Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1119 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1119/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΠΛΕΠΙ - ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ζ. του Η., κατοίκου ... και 2) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1491/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4625/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν η ήδη αναιρεσείουσα με την από 3-12-2018 αίτησή της και οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 12-12-2018 αίτησή τους. Οι δύο αιτήσεις αναίρεσης συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 597/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την από 12-12-2018 αίτηση, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Ακολούθως εκδόθηκε η 5215/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την ανακοπή της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 18-3-2022 ανακοπή ερημοδικίας.
Εκδόθηκε η 1316/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και τη διατήρηση αναστολής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου (αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από το Δικαστήριο), ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4/5/2023 (ΕΑΚ411/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1316/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (αρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 9/5/2023, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (14/3/2023), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25/9/2014 αγωγή κατά της αναιρεσείουσας και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτήν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1491/2016 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 945/2017 απόφασή του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 25/1/2017 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή των αντιδίκων της και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4625/2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το αντίστοιχο μέρος της, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου, α) η από 3/12/2018 αίτηση αναίρεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 12/12/2018 αίτηση αναίρεσης των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 597/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η από 3/12/2018 αίτηση αναίρεσης της ήδη αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η από 12/12/2018 αίτηση αναίρεσης των ήδη αναιρεσίβλητων, αναιρέθηκε, ως προς το αναφερόμενο σ' αυτήν κεφάλαιο, η υπ' αριθμ. 4625/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Κατά την δικάσιμο της 14/9/2021, οπότε συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η από 25/1/2017 έφεση (κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο της υπ' αριθμ. 4625/2018 απόφασής του), που συνεκδικάσθηκε με την από 20/11/2020 αντέφεση των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε και εκδόθηκε ερήμην αυτής η υπ' αριθμ. 5215/2021 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, λόγω της ερημοδικίας της, καθώς και η αντέφεση, που είχε ασκηθεί υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης. Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 8/3/2022 (ΕΑΚ3317/2022) ανακοπή ερημοδικίας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1316/2023 απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992). Ειδικότερα, ως ανωτέρα βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός, παρακωλυτικό της εμφάνισης του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υπόθεσής του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, πλην άλλων, η αιφνίδια ασθένεια, τυχόν ατύχημα ή άλλο συμβάν, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανισθεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτελέσεως της σχετικής πράξεως, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ1540/2017). Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανωτέρα βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κυρώσεως που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανωτέρα βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξειδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 § 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής ερημοδικίας πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ΚΠολΔ και τους λόγους της ανακοπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 του ΚΠολΔ, δηλαδή τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή μη εμπρόθεσμη κλήτευση ή τη συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας για τη μη εμφάνιση του ανακόπτοντος στην ερήμην αυτού συζήτηση της υπόθεσης, επί της οποίας η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση.
