ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1105/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1105/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1105/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1105 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1105/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ε. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Μαυρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΡΑΜΙΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Χαλβατζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 5/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 15932/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 28-2-2023(4797/416/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 15932/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 20-3-2022(5909/4945/2022) έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ. 5/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 25.5.2020 (11271/82/2020) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Με την ως άνω απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, αφού έκρινε αόριστα τα κονδύλια της υπερεργασίας, υπερωρίας και νυχτερινής εργασίας, απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, αλλά και δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ). 2.1 Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021) ορίζονται τα εξής: "1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο, ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1410/2024, 1752/2022, 1115/2020, 822/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β15) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944, όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθμ. 25325/1951 κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών (ΦΕΚ Β 86), οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν νυκτερινή εργασία, δηλαδή εργασία από τις 22.00 έως τις 06.00, είτε καθ'όλο το διάστημα της νύκτας, είτε κατά ορισμένο τμήμα του, δικαιούνται να λαμβάνουν επιπλέον των κανονικών αποδοχών τους και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ.1α' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 989/2022, 131/2020). Ειδικότερα, στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 33/2022, 874/2018) και εφόσον ζητείται επιδίκαση διαφορών αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, η ειδικότητα του ενάγοντος, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1003/2018) και η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου και πέραν του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου, αντίστοιχα, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί, ποια περίπτωση υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου(ΑΠ 1410/2024, 1413/2024, 274/2023, 380/2022, 1752/2022).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από νυκτερινή εργασία, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ,εκτός της σύμβασης εργασίας, του συμβατικού ή νόμιμου μισθού, που απαιτούνται για την εξεύρεση του ωρομισθίου, ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (από ώρες 22.00 μ.μ. έως 06.00 π.μ), οι διαφορές αποδοχών, οι προσαυξήσεις της νυκτερινής εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητο ν' αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες ,κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή και ο αριθμός αυτών (ΑΠ 1410 /2024, 1413/2024, 274/2023, 1953/2022).

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ και αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απόφαση ειρηνοδικείου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε επί έφεσης ειρηνοδικείου από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ιδίου κώδικα, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 142/2021, 111/2020). Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 380/2022,142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 707/2022, 142/2021, 935/2020) ή από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, καθότι αντίστοιχος με τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 274/2023, 142/2021, 635/2019).

Στη προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 25.5.2020 (11271/82/2020) αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι εργάσθηκε στην εναγόμενη, ως βουρτσαδόρος με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πενθήμερη εργασία και 8ωρο ωράριο ,με ημερομίσθιο 41,90 ευρώ, από τις 25.6.2012 έως 18.7.2019, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβασή του. Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων την καταβολή διαφορών αμοιβής υπερεργασίας και υπερωριών καθώς και νυκτερινής εργασίας για το διάστημα από Μάρτιο 2015 έως Ιούλιο 2019, χρηματικά ποσά, προσδιοριζόμενα με το ωρομίσθιό του και τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις και κατά τους δικούς του υπολογισμούς, ανά μήνα, για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα. Για την υπερωριακή του απασχόληση και την υπερεργασία, αναφέρει, το συνολικό χρόνο απασχόλησής του, ανά μήνα, το ποσοστό προσαύξησης ,το αναλογούν ημερομίσθιο και το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί για το καθένα από αυτά, χωρίς όμως να αναφέρει όπως θα έπρεπε για να είναι ορισμένη η αγωγή του ως προς τα κονδύλια αυτά τις ώρες που εργαζόταν α) σε εβδομαδιαία βάση, ως προς την αξίωση αμοιβής υπερεργασίας και β) σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση, ως προς την αξίωση αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση, στοιχεία απαραίτητα ,κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου και πόσες ώρες απασχολήθηκε την εβδομάδα (για τις αξιώσεις από υπερεργασία) ή την ημέρα και την εβδομάδα (για τις αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση), ώστε να κριθεί το βάσιμο των σχετικών αγωγικών αιτημάτων, χωρίς να είναι αρκετή η επίκληση ότι σχεδόν σε καθημερινή βάση απασχολούνταν υπερωριακά. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της εναγόμενης - αναιρεσίβλητης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως αόριστα τα παραπάνω κονδύλια καθώς και αυτό της αμοιβής για νυκτερινή εργασία και αφού έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και τα απέρριψε ως απαράδεκτα. Κρίνοντας το Εφετείο αόριστη την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις ως άνω αξιώσεις του για επιδίκαση διαφορών από παράνομη υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία ,ορθά, εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήταν αναγκαία για το ορισμένο τους (άρθρα 111παρ.2,188 αριθμ.4 και 216παρ 1α ΚΠολΔ). Απορρίπτοντας, όμως, το Εφετείο ως αόριστο το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση διαφορών αμοιβής για νυκτερινή εργασία με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν εξειδικεύει στην αγωγή του <<.... ότι εργαζόταν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 22.00μμ και 06.00 πμ της επομένης, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί στη δέουσα υπαγωγή των σχετικών πραγματικών περιστατικών στον οικείο κανόνα δικαίου ,δοθέντος ότι η έννοια της νύχτας [......] είναι νομική, με περαιτέρω συνέπεια να πρέπει προς αποφυγή ασάφειας να προσδιορίζεται στο εισαγωγικό δικόγραφο ή έστω να διευκρινίζεται στις προτάσεις του ενάγοντος ο σχετικός όρος, με την αναφορά του αντίστοιχου χρονικού πλαισίου εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία για την οποία αξιώνεται πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο για νυχτερινή εργασία [...]>> έσφαλε. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή περιέχει, ως προς το κονδύλιο αυτό, όλα κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη ,αφού αναφέρονται, εκτός της σύμβασης εργασίας, το, κατά τους ισχυρισμούς του, νόμιμο ωρομισθίο, ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που παρέσχε ο ενάγων, αναλυτικά ανά μήνα, για όλο το επίδικο διάστημα και τα ποσά των προσαυξήσεων της νυκτερινής εργασίας (25%), χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως αναφέρεται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, να προσδιορίζονται, αναλυτικά, οι συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή (ημερησίως ή εβδομαδιαίως) και ο αριθμός αυτών, ούτε, βέβαια, να προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος παροχής της εν λόγω εργασίας (δηλαδή. από ώρες 22.00μ.μ. έως 06.00 π.μ) ,δεδομένου ότι ο προσδιορισμός του όρου <<νυκτερινή εργασία>> προβλέπεται στις προαναφερόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις 18310/1946 και 25825/1951 και αφετέρου, διότι ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου παροχής της νυκτερινής εργασίας, είναι αδιάφορος για την ουσιαστική εκτίμηση της εν λόγω αγωγικής αξίωσης, αφού η δικαιούμενη αμοιβή του ενάγοντος δεν μεταβάλλεται, αλλά υπολογίζεται με τον ίδιο συντελεστή (25%), εφόσον αποδειχθεί ότι παρασχέθηκε εργασία, εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αόριστη την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας, εφόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποτελούσαν αναγκαία στοιχεία του ορισμένου της. Επομένως, με το να αποφανθεί αντιθέτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί (κατά ένα μέρος) ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενοι ενιαίως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αληθώς όμως μόνο εκ του αριθμού 5 του ως άνω άρθρου, ως εκ της αποδιδόμενης σε αυτή, πλημμέλειας. 4. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006,4/2005, ΑΠ 986/2024, 64/2022, 19/2022). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 6/2022, 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ312/2023,38/2020, 109/2020, 1551/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, 4979/2020). Δεν έχουν, όμως, εφαρμογή οι διατάξεις αυτές, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ,ανέλεγκτα ,κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019).

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, δηλαδή αυτών που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, ΑΠ 725/2019, 776/2018, 859/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή οποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 142/2024,142/2024, 274/2024, 348/2023).

Σε αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις θα πρέπει ν' αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 274/2024, 353/2020, 1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 274/2024, 621/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 871/2018).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 της διετούς ΕΓΣΣΕ (έτη 2008/2009) και 8 ν.1876/90 τις οποίες δεν εφάρμοσε ορθά στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Συγκεκριμένα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, απορρίπτοντας ως αναπόδεικτο τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι είχε γνωστοποιήσει, από τη πρόσληψή του στην εναγόμενη εταιρία και ως εκ τούτου γνώριζε, την ύπαρξη προϋπηρεσίας του, σε συναφή ειδικότητα ,με αυτή που απασχολούνταν σε αυτή και στη συνέχεια, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της εναγόμενης, αφού εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκκαλούμενη απόφαση ,απέρριψε το συναφές αίτημά του για την επιδίκαση διαφορών αποδοχών λόγω συμπλήρωσης 12ετούς προϋπηρεσίας. Ότι ο ισχυρισμός αυτός, αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα από τον ίδιο, ενώπιον και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προς αντίκρουση της έφεσης της εναγόμενης, αντίγραφα μισθοδοσίας της τελευταίας του ενδίκου διαστήματος, από τα οποία προέκυπτε ότι η εκκαλούσα-εναγόμενη του χορηγούσε ετήσια άδεια ανάπαυσης 25 ημερών, που αναλογεί σε εργαζόμενους με το σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με 12 έτη προϋπηρεσία, όπως και ο ίδιος (άρθρ.3 ΕΓΣΣΕ 2008/2009). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας των αριθμ.1 και 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος, καθώς και για την πειστικότητα των επιχειρημάτων του, με βάση τα οποία στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις αυτές δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε προϋπηρεσία δύο (2) τριετιών πριν την 14-2-2012 σε άλλους εργοδότες με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε γνωστοποιήσει αυτή (προϋπηρεσία) στην αναιρεσίβλητη, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, που δεν μπορούν, κατά τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, να ιδρύσουν την αποδιδόμενη, με τον ως άνω λόγο, πλημμέλεια.

Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης που ελέγχεται αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο.
Τέλος, με το τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στον εσφαλμένο υπολογισμό των αγωγικών κονδυλίων που ερεύνησε κατ'ουσία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα οποία καταλόγισε και τα αναφερόμενα στην αγωγή του ιδίου (αναιρεσείοντος) ως καταβληθέντα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα για διάφορες αμοιβές χρηματικά ποσά, τα οποία αφαιρούσε και δεν διωκόταν από αυτόν με την αγωγή του, αφού σε αυτά (χρηματικά ποσά) συμπεριλαμβανόταν και καταβληθείσες, για κάθε αντίστοιχο χρονικό διάστημα, αμοιβές για υπερωρίες και υπερεργασία, αγωγικές αξιώσεις, όμως, που απορρίφθηκαν ,από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αόριστες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται όπως θα έπρεπε οι νομικές διατάξεις που παραβιάστηκαν και δη ενάριθμα καθώς και το περιεχόμενο αυτών, όπως απαιτείται για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 KΠολΔ λόγων αναίρεσης, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες αναιρετικές πλημμέλειες και οι ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα απορριφθέντα κατ'ουσία αγωγικά κονδύλια. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει κατά μερική παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, που εκτιμήθηκαν ενιαία, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης αμοιβής για νυκτερινή εργασία και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων γενόμενου εν μέρει δεκτού του σχετικού αιτήματός του (178,183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (ΑΠ 698/2022,1315/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, την με αριθμ. 15932/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ,κατά το ως άνω μέρος της ,στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή