Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1108 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1108/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σταθαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., 2) Α. Ξ. του Λ., συζ. Α. Μ., 3) Δ. Μ. του Α., 4) Λ. Μ. του Α. και 5) Μ. - Ε. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2020 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 18-1-2021 και 16-4-2021 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 6426/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24-3-2023 (αριθμ. καταθ.2707/24-3-2023), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 6426/19-12-2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων επί αιτήσεων για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.6426/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 22-12-2016 (αριθ. ...-2016) αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, στρεφόμενοι κατά του ήδη αναιρεσείοντα ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης και να οριστεί προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για οικοπεδική έκταση 145,13 τ.μ. λόγω προσκύρωσης του οικοπέδου τους, που βρίσκεται στον Δήμο Αλίμου, στην θέση "Χασάνι" και "Άλιμος" στο ΟΤ με αριθ. 547 και με αριθ. κτηματογράφησης 0909, προς το όμορο οικόπεδο με αριθ. κτηματογράφησης 0913, πρώην ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντα, λόγω εφαρμογής της εγκριθείσας με το από 19-6-1987 Προεδρικό διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 722 Δ/31-7-1987, εφαρμογής του σχεδίου πόλεως της Περιοχής "Εκατέρωθεν της Λ. Αλίμου" του Δήμου Αλίμου, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε ακολούθως με τα δημοσιευθέντα στα ΦΕΚ 63/Δ/13-2-1990, 212Δ/8-5-1991, 694 Δ/22-6-93 και 5 79/Δ13-6-1994 Προεδρικά Διατάγματα, σε εκτέλεση της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 15/1995 πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης της Περιοχής "Εκατέρωθεν της Λ. Αλίμου" του Δήμου Αλίμου Αττικής, που διορθώθηκε και κυρώθηκε νόμιμα με τη με αριθμό ...-1996 απόφαση του Προέδρου Ν.Ε.Π.Ο.Π.Ε.Υ Νομαρχίας Αθηνών, που μεταγράφηκε την 26-4-1996 στο υποθηκοφυλακείο Π. Φαλήρου στον τόμο 363 με α/α 342. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ'αριθμ. 3161/2020 απόφαση, με την οποία οι αιτούντες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης και αναγνωρίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος στο ποσό των 450 ευρώ/τ.μ. Ακολούθως, ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι με αρ. καταθ. 8735/5-11-2020 και 354/18-1-2021 αιτήσεις του αναιρεσείοντα και των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, ο μεν αναιρεσείων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι η αξίωση των καθ'ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητων για δικαστικό προσδιορισμό αποζημίωσης για την απαλοτριωθείσα λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησία τους υπέπεσε στην εικοσαετή, άλλως δεκαετή παραγραφή και β) επικουρικά να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των 100 ευρώ /τ.μ , οι δε αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των 1200 ευρώ /τ.μ . Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει αυτές και καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για την ως άνω ιδιοκτησία των αναιρεσίβλητων στο ποσό των 1000 ευρώ /τ.μ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998,ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1076/2024, ΑΠ 640/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ1071/2024,ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020).
Περαιτέρω ρυμοτομική απαλλοτρίωση προς εφαρμογή του οικείου σχεδίου πόλεως κηρύσσεται με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ (τεύχος Δ Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) του προεδρικού διατάγματος γα την έγκριση ή τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και όχι με τη σύνταξη της πράξης τακτοποίησης -προσκύρωσης οικοπέδων και αναλογισμού αποζημίωσης, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημίωσης για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Συγκεκριμένα, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω, στις απαλλοτριώσεις για την εφαρμογή εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, η έναρξη της δίκης καθορισμού της αποζημίωσης, αλλά και της αναγνώρισης δικαιούχων προϋποθέτει προδικασία συνισταμένη στη σύνταξη πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία δεν δημοσιεύεται στο ΦΕΚ και η οποία αφού κυρωθεί από το Νομάρχη αποτελεί προϋπόθεση κίνησης της διαδικασίας για καθορισμό αποζημίωσης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 και 5 αυτού (όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/ 2012, ΦΕΚ Α` 82/10-04-2012 και, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του αυτού νόμου απαλλοτριώσεις): "1. Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7. Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή. 2. Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 3. Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις (βλ. και άρθρο 10 ν.δ/τος 797/1971 που ίσχυε πριν) συνάγεται ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, η αξίωση του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για απόληψη της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε δικαστικά, υπόκειται πλέον σε οκταετή παραγραφή, που αρχίζει από την αποδεδειγμένη κατάληψη του ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση, σε δεκαετή παραγραφή με αφετηρία τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Η αξίωση, όμως, του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου, αλλά στη γενική παραγραφή, η οποία, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, είναι εικοσαετής κατ` άρθρο 249 αυτού, αν ληφθεί υπόψη και η διάταξη του άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ (ΑΠ 1076/2024, ΑΠ 975/2022,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1218/2011), η οποία επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας αρχίζει από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη (και πριν του Υπουργού), που κύρωσε την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου (ΑΠ 1076/2024, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1218/2011). Ειδικότερα, κατά της ως άνω επικυρωτικής απόφασης του Νομάρχη προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3200/1955 ειδικού χαρακτήρα προσφυγή στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ σε αποκλειστική προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Νομάρχη, η οποία κατατίθετο στην αρμοδία Τεχνική (Πολεοδομική) Υπηρεσία της Νομαρχίας. Στη συνέχεια, ακολούθησε ο ν. 2218/1994, που στο άρθρο 18 αυτού θεσπίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον έλεγχο, από άποψη νομιμότητας και μόνον, των νομαρχιακών αποφάσεων εν γένει. Ειδικότερα, στις παραγράφους 12 και 13 του άρθρου 18 του ν. 2218/1994 ορίζεται ότι: κατά των αποφάσεων του Νομάρχη επιτρέπεται σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον προσφυγή για παράβαση νόμου στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας σε αποκλειστική προθεσμία 30 ημερών από τη δημοσίευση ή αν η απόφαση δεν δημοσιεύεται, από την κοινοποίηση ή διαφορετικά αφότου έλαβε γνώση, που κατατίθεται στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Κατά της εκδοθείσας επί της προσφυγής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας μπορεί ν` ασκηθεί προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό, για παράβαση νόμου σε αποκλειστική προθεσμία 30 ημερών και με την τελευταία αυτή προσφυγή συμπροσβάλλεται και η κυρωτική απόφαση του Νομάρχη. Τούτο, δε, διότι εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3200/1955. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υπάρχουσα διοικητική διαδικασία για το αμετάκλητο, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας, της πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού του πολεοδομικού γραφείου διευρύνεται κατά ένα ενδιάμεσο επιπλέον στάδιο, της προσφυγής στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Κατά της απόφασης, δε, του Νομάρχη, με την οποία επικυρώνεται η άνω πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού, ως και κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί των προσφυγών του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (πριν την ισχύ του Ν. 2218/1994) ή στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και εν συνεχεία στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ (μετά την ισχύ του Ν. 2218/1994) επιτρέπεται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση των αποφάσεων αυτών. Έτσι, η πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του πολεοδομικού γραφείου καθίσταται αμετάκλητη πάντοτε (είτε εκδόθηκε πριν από την ισχύ του ν. 2218/1994 και υπό την ισχύ του ν. 3200/1955, είτε μετά από αυτόν) σε χρόνο μεταγενέστερο της πράξης του Νομάρχη, που την επικυρώνει, είτε μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Νομάρχη (κυρωτική) στον διοικούμενο ή διαφορετικά αφότου έλαβε γνώση αυτής ο τελευταίος, είτε και με την απόρριψη της προσφυγής από το Γενικό Γραμματέα ή την απόρριψη της προσφυγής από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και εφόσον έχει ασκηθεί και αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ μετά την απόρριψη και αυτής. Επίσης, η παραγραφή αυτή, όταν υπόχρεος είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (ήδη άρθρ. 144 εδ. δ` του ν. 4270/2014, κατ` άρθρ. 177 παρ. 1 αυτού) και 52 εδ. γ`του ν.δ/τος 496/1974 (ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015), η πρώτη από τις οποίες εφαρμόζεται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του ν. δ/τος 31/1968 και 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 666/2018). Σημειώνεται ότι, η εν λόγω παραγραφή εφαρμόζεται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή και στις συντελεσμένες κατά τη 10-4-2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4070/2012) απαλλοτριώσεις, με στόχο να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της αποζημίωσης είχε την δυνατότητα να ενεργήσει έγκαιρα για την είσπραξή της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2882/2001, η οποία ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ/τος 797/1971 που ίσχυε πριν "η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση...κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8". Δεν προβλέπεται ούτε στο ν.δ/γμα 797/1971 ούτε στον ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), όπως ισχύει, ειδικότερος τρόπος συντέλεσης της απαλλοτρίωσης σε περίπτωση που αυτή έχει οριστεί σε είδος (ΑΠ 124/2020, ΑΠ 595/2018, ΑΠ 101/2015). Στην ίδια εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη (και πριν του Υπουργού), που κύρωσε την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου (και την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής), υπόκειται και η διεκδικητική του ακινήτου αγωγή. Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δεν μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητο, εξαιτίας έλλειψης έννομου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 562/2010, ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1247/2007).
