Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1129 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1129/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - εκκαλούντων: 1) Τ. Β. του Κ., 2) Γ. Β. του Κ., 3) Δ. Β. του Κ., 4) Α. Β. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γιογλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των καθ' ων η κλήση - εφεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΗΓΕΣ ΑΩΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μέτσοβο Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Λαδογιάννη και Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2006 αγωγή των ήδη καλούντων - εκκαλούντων και την από 4/6/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη καθ' ων η κλήση - εφεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη καλούντες - εκκαλούντες με την από 28/5/2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1789/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 278/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν εκ νέου οι ήδη καλούντες - εκκαλούντες με την από 6/9/2019 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 522/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη καλούντες - εκκαλούντες με την από 15/2/2024 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 15-2-2024 κλήση των εκκαλούντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 6-1-2010 έφεση αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, την οποία άσκησαν κατά της με αριθμό 249/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, μετά την έκδοση της με αριθμό 522/2023 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθμό 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΙΙ. Από τα ισχύοντα άρθρα 579 § 1, 580, 581, 524, 570 ΚΠολΔ, προκύπτουν (και) τα εξής: Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμοί 1, 2, 3, 6 έως 17, 19, 20 του ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης. Η ρύθμιση που θεσπίστηκε για λόγους ταχύτερης περάτωσης των υποθέσεων καθιστά το τμήμα της παραπομπής δικαστήριο ουσίας, το οποίο λειτουργεί πλέον ως εφετείο (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 1055/2024, ΑΠ 364/2019), γεγονός που συνεπάγεται την απεμπόληση των αναιρετικών του καθηκόντων.
Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται, με κλήση, στο ίδιο τμήμα και συζητείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται, με την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν νόμιμες έγγραφες προτάσεις (άρθρο 524 § 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ). Η κατάθεση νομίμων εγγράφων προτάσεων είναι υποχρεωτική (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 1014/2021, ΑΠ 1476/2018, ΑΠ 337/2016). Η αναιρετική απόφαση δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί. Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, μετά την αναίρεση, υποβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το δικαστήριο της ουσίας. Έτσι, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν έχει τη δυνατότητα νέας παραπομπής της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 1507/2018), στη νέα δε στην ουσία συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο που θα ορισθεί, οι διάδικοι, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, διαμορφώνουν, ανάλογα, τους ισχυρισμούς και τις έγγραφες προτάσεις τους (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 14/2021). Ύστερα από τη δεύτερη αναίρεση, οι διάδικοι επανέρχονται, δικονομικά, στο στάδιο της έφεσης μετά την τυπική παραδοχή της (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 998/2024, ΑΠ 367/2024, ΑΠ 1055/2024, ΑΠ 1014/2023, ΑΠ 1794/2022, ΑΠ 1014/2021, ΑΠ 13/2020), δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Έτσι, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 § 3, 581 § 2 και 579 § 1 KΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 684/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 367/2024, ΑΠ 1421/2024, ΑΠ 581/2023).
Περαιτέρω, με βάση τις ίδιες ως άνω διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους, ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 1312/2022).
Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια (εκτός από εκείνα που συνάπτονται άρρηκτα με τα αναιρεθέντα), ως προς τα οποία (τα άλλα κεφάλαια) διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009).
Τέλος, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 579 § 1, 580 § 3 και 581 § 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 580 § 4 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ερευνώντας, όμως, τις αποδείξεις, μπορεί, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ό,τι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από την αναιρεθείσα, αφού η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με τον σχετικό λόγο της αναίρεσης που έκανε δεκτό, ενώ, αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η κρίση περί της οποίας, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Έτσι, τα κεφάλαια της απόφασης που δεν αναιρέθηκαν δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται, αφού ως προς αυτά η απόφαση έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 27/2022, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1150/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι καλούντες - εκκαλούντες - ενάγοντες άσκησαν κατά των καθ' ων η κλήση - εφεσίβλητων - εναγομένων, ήτοι κατά της τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική Εμπορική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΠΗΓΕΣ ΑΩΟΥ Α.Ε." και κατά του Βασιλείου Κρίτσα, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, καθώς και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", του Κ. Τ. και του Κ. Π. (οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την από 21-11-2006 (με αριθ. εκθ. κατ. 9/9-1-2007) αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία, με την οποία εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Γεώργιος" στο Μέτσοβο Ιωαννίνων και ότι η πρώτη εναγομένη, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, είναι κυρία όμορου ακινήτου επί του οποίου το έτος 2003 ξεκίνησε εργασίες ανοικοδόμησης ξενοδοχείου. Ότι η πρώτη εναγομένη ανέθεσε τις εργασίες αντιστήριξης πρανών στην τρίτη εναγομένη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πέμπτος εναγόμενος, Κ. Π., ενώ ως επιβλέπων μηχανικός των έργων αντιστήριξης ορίστηκε ο τέταρτος εναγόμενος, Κ. Τ. Ότι στις 14-6-2003, κατά τη διάρκεια των εργασιών αντιστήριξης, από αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων και συγκεκριμένα από την εκτέλεση εκσκαφών σε πολύ μεγάλο βάθος πλησίον του οικοπέδου τους αλλά και εξαιτίας των ελλιπών και εσφαλμένων εργασιών αντιστήριξης, προκλήθηκαν σοβαρές ζημίες στη διώροφη οικία τους, στην οποία διέμενε η μητέρα τους και περιστασιακά και οι ίδιοι, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί επικίνδυνα ετοιμόρροπη και να αναιρεθεί η ασφάλεια της φέρουσας ικανότητάς της, ενώ ήδη επεκτάθηκαν οι ζημίες της και υπάρχει ανάγκη κατεδάφισής της, διότι η επισκευή της είναι ανέφικτη. Ότι οι εναγόμενοι, υπό την ιδιότητά τους έκαστος εξ αυτών, προχώρησαν στις εργασίες θεμελίωσης του ξενοδοχείου χωρίς να λάβουν, ως είχαν υποχρέωση, τα κατά νόμο προσήκοντα μέτρα προς αποτροπή κινδύνου και έπραξαν αντίθετα στους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες διενέργειας οικοδομικού έργου. Ότι, μεταξύ των υποκειμένων του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, είναι και ο διευθύνων το οικοδομικό έργο, όπως ο επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκτων, ο συντάξας τους τακτικούς υπολογισμούς και εκείνος που διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίδει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές για εκείνους που εκτελούν αυτές, καθώς και ο ιδιοκτήτης του έργου, όπως η πρώτη εναγομένη εταιρεία, εφόσον, όπως εν προκειμένω, μετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στην εκτέλεση ή διεύθυνση αυτού. Ότι οι ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων ήταν οι μόνες αναγκαίες αιτίες που επέφεραν τις επιζήμιες και καταστροφικές για την ιδιοκτησία τους συνέπειες και ευθύνονται απέναντί τους με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών εφόσον υπαίτια προξένησαν σε βάρος της περιουσίας της ανεπανόρθωτες ζημίες. Ότι, κατά το άρθρο 1007 του ΑΚ, δεν επιτρέπεται να σκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί του απαιτούμενου ερείσματος, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλον τρόπο και ότι εν προκειμένω οι εναγόμενοι, με τις πράξεις και παραλείψεις τους, ειδικότερα με την μη τήρηση των μέτρων ασφάλειας αντιστήριξης της οικοδομής τους και ενίσχυσης του εδάφους θεμελίωσης αυτής, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή τους, τα οποία θα προλάμβαναν, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, την επέλευση ανεπανόρθωτης βλάβης στην οικοδομή μας, επέφεραν την ολική καταστροφή της οικοδομής τους, ευθυνόμενοι αλληλέγγυα και εις ολόκληρο για την αποκατάσταση της βλάβης που επέφεραν στην περιουσία τους, εφόσον ενήργησαν εν γνώσει του κινδύνου που δημιουργούσαν στην ιδιοκτησία τους και αποδέχθηκαν πλήρως το ενδεχόμενο επέλευσης ζημιάς στην περιουσία τους, η οποία μαθηματικά θα επέρχονταν από τις ενέργειές τους, άλλως και εντελώς επικουρικά από βαριά αμέλεια αδιαφόρησαν πλήρως για τη λήψη των προαναφερόμενων μέτρων, δεν προείδαν το εν λόγω αποτέλεσμα και δεν έλαβαν τα απαραίτητα και ανωτέρω αναφερόμενα μέτρα για να το αποφύγουν. Ότι όλοι οι εναγόμενοι ευθύνονται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον, η μεν πρώτη ευθυνόμενη ως ιδιοκτήτρια για το πταίσμα του εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού και κάθε προστηθέντος στο έργο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 297 και 298 ΑΚ, ο δεύτερος ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης των εναγόμενων και οι λοιποί των εναγομένων, ήτοι η τρίτη ως εργολάβος εταιρεία, ο τέταρτος ως επιβλέπων μηχανικός και ο πέμπτος ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της τρίτης εργολάβου εταιρείας, ως προστηθέντες από την πρώτη εναγομένη εταιρεία. Κατόπιν των ανωτέρω και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός τους με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθμ. 249/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 297 ΚΠολΔ), ζήτησαν (και με προσωπική κράτηση των εναγόμενων φυσικών προσώπων ως εκ της αδικοπραξίας τους): α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον καθένας, με το νόμιμο τόκο από τις 14-6-2003, οπότε επήλθε η βλάβη στην οικία τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα, ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή της οικίας τους, αξίας 200.000 ευρώ, που είναι κατεδαφιστέα, άλλως επικουρικώς το ποσό των 37.500 ευρώ στον καθένα, καθόσον οι εργασίες επισκευής της οικίας τους ανέρχονται σε 150.000 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναλύεται στο δικόγραφο σε έξι επιμέρους γενικές κατηγορίες και συγκεκριμένα για: 1. κατεδάφιση, αποσύνθεση, απομάκρυνση υλικών εκτός οικοπέδου, 2. ανακατασκευή του ισογείου της οικοδομής, 3. αποκατάσταση ζημιών ορόφου, 4. αντιστήριξη της οικοδομής (ανατολική αυλή της οικοδομής και βελτίωση του εδάφους θεμελίωσης), 5. απρόβλεπτα και ερευνητικά σκάμματα, 6. οικοδομική άδεια, μελέτη και επίβλεψη, β) να αναγνωριστεί ότι οφείλουν το ποσό των 17.550 ευρώ στον καθένα τους, για το διάστημα από 14-6-2003 μέχρι και 31-12-2009, καθόσον από το ζημιογόνο γεγονός κατέστη ανέφικτη η χρήση της διώροφης οικίας, από την οποία οι ίδιοι απομακρύνθηκαν, η μισθωτική αξία της οποίας ανέρχεται σε 900 ευρώ το μήνα και γ) να αναγνωριστεί ότι τους οφείλουν, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα. Οι καθ' ων η κλήση - εφεσίβλητοι - εναγόμενοι άσκησαν την από 4-6-2008 (με αριθ. εκθ. κατ. 261/2008) παρεμπίπτουσα αγωγή τους κατά των λοιπών εναγομένων, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Οι ως άνω αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα) συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η 249/2009 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία: α) απέρριψε την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητους και καθ' ων η κλήση ως αόριστη, δεχόμενη ότι οι ενάγοντες δεν εκθέτουν αν οι παραπάνω εναγόμενοι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο, στοιχείο απαραίτητο για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης με την τρίτη εναγομένη εταιρεία και συνεπώς της ευθύνης τους από την επικαλούμενη αδικοπραξία, απορρίπτοντας στη συνέχεια και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου, β) απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητούνταν η καταβολή αποζημίωσης για την περίπτωση που η οικία τους δεν ήθελε θεωρηθεί ως καθολικά κατεστραμμένη, αλλά επισκευάσιμη, γ) απέρριψε ως μη νόμιμα το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, με το οποίο ζητούνταν η καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας της, εκ μέρους των εναγόντων, χρήσης της οικίας τους καθώς και το αίτημα περί επιδίκασης νόμιμων τόκων των αγωγικών κονδυλίων από 14-6-2003 και δ) ως προς τους λοιπούς των εναγομένων διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από έναν γεωλόγο και έναν πολιτικό μηχανικό.
Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 6-1-2010 (με αριθ. εκθ. κατ. 7/2010) έφεση ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, στρεφόμενη εναντίον όλων των ως άνω εναγομένων. Επί της έφεσης, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 278/2011 απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν μη οριστική ως προς αυτούς και αφού έγινε τυπικά δεκτή ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, ήδη καθ' ων η κλήση - εφεσίβλητους - αναιρεσίβλητους, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής, οι εκκαλούντες - ενάγοντες και νυν καλούντες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, στρεφόμενη κατά των δύο πρώτων εφεσίβλητων - εναγομένων και νυν καθ' ων η κλήση, η οποία έγινε δεκτή με την 1789/2014 απόφαση, καθόσον με αυτήν έγινε δεκτό ότι η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη και ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους αναφορικά με τα στοιχεία της πρόστησης. Ειδικότερα, η ως άνω απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, με την ιστορική αναφορά στην αγωγή τους "της αναμφίβολα γνωστής έννοιας προστήσεως για την μεταξύ της κυρίας του οικοπέδου και της εργολάβου εταιρείας συμβάσεως εργολαβίας, και τα λοιπά αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, έχουν προβληθεί επαρκώς τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η από την σύμβαση εργολαβίας διαφύλαξη του δικαιώματος της κυρίας του οικοπέδου για παροχή οδηγιών και εντολών προς την εργολάβο". Στη συνέχεια, οι καλούντες - ενάγοντες με την από 30-9-2015 κλήση τους, την οποία απηύθυναν κατά των νυν καθ' ων η κλήση - δύο πρώτων εναγομένων, επέσπευσαν προς νέα συζήτηση την ως άνω έφεσή τους και εκδόθηκε η 297/2017 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή, δίκασε την από 21-11-2006 αγωγή, την οποία, αφού έκρινε νόμιμη και ορισμένη ως προς την κύρια βάση της, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 922επ ΑΚ, 118 και 216 του ΚΠολΔ, αόριστη ως προς την επικουρική της βάση και νόμω αβάσιμη ως προς το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, την απέρριψε τελικά ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη ότι η οικία των εναγόντων δεν καταστράφηκε ολοσχερώς, ώστε αυτοί να δικαιούνται αποζημίωση ίση με την αξία της, αλλά υπέστη επισκευάσιμες ζημίες οφειλόμενες σε αμέλεια των τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων μηχανικών, προστηθέντων από την τρίτη εναγομένη εταιρεία και συνεπώς θα μπορούσε να επιδικασθεί σε αυτούς ως αποζημίωση η δαπάνη που απαιτείται για να επισκευασθεί η οικία τους, την οποία οι ίδιοι προσδιορίζουν στην αγωγή τους στο ποσόν των 150.000 ευρώ και τούτο διότι στη μείζονα αγωγική απαίτηση της αποζημίωσης για ολική καταστροφή εμπεριέχεται σιωπηρά το έλασσον αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης εξαιτίας της προκληθείσας μερικής καταστροφής. Ωστόσο κρίθηκε στη συνέχεια με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, ότι στην αγωγή δεν εκτίθεντο επαρκώς οι επιμέρους εργασίες επισκευής και το κόστος αυτών, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης. Κατά της απόφασης αυτής, οι καλούντες - εκκαλούντες - ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 6-9-2019 (δεύτερη) αίτησή τους για την αναίρεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η 522/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση (297/2017) για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την καταβολή του ποσού των 150.000 ευρώ για δαπάνη επισκευής της οικοδομής τους, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για τη γένεση του δικαιώματος της αποζημίωσης των εναγόντων, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, καθώς και ότι (η προσβαλλόμενη απόφαση) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 1007 του ΑΚ και εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της την περιεχόμενη στο κύριο αίτημα της αγωγής επικουρική αποζημιωτική αίτηση για την αποδεικνυόμενη μερική καταστροφή της οικίας των εναγόντων, η οποία μπορεί να επιδικαστεί, εφόσον τα στοιχεία προκύψουν από τις αποδείξεις, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο μέμφονταν οι ενάγοντες πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, με το οποίο ζητούνταν η καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας εκ μέρους των εναγόντων της χρήσης της οικίας τους, δεχόμενη ότι η ως άνω κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ήταν ορθή και τέλος, έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση των πρώτου, πέμπτου και έκτου αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Με βάση τα ανωτέρω, η 522/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε εν μέρει την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση (με αριθμό 297/2017) κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαια. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ήδη με την από 15-2-2024 κλήση των εναγόντων - εκκαλούντων - καλούντων η υπόθεση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στο παρόν τμήμα της παραπομπής ως Δικαστήριο ουσίας, το οποίο λειτουργεί πλέον ως Εφετείο. Η από 6-1-2010 έφεση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 495 § 1, 496, 498, 499, 511, 513 § 1, 516 § 1, 517, 518, 520 ΚΠολΔ). Με την μερική αναίρεση της 297/2017 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας: α) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 579 § 1 του ΚΠολΔ) μέσα στα αναιρετικά πλαίσια και μόνον κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια, για τα οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο και β) αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης των εναγόντων, ανάλογα δε αναβιώνει και η πρωτόδικη απόφαση, της οποίας ζητείται με την έφεση η εξαφάνιση και η παραδοχή των ένδικων αξιώσεων.
Συνεπώς, η έφεση των εναγόντων πρέπει, αφού γίνει τυπικά δεκτή, να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 §§ 3 και 4 και 581 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και μόνο ως προς τα ως άνω κεφάλαια, σύμφωνα με τις παραδοχές των αναιρετικών αποφάσεων και τις αμετάκλητες ήδη παραδοχές της εφετειακής απόφασης, ως προς τις οποίες αυτή δεν αναιρέθηκε και αποτελούν δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Ειδικότερα, με τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις κρίθηκαν, εκτός των άλλων, αμετάκλητα: α) δυνάμει της 1789/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, ότι η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη ως προς τα στοιχεία της πρόστησης αναφορικά με τους δύο πρώτους εναγόμενους και ήδη καθ' ων η κλήση και β) δυνάμει της 522/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, ότι στο κύριο αίτημα της αγωγής περί ολικής καταστροφής της οικίας των εναγόντων εμπεριέχεται και επικουρική αποζημιωτική αίτηση για την αποδεικνυόμενη μερική καταστροφή της ως άνω οικίας, επιπρόσθετα δε ότι η επικουρική βάση της αγωγής (που ταυτίζεται με την εμπεριεχόμενη στην κύρια βάση της αγωγής αποζημιωτική αίτηση για μερική καταστροφή), με την οποία οι ενάγοντες ζητούν την καταβολή του ποσού των 150.000 ευρώ ως δαπάνη επισκευής της οικοδομής τους είναι ορισμένη και τέλος ότι το αίτημα της αγωγής με το οποίο ζητούνταν η καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας της εκ μέρους των εναγόντων χρήσης της οικίας τους είναι μη νόμιμο. Περαιτέρω, ενόψει των κρίσεων των προαναφερομένων αναιρετικών αποφάσεων ότι είναι ορισμένη η αγωγή ως προς τα στοιχεία της πρόστησης καθώς και ότι είναι πλήρως ορισμένη η σωρευόμενη στην αγωγή επικουρική βάση, που αφορούσε σε αποζημίωση των εναγόντων για μερική καταστροφή της οικοδομής τους, ο πρώτος και δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες - ενάγοντες διατείνονται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας αυτήν ως αόριστη αναφορικά με τα στοιχεία της πρόστησης και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, πρέπει να γίνουν δεκτοί, δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν σε ζητήματα του παραδεκτού της αγωγής και επομένως δεν μπορεί να ερευνηθούν εκ νέου, καθώς τα νομικά αυτά ζητήματα έχουν κριθεί κατά τρόπο δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο από τις ως άνω αναιρετικές αποφάσεις, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Ωστόσο, στο στάδιο αυτό δεν θα εξαφανιστεί ακόμη η πρωτόδικη απόφαση, διότι πρώτα θα ερευνηθεί, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση (522/2023), ο δεύτερος λόγος έφεσης που αφορά στην περιεχόμενη στην κύρια βάση της αγωγής, επικουρική αίτηση αποζημίωσης για μερική καταστροφή της οικοδομής των εναγόντων, η οποία άλλωστε ταυτίζεται με την αυτοτελή επικουρική βάση της αγωγής, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε πλήρως ορισμένη.
