά το επίδικο ποσοστό, γ) με το να δεχθεί τελείως αυθαίρετα ότι το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβάνεται στα "μερικά" ακίνητα που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ο Σ. Μ. είχε παραχωρήσει όσο ζούσε στις τρεις θυγατέρες του Α. συζ. Α. Π., Μ. συζ. Ε. Κ. και Μ. συζ. Α.. Μ.. παραβίασε εκ πλαγίου τους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του αλλά και ο ίδιος άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, διανοία αποκλειστικού κυρίου συνεχώς από το έτος 1958 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή αυτός δεν απέκτησε αποκλειστική κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Ειδικότερα το Εφετείο σε σχέση με τη κτήση της ψιλής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου από καθένα των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας επ' αυτού του αναιρεσείοντος-εναγομένου διέλαβε στις παραδοχές του ότι το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου ... Χαλκιδικής, ανήκε αρχικά στον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ. Μ., ιδιοκτήτη πολλών ακινήτων στην περιοχή, μερικά εκ των οποίων είχε παραχωρήσει άτυπα στις τρεις θυγατέρες του προ του θανάτου του, στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο, ο οποίος το φρόντιζε και το καλλιεργούσε με σπαρτά τουλάχιστον μέχρι το 1980, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 3.113,05 τ.μ., μετά δε το θάνατό του στις 25-4-1986 αυτό παρέμεινε ακαλλιέργητο με αποτέλεσμα να έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο μέρος του με βάτα, χωρίς να φέρει στοιχεία και ίχνη πρόσφατης καλλιέργειας, ότι μετά το θάνατο του τελευταίου υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι τρεις θυγατέρες του, ήτοι η Μ. συζ. Α. Μ., η Α. Π. και η Μ. Κ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη, την 6-12-1987 απεβίωσε η Μ. συζ. Α. Μ. στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ο σύζυγός της Α. Μ., και οι προαναφερθείσες αδελφές της, καθώς η ίδια δεν είχε αποκτήσει τέκνα, ότι ο Α. Μ. αποδέχθηκε για λογαριασμό της αποβιωσάσης συζύγου του την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά του πατέρα της, ήτοι μεταξύ άλλων και το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και στη συνέχεια με την αναφερόμενη επίσης μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε για λογαριασμό του, το ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, που περιήλθε σε αυτόν ως σύζυγο και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της άνω αποβιωσάσης, καταστάς έτσι κύριος αυτού κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός απεβίωσε την 22-8-2005 και κληρονομήθηκε δυνάμει της αναφερομένης δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους και τη δεύτερη νόμιμη σύζυγό του, καταλείποντας στην μεν σύζυγό του την ισόβια επικαρπία επί όλης της ακίνητης περιουσίας του, στους δε ενάγοντες την ψιλή κυριότητα αυτής και δη κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, κληρονομιά που αποδέχθηκαν οι τελευταίοι με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ότι κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής, καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ με φερόμενο αποκλειστικό κύριο τον εναγόμενο και τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, ωστόσο ο ίδιος ουδέποτε κατέστη αποκλειστικός κύριος του ένδικου ακινήτου, καθώς δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι αυτό είχε παραχωρηθεί άτυπα το έτος 1958 στη μητέρα του από τον Σ. Μ. (πατέρα της), η οποία ήταν αποκλειστικά κυρία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου της, αφού δεν είχε εκφύγει της νομής και κατοχής του απωτέρου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Σ. Μ.υ κατά το χρόνο του θανάτου του και ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του εναγομένου αλλά και ο ίδιος άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, διανοία αποκλειστικού κυρίου για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών έτσι ώστε ο εναγόμενος-αναιρεσείων να έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, απορριπτέος τυγχάνει ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκου ακινήτου. Επομένως είναι αβάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Επιπλέον οι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην ως άνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 627/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1627/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