Εξάλλου, από το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης, η δικαιοδοσία του δικαστηρίου περιορίζεται κατά κανόνα μόνο στον προσδιορισμό τιμής μονάδος, χωρίς την αναγνώριση δικαιούχων και την καταψήφιση υποχρέων (άρθρα 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 ν. 2882/2001), δεν αποκλείεται η έρευνα ζητημάτων, τα οποία έχουν σχέση με θεμελιώδεις ιδιότητες των δικαζομένων, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρα 70 και 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 1076/2024, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 92/2020,ΑΠ 528/2005). Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το δικαίωμα (αξίωση), για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, υπόκειται μεν στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πλην όμως παραμένει ενεργό στη περίπτωση που ο κύριος του απαλλοτριωμένου ακινήτου διατηρεί το επ` αυτού δικαίωμα κυριότητάς του, διότι αυτό, αν δεν αποσβέστηκε στο μεταξύ από άλλο λόγο, διατηρείται απαραβίαστο μέχρι την καταβολή σε αυτόν ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε με νόμιμο τρόπο και μόνο από τότε μετάγεται τούτο σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 1783/2009, ΑΠ 800/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: με την από 5-11-2020 (με αρ. καταθ. 8735/5-11-2020) αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αξίωση των καθ'ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητων για δικαστικό προσδιορισμό αποζημίωσης για την απαλοτριωθείσα λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησία τους υπέπεσε στην εικοσαετή, άλλως δεκαετή παραγραφή και επικουρικά να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας στο ποσό των 100 ευρώ /τ.μ. Για τη θεμελίωση του κύριου αιτήματός του, ήτοι της αναγνώρισης ότι η αξίωση των καθ'ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητων έχει παραγραφεί επικαλέσθηκε τα ακόλουθα : Ότι η υπ'αριθμ....-1996 απόφαση του Νομάρχη που κύρωσε την υπ'αριθμ. 15/1995 πράξη εφαρμογής της περιοχής " εκατέρωθεν της Λεωφόρου Αλίμου" μεταγράφηκε την 26-4-1996 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φαλήρου, αναρτήθηκε στις 6-2-1996 στο κατάστημα δήμου Αλίμου, και δημοσιεύθηκε στις 7,8 και 9/2/1996 στις αναφερόμενες ημερήσιες εφημερίδες, ενώ δεν ασκήθηκε κατ αυτής προσφυγή, ούτε αίτηση ακύρωσης. Ότι, από τις ως άνω ημερομηνίες ήτοι από την 6,7,8 και 9/2/1996 έχουν παρέλθει οι νόμιμες προθεσμίες των 30 και 60 ημερών και επομένως η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη την 10-4-1996, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 και 60 ημερών για την προσβολή της. Ότι οι καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στις 23-12-2016 την με αριθμ. καταθ. ΓΑΚ ...-2016 αίτησή τους για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος για την απαλλοτριούμενη έκταση τους. Ότι, όμως, από την 10-4-1996 μέχρι την 23-12-2016 έχουν παρέλθει είκοσι και πλέον έτη και, επομένως, η αξίωσή τους για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης έχει παραγραφεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2882/2001. Επικουρικά, δε, ισχυρίσθηκεότι η αξίωση των καθ'ών παραγράφηκε και διότι παρήλθε δεκαετία από το έτος 2003, οπότε δεν διατηρούν το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του απαλλοτριούμενου, καθώς ο ίδιος έκτοτε κατέλαβε και νέμεται και κατέχει την επίδικη προσκυρωθείσα έκταση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τη νομική βασιμότητα του κυρίου αιτήματος της ως άνω αίτησης περί αναγνώρισης της παραγραφής της αξίωσης των αιτούντων για δικαστικό προσδιορισμό τα ακόλουθα: "....Με το περιεχόμενο αυτό και τα αιτήματα η κρινομένη αίτηση όσον αφορά στην πρώτη ανωτέρω θεμελίωσή της περί εικοσαετούς παραγραφής της αξίωσης των καθ' ων ως προς τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως για την ένδικη απαλλοτριωθείσα λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησία τους τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι οι προθεσμίες για την προσβολή της κυρωτικής απόφασης του Νομάρχη ξεκινούν από την κοινοποίηση αυτής στους ενδιαφερομένους και όχι από την ημερομηνία ανάρτησης αυτής στο δημοτικό κατάστημα ούτε από την ημερομηνία δημοσίευσης στον τύπο ούτε από την ημερομηνία μεταγραφής της, όπως αβασίμως παραθέτει ο αιτών( ήδη αναιρεσείων), δοθέντος ότι ο χρόνος κοινοποίησης της Πράξης εφαρμογής με την κυρωτική αυτής απόφαση του Νομάρχη είναι το εναρκτήριο σημείο, από το οποίο τρέχουν οι προθεσμίες προσβολής αυτής, ώστε αυτή να καταστεί αμετάκλητη και να προσδιοριστεί το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, ώστε να προκύπτει ότι από τον χρόνο αυτό μέχρι και την άσκηση της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής αποζημιώσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, ενώ αντιθέτως η ημερομηνία μεταγραφής της απόφασης που κύρωσε την πράξη εφαρμογής, που επικαλείται ο αιτών, ως εναρκτήριο χρονικό σημείο της παραγραφής, δεν προϋποθέτει το αμετάκλητο αυτής. Επίσης, η κρινομένη αίτηση αναφορικά με την πρώτη επικουρική ως άνω θεμελίωσή της περί παραγραφής της αξίωσης των καθ' ων ως προς τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως για την ένδικη απαλλοτριωθείσα λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησία τους, ένεκα παρέλευσης δεκαετίας από την κατάληψη της απαλλοτριωτέας έκτασης από τον αιτούντα, τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2882/2001: "1. Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7. Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή. 2. Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 3. Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά παραγράφεται εφόσον συντρέξουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) εφόσον γεννηθεί η αξίωση αυτή, με την έκδοση δικαστικής απόφασης για τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης και β) εφόσον παρέλθει, μετά τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, οκταετία από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ή δεκαετία από τη συντέλεση αυτής.
Εν προκειμένω η αξίωση των καθ για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά έχει αφετηρία την δημοσίευση της υπ' αρ. 3161/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και όχι την αναφερόμενη κατά τους ισχυρισμούς του κατάληψη της επίδικης ρυμοτομηθείσας εκτάσεως, ενώ δεν έχει συντελεστεί η ένδικη απαλλοτρίωση, ώστε να έχει παραγραφεί το δικαίωμά τους για την είσπραξη της αποζημίωσης, λόγω παρόδου δεκαετίας από την συντέλεση, δοθέντος ότι η συντέλεση της απαλλοτρίωσης προϋποθέτει καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε δικαστικά, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις σχετικά με τη νομιμότητα του κύριου αιτήματος της αίτησης του αναιρεσείοντα να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι έχει παραγραφεί το δικαίωμα των καθ'ών η αίτηση για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης καθώς 1) αφενός μεν στοιχείο του νομίμου του σχετικού ισχυρισμού αποτελεί η επίκληση της συμπλήρωσης εικοσαετίας από τον χρόνο που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη και περαιτέρω για το ορισμένο αυτού, κατά τα οριζόμενα στις διατάξει των άρθρων 247, 249, 250, 251, 261, 270, 272, 277 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης για καθορισμό της αποζημίωσης, στοιχεία (ΑΠ 1453/2022,ΑΠ 448/2015, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 761/2014), τα οποία στη συνέχεια θα κριθούν και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα και 2) αφετέρου όπως προεκτέθηκε, ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας προκειμένου να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του Νομάρχη αποτελεί η κοινοποίηση αυτής στον διοικούμενο ή διαφορετικά ο χρόνος που έλαβε γνώση ο διοικούμενος της απόφασης του Νομάρχη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών 1) αφενός μεν επικαλείται ότι συμπληρώθηκε εικοσαετία από τον χρόνο που κατέστη αμετάκλητη η υπ'αριθμ....