Κατόπιν αυτών, πρέπει η κρινόμενη έφεση να εξετασθεί περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω τακτική διαδικασία, για να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα του ήδη αναφερθέντος δεύτερου λόγου, που αφορά σε κεφάλαιο που αναιρέθηκε με την 522/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθώς και του τρίτου λόγου, που συνέχεται άρρηκτα με το κεφάλαιο αυτό. Αντίθετα, ο τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση ότι εσφαλμένα απερρίφθη ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, με το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας της χρήσης της οικίας τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το νομικό αυτό ζήτημα λύθηκε αμετάκλητα με την 522/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης, δεχόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε το παραπάνω κονδύλιο ως μη νόμιμο.
ΙΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές). Επομένως, πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη - αμέλεια, υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 623/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να ανασκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλον τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κύριος οποιουδήποτε ακινήτου δεν μπορεί να προβαίνει στο ακίνητό του σε εργασίες, οι οποίες, έστω και αν εκτελούνται ύστερα από άδεια της αρχής, λόγω του βάθους τους, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) κατάρρευσης το γειτονικό ακίνητο. Στερείται δε έννομης συνέπειας το γεγονός ότι, ενδεχομένως, η γειτονική οικοδομή, που κινδυνεύει, δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Τούτο μπορεί να αποτελέσει βάση ένστασης, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, για τη θεμελίωση οικείου πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση πρόνοιας για επαρκή στερέωση του γειτονικού ακινήτου, επιβάλλει σ' εκείνον, που ενεργεί την ανόρυξη, να λάβει όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση του γειτονικού ακινήτου, ακόμη και αν η υφιστάμενη σ' αυτό οικοδομή είναι ελαττωματική, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον ως άνω κανόνα του άρθρου 1007 του ΑΚ. Ακόμη, κατά το άρθρο 1108 § 1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω εκσκαφής στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται αξίωση αποζημίωσης, η οποία γεννιέται, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, στην περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης που καθιερώνεται με το άρθρο 1007 ΑΚ. Η σχετική αγωγή του άρθρου 914 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη αλλά και κατά του εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού και έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, που οφείλεται στο ότι το ακίνητό του αποστερήθηκε το απαιτούμενο έρεισμα του εδάφους (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1176/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) Σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά την οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου, υπό την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΑΠ 1857/2024, ΑΠ 433/2024, ΑΠ 1880/2024, ΑΠ 1371/2023, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020), β) Ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ, γ) Η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, που ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 392/2022, 487/2020, 1359/2019, 1440/2014). Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 339/2025, ΑΠ 458/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 47/2020). Με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης, από το άρθρο 922 του ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 458/2024, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι εκείνος που υπαίτια και παράνομα καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται πλην άλλων, να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, που ανάγεται στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτησης της αγωγής, για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις. Ειδικότερα, η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με την δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου. Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Κατά συνέπεια, επί καταστροφής πράγματος που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το σε αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 576/2016, ΑΠ 1493/2014, ΑΠ 839/2012).
Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 705/1979, ΑΠ 272/2020).
Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της κατάστασης, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί και με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1668/2012). Συνακόλουθα τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιάφορα αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική. Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 521/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 1774/2013ΑΠ 493/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντας τις περιστάσεις και το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 810/2017). Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης για αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του (ΑΠ 30/2025, ΑΠ 80/2025, ΑΠ 339/2025, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 354/2022), έχει δε εφαρμογή και στην περίπτωση ευθύνης του προστήσαντος για αποζημίωση τρίτου, που ανέκυψε λόγω πρόκλησης σ' αυτόν ζημίας, περιουσιακής ή μη, από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον προσώπου (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 530/2014). Β. Κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγονται τα εξής: α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 1067/2021, ΑΠ 641/2011), ως όργανα δε του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται, όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων, 65 - 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017), β) Εφόσον τα όργανα αυτά παραβιάσουν υπαίτια με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται, δηλαδή, η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου, με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων, τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 747/2023, ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 211/2022, ΑΠ 253/2013), γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και δ) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 627/2009).
Έτσι, στην περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρο και αυτό και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτή του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017, ΑΠ 380/2008). Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη αυτών προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους (ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1532/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 309/2023, ΑΠ 747/2023, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 54/2019, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 1312/2015, ΑΠ 271/2015, ΑΠ 427/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος και συνεπώς τέτοια ικανότητα να είναι διάδικος, δηλαδή να συμμετέχει στην έννομη σχέση της δίκης έχει κάθε νομικό πρόσωπο. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Η νομιμοποίηση του διαδίκου (όπως και το έννομο συμφέρον) αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 152/2022, ΑΠ 1595/2014), η οποία ερευνάται, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1016/2005) και προτείνεται, επίσης, σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1016/2005).
