Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1123 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "T62 Develompent ΟΕ" και δ.τ. "T62 Develompent", που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 18-9-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει ήδη λυθεί και παρίσταται εκπροσωπώντας τα πρώην μέλη της και διαχειριστές αυτής, α) Ο. Τ. του Κ., β) Ε. Α. του Ε. και γ) Ι. Τ. του Ε., κατοίκους ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2021 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της (ήδη λυθείσας) αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεών του ασκηθείσα ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκε η 1135/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 777, 778 του A.K., 249, 268 και 281 του ν. 4072/2012 και 62 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα δε αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές. Το στάδιο της εκκαθάρισης ομόρρυθμης εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 748/2017, 224/2016). Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή. Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρείας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης, η ατελής δε δημοσιότητα, που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρεία διαγράφεται από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η.). Από την καταχώριση στο Γ.Ε.Μ.Η. η ομόρρυθμη εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα (άρθρο 251 παρ. 2 του ν. 4072/2012). Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.Μ.Η. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρείας. Αν, όμως, διαπιστωθεί, ότι η εταιρεία είχε και άλλες εκκρεμότητες, όπως απαίτηση ή χρέος, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο Γ.Ε.Μ.Η., λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί, επαναλαμβάνονται δε και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008), Η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, 206/2010). Οι εκκαθαριστές, οι οποίοι, εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ενεργούν από κοινού, έχουν εφεξής την εξουσία εκπροσώπησης δικαστικώς και εξωδίκως της εταιρείας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 εδ. α` ΚΠολΔ, παρίσταται με αυτούς στο δικαστήριο, καθώς και το δικαίωμα με κοινή συμφωνία, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 96 ΚΠολΔ, του διορισμού πληρεξούσιου δικηγόρου για την εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον δικαστηρίου, όταν η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 94 ΚΠολΔ, υποχρεωτική (ΑΠ 682/2023, ΑΠ 989/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και την από 18.9.2024 κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "T62 Development O.E" Π. Κ., ο τελευταίος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει ήδη λυθεί και παρίσταται εκπροσωπώντας τα πρώην μέλη και διαχειριστές αυτής, Ο. Τ. του Κ., Ε. Α. του Ε. και Ι. Τ. του Ε. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και τις από 18.9.2024 κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ62 Development Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Τ62 Development", που συστάθηκε με το από 11.11.2020 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με ΚΑΚ 157095104000 την 11.11.2020, με μέλη τους ανωτέρω, οι οποίοι ορίστηκαν και διαχειριστές της, λύθηκε με το από 29.12.2023 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με ΚΑΚ 3989869, χωρίς να εισέλθει σε στάδιο εκκαθάρισης και διαγράφηκε από το Γ.Ε.ΜΗ. και με το οποίο συμφωνήθηκε ότι, με το ά. g § 2 του καταστατικού σε συνδυασμό με το άρθρο 268 § ι του ν. 4072/2012, παραλείπεται το στάδιο της εκκαθάρισης, τα μέλη διένειμαν μεταξύ τους το υπάρχον μέχρι σήμερα ενεργητικό και το παθητικό της εταιρείας και ότι θα συνεχίσουν τη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθώς υπεισέρχονται στη θέση και στα δικαιώματα της εταιρείας μετά τη λύση της. Από τα προεκτιθέμενα συνάγεται ότι κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσίβλητη υπήρχε ως νομικό πρόσωπο και είχε ικανότητα δικαίου και δικαστικής παραστάσεως, ακολούθως όταν, επιδόθηκε η κλήση για τη συζήτηση της αιτήσεως, το νομικό πρόσωπο της εταιρείας είχε πάψει να υφίσταται και είχε διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. Παραδεκτά, ωστόσο, δηλώνουν τα μέλη αυτής, χωρίς να αμφισβητείται, ότι παρίστανται εκπροσωπούμενα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους και συνεχίζουν την ανοιγείσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 290 του ΚΠολΔ, καθόσον υφίσταται εταιρική απαίτηση.