-1996 απόφαση του Νομάρχη που κύρωσε την υπ'αριθμ. 15/1995 πράξη εφαρμογής της περιοχής "εκατέρωθεν της Λεωφόρου Αλίμου" προσδιορίζοντας ως χρόνο έναρξης της προθεσμίας την 10-4-1996 και ως χρόνο κατάθεσης της αίτησης των καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητων για καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης την 23-12-2016 και 2) αφετέρου δεν επικαλείται χρόνο κοινοποίησης της ένδικης απόφασης του Νομάρχη, αλλά (επικαλείται) χρόνους ανάρτησης της τελευταίας στον οικείο δήμο, αλλά και δημοσίευσης αυτής σε ημερήσιες εφημερίδες που εκτιμώνται ως χρόνοι που έλαβαν γνώση οι καθ'ών.
Περαιτέρω, όσον αφορά την απόρριψη ως μη νόμιμης της αίτησης ως προς την επικουρική θεμελίωση του κύριου αιτήματός της, το Εφετείο επίσης εσφαλμένα εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, καθώς, όπως αναφέρθηκε, επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το δικαίωμα (αξίωση), για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, υπόκειται μεν στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πλην όμως παραμένει ενεργό στη περίπτωση που ο κύριος του απαλλοτριωμένου ακινήτου διατηρεί το επ` αυτού δικαίωμα κυριότητάς του, διότι αυτό, αν δεν αποσβέστηκε στο μεταξύ από άλλο λόγο, διατηρείται απαραβίαστο μέχρι την καταβολή σε αυτόν ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε με νόμιμο τρόπο και μόνο από τότε μετάγεται τούτο σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών κατ' ορθή εκτίμηση του αιτήματός του, ισχυρίσθηκε επικουρικά ότι το δικαίωμα των καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητων για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης (και όχι για είσπραξη της αποζημίωσης όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το Εφετείο) παραγράφηκε και για το λόγο ότι παρήλθε δεκαετία από το έτος 2003, οπότε δεν διατηρούν το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του απαλλοτριούμενου, καθώς ο ίδιος έκτοτε κατέλαβε και νέμεται και κατέχει την επίδικη προσκυρωθείσα έκταση.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε μη νόμιμη την αίτηση α) ως προς το κύριο αίτημά της διότι η προθεσμία για την προσβολή της κυρωτικής απόφασης του Νομάρχη ξεκινά από την κοινοποίηση αυτής στους ενδιαφερόμενους και όχι από την ημερομηνία ανάρτησης αυτής στο δημοτικό κατάστημα ή δημοσίευσης της β) ως προς την επικουρική θεμελίωση του κύριου αιτήματός της με την αιτιολογία ότι "η αξίωση των καθ'ών για είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά έχει αφετηρία τη δημοσίευση της υπ'αριθμ. 3161/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και όχι την αναφερόμενη κατάληψη της επίδικης ρυμοτομηθείσας εκτάσεως, ενώ δεν έχει συντελεστεί η ένδικη απαλλοτρίωση, ώστε να έχει παραγραφεί το δικαίωμά τους.... λόγω παρόδου δεκαετίας από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης..."υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι` αυτό και πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων δεύτερου και τρίτου λόγων αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 559 19, 8 και 10 ΚΠολΔ οι οποίοι αφορούν το κεφάλαιο του προσδιορισμού οριστικής αποζημίωσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος, κατά τα άνω, ως βάσιμου του πρώτου αναιρετικού λόγου. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, και, ακολούθως, με το άρθρο 35 παρ.2 ν.4446/2016). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 6426/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