Επιπλέον, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποιά πρόσωπα δε είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 395/2022, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 82/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος εναγόμενος, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του (από κοινού με την πρώτη εναγομένη εταιρεία) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίζεται ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη ως προς αυτόν, για το λόγο ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προστήσας την τρίτη εναγόμενη, τον τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, διότι δεν προβάλλονται περιστατικά στην υπό κρίση αγωγή, από τα οποία να προκύπτει ίδρυση σχέσης πρόστησης αυτοτελώς στο πρόσωπό του με τους ως άνω εναγομένους, επικουρικά δε διότι δεν προτείνονται ούτε αποδεικνύονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει υπαιτιότητά του. Ο παραπάνω ισχυρισμός περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η ευθύνη του ως άνω εναγομένου από αδικοπραξία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, θεμελιώνεται στο άρθρο 71 ΑΚ, επειδή αυτός φέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ο οποίος εξέφραζε τη βούληση του ως άνω νομικού προσώπου κατά την υπογραφή του από 28-5-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού και συνεπώς, κατ' αρχήν, έχει πρόσθετη με την πρώτη εναγομένη εταιρεία ευθύνη για αποζημίωση των εκκαλούντων, εις ολόκληρον με αυτήν, κατά το άρθρο 71 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχεία ΙΒ νομική σκέψη της παρούσας. Γ. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (249/2009) απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε .για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κάποια από τα οποία ειδικότερα αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται οποιοδήποτε για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 1628/2003, ΑΠ 1068/2022), από τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 § 1 περ. γ', 448 § 2, 457 § 4 του ΚΠολΔ), από την υπ' αριθμ. .../2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Σ. Α., πολιτικού μηχανικού και Δ. Μ., γεωλόγου, οι οποίοι διορίσθηκαν, ο μεν πρώτος δυνάμει της υπ' αριθμ. 52/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, σε αντικατάσταση του αρχικά διορισθέντος δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2009 απόφασης πραγματογνώμονα Λ. Κ., ο δε δεύτερος δυνάμει της τελευταίας αυτής απόφασης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, όσον αφορά τους λοιπούς εναγομένους (3η, 4° και 5°), μη διαδίκους στην προκειμένη δίκη, από την από ...-2011 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγόντων, Β. Λ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος διορίσθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 32/2009 έκθεσης διορισμού ενώπιον της Γραμματέως του ως άνω Πρωτοδικείου, από την από μηνός Σεπτεμβρίου 2013 τεχνική έκθεση των τεχνικών συμβούλων των παρόντων εναγόμενων, Γ. Π., πολιτικού μηχανικού, και Κ. Δ., γεωλόγου, οι οποίοι διορίσθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 26/2009 έκθεσης διορισμού ενώπιον της Γραμματέως του ιδίου ως άνω Πρωτοδικείου, από τις με αριθμούς ... και ...-2009 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μετσόβου Γ. Σ., που προσκομίζονται από τους ενάγοντες και δόθηκαν κατόπιν εμπρόθεσμης και νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων τους (βλ. τις με αριθμούς ... και ...-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Δ. Σ.) και τις με αριθμούς ... και ...-2009 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Φ., που προσκομίζονται από τον πέμπτο εναγόμενο και δόθηκαν κατόπιν εμπρόθεσμης και νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. την υπ' αριθμόν ...-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Μ. Κ.), αποδεικνύονται τα εξής: Με την υπ' αριθ. 297/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι κατά την εκτέλεση έργου ανέγερσης ξενοδοχείου σε οικόπεδο που συνορεύει με ακίνητο συνιδιοκτησίας των εκκαλούντων - εναγόντων, η οικοδομή που βρίσκεται στο τελευταίο υπέστη ζημίες λόγω της οριζόντιας μετακίνησης και καθίζησής της, που οφειλόταν σε κοινή υπαιτιότητα (αμέλεια) του τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, Κ. Τ. και Κ. Π., εκ των οποίων ο πρώτος είχε αναλάβει για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", προστηθείσας από την κυρία του έργου, πρώτη εναγομένη - ήδη πρώτη καθ' ης κλήση, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος - ήδη δεύτερος καθ' ου η κλήση, την εκπόνηση μελέτης αντιστήριξης του εδάφους επί του οποίου εδραζόταν η οικοδομή αυτή, αλλά και την επίβλεψη των εργασιών αντιστήριξης, ο δε δεύτερος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας και υπεύθυνος της εκτέλεσης και επιβλέπων του έργου. Ειδικότερα, έγινε δεκτό αμετάκλητα ότι τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα, ο μεν τέταρτος εναγόμενος, Κ. Τ., κατά την εκπόνηση της μελέτης και αμφότεροι, τέταρτος και πέμπτος εναγόμενος (Κ. Τ. και Κ. Π.) κατά τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου αντιστήριξης που είχε αναλάβει η προστηθείσα (τρίτη εναγομένη εταιρεία) από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, παραβίασαν κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των εν λόγω έργων από ειδικευμένους και έμπειρους επιστήμονες που έχουν ενασχόληση με παρόμοια έργα και οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ασφάλεια και των τρίτων και δεν επέδειξαν την επιμέλεια που μπορούσαν και όφειλαν, με τη σύνταξη γεωτεχνικής μελέτης και με διερευνητικά σκάμματα, ώστε να διαπιστώσουν την τυχόν ύπαρξη εγκλωβισμένων νερών στο υπέδαφος της οικοδομής των εναγόντων, στο οποίο θα γινόταν διάτρηση κάτω από τα θεμέλια της οικοδομής αυτής προκειμένου να κατασκευαστούν αγκύρια, εξαιτίας δε της αμέλειάς τους αυτής τα νερά που πραγματικά ήταν εγκλωβισμένα στα θεμέλια της ανωτέρω οικοδομής απεγκλωβίστηκαν με τη διάτρηση και έτσι υπέστη οριζόντια μετακίνηση και καθίζηση η οικοδομή, συνεπεία των οποίων προκλήθηκαν σοβαρές ζημίες σε αυτήν. Αναλυτικά, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου επιφάνειας 123,38 τ.μ. μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας που κατασκευάσθηκε το έτος 1968, αποτελούμενης από ισόγειο και Α' πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού έκαστου 75 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Γεώργιος" εντός της πόλεως του Μετσόβου Ιωαννίνων. Ύστερα από αίτηση της εταιρείας "Β. και Α. Ν. Κ. υπό σύσταση Α.Ε." (πρώτη καθ' ης η κλήση) εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. Ιωαννίνων η υπ' αριθμ. 356/2003 οικοδομική άδεια ανέγερσης τριώροφου με υπόγειο ξενοδοχείου Α' τάξεως σε οικόπεδο αυτής, συνορευόμενο ανατολικά με την ανωτέρω ιδιοκτησία των εναγόντων. Την αρχιτεκτονική μελέτη της οικοδομής συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Κ. Σ. Τη δε μελέτη για την προσωρινή αντιστήριξη του εδάφους ανέλαβε, αρχικά κατόπιν προφορικής συμφωνίας που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2003 μεταξύ των Β. και Α. Κ., που ενεργούσαν ως ιδρυτές της υπό σύσταση εταιρείας, Κ. Α.Ε., ήτοι της πρώτης εναγομένης και της τρίτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πέμπτος εναγόμενος, Κ. Π., η τελευταία αυτή εταιρεία. Τη μελέτη στη συνέχεια συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός της ανωτέρω εταιρείας, Κ. Τ., τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος είχε, σύμφωνα και με την οικοδομική άδεια, και την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών. Η προφορική αυτή συμφωνία επαναλήφθηκε στο από 28 Μαΐου 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των δύο ως άνω εταιρειών, με το οποίο, ανατέθηκε από την κυρία του έργου (πρώτη εναγομένη, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος και υπέγραψε για λογαριασμό της την παραπάνω σύμβαση), στην τεχνική πιο πάνω εταιρεία, "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", η εκτέλεση των εργασιών αντιστήριξης, με τεχνικό υπεύθυνο της εκτέλεσης του έργου τον πέμπτο εναγόμενο. Για την προσωρινή αντιστήριξη προκρίθηκε η λύση του πολλαπλά αγκυρωμένου διαφράγματος, λύση που εφαρμόζεται τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και η οποία ήταν η απόλυτα ενδεδειγμένη, λαμβανομένου υπόψη του εδάφους και υπεδάφους της περιοχής, το οποίο αποτελείται από ιλυόλιθους, τεφρού χρώματος, πλήρως αποσαρθρωμένους και κατακερματισμένους, με σποραδική εμφάνιση τεμαχίων ψαμμίτη (βλ. την 55/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Για την ολοκλήρωση της εκτέλεσης της μεθόδου αυτής προβλέπεται η κατασκευή διατρημάτων με τη χρήση ειδικού διατρητικού εξοπλισμού Φ 220 και η τοποθέτηση - πάκτωση μεταλλικών ορθοστατών ΗΕ - Β140, από δάπεδο εργασίας που βρίσκεται σε στάθμη ψηλότερη από τη στάθμη θεμελίωσης της όμορης οικίας, εκσκαφή για τη διαμόρφωση δαπέδου εργασίας 0,50 μ. κάτω από την πρώτη σειρά των αγκυρώσεων, εφαρμογή στο μέτωπο που αποκαλύφθηκε πετάσματος του εκτοξευμένου σκυροδέματος ή σανιδότοιχου στα διαστήματα μεταξύ των μεταλλικών ορθοστατών μέχρι τη στάθμη των σιδηροδοκών και πλήρωση κενών με αμμοτσιμεντένεμα και κατασκευή δύο σειρών προετενταμένων αγκυρώσεων που τανύονται με δυνάμεις των 300 κΝ. Για την εκτέλεση του έργου έγιναν οι εκσκαφές που απαιτούνταν, λόγω δε και της κλίσης του οικοπέδου δημιουργήθηκαν μέτωπα εκσκαφής ύψους 5,50 μ. και 8,00 μ. Στο όριο των δύο οικοπέδων, αφού έγινε η εκσκαφή σε βάθος τριών περίπου μέτρων, έπρεπε να εκτελεστεί η εφαρμογή της αντιστήριξης του οικοπέδου των εναγόντων επί του οποίου βρισκόταν η οικοδομή τους. Προς τούτο έγινε η πάκτωση δεκαεπτά μεταλλικών ορθοστατών κατά μήκος του κοινού ορίου και η τοποθέτησή τους τελείωσε στις 12-6-2003. Στις 13-6-2003, τοποθετήθηκε σανιδότοιχος στα κενά