Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1125 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1125/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Χ. του Ν. και 2) Ν. Χ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Παπαποστόλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για την ίδια, β) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και δ.τ. "DINERS CLUB" και γ) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΗΠΕΙΡΟΥ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Αρτόπουλο, η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Καπελλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-6-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 290/2014 και 291/2014) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο, καθώς και με τις προτάσεις της, κύριες παρεμβάσεις της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-3-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7.3.2023 και με αρ. κατ. 36/7.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3/2023 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 243/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, ερήμην των πρώτης, τρίτης και τετάρτης εκ των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντίστοιχα, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ..., ... και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Ν. Χ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 7.3.2023 (αριθμ. καταθ. 36/7.3.2023) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν από 10.4.2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1.11.2024) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ), στην πρώτη, τρίτη και τετάρτη εκ των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες, αναγκαίες ομόδικοι των παρισταμένων πιστωτών, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (4.1.2023), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην υπό έρευνα υπόθεση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Α) η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα Ε. Χ. του Ν. άσκησε την από 18.6.2014 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 291/18.6.2015 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε." 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΗΠΕΙΡΟΥ" 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CΙΤΙΒΑΝΚ" και 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και Β) ο αιτών και ήδη αναιρεσείων Ν. Χ. του Ε., άσκησε την από 18.6.2014 με αριθμ. έκθ. κατάθ. 290/18.6.2015 αίτησή του ενώπιον του ιδίου ως άνω Ειρηνοδικείου, κατά της καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", με τις οποίες (αιτήσεις) επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών οι αιτήσεις, ζήτησαν την διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη τους, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010. Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, κατά τη συζήτηση των οποίων άσκησε την, επίσης συνεκδικασθείσα, κυρία παρέμβαση η υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" εκπροσωπούμενη από την διορισθείσα με την υπ' αρ. 182/1/4/4/2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος εταιρεία, με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.", εκδόθηκε η υπ' αρ. 243/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία, απέρριψε αμφότερες τις αιτήσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως των ενδίκων αιτήσεων των αναιρεσειόντων 18.6.2014 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η, συνεπεία του δόλου, μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022). Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ473/2023, ΑΠ 758/2020). Τέλος, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017) και συνεπώς, οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 249/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (07-03-2023), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024, ΑΠ 151/2014). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, ενώ αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 981/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 του Α.Κ., παραβιάζοντας δηλαδή ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον, αν και στην πραγματικότητα, η περί δόλου ένσταση, που πρότειναν, μεταξύ άλλων, η πρώτη (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ") και η τρίτη εκ των καθών ("ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΗΠΕΙΡΟΥ") και ήδη δεύτερη και πέμπτη εκ των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως αόριστη, παρά ταύτα δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 243/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε τις αιτήσεις τους για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, καθ' ό μέρος αφορά στην εν λόγω ένσταση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη καθ' ης πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης της πρώτης αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι αυτή εξαρχής γνώριζε ότι ήταν αδύνατη η αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεών της, εν τούτοις προέβη σε αλόγιστο δανεισμό, παρόλο που η ίδια στο δικόγραφο (της αιτήσεως) ομολογεί αναφέροντας στη σελ. 2, ότι τα εισοδήματα του συζύγου της τα τελευταία έτη είναι σχεδόν μηδαμινά χωρίς να αναφέρει τι εισοδήματα ελάμβανε στο παρελθόν, αποδεικνύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, ότι αν και είχε πλήρη γνώση των οικονομικών της δυνατοτήτων, παρόλα αυτά προέβη σε ανάληψη υπέρογκων ποσών, συνάπτοντας δανειακές συμβάσεις ύψους 235.000 ευρώ". Στην κατ' έφεση δίκη η ίδια καθ' ης, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, επανέφερε με τις προτάσεις της την ένσταση με το ανωτέρω περιεχόμενο. Ομοίως, η τρίτη καθ' ης πιστώτρια "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΗΠΕΙΡΟΥ" και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη πρότεινε πρωτοδίκως την ένσταση του δόλου, επικαλούμενη ότι η αιτούσα της οποίας το μηνιαίο κόστος διαβίωσης ανέρχεται, όπως η ίδια αναφέρει σε 1.500 ευρώ και το μηνιαίο εισόδημά της από κάποια πηγή σε 600 ευρώ, "αρχικώς ως υπάλληλος και μετέπειτα ως συνταξιούχος, με δεδομένες οικονομικές απολαβές, οι οποίες σε καμία περίπτωση δε θα βελτιωνόταν, ανέλαβε την αποπληρωμή υψηλών δανειακών υποχρεώσεων ύψους 236.000 ευρώ, ανέλαβε δηλαδή υπέρμετρες οικονομικές υποχρεώσεις, αν και γνώριζε πως δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και φέρει ευθύνη ((συν)υπαιτιότητα) ως προς τον υπερδανεισμό και την αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών τους. Ομοίως, η πρώτη καθ' ης πιστώτρια τράπεζα και ήδη δεύτερη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." πρότεινε πρωτοδίκως την ένσταση του δόλου του δευτέρου αιτούντος και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, επικαλούμενη ότι "αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων, ύψους 180.362,86 ευρώ, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι ήταν αδύνατον να εξυπηρετήσει στο σύνολό τους, δεδομένου ότι όπως ο ίδιος δηλώνει τα εισοδήματά του προέρχονται από την απασχόλησή του ως αγρότης, και συνεπώς αντιστοιχούν σε μέσα έως χαμηλά εισοδήματα της μέσης κοινωνικής τάξης". Την ίδια ένσταση επανέφεραν η πρώτη και τρίτη εκ των καθών και ήδη δεύτερη και πέμπτη εκ των αναιρεσιβλήτων, με τις κατ' έφεση προτάσεις τους. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα: α) αναφέρεται το ύψος των τραπεζικών προϊόντων, που οι αιτούντες - αναιρεσείοντες έλαβαν από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα β) συνάγεται κατ' εκτίμηση (έστω και κατά προσέγγιση) ο χρόνος λήψης των δανείων γ) αναφέρονται οι οικονομικές δυνατότητες αυτών, και δ) αναφέρεται ότι οι αιτούντες, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - οφειλετών. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών Χ. Ν. γεννήθηκε το έτος 1983 από την αιτούσα Χ. Ε., είναι επιδοτούμενος άνεργος του ΟΑΕΔ και έγγαμος με την Π. Β., επίσης άνεργη, με την οποία απέκτησε το 2014 ένα τέκνο τον Ι. ..... Η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1950, είναι συνταξιούχος και έγγαμη με τον Χ. Ε., επίσης συνταξιούχο, με τον οποίο, πέραν του αιτούντος, απέκτησε το έτος 1980 και τον Π. ..... Η αιτούσα, πέραν των προσωπικών της δανείων εγγυήθηκε σε δάνεια του υιού της, σε χρόνο δε μάλιστα που ο αιτών υιός της Ν., εργαζόταν ως επιπλοποιός (βλ. ανωμοτί κατάθεση σε πρακτικά δίκης). Βάσει των προσκομισθέντων εκκαθαριστικών σημειωμάτων, τα ετησίως δηλωθέντα οικογενειακά εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν κατ' έτος και δη το οικονομικό έτος 2006 σε ευρώ 8.212,09, το οικονομικό έτος 2008 σε ευρώ 8.453,41, το οικονομικό έτος 2010 σε ευρώ 755, το οικονομικό έτος 2011 σε ευρώ 270,02, το οικονομικό έτος 2012 σε ευρώ 507,27, το οικονομικό έτος 2013 σε ευρώ 4.755,58, το φορολογικό έτος 2014 σε ευρώ 18.070,75 πλέον ευρώ 921,88 ως αυτοτελώς φορογηθέντα ποσά. Δυνάμει της από 8.3.2018 βεβαίωσης οφειλών της Αγροτικής Τράπεζας τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, ο αιτών δανειοδοτήθηκε είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής από την αυτή πιστώτρια τα έτη 2005, 2008 και 2009. Οφείλει συνολικά στην αμέσως ανωτέρω πιστώτριά του ευρώ συνολικά 209.537,83, το δε συνολικό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ανέρχεται σε ευρώ 1.326,2. Αναφορικά με την αιτούσα: Βάσει των προσκομισθέντων εκκαθαριστικών της σημειωμάτων, τα ετησίως δηλωθέντα οικογενειακά εισοδήματα της ανήλθαν σε : το οικονομικό έτος 2007 ευρώ 27.997,05 ήτοι κατά μέσο όρο μηνιαίως ευρώ 2.333,09, το οικονομικό έτος 2009 σε ευρώ 33.190,14 ήτοι κατά μέσο όρο μηνιαίως ευρώ 2.765,85, το οικονομικό έτος 2010 σε ευρώ 28.498,43 ήτοι κατά μέσο όρο μηνιαίως ευρώ 2.374,87, το οικονομικό έτος 2012 σε ευρώ 35.793,59 ήτοι κατά μέσο όρο μηνιαίως ευρώ 2.982,8, ενώ το οικονομικό έτος 2014 σε ευρώ 13.062,62 πλέον ευρώ 1.569,6 ως επίδομα ανεργίας. Δυνάμει των προσκομισθεισών βεβαιώσεων οφειλών, η αιτούσα ανέλαβε τις κάτωθι δανειακές υποχρεώσεις έναντι των καθών: α) προς την Αγροτική υπό ειδική εκκαθάριση τρία δάνεια ως κυρία οφειλέτης/συνοφειλέτης τα έτη 2005, 2008 και 2009 με συνολικό ύψος οφειλής βάσει της από 8.3.2018 βεβαιώσεως οφειλών ευρώ 217.388,69 και συνολικό 10% τελευταίας ενήμερης δόσης ευρώ 137,76, β) προς την τράπεζα Πειραιώς να καταναλωτικό δάνειο με ύψος οφειλής βάσει της από 5.2.2016 βεβαιώσεως οφειλών ευρώ 56.769,52, γ) από την Εθνική τράπεζα ένα καταναλωτικό δάνειο με συνολικό ύψος οφειλής βάσει της από 21.1.2016 βεβαιώσεως οφειλών ευρώ 11.425,96, δ) από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου ένα δάνειο με συνολικό ύψος οφειλής Βάσει της από 1.2.2016 βεβαιώσεως οφειλών ευρώ 4.390 και 10% τελευταίας ενήμερης δόσης ευρώ 8,07, ε) από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ τρία χρηματοπιστωτικά προϊόντα με συνολικό ύψος οφειλής βάσει της από 25.2.2016 Βεβαιώσεως οφειλών ευρώ 6.017,3 και συνολικό 10% τελευταίας ενήμερης δόσης ευρώ 10,09. Δυνάμει όλων των ανωτέρω, το συνολικό ύψος των οφειλών της αιτούσας προς τις ανωτέρω πιστώτριες από τα εννέα (9) χρηματοπιστωτικά προϊόντα που έλαβε ανέρχεται σε ευρώ 295.991,47, το δε συνολικό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης σε ευρώ καταρχάς σε 155,92, καθώς στις ανωτέρω βεβαιώσεις οφειλών των τραπεζών Πειραιώς και Εθνική δεν αναγράφεται το σχετικό ύψος της τελευταίας ενήμερης δόσης, κατ' εκτίμηση δε του Δικαστηρίου συνολικά το ύψος της τελευταίας ενήμερης δόσης της αιτούσας μετά των σχετικών δόσεων προς τράπεζα Πειραιώς και Εθνική αγγίζει τις 2.000 ευρώ. Οι παριστάμενες πιστώτριες των αιτούντων ισχυρίζονται ότι έκαστος εκ των αιτούντων εκ δόλου περιήλθε στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του, λόγω της υπερδανειοδότησης εκάστου εξ αυτών, ενώ τα εισοδήματα του καθενός εξ αυτών δεν ήταν επαρκή προς ανταπόκριση στις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβαναν. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και στην ουσία του. Καταρχάς και αναφορικά με τον αιτούντα, από την απλή αντιπαραβολή του ύψους της τελευταίας ενήμερης δόσης προς την πιστώτρια του Αγροτική υπό ειδική εκκαθάριση με τα ετησίως δηλωθέντα εισοδήματα του, σαφώς προκύπτει η ανεπάρκεια των τελευταίων προς κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβε. Ειδικότερα, ο αιτών δανειοδοτήθηκε δημιουργώντας σήμερα χρέη συνολικού ύψους ευρώ 209.537,83 από την αυτή πιστώτρια τα έτη 2005, 2008 και 2009, όταν και τα ετησίως δηλωθέντα εισοδήματα του, εκείνο το χρονικό διάστημα δεν επαρκούσαν για να ανταποκριθεί στο ύψος της τελευταίας ενήμερης δόσης, η οποία ανέρχονταν συνολικά σε ευρώ 1.326,2. Και αυτό γιατί τα εισοδήματα του το οικονομικό έτος 2006 ανήλθαν σε ευρώ 8.212,09, ήτοι κατά μέσο όρο ευρώ 684,34, το οικονομικό έτος 2008 σε ευρώ 8.453,41, ήτοι κατά μέσο όρο ευρώ 704,45 μηνιαίως, το οικονομικό έτος 2010 σε ευρώ 755, ήτοι κατά μέσο όρο μηνιαίως ευρώ 62,92 ευρώ, ενώ το οικονομικό έτος 2011 σε ευρώ 270,02. ανωτέρω, Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω ο αιτών ουδέποτε είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις. Σημειωτέον δε, πως όταν κατατέθηκε η αίτηση του πρώτου αιτούντος το 2014, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος επικαλείται οικονομική αδυναμία, τα ετησίως δηλωθέντα εισοδήματα του βάσει των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που προσκόμισε, υπερτερούσαν κατά πολύ αυτών (των εισοδημάτων) που είχε κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του ευθυνών (πρβλ. εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2014 σε ευρώ 18.070,75 πλέον ευρώ 921,88 ως αυτοτελώς φορ. ποσά). Αναφορικά δε με την πρώτη αιτούσα, καταρχάς, σταθμίζοντας το ύψος των αναγκαίων κατ' αυτήν εισοδημάτων που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας της, ως αυτό αναφέρεται στην αίτησή της και το οποίο ανέρχεται σε ευρώ 1.500 μηνιαίως, με το ύψος των εισοδημάτων της κατά τους χρόνους ανάληψης έκαστης δανειακής υποχρέωσης καθώς και με το συνολικό ύψος της τελευταίας ενήμερης δόσης των υποχρεώσεων αυτών, προκύπτει ότι και η ίδια ουδέποτε μπορούσε να ανταποκριθεί στο σύνολο των υποχρεώσεων που ανέλαβε. Έλαβε τουλάχιστον εννέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα από διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, δημιουργώντας χρέη που αγγίζουν σήμερα τις 300.000 ευρώ, μεταξύ αυτών και δάνεια μετά του αιτούντος υιού της, ο οποίος ως και ανωτέρω εκτέθηκε, τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα ανάληψης αυτών δε διέθετε την απαιτούμενη εισοδηματική επάρκεια να ανταποκριθεί σε αυτά, προκειμένου να καλύψει αδιευκρίνιστες ανάγκες της. Ειδικότερα, ακόμα και με τα υψηλότερα δηλωθέντα οικογενειακά εισοδήματα της το οικονομικό έτος 2012, τα οποία ανέρχονταν σε ευρώ 35.793,59, ήτοι κατά μέσο όρο μηνιαίως ευρώ 2.982,8, η ανταπόκριση της σε ένα ύψος ενήμερης δόσης συνολικά περί τα 2.000 ευρώ, όταν το ύψος των απαιτούμενων βιοτικών της αναγκών αξιολογείται από την ίδια σε ευρώ 1.500, κρίνεται τουλάχιστον επισφαλής. Σημειωτέο πως η αιτούσα ακόμα και μετά την έναρξη της κρίσης, έχοντας ετησίως δηλωθέντα εισοδήματα ευρώ το οικονομικό έτος 2012 35.793,59 και ενώ εκκρεμούσαν στο πρόσωπο της προγενέστερες υψηλές δανειακές υποχρεώσεις (πρβλ. ενδεικτικά χρόνο ανάληψης δανείων από Αγροτική υπό ειδική εκκαθάριση), έλαβε ως πιστούχος στις 25.1.2012 από τη Συνεταιριστική τράπεζα Ηπείρου το με αριθμό ... δάνειο καταναλωτικής πίστης ποσού ευρώ 3.000 προς κάλυψη καταναλωτικών της αναγκών [μόνη υπάρχουσα σύμβαση στη δικογραφία). Ενόψει των προαναφερθέντων, το Δικαστήριο οδηγείται συνεπώς στο συμπέρασμα ότι οι αιτούντες περιήλθαν εκ δόλου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους οφειλών, προβαίνοντας σε υπερδανειοδότηση για τα οικονομικά τους δεδομένα με τη λήψη πολλών χρηματοπιστωτικών προϊόντων, κυρίως προς κάλυψη καταναλωτικών, στεγαστικών και επαγγελματικών τους αναγκών, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβαναν. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεπε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε ιδιαίτερα αυξημένη πιθανότητα λόγω της πληθώρας των δανειακών υποχρεώσεων, του ύψους των χρεών που αναλάμβανε η πρώτη αιτούσα και την οικονομική αδυναμία του αιτούντος υιού της, εγγίζουσα την βεβαιότητα, και ως εκ τούτου ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Έλαβαν υπ' όψιν τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους, καθώς το ύψος ήταν υπέρογκο για τα οικονομικά τους δεδομένα και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη λήψη και άλλων δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες, με σκοπό να διάγουν βίο δυσανάλογο των αναγκών και των εισοδημάτων τους. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι οι αιτούντες δεν προέβησαν, μετά τη λήψη κάποιου εκ των ανωτέρω πιστωτικών προϊόντων, σε εξόφληση προηγουμένων οφειλών από άλλα δάνεια. Η συμπεριφορά, επομένως, των αιτούντων απέχει πολύ από τη λογική μίας απλής αστοχίας ή ενός ατυχούς προγραμματισμού των οικονομικών τους υποχρεώσεών, αφού προέβησαν αφειδώς και όλως αβασάνιστα στον ως άνω δανεισμό, αφού διέβλεπαν ως δεδομένη και σε κάθε περίπτωση ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο αυτό, αφού, οι αιτούντες δεν ανταπέδειξαν ότι ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, αντιθέτως, έλαβαν από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα τα προαναφερθέντα δάνεια υπερβολικά για τις οικονομικές τους δυνατότητες και συνέχισαν να δανείζονται, ενώ δεν είχαν μεριμνήσει για την εξόφληση των προηγούμενων αναληφθέντων δανείων ή έστω την εξυπηρέτηση των μηνιαίων δόσεων αυτών. Τα ποσά αυτών των δανείων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν αποδείχθηκε ότι αναλώθηκαν σε αναγκαίες δαπάνες, οι οποίες μπορούσαν να καλυφθούν με βάση τα εισοδήματά τους, αντιθέτως, αναλώθηκαν για άσχετους, άγνωστους, σκοπούς και δη για την εξασφάλιση ενός επιπέδου διαβιώσεως ανώτερου του επιτρεπόμενου από τα εισοδήματα τους, γεγονός που προκύπτει από το υπέρογκο ύψος του δανεισμού της σε σχέση με τα εισοδήματα τους.
Εξάλλου, η τυχόν συνυπαιτιότητα των πιστωτριών στη χορήγηση των δανείων χωρίς επαρκή έλεγχο των εισοδημάτων τω αιτούντων, δεν αναιρεί την υπαιτιότητά τους για τη δυσμενή θέση, στην οποία περιήλθαν, ούτε δύναται να αποδοθούν στα υψηλά επιτόκια, στις επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, αλλά, αντιθέτως, σε συνειδητή επιλογή τους να διάγουν επίπεδο διαβίωσης ανώτερο του επιτρεπτού από τα εισοδήματά τους, λαμβάνοντας τόσο υψηλά ποσά δανεισμού. Ενόψει των ανωτέρω, οι αιτούντες, έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο να περιέλθουν σύντομα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ήτοι προέβλεψαν ως πιθανό το να δυσκολευθούν ως προς την αποπληρωμή των χρεών τους, αφού δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την άνευ ετέρου και ομαλά εξελισσόμενη αποπληρωμή τους, καθώς το ύψος τους ήταν ιδιαιτέρως υψηλό και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε συμβάσεις δανείου, αψηφώντας τις συνέπειες. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε δόλια αδυναμία πληρωμής των αιτούντων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι οι αιτούντες περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών της οφειλών, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης που προέβαλαν παραδεκτά και νόμιμα οι εφεσίβλητες ως ουσία βάσιμης, ισχυρισμό τον οποίο παραδεκτά επαναπροβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις έγγραφες προτάσεις τους, κατ' άρθρο 240 και 524 ΚΠολΔ οι παριστάμενες εφεσίβλητες και απέρριψε τις αιτήσεις ως ουσία αβάσιμες, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως, οι λόγοι έφεσης ....με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 243/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως, αφού δέχθηκε ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες δολίως περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους εξαιτίας του υπερδανεισμού τους. Ειδικότερα με πληρότητα αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι από το έτος 2005, η μεν πρώτη αιτούσα - αναιρεσείουσα έλαβε συνολικά εννέα (9) πιστωτικά προϊόντα από πέντε (5) πιστωτικά ιδρύματα, ο δε δεύτερος αιτών - αναιρεσείων δανειοδοτήθηκε από την δεύτερη αναιρεσίβλητη "Αγροτική Τράπεζα ΑΕ" δημιουργώντας χρέη, κυρίως προς κάλυψη καταναλωτικών, στεγαστικών και επαγγελματικών αναγκών, που ανήλθαν, κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, σε 295.991,47 και 209.537,83 ευρώ, αντίστοιχα, τις δόσεις δε των δανείων η πρώτη αιτούσα αδυνατούσε να εξοφλήσει ήδη κατά το χρόνο λήψης τους, καθόσον τα ως άνω μηνιαία εισοδήματά της, καθ' όλα τα έτη του δανεισμού της, ανέρχονταν στα ποσά που αναλυτικά παρατίθενται στις ανωτέρω παραδοχές και οι μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες της πρώτης αιτούσας σε 1.500 ευρώ, ο δε δεύτερος αιτών, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (2014), είχε ετήσια (δηλωθέντα) εισοδήματα που υπερτερούσαν κατά πολύ των εισοδημάτων, που είχε αυτός κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, τις οποίες, ομοίως, αδυνατούσε να εξυπηρετήσει, ενώ, τέλος, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό και τα ποσά των δανείων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν αποδείχθηκε ότι αναλώθηκαν σε αναγκαίες δαπάνες, που μπορούσαν να καλυφθούν με βάση τα εισοδήματά τους, αλλά αντιθέτως, αναλώθηκαν για την εξασφάλιση ενός επιπέδου διαβιώσεως ανώτερου του επιτρεπόμενου από τα εισοδήματα τους, βασιζόμενοι στην αλλεπάλληλη χρηματοδότηση των τραπεζών.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, αληθώς μόνο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1), λόγο της αναίρεσης. Τα αναφερόμενα στη συνέχεια του ιδίου λόγου αποτελούν επιχειρήματα και πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (7.3.2023), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013).
Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 20/2023, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 5 περ. β' του ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα έγγραφα και δη την υπ' αριθμ. 368/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία είχε εκδοθεί επί αιτήσεως των δυο άλλων μελών της οικογένειάς τους, με περιεχόμενο ίδιο με αυτό των ενδίκων αιτήσεων και έκανε δεκτή αυτήν, κατά τη συζήτησή της δε κατέθεσε ως μάρτυρας η πρώτη αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες απόφαση δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την έννοια που διαλαμβάνεται ανωτέρω, αλλά επιχείρημα προς υποστήριξη των ενδίκων αξιώσεων τους (ΑΠ 576/2012). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.3.2023 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 36/7.3.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.
Και, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