Με την κρινόμενη από 20.10.2022 και με αρ. κατ. 3169/308/2.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1135/2022 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, των συστατικών και επικειμένων του. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της ενιαύσιας προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, στις 1.6.2022, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. και 22 Ν. 2882/2001). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του: "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Ως πλήρης αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (ΑΠ 781/2022, ΑΠ 481/2021, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 682/2020). Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου αποτελεί, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας αυτών, που συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια. Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Ως κριτήριο διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, προκειμένου για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο (ΑΠ 40/2019, ΑΠ 1424/2018, ΑΠ 328/2016, ΑΠ 326/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ` ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α` 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου". Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο που προστέθηκε στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων) και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 1904/2024, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 1138/2021).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 2/2022). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 509/2020). Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 809/2023, ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την από 7.2.2021 (αρ. εκθ. κατ. 357/324/2021) αίτησή της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εξέθεσε ότι με την η υπ' αριθμ. 52 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης περιοχής επέκτασης - αναθεώρησης Κηφισιάς - Ν. Ελβετίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε διορθωμένη με την υπ' αριθ. πρωτ. 29/40822/ΠΕ/3599/11-11-1996 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και συμπληρώθηκε με την υπ' αρ. πρωτ. 29/οικ5129/ΠΕ/547/7-2-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας, το εκεί περιγραφόμενο τμήμα ακινήτου ιδιοκτησίας της με υπόχρεο προς αποζημίωση αυτής τον καθού και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Θεσσαλονίκης, ζήτησε δε να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του επιδίκου ακινήτου και να αναγνωρισθεί δικαιούχος αυτής. Στη συνέχεια ο καθού και ήδη αναιρεσείων άσκησε ανταίτηση με τις από 2.12.2021 προτάσεις του ενώπιον του άνω Δικαστηρίου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ποσού μικρότερου του αιτουμένου από την αιτούσα - αναιρεσίβλητη. Επί της αιτήσεως και της ανταιτήσεως, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1135/2022 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν οι αιτήσεις, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας της αποζημίωσης και αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αυτής η αιτούσα, προκειμένου δε να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των επιδίκων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Το ρυμοτομούμενο ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή της Νέας Κηφισιάς, στη διασταύρωση της οδού ... με την ακόμη αδιάνοικτη οδό ..., στη Δημοτική Κοινότητα του πρώην Ε' Δημοτικού Διαμερίσματος, της Δημοτικής Ενότητας και Δήμου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για αμιγώς οικιστική περιοχή, πολύ κοντά σε κεντρικούς οδικούς άξονες της πόλης (Λεωφόροι ..., οδοί ..., ...) και σε απόσταση περίπου 5,5 χιλιομέτρων από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η περιοχή είναι διαμορφωμένη. Εξυπηρετείται κυρίως από τη γραμμή 39 του ΟΑΣΘ (στάσεις υπάρχουν πολύ κοντά στο επίδικο), αλλά και από όσες διέρχονται από τις παρακείμενες μεγάλες οδούς (... κ.ο.κ.). Βρίσκεται επίσης σε μικρή απόσταση από δύο στάσεις του υπό κατασκευήν μετρό (Νέα Ελβετία και Βούλγαρη). Υπάρχουν όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, δίκτυα παροχής σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, διαδικτύου και διακλάδωση φυσικού αερίου. Σε κοντινή απόσταση υπάρχουν εμπορικά καταστήματα κάθε είδους (εστιατόρια, καφέ, σούπερ μάρκετ, καταστήματα πώλησης ειδών ένδυσης κ.ά.), υποκαταστήματα δημοσίων υπηρεσιών και τραπεζών και σχολεία. Επιπλέον στην περιοχή ανεγείρονται οικοδομές πολυτελούς κατασκευής. Ο συντελεστής δόμησης στην περιοχή καθορίστηκε σε 0,8, η αρτιότητα στα 400 τ.μ., το ποσοστό κάλυψης σε 40%, το ελάχιστο πρόσωπο σε 15 μέτρα και το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος σε 11 μέτρα με τη δυνατότητα προσθήκης ενός μέτρου, σε περίπτωση που κατασκευαστεί πυλωτή.
Εξάλλου στην περιοχή συνηθίζεται η εκμετάλλευση οικοπέδων μέσω ανέγερσης κτισμάτων με το σύστημα της αντιπαροχής, με συνήθη ποσοστά αυτής σε 50%, με τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο οικοπέδου στο 1000-1040€. Στο οικόπεδο ανεγείρεται από την ιδιοκτήτρια, προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία τριώροφο κτίριο κατοικιών με υπόγειο, πυλωτή, φυτεμένο δώμα και περίφραξη, δυνάμει της με αριθμό 230163/28-4-2021 άδειας της ΥΔΟΜ Θεσσαλονίκης, με οκτώ (8) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, εκ των οποίων πέντε (5) στην πυλωτή της οικοδομής και τρεις (3) στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, προς εξυπηρέτηση των διαμερισμάτων. Η αιτούσα επικαλείται και προσκομίζει τα κάτωθι συμβόλαια πώλησης διαμερισμάτων της άνω οικοδομής και δη: α)το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος, του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Κ. I. Κ., εμβαδού μικτών τετραγωνικών μέτρων 95,74 αντί τιμήματος 180.000 € {αντικειμενική αξία 76.885,82 €), β) το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος του ιδίου ως άνω συμβ/φου, εμβαδού μικτών τ.μ. 146,38 αντί τιμήματος 255.000€ (αντικειμενική αξία 116.700,41 €), γ) το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος του ιδίου ως άνω συμβ/φου, εμβαδού μικτών τ.μ. 113,95, αντί τιμήματος 235.000 € (αντικειμενική αξία 94.115,88 €), δ)το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος του ιδίου ως άνω συμβ/φου, εμβαδού μικτών τ.μ. 48,70 αντί τιμήματος 95.000€ (αντικειμενική αξία 44.145,75€), ε)το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος του ιδίου ως άνω συμβ/φου, εμβαδού μικτών τ.μ. 113,25, αντί τιμήματος 210.000 € (αντικειμενική αξία 98.327,57 €), στ) το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος του ιδίου ως άνω συμφ/φου, εμβαδού μικτών τ.μ. 112,15 αντί τιμήματος 250.000 € (αντικειμενική αξία 93.077,17€) και ζ)το υπ' αρ. .../2021 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος του ιδίου ω άνω συμφ/φου, εμβαδού μικτών τμ 42,92 αντί τιμήματος 50.000 € (αντικειμενική αξία 46.218,19€). Από τα άνω συμβόλαια προκύπτει αξία διαμερίσματος ανά τ.,μ. από 1.164,9 € - 2229,15 €. Επίσης, η αιτούσα προσκομίζει φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας των ακινήτων σύμφωνα με το οποίο η τιμή οικοπέδου -όπου και τα επίδικα- ανέρχεται σε 270,22€/τ.μ. Ο καθ' ου Δήμος προσκομίζει μετ' επικλήσεως ως συγκριτικά στοιχεία τις κάτωθι δικαστικές αποφάσεις: α)την υπ' αρ. 82/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητο της ίδιας, με το επίδικο, περιοχής (ΟΙ 346) στο ποσό των 650 €/τμ με κρίσιμο χρόνο την 30-10-2017, β)την υπ' αρ. 2027/2019 απόφαση αυτού του δικαστηρίου με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητο κείμενο στο ΟΤ 347 στο ποσό των 455 €/τμ με κρίσιμο χρόνο την 13-5-2019 και γ) την υπ' αρ. 2143/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητο κείμενο στο ΟΤ 327Α της ίδιας περιοχής, στο ποσό των 670 €/τμ με κρίσιμο χρόνο την 27-11-2017. Ο καθ' ου-ανταιτών Δήμος ζητά να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 423 €/τ.