μεταξύ αυτών και πληρώθηκε το τμήμα από το σανιδότοιχο μέχρι το πρανές με τσιμεντένεμα, ενώ στις 14-6-2003 εγκαταστάθηκε στο έργο το συνεργείο των αγκυρώσεων. Η διάτρηση του πρώτου αγκυρίου έγινε επιτυχώς προς την όμορη ιδιοκτησία Δασούλα και ακολούθησε η διάτρηση για το δεύτερο αγκύριο κάτω από τη θεμελίωση της οικοδομής των εναγόντων. Όταν η διάτρηση έφθασε σε βάθος δυόμιση έως τριών περίπου μέτρων από το μέτωπο του κοινού ορίου, εξήλθε αυτής σημαντική ποσότητα νερού, το οποίο ήταν εγκλωβισμένο κάτω από την οικοδομή και λόγω της επίδρασης αυτού στο υπέδαφος της οικοδομής αυτή υπέστη μικρή μετατόπιση οριζόντια προς ανατολάς και κατακόρυφη καθίζηση στο σύνολό της, επί μέρους δε, μια εντονότερη μετατόπιση οριζόντια της πλευράς που εφάπτεται στο μέτωπο αντιστήριξης και των γωνιακών υποστυλωμάτων. Από την οριζόντια μετατόπιση και την καθίζηση εμφανίστηκαν βλάβες στην οικοδομή των εναγόντων και συγκεκριμένα: εμφανείς ρηγματώσεις σε επιχρίσματα και τοίχους πλήρωσης του ισογείου και κυρίως μεταξύ τοίχων και υποστυλωμάτων και δοκών του φέροντος οργανισμού, ενώ μεταξύ των τοίχων και των υποστυλωμάτων της οικοδομής που εφάπτονται του ορίου του οικοπέδου στο οποίο θα κατασκευάζονταν η ξενοδοχειακή μονάδα, παρουσιάσθηκαν διαμπερείς ρωγμές μεταβλητού εύρους που στη στάθμη του δαπέδου είναι μεγαλύτερες ήδη των 50 χιλιοστών. Το εύρος αυτών των ρωγμών αρχικά ήταν 15 mm, όπως αναφέρεται στην από τον Ιούνιο του 2003 Τεχνική Έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ. Κ., που ήταν μηχανικός της "Θεμελιοδομής" και επέβλεπε την εκτέλεση του έργου. Επίσης, παρουσιάσθηκαν ρηγματώσεις στα επιχρίσματα, στις θέσεις των κόμβων υποστυλωμάτων και δοκών. Στην αντίθετη με το μέτωπο εκσκαφής πλευρά της οικοδομής παρατηρήθηκε αποκόλληση του κτιρίου από το εκ σκυροδέματος δάπεδο της αυλής. Η οριζόντια μετακίνηση και καθίζηση της οικοδομής επήλθε λόγω των κατωτέρω παραλείψεων του τέταρτου και του πέμπτου των εναγομένων, για τις οποίες έπρεπε να λάβουν πρόνοια κατά τη μελέτη και εκτέλεση του έργου της αντιστήριξης, ο μεν πέμπτος ως υπεύθυνος της εταιρείας που είχε αναλάβει το έργο αυτό, αλλά και ως εν τοις πράγμασι υπεύθυνος της εκτέλεσης του έργου και επιβλέπων αυτό, γεγονός που δεν αμφισβητεί ούτε ο ίδιος, ο δε τέταρτος ως μελετητής αλλά και επιβλέπων μηχανικός του έργου. Ειδικά ως προς τον τέταρτο εναγόμενο πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά τα περί του αντιθέτου από αυτόν υποστηριζόμενα, αυτός όφειλε να ασκεί την επίβλεψη του έργου, αφού και σύμφωνα με την εκδοθείσα οικοδομική άδεια φερόταν ως επιβλέπων μηχανικός της εκτέλεσης αυτών των εργασιών, αλλά, όπως αποδείχθηκε, και πραγματικά ασκούσε. Η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τούτο συνάγεται, εκτός των άλλων, και από την κατάθεση του Μ. Κ., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εταιρεία "Θεμελιοδομή" να παρακολουθεί και να επιβλέπει την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου και ο οποίος καταθέτοντας ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, όπου οι ανωτέρω δύο εναγόμενοι παραπέμφθηκαν να δικαστούν για την πράξη της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από αμέλεια, ανέφερε ότι οδηγίες και εντολές λάμβανε όχι μόνο από τον Π., αλλά και από τον Τ. (βλ. τα υπ' αριθμ. 840/2009 πρακτικά και απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου). Πιο συγκεκριμένα, η διατάραξη του υπεδάφους της οικοδομής, όπως προαναφέρθηκε, επήλθε συνεπεία του απεγκλωβισμού ποσότητας νερών τα οποία λίμναζαν στο υπέδαφος κάτω από τη στάθμη θεμελίωσης της όμορης οικοδομής των εναγόντων, λόγω δε του απεγκλωβισμού αυτών, επήλθε η οριζόντια μετατόπιση και η καθίζηση του συνόλου σχεδόν της κάτοψης της οικοδομής. Η ύπαρξη ποσότητας εγκλωβισμένου νερού ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από τα εναγόμενα ως άνω φυσικά πρόσωπα. Καταρχάς, αυτοί γνώριζαν ότι στην περιοχή του Μετσόβου λόγω των συνεχών και μεγάλης ποσότητας βροχών που πέφτουν και των χιονιών κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά και της φύσης της περιοχής, υπάρχουν υπόγεια νερά, των οποίων η ποσότητα και ο ορίζοντας μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή. Η γνώση τους στηριζόταν στο ότι είχαν εκτελέσει και άλλες εργασίες στον οικισμό, αλλά είχαν ενημερωθεί και από τον πολιτικό μηχανικό που είχε εκπονήσει την αρχιτεκτονική μελέτη του υπό ανέγερση ξενοδοχείου, Κ. Σ. Ο τελευταίος, καταθέτοντας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων, όπου οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι (4ος και 5ος) παραπέμφθηκαν να δικασθούν για την ίδια ως άνω πράξη μετά την άσκηση έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 840/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων και τελικά καταδικάσθηκαν, ανέφερε ότι ο ίδιος γνώριζε τα προβλήματα του εδάφους και ότι υπήρχαν τρεχούμενα νερά και πηγές στο έδαφος και λόγω της ύπαρξης των νερών κλήθηκε η "Θεμελιοδομή ΑΕ" ως έχουσα εμπειρία σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφευχθεί κίνδυνος και ζημία και συνεπώς δεν θα παρέλειπε να καταστήσει γνωστά τα στοιχεία αυτά στους υπεύθυνους της εταιρείας που αναλάμβανε την αντιστήριξη. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, στα υπόγεια γειτονικών κτιρίων υπάρχουν φρεάτια υδροσυλλογής και υγρασίας, που αποτελούν σαφείς ενδείξεις ύπαρξης σημαντικής υπόγειας υδροφορίας, ενώ σε όμορα οικόπεδα υπάρχουν πηγάδια, και σε υπόγεια οικοδομών οι ιδιοκτήτες τους χρησιμοποιούν μηχανήματα άντλησης των νερών, τούτο δε υποδηλώνει σαφώς ύπαρξη κοιλοτήτων με εγκλωβισμένα νερά.
Συνεπώς, αν οι εναγόμενοι μηχανικοί της εργολάβου εταιρείας "Θεμελιοδομή", προστηθείσας από την κυρία του έργου, πρώτη εναγόμενη, είχαν επιδείξει τη στοιχειώδη επιμέλεια να ρωτήσουν τους ιδιοκτήτες των όμορων οικοπέδων και εν γένει εκείνων της ίδιας περιοχής για τυχόν στοιχεία που θα θεωρούσαν κρίσιμα για το σχεδίασμα, τη μελέτη και την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει η εταιρεία "Θεμελιοδομή", ενέργεια στην οποία, επιμελώς φερόμενοι, έπρεπε να προβούν για να ενημερωθούν ειδικότερα σχετικά με το υπέδαφος της περιοχής και να ενεργήσουν την απαραίτητη έρευνα για τη διαπίστωση της πραγματικής κατάστασης, που θα βοηθούσε στη σωστή αντιμετώπιση και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας για την αποτροπή κάθε κινδύνου για τις όμορες ιδιοκτησίες, θα μπορούσαν να αντιληφθούν έγκαιρα ότι υπήρχε περίπτωση εγκλωβισμού νερών στο όμορο ακίνητο και δείχνοντας την απαιτούμενη επιμέλεια να διερευνήσουν διεξοδικά την τυχόν ύπαρξη νερών και την ακριβή θέση στην οποία υπάρχουν και να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας και αποφυγής του κινδύνου προκλήσεως ζημιών σε αυτό. Εκτός των ανωτέρω για την ύπαρξη ποσοτήτων υπόγειων νερών, οι ανωτέρω εναγόμενοι γνώριζαν και τη σύσταση του υπεδάφους, όπου επικρατεί η ιλυολιθική φάση του φλύσχη της ζώνης της Πίνδου, όπως προαναφέρθηκε. Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά, επιβαλλόταν, ενόψει άλλωστε και της εκσκαφής σε μεγάλο βάθος, αλλά και της κλίσης του εδάφους, να προβλεφθεί και να εκτελεστεί γεωτεχνική μελέτη, ώστε να διαπιστωθεί τόσο η τυχόν ύπαρξη μόνιμων νερών στο υπέδαφος των όμορων κτιρίων στα οποία θα γινόταν επέμβαση, όπως είναι και η οικοδομή των εναγόντων, όσο και οι τυχόν συνέπειες στο υπέδαφος αυτών από την επέμβαση. Την εν λόγω ενέργεια έπρεπε να εκτελέσουν επιπλέον ενόψει του ότι θα έπρεπε να λάβουν κάθε μέτρο επιμέλειας αφού θα εκτελούσαν την επέμβαση εντός του υπεδάφους του ακινήτου των εναγόντων χωρίς να τους έχουν ενημερώσει εκ των προτέρων για την πρόθεσή τους να εκτελέσουν διάτρηση εντός του υπεδάφους θεμελίωσης της οικοδομής τους, ώστε να λάβουν και τη γνώμη τους ή να ενημερωθούν για τυχόν προβλήματα που μπορεί να υπήρχαν. Όμως τέτοια γεωτεχνική μελέτη, για να αποφευχθεί η αύξηση του κόστους του έργου, δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά και γιατί θα καθυστερούσε η εκτέλεσή του. Χαρακτηριστικά ο πολιτικός μηχανικός της Διεύθυνσης Προγραμματισμού της Ν.Α. Ιωαννίνων Α. Κ. καταθέτοντας ενώπιον του ως άνω Β/θμιου ποινικού δικαστηρίου ανέφερε ότι υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί αν υπάρχουν εγκλωβισμένα νερά αλλά είναι δαπανηρός. Έτσι, αν είχε γίνει η απαιτούμενη γεωλογική έρευνα και είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη εγκλωβισμένων νερών, θα είχε ληφθεί μέριμνα με τη μελέτη, αλλά και στη συνέχεια με την εφαρμογή της στην εκτέλεση, ώστε να ενισχυθεί η οικοδομή στην οποία είναι εγκλωβισμένα τα νερά. Επίσης, αν γνώριζαν τη θέση των εγκλωβισμένων νερών, η διάτρηση θα γινόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρξει διατάραξη της κοιλότητας αυτών, ή θα γινόταν αργή άντλησή τους, που θα απέτρεπε τις συνέπειες που επήλθαν με τον αιφνίδιο απεγκλωβισμό τους.
Περαιτέρω και οι διορισθέντες από το Δικαστήριο πραγματογνώμονες σαφώς αναφέρουν στην έκθεσή τους ότι η ύπαρξη νερών κάτω από το επίδικο ακίνητο ήταν προβλέψιμη, χωρίς όμως να υπάρχει δυνατότητα πρόβλεψης της ποσότητας των εγκλωβισμένων υδάτων. Ωστόσο, τα ανωτέρω εναγόμενα φυσικά πρόσωπα δεν έλαβαν υπόψη τους κατά την εκπόνηση της μελέτης, αλλά και την εκτέλεση του έργου τα εγκλωβισμένα νερά, όχι γιατί δεν μπορούσαν να προβλέψουν την ύπαρξή τους, αλλά γιατί από την επιδειχθείσα αμέλειά τους, δεν κατέβαλαν οποιαδήποτε προσπάθεια να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, παρά τις αντίθετες ενδείξεις. Αλλά και στη συνέχεια, κατά την έναρξη της εκτέλεσης του έργου, υπήρξαν ενδείξεις που στο μέσο συνετό και ευσυνείδητο επιστήμονα που έχει εμπειρία σε σχετικές εργασίες, καθιστούσαν εμφανές ότι υπήρχαν νερά στο υπέδαφος της περιοχής. Συγκεκριμένα, αφενός μεν όταν έγιναν οι εκσκαφές του οικοπέδου όπου θα κατασκευαζόταν το ξενοδοχείο, μολονότι ήταν θερινή περίοδος (Ιούνιος), εμφανίστηκαν νερά, ενώ κατά την έναρξη της κατασκευής των διατρημάτων και τοποθέτησης - πάκτωσης των σιδηροδοκών εκτοξεύτηκαν νερά και λάσπες σε μεγάλο ύψος, μέχρι τα παράθυρα της οικοδομής των εναγόντων και ύστερα από σχετική παρατήρηση των ιδιοκτητών της οικοδομής, τοποθέτησαν νάιλον για την προστασία της από την εκτόξευση και άλλων νερών με τη συνέχιση της εργασίας, πλην όμως ούτε τα περιστατικά αυτά αξιολογήθηκαν σωστά από τους μηχανικούς της εταιρείας "Θεμελιοδομή ΑΕ", ώστε να φροντίσουν να λάβουν τα απαιτούμενα, για την αποτροπή κινδύνου, στην όμορη οικοδομή των εναγόντων, μέτρα. Έτσι, οι εναγόμενοι μηχανικοί, από αμέλειά τους, ο πρώτος κατά την εκπόνηση της μελέτης, αμφότεροι δε κατά τη διεύθυνση της εκτέλεσης του έργου της αντιστήριξης, παραβίασαν κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των εν λόγω έργων από ειδικευμένους και έμπειρους επιστήμονες που έχουν ενασχόληση με παρόμοια έργα και οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ασφάλεια και των τρίτων, ήτοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια που μπορούσαν και όφειλαν ώστε να διαπιστώσουν την τυχόν ύπαρξη εγκλωβισμένων νερών στο υπέδαφος της όμορης οικοδομής των εναγόντων, στο οποίο θα γινόταν επέμβαση κατά την πραγματοποίηση της αντιστήριξης, αφού θα γινόταν διάτρηση κάτω από τα θεμέλια της οικοδομής αυτής προκειμένου να κατασκευαστούν αγκύρια, εξαιτίας δε της αμέλειάς τους αυτής τα νερά που πραγματικά ήταν εγκλωβισμένα στα θεμέλια της ανωτέρω οικοδομής απεγκλωβίστηκαν με τη διάτρηση και έτσι υπέστη οριζόντια μετακίνηση και καθίζηση η οικοδομή, συνεπεία των οποίων προκλήθηκαν σοβαρές ζημίες σε αυτήν. Οι εκτιθέμενες δε ως άνω παραλείψεις αυτών οφείλονται σε αμέλεια που επέδειξαν καθόσον, ενώ ως εκ της ιδιότητάς τους και της εμπειρίας τους, αφού ασχολούνται ειδικά με εργασίες θεμελίωσης και αντιστήριξης και είχαν εκτελέσει και στο Μέτσοβο, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, τέτοιας φύσης εργασίες, είχαν τις απαραίτητες γνώσεις για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια που επιβάλλεται σε κάθε μέσο συνετό ειδικό για την εκτέλεση τέτοιων έργων επιστήμονα του συγκεκριμένου επαγγέλματος, με βάση τους κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των εν λόγω έργων, τις κρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες, τις ειδικότερες περιστάσεις και την κοινή πείρα και λογική. Με βάση τα ανωτέρω, οι αρνητικοί ισχυρισμοί των εδώ καθ' ων η κλήση - εναγομένων, που επαναλαμβάνονται με τις προτάσεις τους κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπό κρίση έφεσης, ότι α) οι ίδιοι δεν ευθύνονται από οποιαδήποτε νομική βάση, δηλαδή είτε κατά το άρθρο 922 ΑΚ είτε απευθείας κατά τα άρθρα 914, 1007 ΑΚ και β) ο δεύτερος καθ' ου η κλήση δεν ευθύνεται προσωπικά και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, μετά την έκδοση της 522/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου (εφόσον ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν αναιρέθηκε η 297/2017 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων) ότι θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης εναγομένης, όχι εξ ιδίου οικείου πταίσματος, αλλά επειδή η ως άνω προστηθείσα από αυτήν (από την πρώτη εναγομένη εταιρεία), νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος (ευθυνόμενος, κατ' άρθρο 71 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας), τρίτη εναγομένη εταιρεία (ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.) και οι προστηθέντες από αυτήν τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων με την υπαίτια συμπεριφορά τους παραβίασαν κοινούς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των εν λόγω έργων. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε, ότι η οικοδομή των εναγόντων μετά την εξέλιξη του φαινομένου της καθίζησης - μετατόπισης, που είχε ήδη σταματήσει κατά το χρόνο διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης (2010), όπως στη σχετική έκθεση βεβαιώνεται (βλ. και την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες από 24-4-2017 έκθεση αυτοψίας του αρχιτέκτονα μηχανικού Φ. Π., σύμφωνα με την οποία παρατηρείται περαιτέρω μετατόπιση του κτίσματος, η οποία δεν επιρρωνύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα), εμφανίζει τις ακόλουθες ζημίες: Στη βορειοανατολική γωνία διαμπερή ρωγμή αποκόλλησης μεταξύ του γωνιακού υποστυλώματος (T1y) και της οπτοπλινθοδομής της βόρειας πλευράς, της τάξης των 40 mm στη στάθμη του δαπέδου του ισογείου, η οποία μειώνεται καθ' ύψος μηδενιζόμενη στη στάθμη οροφής του ισογείου. Στη νότια γωνία, διαμπερή ρωγμή αποκόλλησης μεταξύ του υποστυλώματος (Κ1) και της οπτοπλινθοδομής της νότιας πλευράς της τάξης των 10-12 χιλ. στη στάθμη δαπέδου του ισογείου, η οποία μειώνεται καθ' ύψος μηδενιζόμενη στη στάθμη του παραθύρου. Στη νότια πλευρά, διαμπερή ρωγμή αποκόλλησης μεταξύ του υποστυλώματος (Κ2) και των οπτοπλινθοδομών της νότιας πλευράς του δαπέδου του ισογείου, η οποία μειώνεται καθ' ύψος μηδενιζόμενη στη στάθμη του παραθύρου. Αρκετές ρηγματώσεις μικρού εύρους σε επιφάνειες τοίχων πλήρωσης του ισογείου και αποκολλήσεις χιλιοστών μεταξύ τοίχων πληρώσεως αφενός και δοκών, υποστυλωμάτων ισογείου αφετέρου. Ρωγμή αποκόλλησης στη βάση της οικοδομής και στο έδαφος του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής (ανατολική πλευρά). Ρωγμή αποκόλλησης μεταξύ της βάσης της οικοδομής και του εδάφους στη βόρεια πλευρά. Στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της δυτικής πλευράς, όπου βρίσκεται η είσοδος της οικοδομής, αποκόλληση της τάξης των 3 έως 5 mm της οικοδομής και της πλάκας δαπέδου του περιβάλλοντα χώρου. Στον όροφο της οικοδομής τριχοειδείς ρωγμές μικρής έκτασης μόνο στο μπαλκόνι της ανατολικής πλευράς. Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, κατά τα κεφάλαια που αναιρέθηκε η 297/2017 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες με την από 17.06.2003 αίτησή τους προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Ν.Α. Ιωαννίνων ζήτησαν την πραγματοποίηση ελέγχου στην οικοδομή τους, προκειμένου να διαπιστωθεί ο βαθμός επικινδυνότητάς της. Κατόπιν τούτου, υπάλληλοι της ανωτέρω υπηρεσίας προέβησαν σε αυτοψία την 23.6.2003 καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή δεν είναι επικινδύνως ετοιμόρροπη, αλλά ότι οι ζημίες της θα πρέπει να αποκατασταθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ακολούθως, συνετάγη από τον αρχαιότερο πολιτικό μηχανικό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, Α. Κ., η υπ' αριθμ. πρωτ. ....2004 αναθεωρητική έκθεση επικινδύνου, σύμφωνα με την οποία η οικοδομή των αδελφών Β. είναι επικίνδυνη, η δε επικινδυνότητά της οφείλεται στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το έδαφος θεμελίωσής της και όχι στις βλάβες της ίδιας, με αποτέλεσμα να υπάρχει ανάγκη εκτέλεσης κάποιων εργασιών από τους κατά νόμο υπόχρεους. Προς τούτο τάχθηκε σε αυτούς προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών προκειμένου να εκτελέσουν τις απαραίτητες εργασίες μετά την ανάθεση της επίβλεψης σε ιδιώτη μηχανικό. Επακολούθησε νέα αυτοψία στην οικοδομή, αυτή τη φορά από την πολιτικό μηχανικό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων Χ. Χ. Η τελευταία συνέταξε την από 4.6.2004 έκθεσή της, κοινοποιηθείσα στους ενδιαφερόμενους με το με αριθμό πρωτ. ....2004 έγγραφο, σύμφωνα με την οποία η φέρουσα ικανότητα της διώροφης οικοδομής των εναγόντων έχει απομειωθεί και κρίθηκε ανεπαρκής από στατικής και δομικής άποψης, ώστε να υπάρχει ανάγκη αποκατάστασης των ζημιών το ταχύτερο δυνατό. Σε συνέχεια άσκησης εκατέρωθεν ενστάσεων από τους ενάγοντες και την εναγομένη εταιρεία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", συντάχθηκε η από 29.7.2004 με αριθμό πρωτ. ....2004 αναθεωρητική έκθεση επικινδύνου της πολιτικού μηχανικού Β. Τ., με την οποία κρίθηκε και πάλι ότι η οικοδομή είναι επικίνδυνη από στατικής άποψης και χρήζει εργασιών αποκατάστασης, τάχθηκε, δε, προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών για την εκτέλεσή τους υπό την επίβλεψη ιδιώτη μηχανικού. Τέλος, οι ενάγοντες άσκησαν νέα ένσταση κατά της προαναφερόμενης αναθεωρητικής έκθεσης, σε συνέχεια της οποίας εκδόθηκε η από 15.9.2004 Β' αναθεωρητική έκθεση της πολιτικού μηχανικού της Διεύθυνσης ΠΕΧΩ Ηπείρου, Ο. Π. Με αυτήν κρίθηκε και πάλι ότι η διώροφη οικοδομή των εναγόντων είναι επικίνδυνη λόγω της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει το έδαφος θεμελίωσής της και όχι εξαιτίας των ζημιών της, οπότε προτάθηκε η εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών για την αποκατάσταση του προβλήματος, και δη η άμεση υποθεμελίωση της οικοδομής, η κατασκευή συνδετηρίων δοκών, η πιθανή κατασκευή μανδύων στα πέδιλα και υποστηλώματα της ανατολικής πλευράς, οι επισκευές των βλαβών στα φέροντα και μη στοιχεία και η ανακατασκευή των τοίχων πληρώσεως, καθώς και η αντικατάσταση των υδρορροών στέγης και των κατακόρυφων σωλήνων, ενώ για την υλοποίησή τους τάχθηκε εκ νέου προθεσμία τριάντα (30) ημερών. Από όλες τις ανωτέρω εκθέσεις των αρμοδίων υπηρεσιών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 55/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διέταξε το Δικαστήριο, αλλά και τις γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων που μνημονεύονται ανωτέρω, συνάγεται ότι η επίδικη οικοδομή κατέστη μεν επικίνδυνη από στατική άποψη εξαιτίας της διατάραξης του εδάφους θεμελίωσής της, που προκλήθηκε από τις εργασίες διάτρησης αλλά και τη μεγάλη υψομετρική διαφορά που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο όμορων οικοπέδων, ωστόσο είναι επισκευάσιμη, υπό την τεχνική του όρου έννοια, ώστε να αποκτήσει στατική επάρκεια και να καταστεί κατοικήσιμη εκ νέου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η επίδικη διώροφη οικοδομή έχει ανεγερθεί το έτος 1968, δυνάμει των υπ' αριθμ. 407 και 598/1968 οικοδομικών αδειών του Γραφείου Πολεοδομίας της Διεύθυνσης Τ.Υ.Ν. Ιωαννίνων, σε οικόπεδο έκτασης 123,38 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία "Άγιος Γεώργιος" του Δήμου Μετσόβου και έχει φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, τοίχους πληρώσεως από οπτοπλινθοδομή και επικάλυψη της πλάκας του ορόφου με κεραμοσκεπή στέγη. Αποτελείται από δύο οροφοδιαμερίσματα, εμβαδού εκάστου 75,60 τ.μ., η αντικειμενική αξία των οποίων ανέρχεται σε 25.028,51 ευρώ για το διαμέρισμα του ισογείου και σε 27.809,45 ευρώ για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ήτοι η συνολική αξία της οικοδομής με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού ανέρχεται σε 52.837,96 ευρώ. Ωστόσο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η αντικειμενική αξία των ακινήτων υπολείπεται καταφανώς από την εμπορική τους αξία, αλλά και το γεγονός ότι η επίδικη οικοδομή βρίσκεται στην πόλη του Μετσόβου, που αποτελεί γνωστό τουριστικό προορισμό της Ηπείρου, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη του χρόνου και της ποιότητας κατασκευής της, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η εμπορική αξία αυτής κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο παροχής έννομης προστασίας, υπολογιζόμενη με βάση την κατάσταση που βρισκόταν η οικία κατά το χρόνο πριν τις επελθούσες ζημίες σε αυτήν και όχι με βάση τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλης, όμοιας, καινούργιας, ανέρχεται στο ποσόν των 130.000,00 ευρώ. Προς τούτο συνηγορεί και η εκτίμηση των διορισθέντων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμόνων, οι οποίοι, σταθμίζοντας όλα τα κριτήρια καθορισμού των τιμών των ακινήτων, αναβιβάζουν την αγοραία αξία της στο ίδιο ποσό.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την υπ' αριθμ. .../2010 πραγματογνωμοσύνη, την Β' αναθεωρητική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Ο. Π., την από 29.9.2006 μελέτη της εναγόμενης εταιρείας "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", όπως συμπληρώθηκε με την από 21.12.2006 τεχνική έκθεσή της, καθώς και την από Νοεμβρίου 2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ. Γ., προέκυψε ότι για την αποκατάσταση των ζημιών του κτίσματος των εναγόντων και την άρση της επικινδυνότητάς του, απαιτείται αφενός η εκτέλεση εργασιών ενίσχυσης του εδάφους θεμελίωσής του, το οποίο έχει διαταραχθεί με αποτέλεσμα την ολίσθηση και καθίζηση των δομικών στοιχείων θεμελίωσής της οικοδομής, και αφετέρου η επιδιόρθωση των βλαβών, ώστε να επανέλθει η οικοδομή στην κατάσταση που βρισκόταν. Ειδικότερα, είναι απαραίτητη η άμεση υποθεμελίωση με σταδιακή αποξήλωση της πλάκας δαπέδου του ισογείου της οικοδομής από τον εσωτερικό χώρο αυτής, η ενίσχυση του εδάφους με τσιμεντενέσεις, η αποκάλυψη των κώνων των πεδίλων και η διάτρησή τους με βλήτρα για τη σύνδεσή τους με συνδετήριες δοκούς, η κατασκευή συνδετήριων δοκών και νέας πλάκας δαπέδου με ταυτόχρονη σκυροδέτηση των δύο επιμέρους τμημάτων, η ανακατασκευή τοίχων πληρώσεως και του ηλεκτρικού και υδραυλικού δικτύου. Πιο συγκεκριμένα, απαιτείται η εκτέλεση των κάτωθι, κατ' είδος και αξία, εργασιών και αγορά υλικών: 1) αποξήλωση ξύλινων κουφωμάτων σε υπνοδωμάτιο, καθιστικό - τραπεζαρία, αποθήκη - κουζίνα, διάδρομο, λουτρό (31,18 τ.μ. χ 4,00 €/τ.μ.) 124,72 ευρώ, 2) αποξήλωση σιδηρών κουφωμάτων σε αποθήκη - κουζίνα, λουτρό, κεντρική είσοδο (4,52 τ.μ. χ 5,00 €/τ.μ.) 22,60 ευρώ, 3) καθαίρεση μπατικής οπτοπλινθοδομής ισογείου σε είσοδο (διάδρομο), υπνοδωμάτιο, καθιστικό - τραπεζαρία, αποθήκη - κουζίνα και λουτρό (91,50 τ.μ. χ 15,00 €/τ.μ.) 1.372,50 ευρώ, 4) καθαίρεση δρομικής οπτοπλινδοδομής ισογείου σε είσοδο (διάδρομο), υπνοδωμάτιο, καθιστικό - τραπεζαρία, αποθήκη - κουζίνα και λουτρό (91,50 τ.μ. χ 15,00 €/τ.μ.) 913,00 ευρώ, 5) καθαίρεση πλάκας δαπέδου και των επικαλύψεών της σε είσοδο (διάδρομο), υπνοδωμάτιο, καθιστικό - τραπεζαρία, αποθήκη - κουζίνα και λουτρό (73,50 τ.μ. χ 25,00 €/τ.μ.) 1.837,50 τ.μ., 6) απομάκρυνση με τα χέρια όλων των προϊόντων καθαιρέσεων μπατικής και δρομικής οπτοπλινθοδομής, πλάκας δαπέδου και επικαλύψεων (41,30 κ.μ. χ 40,00 €/κ.μ.) 1.652 ευρώ, 7) ενίσχυση του εδάφους της οικοδομής με τσιμεντενέσεις [(500 λίτρα τσιμεντενέματος για κάθε πέδιλο χ 11 πέδιλα =) 5.500 lt χ 1,80 €/lt)] 9.900,00 ευρώ, 8) εκσκαφή του εδάφους της οικοδομής για την αποκάλυψη των κώνων των πεδίλων (73,50 κ.μ. χ 30,00 €/lt) 2.205,00 ευρώ, 9) απομάκρυνση με τα χέρια των προϊόντων εκσκαφής (73,50 κ.μ, χ 20,00 €/κ.μ.) 1.470,00 ευρώ, 10) αγορά σκυροδέματος C20/25 για την κατασκευή των συνδετηρίων δοκών (25x50) συμπεριλαμβανομένων της εκσκαφής αυλάκων μεταξύ των πεδίλων, της διάτρησης των κώνων των πεδίλων, της πάκτωσης εντός των διατρήσεων βλήτρων σιδηρού οπλισμού (Φ16) με ειδικές ρητίνες, των ξυλοτύπων των συνδετηρίων δοκών και του οπλισμού αυτών (3,82 κ.μ. χ 320,00 €/κ.μ.) 1.222,40 ευρώ, 11) επίχωση εκσκαφής με θραυστό υλικό λατομείου (73,50 κ.μ. χ 35,00 €/κ.μ.) 2.572,50 ευρώ, 12) οπλισμένο σκυρόδεμα κατηγορίας C20/25 για την επανακατασκευή της πλάκας δαπέδου και ακαλύπτου χώρου (17,61 κ.μ. χ 150 €/κ.μ.) 2.641,50 ευρώ, 13) κατασκευή μπατικής οπτοπλινθοδομής (91,50 τ.μ. χ 45,00 €/τ.