Σε περίπτωση συνδρομής ανωτέρας βίας, ως λόγου ανακοπής, αν η ανωτέρα βία συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του δικηγόρου στο δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να τον εμποδίσει να παραστεί στο δικαστήριο και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλον δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (ΑΠ546/2011, ΑΠ1537/2008, ΑΠ 42/2004).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής (ανακοπής κλπ), δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ422/2024, ΑΠ715/2024, ΑΠ868/2024, ΑΠ145/2024, ΑΠ338/2023, ΑΠ14/2023). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ1764/2024, ΑΠ1709/2023, ΑΠ1535/2023, ΑΠ567/2023, ΑΠ1410/2021, ΑΠ387/2019). Επίσης, βάσει των άρθρων 224 εδ. β' και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης. Επιπλέον, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος, κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια (ΑΠ83/2021, ΑΠ180/2011), ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής. Αντιθέτως, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή (ΑΠ1966/2022, ΑΠ315/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής ερημοδικίας, των από 18/1/2022 προτάσεων της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο δικόγραφο της ανακοπής, προς θεμελίωση του λόγου ανωτέρας βίας, διαλαμβάνονται τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από την από 3/12/2021 ιατρική γνωμάτευση του παθολόγου-ογκολόγου κ. Κ., ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας μας κ. Α. Κ. εισήχθη στην Κεντρική Κλινική Αθηνών στις 27/08/2021 λόγω βαριάς αναιμίας (εξαιρετικά χαμηλός αιματοκρίτης), συμπτωματικής βαριάς οστεοπορώσεως και με δυσκολία στην κινητικότητα των κάτω άκρων. Έκτοτε λαμβάνει ορμονοθεραπεία για την αντιμετώπιση του προβλήματός του και παραμένει κλινήρης μη δυνάμενος να ασκήσει τα καθήκοντά του. Ο κ. Κ. είναι ο μόνος δικηγόρος που έχει απευθείας επαφή με τους μετόχους της εταιρείας μας, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό και ταυτόχρονα ο μόνος που διαπραγματεύεται με τους δικηγόρους της καθ'ης-εφεσίβλητης. Κατά νόμο αν κάποιος διάδικος δικαστεί ερήμην η απόφαση μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή μόνο αν αυτός που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Περαιτέρω, γίνεται παγίως και ομόφωνα δεκτό ότι ανώτερη βία συνιστά κάθε απρόβλεπτο γεγονός που ήταν αδύνατο να προβλεφθεί και να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Γεγονός ανώτερης βίας με την έννοια αυτή αποτελεί και η μη δυνατότητα παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου για λόγους υγείας. Στην προκειμένη περίπτωση από όλα όσα προαναφέρθηκαν καταδείχθηκε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας μας Α. Κ., ο οποίος μόνο είχε την πλήρη γνώση του θέματος και μπορούσε να μας εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της επίμαχης έφεσης, ήταν αδύνατο να παρασταθεί κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο της 14ης Σεπτεμβρίου 2021 για λόγους υγείας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας, ο οποίος κατέστησε αδύνατη την παράσταση και εκπροσώπησή μας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 14.9.2021, κατά την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη απόφαση, η οποία και θα πρέπει εκ του λόγου τούτου να εξαφανιστεί". Στη συνέχεια, με τις από 18/1/2022 προτάσεις της, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλέσθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με την από 29/9/2022 βεβαίωση του θεράποντος ιατρού Γ. Σ., ο αποβιώσας την 21/8/2022 Κ. Α. του Α., νοσηλευθείς από 27/8/2021 έως και 29/9/2021, λόγω γενικευμένου μεταστατικού καρκίνου προστάτη αδένα, συνεπεία της γενικής του κατάστασης και των ισχυρών δόσεων αναλγητικών οποιοειδών φαρμάκων δεν εδύνατο να επικοινωνεί και να έχει διαυγή αντίληψη χώρου και χρόνου καθόλο το διάστημα της παραμονής του στο Νοσοκομείο. Η επιβάρυνση δε της πνευματικής του κατάστασης ενισχύθηκε και από την έναρξη της χημειοθεραπευτικής αγωγής την 10/9/2021". Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ανακοπή απαράδεκτη λόγω αοριστίας και την απέρριψε, με το εξής σκεπτικό: "Με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα εταιρία ισχυρίζεται ότι για λόγους υγείας ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Α. Κ., ήταν αδύνατο να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο της 14ης.9.2021, κατά την οποία είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί η παραπάνω έφεσή της. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στις 27.8.2021 ο πληρεξούσιος δικηγόρος της είχε εισαχθεί στην Κεντρική Κλινική Αθηνών λόγω βαριάς αναιμίας, συμπτωματικής βαριάς οστεοπόρωσης και με δυσκολία στην κινητικότητα των κάτω άκρων, λαμβάνων έκτοτε ορμονοθεραπεία για την αντιμετώπισή του προβλήματος του, παραμένει δε κλινήρης μη δυνάμενος να ασκήσει τα καθήκοντα του. Καθώς και ότι αυτός είναι ο μοναδικός δικηγόρος που έχει επαφή με τους μετόχους της, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, και επίσης είναι ο μόνος που διαπραγματεύεται με τους δικηγόρους των καθ' ων η ανακοπή. Πλην όμως ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αόριστος διότι αναφέρεται μεν η αιτία εισαγωγής του πληρεξουσίου δικηγόρου της προς νοσηλεία, αιτία που όμως, έτσι όπως διατυπώνεται, σε συνδυασμό και με τον διαδραμόντα χρόνο από την εισαγωγή αυτού στην κλινική έως την ορισθείσα δικάσιμο (που υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των δύο εβδομάδων) δεν συνιστά από μόνη της ανυπέρβλητο κώλυμα εξαιτίας του οποίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αδυνατούσε να την ειδοποιήσει (ανακόπτουσα) ή να ενεργήσει δια άλλου δικηγόρου (συνεργάτη του ή μη), το ελάχιστο για να υποβάλει αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης (εφόσον η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να επιμεληθεί της σύνταξης προτάσεων), ενώ δεν εκτίθενται άλλες ειδικότερες συνθήκες της κατάστασης της υγείας του ή της νοσηλείας του τέτοιες που να καθιστούν αδύνατη τη διενέργεια των παραπάνω ενεργειών εκ μέρους του". Με βάση τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της, η ανακοπή είναι πράγματι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την εξειδίκευση της ανωτέρας βίας και τη στήριξη του αιτήματός της. Συγκεκριμένα, εκτός από το είδος και τη διάρκεια της ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας, που δεν ήταν αιφνίδια και απρόβλεπτη ούτε συνεπαγόταν οπωσδήποτε και την αντικειμενική αδυναμία του να ειδοποιήσει εγκαίρως τους νομίμους εκπροσώπους της ανακόπτουσας, ή να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο, ήταν αναγκαία και η αναφορά στο δικόγραφο της ανακοπής των ειδικότερων περιστάσεων της υγείας ή της νοσηλείας του, εξ αιτίας των οποίων αυτός εμποδίσθηκε να προβεί στις παραπάνω ενέργειες, ώστε να δύναται να κριθεί από το δικαστήριο εάν συντρέχει ή όχι λόγος ανωτέρας βίας που συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου. Πρόκειται δηλαδή περί ποσοτικής αοριστίας, η οποία, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, δεν θεραπεύθηκε με τις προτάσεις, εφόσον τα διαλαμβανόμενα σε αυτές δεν αποτελούν απλώς διευκρίνιση ή συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στο δικόγραφο της ανακοπής ισχυρισμών, που συγκροτούν την αόριστη νομική έννοια της ανωτέρας βίας, αλλά ανεπίτρεπτη προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία μεταβάλλεται η ιστορική βάση της ανακοπής ερημοδικίας, αφού, προς θεμελίωση του λόγου ανωτέρας βίας, γίνεται επίκληση εντελώς διαφορετικού είδους και βαρύτητας ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας και της εξ αυτής αδυναμίας του προς επικοινωνία, ενώ, άλλη, ήσσονος βαρύτητας ασθένεια, αναφέρεται ως λόγος ανωτέρας βίας στο δικόγραφο της ανακοπής. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο της ανακοπής, απορριπτομένου ως αβασίμου του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη (AΠ62/2002) και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, έντασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, AΠ 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ223/2022, ΑΠ1121/2022, ΑΠ512/2022, ΑΠ1308/2021), ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις (ΑΠ1666/2024, ΑΠ205/2023, ΑΠ790/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτή συγκεκριμενοποίηση της ανωτέρας βίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία". Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, συνεπώς, η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ψευδώς ερμήνευσε ως προς την εξειδίκευσή της την αόριστη νομική έννοια της ανωτέρας βίας, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται. Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, η ανωτέρω κριθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση αοριστία της ανακοπής ερημοδικίας δεν συνιστά νομική, αλλά ποσοτική αοριστία, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, προς τον οποίο συναρτάται η νομική αοριστία της αγωγής. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/5/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 411/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1316/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