ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1127/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1127/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1127/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1127 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1127/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ'ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/3/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 121/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 254/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8.7.2014 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 παράγραφοι 1 και 3 Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ. 1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α)...Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαντήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως... (παρ. 3 εδ.α). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α Κ.Ε.Δ.Ε., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 ν. 3842/2010 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υπό παρ.2 άρθρου τρίτου Ν. 4254 (ΦΕΚ Α 85/07.04.2014, "Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Για ΚΕΔΕ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν. 4170/2013 ορίζεται ότι:" Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου όσο και της δήλωσης του άρθρου 32 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση της δήλωσης του άρθρου 32 θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.3979/2011 είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους..Η διέλευση των δεδομένων δια των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση γνωστοποίησης ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6,11 και 5 του ν.2472/1997, ως εκάστοτε ισχύουν όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν". Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ανωτέρω, κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της γνωστοποίησης τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων και υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησης τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και οι προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου 2. Τα κατασχεθέντα ποσά αποδίδονται είτε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα Ελλάδος είτε στη υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της προηγούμενης παραγράφου.... 4. Η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τίθεται σε πλήρη λειτουργία εξήντα ημέρες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καθίσταται υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, οι οποίοι μπορούν να εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 30Α του ν.δ. 356/1974 μόνο στις περιπτώσεις που για λόγους ανωτέρας βίας αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παραγράφου 1 του παρόντος".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ. α ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου. Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες. Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άνω άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, εκδόθηκε η ΠΟΛ με αριθμό 1257/2013 στην οποία, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 2. Περιγραφή της διαδικασίας γνωστοποίησης. 1. Η διαδικασία αφορά στην ολοκληρωμένη υλοποίηση των διατάξεων των άρθρων 30 Α και 30 Β του ΚΕΔΕ ήτοι στην κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης των τελευταίων με ηλεκτρονικά μέσα καθώς και στην απόδοση από μέρους τους των τυχόν κατασχεθέντων ποσών. 2. Η αρμόδια κατά τα ανωτέρω υπηρεσία φορολογικής διοίκησης και μέσω του κόμβου Υ.Ο. αποστέλλει κατασχετήριο αίτημα ηλεκτρονικά μέσω μηνυμάτων (το περιεχόμενο των οποίων ορίζεται στο άρθρο 3) προς τον κόμβο Π.Ι, ο οποίος το παραλαμβάνει και το προωθεί αυτόματα και χωρίς καμία επεξεργασία προς το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται. 3.... 4....", "Άρθρο 3. Περιεχόμενο ηλεκτρονικά κοινοποιούμενου κατασχετηρίου. 1. Το ηλεκτρονικό κατασχετήριο αποτελείται από το εξωτερικό και εσωτερικό μήνυμα: Α) το εξωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο από τον κόμβο Υ.Ο. και τον κόμβο Π.Ι. και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία... Β) το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο αποκλειστικά από το πιστωτικό ίδρυμα και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: i τα μοναδικά στοιχεία ειδικού πρωτοκόλλου κόμβου Υ.Ο. (αριθμός και ημερομηνία), ii. τη χρονοσήμανση του κόμβου Υ.Ο., iii. Τον μοναδικό 3ψήφιο κωδικό αριθμό πιστωτικού ιδρύματος Κ.Α.Π.Ι. (από τον πίνακα τιμών ... που μοναδικά σχετίζεται με το υπόχρεο πρόσωπο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση , iv. Τα στοιχεία πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ. (αριθμός και ημερομηνία), ν. Τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος,
Αριθμός), vi. Τον ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο, vii. Ειδικότερα στοιχεία του ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο (ενδεικτικά αναφέρονται επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, επωνυμία), viii. Συνολικό ποσό κατασχετηρίου, Ταυτότητα οφειλής κατασχετηρίου, ix. Ταυτότητα Οφειλής Κατασχετηρίου (ΤΟΚ) που συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα χρεών του κατασχετηρίου. Το παραπάνω εσωτερικό ηλεκτρικό μήνυμα υπογράφεται ψηφιακά με προηγμένη ψηφιακή υπογραφή κατά την έννοια της παραγράφου 1 και 3 του Ν.3979/2011 (ΦΕΚ ΑΊ38) από τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας, χρονοσημαίνεται με έμπιστη χρονοσήμανση από Εθνικό Πάροχο Χρονοσήμανσης και κρυπτογραφείται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. και άρθρο 1 αριθ.4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία του κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ.1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 139/2018, ΑΠ1941/2017). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, τη σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΑΠ 415/2022, ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 256/2011).

Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 825/2018). Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχεθέντος (985 παρ.3 εδ, β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σωρεύσεως, στο αυτό δικόγραφο της ανακοπής, της περί αποζημιώσεως, ως άνω εκ του άρθρου 985 παρ.3 αγωγής (986 εδ.β) (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 1386/2019). Ειδικότερα, η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν λόγω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 1386/2019, ΑΠ500/2018, ΑΠ663/2017).

Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, ειδικά, η κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και η δήλωση (κατά το άρθρο 32) αυτών πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω ανταλλαγής κρυπτογραφημένων και ψηφιακά υπογεγραμμένων μηνυμάτων, κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 Α και 30 Β του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), και όχι με τη συνήθη, μη ηλεκτρονική, έντυπη διαδικασία. Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν πρόκειται για σύνταξη ενός ξεχωριστού ηλεκτρονικού κατασχετηρίου, αλλά, απλώς, προβλέπεται ιδιαίτερος, ηλεκτρονικός, τρόπος κοινοποίησης του νομίμως συνταχθέντος κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, πρέπει να περιέχει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ΚΕΔΕ στοιχεία. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, ο τρόπος αυτός κοινοποίησης του κατασχετηρίου συμφωνήθηκε από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτά εκπροσωπήθηκαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Επομένως, δεν κοινοποιείται στο πιστωτικό ίδρυμα το πλήρες περιεχόμενο του έντυπου κατασχετηρίου, αλλά γνωστοποιούνται σ' αυτό μόνο τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4-12-2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός) καθώς και το συνολικό ποσό του κατασχετηρίου. Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, η λειτουργία της οποίας καθιδρύει σχέση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων, ενώ η εκτέλεση αυτής γίνεται, κατά κανόνα, με πολυάριθμες τμηματικές καταβολές και αναλήψεις, κατά τη βούληση του καταθέτη, που μπορούν να λάβουν χώρα ακόμη και την ίδια μέρα. Ενόψει όλων αυτών, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον το κατασχετήριο αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση, η δε ηλεκτρονική κοινοποίηση αυτού περιλαμβάνει όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί, κατά τα ανωτέρω, ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης, η αντίστοιχη δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη του Δημοσίου (ΑΠ 231/2024, ΑΠ 503/2023, ΑΠ 624/2021).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 30Β του ΚΕΔΕ, του άρθρου 3 της ΠΟΛ 1257/4-12-2013 (ΦΕΚ 3099 Β 72013), σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 της ίδιας ΠΟΛ και του άρθρου 30 ΚΕΔΕ, δεχόμενο ότι κατά τη διαδικασία της κοινοποίησης των κατασχετηρίων, που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 30 επ. ΚΕΔΕ, στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων, πρέπει να διαβιβάζεται το πλήρες περιεχόμενο του εκδοθέντος "χειρογράφου" κατασχετηρίου, στο οποίο διαλαμβάνεται ρητά η δέσμευση και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου έναντι του πιστωτικού ιδρύματος.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Για την ικανοποίηση απαίτησής του, ύψους 479.436,46 ευρώ έναντι του οφειλέτη του Κ. Κ. του Π., ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2014 κατασχετηρίου, που κοινοποιήθηκε ηλεκτρονικά στις 13-6-2014 στην καθ' ης η ανακοπή, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της τελευταίας ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στον ανωτέρω οφειλέτη του Δημοσίου και μέχρι του ανωτέρω καλώντας την ταυτόχρονα να καταθέσει το κατασχεθέν ποσό. Στις 2014 η καθ' ης η ανακοπή υπέβαλε ηλεκτρονικά την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ...-2014 δήλωση, σύμφωνα με την οποία στο όνομα του καθ' ου η κατάσχεση οφειλέτη, τηρείτο ένας (1) λογαριασμός ταμιευτηρίου, ο οποίος κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο 19,10 ευρώ, το οποίο δεσμεύθηκε και θα αποδοθεί στο ελληνικό δημόσιο. Στην ίδια δήλωση, επισυνάφθηκαν παραστατικά κίνησης του παραπάνω λογαριασμού για χρονικό διάστημα πέντε (5) ημερών πριν την επίδοση του κατασχετηρίου και μίας (1) ημέρας μετά από αυτήν. Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής, το ανακόπτον ισχυρίστηκε ότι η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά και σε μελλοντικές απαιτήσεις του παραπάνω οφειλέτη του έναντι της τράπεζας, επομένως η τελευταία έπρεπε να διαλάβει στην ως άνω δήλωση και τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει τυχόν οφειλή της προς τον Κ. Κ. που θα προκόψει στο μέλλον με βάση την μεταξύ τους σχέση, ήτοι αυτή της τήρησης του ως άνω λογαριασμού. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη, έπρεπε να υπάρχει σαφής αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και των μελλοντικών απαιτήσεων, κάτι που δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, το μεν συνημμένο στην ανακοπή έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στο οποίο περιλαμβάνεται η ανωτέρω αναφορά, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην καθ' ης η ανακοπή, ούτε άλλωστε το ανακόπτον προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης. Άλλωστε, το ανακόπτων εκθέτει στο δικόγραφο της ανακοπής ότι το κατασχετήριο επιδόθηκε ηλεκτρονικά, χωρίς όμως να προκύπτει ότι το παραπάνω αναφερόμενο κατασχετήριο έγγραφο είναι αυτό που επιδόθηκε ηλεκτρονικά. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την καθ' ης η ανακοπή έγγραφο, προκύπτει ότι στο επιδοθέν στην ίδια με αριθμό ... ηλεκτρονικό κατασχετήριο, δεν υπάρχει καμία σαφής αναφορά περί κατασχέσεως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τον τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό, καθώς πέραν από τα προσδιοριστικά στοιχεία του κατασχετηρίου (αριθμοί πρωτοκόλλου, Δ.Ο.Υ., Α.Φ.Μ., Κωδικός Πιστωτικού Ιδρύματος, ημερομηνίες καταχώρησης και λήξης 8ημέρου, προσωπικά στοιχεία οφειλέτη, ταυτότητα οφειλής και ποσό κατασχετηρίου), δεν γίνεται καμία μνεία για κατάσχεση των μελλοντικών απαιτήσεων του δικαιούχου του λογαριασμού, έναντι της καθ' ης η ανακοπή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί, όπως και η κρινόμενη ανακοπή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν δικαστήριο (535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η ανακοπή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου, όσον αφορά στον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου ότι ο μοναδικός λόγος έφεσης, ήτοι το γεγονός ότι στο κατασχετήριο δεν περιλήφθηκε μνεία περί κατάσχεσης μελλοντικής απαίτησης, είναι απαράδεκτος διότι δεν προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επισημαίνονται τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δε μεταβάλλεται η πραγματική βάση της αγωγής ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν αυτοί προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται με έγγραφο (χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δε γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία απαλείφθηκε με τον Ν. 3994/2011). Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού \ δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Ενώ έγγραφη απόδειξη του νέου ισχυρισμού υπάρχει όταν όλα τα πραγματικά στοιχεία που τον θεμελιώνουν αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο ...
Εν προκειμένω, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας προτείνεται μεν το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, όμως συντρέχει η αμέσως προαναφερόμενη εξαίρεση από τον κανόνα του απαραδέκτου της προβολής του, καθώς αυτός αποδεικνύεται άμεσα με ιδιωτικό έγγραφο (ήτοι το ηλεκτρονικό κατασχετήριο που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα), κατά τρόπο ευθύ και άμεσο, συνεπώς ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθ. 254/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δίκασε επί της ουσίας την ανακοπή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 30,30 Α, 30 Β και 32 ΚΕΔΕ καθώς και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 2 (παρ. 1,2) και 3 της ΠΟΑ 1257/4.12.2013, δεχόμενο ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον δεν είχε προβεί σε κατάσχεση και μελλοντικών απαιτήσεων, με την αιτιολογία ότι τούτο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία του επίδικου κατασχετηρίου, τα οποία αποτέλεσαν περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επίδοσης αυτού ενώ σε περίπτωση ηλεκτρονικής επίδοσης ενός κατασχετηρίου γνωστοποιούνται στα πιστωτικά ιδρύματα μόνο τα συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013 και είναι μηχανογραφικά, επί το πλείστον κωδικοποιημένα. Στις ειδικές διατάξεις της παρ. 3 της ΠΟΛ με αριθμό 1257/2013 δεν κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί κωδικός για την κατάσχεση ειδικά μελλοντικών απαιτήσεων, μεταξύ των υποχρεωτικών στοιχείων που ορίστηκαν από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και τα εγκατεστημένα στη Χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30Β ΚΕΔΕ, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 τούτου, από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Δεδομένου δε, ότι τα έντυπα-έγγραφα των κατασχετηρίων του Δημοσίου έχουν ενιαία μορφή και περιλαμβάνουν πάγια τη φράση ότι "Κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας όσα οφείλετε ή μέλλει να οφείλετε" (κατά τα λοιπά συμπληρώνονται συνήθως χειρόγραφα), κάθε κατάσχεση του Δημοσίου εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος έχει ως αντικείμενο τόσο τις ενεστώσες κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τις μέλλουσες απαιτήσεις. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 20 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 121/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή