Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1118 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1118/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc" και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Κέρχουλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2014 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο, καθώς και με τις προτάσεις της, κύρια παρέμβαση της 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 4923/2017 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι : "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων,.... Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...".
Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας, δυνάμει της Κ.Υ.Α. του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ..... Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι ανασταλείσες κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμίες δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Εξάλλου, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της Χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 Κ.Υ.Α. για τα "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Περαιτέρω, με την επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων, των οποίων παρατείνεται η λήξη, νοείται μεταξύ άλλων και η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην καταχρηστική διετή προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα αυτής, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, η οποία δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (AΠ 469/2024, 1338 /2023).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023, ΑΠ 250/2023).
Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Α., που επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον την συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 2.2.2022 (με αρ. κατ. 6570/3/3.2.2022), αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με κλήση για να παραστούν κατά την συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στις 2η, 3η, 4η, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο (1.11.2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Συνεπώς, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ. του ιδίου κώδικα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 εδ. β' και 76 παρ. 1, 4 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά μόνον όταν αυτή καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 18/2001). Η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Επί αναγκαστικής ομοδικίας η επίδοση της πιο πάνω απόφασης στον αντίδικο από ένα μόνο αναγκαίο ομόδικο κινεί την προθεσμία της αναίρεσης και ως προς τους υπόλοιπους (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 746/2019, ΑΠ 1836/2014). Η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης εφέσεως κατ' αυτής. Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη σε αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001). Η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, καθίσταται (αν δεν είναι κατά την έκδοση της) τελεσίδικη, αν έχει συντρέξει κάποια από τις αιτίες που ορίζει ο νόμος (παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως, παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση αυτής ή από το δικόγραφο της ασκηθείσης εφέσεως, εφόσον στην τελευταία περίπτωση έχει παρέλθει πλέον η προθεσμία προς άσκηση της). Η τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες σχετικές εκθέσεις επιδόσεως ή από τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδοθέν δικόγραφο σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3869/2010 για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του Εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., κατά δε τη διάταξη του άρθρου 741 του Κ.Πολ.Δ. στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ιδίου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή. Τέλος, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, αυτοί τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (1049/2017 και 1978/2017).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμόν 4923/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 14.1.2014 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 351/17.1.2014) αίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου, για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην των 2ης, και 6ης των καθ' ων και ήδη 2ης και 5ης εκ των αναιρεσιβλήτων ως προς τις οποίες χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δημοσιεύθηκε δε την 4.9.2017. Όπως προκύπτει από την έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, δεν έχει επιδοθεί στο αναιρεσείον και, συνεπώς, κατέστη τελεσίδικη την 5.9.2019.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε την 3.2.2022, έχει ασκηθεί παραδεκτά κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς τις ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, και εμπρόθεσμα εντός της νόμιμης προθεσμίας, που άρχισε την επομένη ημέρα μετά την λήξη της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως (6.9.2019), συμπεριλαμβανομένων των διαστημάτων αναστολής της προθεσμίας σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β 556, 558, 564 παρ. 3 566, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14.1.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 351/2014) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η 1η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των, προς τις καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες, ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το σχέδιο διευθετήσεως που υπέβαλε και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της, ώστε, με την τήρηση της ρυθμίσεως, να επέλθει απαλλαγή της από το υπόλοιπο των χρεών της προς τις καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 4923/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού έκρινε ότι η αιτούσα - πρώτη, αναιρεσίβλητη περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, όχι από δόλο, δέχθηκε εν μέρει την αίτησή της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και: α) ρύθμισε τα χρέη της με μηνιαίες ισόποσες καταβολές ποσού 200 ευρώ διανεμόμενες συμμέτρως προς τις πιστώτριες τράπεζες, β) εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας και διέταξε την εκποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας, ορίζοντας ως εκκαθαριστή τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Παπαγιάννη, γ) υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει έντοκα στο αναιρεσείον, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, το ποσό των 62.874,00 ευρώ, με μηνιαία καταβολή ποσού 261,97 ευρώ, αρχής γενομένης μετά το πέρας τεσσάρων (4) ετών μετά τη δημοσίευση της απόφασης, το οποίο στη συνέχεια θα διανέμεται στο αναιρεσείον ως προνομιακό πιστωτή, το δε υπόλοιπο να διανεμηθεί συμμέτρως, για τις λοιπές οφειλές της και για χρονικό διάστημα 20 ετών.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ισχύει πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 17.1.2014, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, η ύπαρξη του οποίου προτείνεται κατ' ένσταση από πιστωτή (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018 ΑΠ 735/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015). Ως αδυναμία πληρωμών νοείται η ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Η αδυναμία πληρωμών του αιτούντος οφειλέτη πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτού και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα με την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του. Έτσι, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν αυτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, και τούτο διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών και η περίπτωση του οφειλέτη, ο οποίος ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, οπότε θεωρείται, και σε αυτή την περίπτωση, ότι βρίσκεται αυτός σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019). Όπως προελέχθη, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπάλληλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018 ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017 ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30.06.2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1078/2024, ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4923/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, ηλικίας 58 ετών σήμερα, είναι σε διάσταση με το σύζυγό της, έχοντας αποκτήσει ένα τέκνο, το οποίο είναι ενήλικο και κατοικεί σε ιδιόκτητη οικία (....). Μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2011 εργαζόταν ως υπάλληλος του πρώτου των καθ' ων και έκτοτε είναι συνταξιούχος με μηνιαία σύνταξη (κύρια και επικουρική) ύψους 991,92 ευρώ, λαμβάνοντας επιπλέον και μηνιαίο μέρισμα ύψους περίπου 30 ευρώ "(βλ. την υπ' αρ. πρωτ. 15214/2012 συνταξιοδοτική πράξη της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής πληρωμής συντάξεων υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και ειδικών κατηγοριών, το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης Φεβρουάριου έτους 2017 της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων, την ανάλυση πληρωμής επικουρικής σύνταξης Φεβρουάριου έτους 2017 του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ παροχών και το από 22-02-2017 ενημερωτικό σημείωμα του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων). Στην περιουσία της αιτούσας ανήκουν τα εξής στοιχεία: 1) ένα διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 99,00 τ.μ., με βοηθητικούς χώρους (αποθήκη) εμβαδού 4,00 τ.μ., κατασκευής έτους 1977, που βρίσκεται σε οικοδομή, επί της οδού ... στο Δήμο Αλίμου, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της, αντικειμενικής αξίας 78.592,50 ευρώ ..., δίχως να υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού Α' κατοικίας για φορολογούμενο, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό, 2) ένα ημιτελές κτίσμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 68,80 τ.μ., κατασκευής έτους 2003, που βρίσκεται σε οικοδομή, επί του οικισμού Μουρνές στο Δήμο Λάμπης του Νομού Ρεθύμνης Κρήτης, αντικειμενικής αξίας 11.549,76 ευρώ (....) και 3) ένα αγροτεμάχιο με ελαιόδεντρα, εκτάσεως 4.200,00 τ.μ. στη θέση Μεσοράχη του Δημοτικού Διαμερίσματος Κυπαρισσίας του Νομού Μεσσηνίας. Οι μηνιαίες βιοτικές δαπάνες της αιτούσας, ενόψει ότι διαμένει, όπως προαναφέρθηκε, σε κατοικία ιδιοκτησίας της, μη επιβαρυνόμενη με την καταβολή μηνιαίου μισθώματος, περιορίζονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μόνο στην κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών (διατροφή, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τηλεφωνία, θέρμανση, απαραίτητος ρουχισμός), ανερχόμενες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και σύμφωνα με όσα αναφέρει η ίδια στην αίτησή της στο ποσό των 800,00 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ενδίκου αιτήσεως, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία ήδη με την κοινοποίηση της αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/10, ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποιήσεως της αιτήσεως.... , με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010). Ειδικότερα, προς τον πρώτο καθ' ου πιστωτή με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" έχει, σύμφωνα με τους από 15-12-2015 πίνακες εμφάνισης τοκοχρεολυτικών δόσεων δανείου, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από τον καθ' ου, τις εξής οφειλές : 1) 7.410,53 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. 21/17307 σύμβαση δανείου μικροεπισκευών και 2) 225.744,89 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. 1/44502 σύμβαση στεγαστικού δανείου. Προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεων, έχει εγγράφει, υπέρ του άνω πιστωτή, υποθήκη επί της κύριας κατοικίας της απούσας. Προς την δεύτερη καθ' ης πιστώτρια με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" έχει, σύμφωνα με την από 21-11-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από την καθ' ης, οφειλή 692,53 ευρώ, προερχόμενη από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας για την οποία τηρείται ο υπ' αρ. 5278900210291386 τραπεζικός λογαριασμός. Προς την τρίτη καθ' ης πιστώτρια με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" έχει, σύμφωνα με την από 20-11-2013 βεβαίωση οφειλών, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από την καθ' ης, τις εξής οφειλές: 1) 9.305,73 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. 5163714802 σύμβαση καταναλωτικού δανείου και 2) 1.891,64 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Προς την τέταρτη καθ' ης πιστώτρια με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL pic", ειδική διάδοχος της οποίας είναι η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." έχει, σύμφωνα με την από 03-12-2013 βεβαίωση οφειλών, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από τον καθ' ης, οφειλή 3.652,68 ευρώ, προερχόμενη από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας για την οποία τηρείται ο υπ' αρ. ... τραπεζικός λογαριασμός. Προς την πέμπτη καθ' ης πιστώτρια με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." έχει, σύμφωνα με την από 03-12-2013 βεβαίωση οφειλών, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από την καθ' ης, οφειλή 7.568,83 ευρώ, προερχόμενη από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας για την οποία τηρείται ο υπ' αρ. ... τραπεζικός λογαριασμός. Προς τον έκτο καθ' ου πιστωτή με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT" έχει, σύμφωνα με την από 29-11-2013 βεβαίωση οφειλών, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από τον καθ' ου, τις εξής οφειλές : 1) 57,56 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και 2) 524,74 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Προς την έβδομη καθ' ης πιστώτρια με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" έχει, σύμφωνα με την από 05-12-2013 βεβαίωση οφειλών, που χορηγήθηκε σ' αυτήν από την καθ' ης, τις εξής οφειλές : 1) 59.003,98 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αρ. ... σύμβαση δανείου και 2) 264,88 ευρώ, προερχόμενη από σύμβαση δανείου για την οποία τηρείται ο υπ' αρ. ... τραπεζικός λογαριασμός. Επομένως, οι προς ρύθμιση οφειλές της αιτούσας προς τους πιστωτές της ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 316.177,99€ (=7>410,53€ + 225.744,89€ + 692,53€ + 9.305,73€ + 1.891,64€ + 3.652,68€ + 7.568,83€ + 57,56€ + 524,74€ + 59.003,98€ + 264,88€). Η αιτούσα προέβη στις λήψεις των ανωτέρω δανείων έχοντας την πεποίθηση ότι θα αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της με βάση το τότε εισόδημά της, όμως στη συνέχεια και ιδιαίτερα μετά τη συνταξιοδότησή της, περιήλθε χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των οφειλών της. Συγκεκριμένα μέχρι το 2009 το εισόδημά της συνεχώς αυξανόταν, ενώ έκτοτε άρχισε σταδιακά να μειώνεται, όπως σταδιακά μειούμενη είναι και η σύνταξη που λαμβάνει .... Επομένως, η ένσταση των καθ' ων περί δόλιας περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, καθώς η αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στα ανωτέρω γεγονότα, τα οποία ήταν έκτακτα και απρόβλεπτα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν.3869/10 και ειδικότερα σε αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 και 5. Η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από το εισόδημά της, επί τετραετία, που θα αρχίσουν με τη δημοσίευση της απόφασης.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - πρώτης αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη της αίτηση, ρύθμισε τα χρέη αυτής και εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής οριζόμενα. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το ως άνω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται μεν τα μηνιαία εισοδήματα της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης (991, 92 ευρώ πλέον το μηνιαίο μέρισμα από 30 ευρώ), κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών δεν εκτίθενται ωστόσο: α) η εξέλιξη των εισοδημάτων της από την λήψη των δανείων μέχρι την συζήτηση της αίτησης, β) η τυχόν συμβολή του συζύγου της στα κοινά έξοδα της κατοικίας τους, κατά το χρόνο λήψης των δανείων, δεδομένου ότι το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ότι η αιτούσα ευρίσκεται σε διάσταση με αυτόν, χωρίς όμως να αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του το χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, και γ) οι μηνιαίες δόσεις των δανείων κατά το κρίσιμο διάστημα, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της και να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος, από αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αναιρεσίβλητη - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης (ΑΠ 1627/2024, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017). Επιπρόσθετα κρίνοντας το Δικαστήριο, ότι η άνω προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να διαλάβει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε και δη ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να διατάξει τη συνέχιση της παρακράτησης από το μηνιαίο μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα στο αναιρεσείον με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν.3689/2010, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ.4 του ν.2579/1998. Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, ττου προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4923/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