μ., επικαλούμενος την από 2-12-2021 τεχνική έκθεση του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Δήμου Θεσσαλονίκης. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων, κατά τον χρόνο της παρούσας συζήτησης (13-12-2021) που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, η οποία (πραγματική αξία) καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στον δικαιούχο αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάστασή τους, με άλλη, ισάξια, σύμφωνα και με την συνταγματική επιταγή (άρθρο 17 παρ.2 εδ. α του Συντάγματος), χωρίς να ληφθεί υπόψη, ανατίμηση ή υποτίμηση των ακινήτων, που επήλθε με την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών του (άρθρο 17 παρ.3 του συντάγματος και άρθρο 13 παρ•2 του ν.2882/2001 -ΚΑΑΑ), υπολογιζόμενης όμως της ανατίμησης που επήλθε, μετά την απαλλοτρίωση, μέχρι το χρόνο της παρούσας συζήτησης, από λόγους άσχετους προς αυτήν ή την εξαγγελία της ή την κατασκευή του έργου για το οποίο κηρύχθηκε ή τις ενέργειες των ιδιοκτητών του..., ανέρχεται ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητάς του με τις κρατούσες κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες στο ποσό των χιλίων (1000) € ανά τετραγωνικό μέτρο.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αίτηση καθώς και η ασκηθείσα παραδεκτά κατά τα άνω, με τις προτάσεις ανταίτηση του καθ' ου, να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία και να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος ακινήτου στο ποσό των χιλίων (1.000) € ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, καθόρισε στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των αναφερομένων στο σκεπτικό τμημάτων του οικοπέδου και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη δικαιούχο της οφειλομένης από τον αναιρεσείοντα Δήμο Θεσσαλονίκης αποζημίωσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω μνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 του ν. 2882/2001, καθώς και αυτή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τις οποίες ορθά προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ρυμοτομηθέντων τμημάτων του ένδικου οικοπέδου, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως διατείνεται το αναιρεσείον με τους λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχεται ότι τα ρυμοτομούμενα με τη συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματα του ένδικου ακινήτου, του οποίου εκτίθεται η αντικειμενική αξία, καθώς και τα προεκτιθέμενα συγκριτικά στοιχεία βρίσκονται σε αμιγώς οικιστική περιοχή, πολύ κοντά σε κεντρικούς οδικούς άξονες της πόλης (Λεωφόροι ..., οδοί ..., ...) και σε απόσταση περίπου 5,5 χιλιομέτρων από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, η οποία είναι διαμορφωμένη και εξυπηρετείται με τακτική συγκοινωνία (κυρίως από τη γραμμή 39 του ΟΑΣΘ με στάσεις πολύ κοντά στο επίδικο), και υπάρχουν σε μικρή απόσταση δύο στάσεις του υπό κατασκευήν μετρό (Νέα Ελβετία και Βούλγαρη), υψηλή εμπορική δραστηριότητα (εστιατόρια, καφέ, σούπερ μάρκετ, καταστήματα πώλησης ειδών ένδυσης κ.ά.), υποκαταστήματα δημοσίων υπηρεσιών και τραπεζών και σχολεία και ανεγείρονται οικοδομές πολυτελούς κατασκευής. Ο συντελεστής δόμησης στην περιοχή καθορίστηκε σε 0,8, η αρτιότητα στα 400 τ.μ., το ποσοστό κάλυψης σε 40%, το ελάχιστο πρόσωπο σε 15 μέτρα και το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος σε 11 μέτρα με τη δυνατότητα προσθήκης ενός μέτρου, σε περίπτωση που κατασκευαστεί πυλωτή, περιγράφεται δε αναλυτικά και η εικόνα του επιδίκου που αιτιολογεί πλήρως την ορισθείσα τιμή μονάδος της αποζημίωσης συνυπολογιζόμενης και της ανατίμησης που επήλθε, μετά την απαλλοτρίωση, μέχρι το χρόνο της συζήτησης, από λόγους άσχετους προς αυτήν ή την εξαγγελία της ή την κατασκευή του έργου για το οποίο κηρύχθηκε ή τις ενέργειες των ιδιοκτητών του. Συγκεκριμένα, με βάση τα προεκτεθέντα, τα κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων τμημάτων διαλαμβάνονται σαφώς και με πληρότητα στην πληττόμενη απόφαση, έχοντας λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για να καταλήξει στο προαναφερθέν πλήρως αιτιολογημένο και σαφές πόρισμά της. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν αναφέρει σε οποιοδήποτε σημείο της προσβαλλόμενης απόφασής του, αν και βασίστηκε σε αυτά τα κριτήρια, α) ποιο είναι το είδος της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητας του επιδίκου, β) ποιες είναι οι υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, γ) ποια ήταν, αν υπήρξε, η διαφορά στην τιμή που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση μέχρι το χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης, όπως εκθέτει στο 2ο λόγο αναίρεσης, καθώς και ότι δεν αναφέρει (το Εφετείο), ότι η περιοχή δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως οικιστικά ούτε παρατίθενται τα λεπτομερή στοιχεία της συγκοινωνιακής σύνδεσης, όπως παραπονείται με τον 3ο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την αξία των ρυμοτομούμενων τμημάτων του ένδικου ακινήτου, ενώ υπό την επίφαση των πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 92/2020).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ` ουσία στη περίπτωση, που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στη περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 79/2024). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο πραγματικός ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό, καθώς και να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 79/2024, ΑΠ 440/2024, ΑΠ 136/2022). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του, ως συγκριτικό στοιχείο για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητο των ήδη αναιρεσιβλήτων, το με αριθ. ....2020 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., το οποίο είχε μεν προσκομίσει και επικαλεστεί αυτή με τις από 13.12.2021 προτάσεις της, όχι ως συγκριτικό στοιχείο, αλλά προς απόδειξη της έτερης βάσης της αιτήσεως για αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων, πλην όμως αυτός (αναιρεσείων) επικαλέστηκε τούτο με την από 2.12.2021 ανταίτηση - προτάσεις του, εφόσον είχε καταστεί κοινό αποδεικτικό στοιχείο που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για να αποδείξει ότι η αξία του επιδίκου είναι πολύ χαμηλότερη της αιτουμένης, όπως γίνεται πάγια δεκτό από τα δικαστήρια στις σχετικές δίκες καθορισμού αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό μέσο και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του, όπως προελέχθη και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών αναιρετικός λόγος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφενός μεν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η τιμή κτήσης του ένδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, που συνάγεται από το 6285/2020 συμβόλαιο, δεν συνιστά συγκριτικό στοιχείο, αφού αφορά στο ίδιο ακίνητο και όχι σε διάφορο του ενδίκου ακίνητο, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας, αφετέρου δε από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους εγγράφων προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και το έγγραφο αυτό (υπ' αριθμ. 6285/2020 συμβόλαιο), αναφορικά με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά το νόμιμο αίτημα αυτών. Θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σ' αυτόν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν.3463/2006 "Περί Κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α. (ΑΠ 49/2023, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 379/2019). Τέλος, σημειώνεται, ότι ο αναιρεσείων Δήμος ως Ο.Τ.Α., απολαμβάνων όλων ανεξαιρέτως των ατελειών που παρέχονται στο Δημόσιο (άρθρ. 276 παρ.1 Ν. 3463/2006), δεν υποχρεούται σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης (ΑΠ 133/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.10.2022 και με αρ. κατ. 3169/308/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1135/2022 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