μ.) 4.117,50 ευρώ, 14) κατασκευή δρομικής οπτοπλινθοδομής (83,00 τ.μ. χ 25,00 €/τ.μ.) 2.075,00 ευρώ, 15) τοποθέτηση διαζωμάτων (σενάζ) από ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεσμα, γραμμικά δρομικών τοίχων (55,50 μ. χ 22,00 €/μ) 1.221,00 ευρώ, 16) τοποθέτηση διαζωμάτων (σενάζ) από ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα, γραμμικά μπατικών τοίχων (61,00 μ. χ 27,00 €/μ.) 1.647,00 ευρώ, 17) επιχρίσματα τριπτά - τριβιδιστά με τσιμεντοκονίαμα σε μπατική και δρομική οπτοπλινθοδομή (349 τ.μ. χ 20,00 €/τ.μ.) 6.980,00 ευρώ, 18) κατασκευή ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, 2.000,00 ευρώ, 19) κατασκευή υδραυλικής εγκατάστασης, 3.000,00 ευρώ, 20) χρωματισμοί εσωτερικών επιφανειών (166 τ.μ. χ 10,00 €/τ.μ.) 1.660,00 ευρώ, 21) χρωματισμοί εξωτερικών επιφανειών (183 τ.μ. χ 10,00 €/τ.μ.) 1.830,00 ευρώ, 22) κατασκευή ξύλινων κουφωμάτων (31,18 τ.μ. χ 220,00 €/τ.μ.) 6.859,00 ευρώ, 23) κατασκευή σιδηρών κουφωμάτων (4,52 τ.μ. χ 160,00 €/τ.μ.) 723,20 ευρώ, 24) κατασκευή ξύλινων δαπέδων σε υπνοδωμάτιο και καθιστικό - τραπεζαρία (32 τ.μ. χ 75,00 €/τ.μ.) 2.400,00 ευρώ, 25) επενδύσεις δαπέδων με πλακίδια σε είσοδο (διάδρομο), αποθήκη - κουζίνα και λουτρό (41,50 τ.μ. χ 50,00 €/τ.μ.) 2.075,00 ευρώ και 26) επενδύσεις τοίχων με πλακίδια σε λουτρό (14,00 τ.μ. χ 45,00 €/τ,μ.) 630,00 ευρώ. Η συνολική επομένως δαπάνη για την επισκευή της οικοδομής των εναγόντων, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέρχεται στο ποσό των 63.151,42 ευρώ, στην οποία πρέπει να προστεθεί το ποσό των 5.953,67 ευρώ για απρόβλεπτα (αλλά δεδομένα) έξοδα, ώστε το γενικό σύνολο ανέρχεται σε 69.105,09 ευρώ. Η εν λόγω δαπάνη, σύμφωνα με τους διορισθέντες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονες, προέκυψε μετά από συνεκτίμηση των εγκεκριμένων αναλυτικών περιγραφικών άρθρων τιμολογίων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε./Γ.Γ.Δ.Ε. (Α.Τ.Ο.Ε.) αλλά και των ισχυουσών τιμών των υλικών και των εργατικών δαπανών στον τόπο του έργου, των ισχυουσών κατά τον κρίσιμο χρόνο ασφαλιστικών εργατικών δαπανών, των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν τόσο στον οικισμό του Μετσόβου (παραδοσιακός οικισμός, δυσμενείς καιρικές συνθήκες κλπ.) όσο και στο χώρο της επίδικης οικοδομής (στενότητα χώρου, δυσκολία πρόσβασης κλπ.), και περιλαμβάνει την προμήθεια των υλικών, τη δαπάνη μεταφοράς των υλικών και των μηχανημάτων στον τόπο του έργου, καθώς και τις εργατικές και ασφαλιστικές δαπάνες. Ωστόσο, δεν συμπεριλαμβάνεται η έκδοση οικοδομικής άδειας, η εκπόνηση μελέτης και η αμοιβή επίβλεψης του ιδιώτη μηχανικού που θα αναλάβει το έργο, που αποτελούν αναγκαίες δαπάνες για την εκτέλεση των εργασιών και εκτιμώνται στο ποσό των 10.000,00 ευρώ, καθώς και η λήψη μέτρων αντιστήριξης, επιπλέον των ήδη υπαρχόντων, κόστους 5.000,00 ευρώ, ποσά που θα πρέπει να προστεθούν στην ανωτέρω συνολική δαπάνη, η οποία τελικά θα ανέλθει στο ποσό των (69.105,09 + 10.000,00 + 5.000,00) 84.105,09 ευρώ. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της ατταιτούμενης συνολικής δαπάνης για την άρση της επικινδυνότητας της επίμαχης οικοδομής και εν γένει την επισκευή της δεν ανατρέπεται από την από Νοέμβριο 2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ. Γ., που αναβιβάζει το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης ανακατασκευής στο ποσό των 150.000,00 ευρώ, διότι η έκθεση αυτή δεν εξειδικεύει ούτε αναλύει τις επιμέρους απαιτούμενες εργασίες ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητά της. Από την άλλη μεριά, ο εκτιμώμενος προϋπολογισμός επιδιόρθωσης της οικοδομής των εναγόντων, ανερχόμενος σε 5.535 ευρώ, ο οποίος περιλαμβάνεται στην από Σεπτεμβρίου 2013 έκθεση των τεχνικών συμβούλων των εναγομένων, Γ. Π. και Κ. Δ. δεν κρίνεται αξιόπιστος καθόσον περιλαμβάνονται μόνο οι εργασίες επιδιόρθωσης των ρωγμών και ρηγματώσεων, χωρίς να συνεκτιμώνται οι απαραίτητες, κατά τα προεκτεθέντα, εργασίες ενίσχυσης του εδάφους θεμελίωσης προκειμένου να αρθεί η επικινδυνότητα της οικοδομής.
Εξάλλου και η εκτιμώμενη επισκευή της οικοδομής, ανερχόμενη περίπου στο ποσόν των 30.000 ευρώ, σύμφωνα με τις συνημμένες στην ίδια έκθεση (τρεις) οικονομικές προσφορές αλλά και κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν κρίνεται επίσης αξιόπιστη, καθόσον δεν συμπεριλαμβάνεται η έκδοση οικοδομικής άδειας, η εκπόνηση μελέτης και η αμοιβή επίβλεψης του ιδιώτη μηχανικού που θα αναλάβει το έργο, που αποτελούν αναγκαίες δαπάνες για την εκτέλεση των εργασιών και εκτιμώνται στο ποσό των 10.000,00 ευρώ αλλά και το σύνολο των εργασιών, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω και κρίνονται αναγκαίες για την επισκευή της οικοδομής των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση δε από την επισκόπηση των εν λόγω οικονομικών προσφορών προκύπτει ότι αυτές δεν έλαβαν χώρα μετά από επιτόπια εκτίμηση της υπάρχουσας κατάστασης του ζημιωθέντος κτιρίου και του τόπου όπου βρίσκεται, αλλά διατυπώθηκαν επί προδιατυπωμένου (από τους εναγομένους) κειμένου, όπου αναγράφονταν ως δεδομένες οι ποσότητες των απαιτούμενων εργασιών και οι τιμές μονάδος. Σημειώνεται δε ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για όλα τα παραπάνω ζητήματα δεν απαιτείται η διενέργεια νέας ή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, όπως αιτούνται οι εναγόμενοι, διότι η ήδη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη είναι πλήρης, χωρίς κενά ή ασάφειες, και σε συνδυασμό με τις τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των εναγόντων παρέχει ασφαλές και επαρκές αποδεικτικό υλικό για τα ανωτέρω ζητήματα. Η αξιοπιστία δε της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης δεν αναιρείται ούτε από την με ημερομηνία ...-2011 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Λ., που προσκομίζουν οι ενάγοντες, σύμφωνα με την οποία στο κόστος των 85.000 ευρώ πρέπει να γίνει προσαύξηση 30%, λόγω δυσκολιών πρόσβασης, 6%, για τη διαφορά απρόβλεπτων, 20.000 ευρώ για μελέτες, προσαύξηση λόγω ψυχικής οδύνης και ενοικίων και προσαύξηση 30% λόγω μείωσης της αρχικής αξίας, καθόσον οι ανωτέρω εκτιμήσεις, πέραν του ότι αναφέρονται και σε μη τεχνικά ζητήματα (όπως η ψυχική οδύνη και η καταβολή ενοικίων) είναι παντελώς αυθαίρετες. Οι εναγόμενοι, αρνούμενοι την αγωγή, ισχυρίζονται ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για τις προκληθείσες στην οικοδομή τους ζημίες είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες, καθόσον η συσσώρευση των υπογείων υδάτων οφείλεται στην κακή έως ανύπαρκτη διαχείριση των επίγειων και επιφανειακών υδάτων, τα οποία κατείσδυαν επί πολλά χρόνια και είχαν συγκεντρωθεί κάτω από την οικοδομή τους με αποτέλεσμα να διαβρωθεί σε μεγάλο βαθμό το ήδη σαθρό υπέδαφος καθώς και το γεγονός ότι κατά το χρόνο ανέγερσης της διώροφης οικοδομής τους δεν είχαν τηρήσει την στατική μελέτη που προβλεπόταν στις υπ' αριθ. 407/1968 και 598/1968 οικοδομικές άδειες, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί πρόβλημα στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, ήτοι να μην έχει το κτίριο την επάρκεια που απαιτούνταν λόγω και των ειδικότερων εδαφολογικών συνθηκών. Επίσης, ισχυρίζονται ότι το κτίσμα των εναγόντων έχει ανεγερθεί κατά παράβαση των διατάξεων του ΠΔ 13/22-4-1929 και του Ν. 1577/1985, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει και συνεπώς είναι αυθαίρετο και θα πρέπει να καταλογιστούν σε βάρος του τα προβλεπόμενα πρόστιμα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, όπως προβάλλονται, στερούνται έννομης επιρροής και μπορούν ενδεχομένως να θεμελιώσουν ένσταση οικείου πταίσματος (όπως θα εκτεθεί κατωτέρω), διότι η τυχόν μη ανέγερση της οικοδομής κατά τους κανόνες της τέχνης και η πλημμελής διαχείριση αυτής δεν αναιρεί την υποχρέωση των εναγόμενων υπαιτίων φυσικών προσώπων να λάβουν πρόνοια, κατά τις εργασίες αντιστήριξης, για την επαρκή στερέωση του εδάφους και να αποκαταστήσουν τυχόν προκληθείσα ζημία από την παράβαση της υποχρέωσής τους αυτής (ΑΠ 521/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 493/2015 ΝΟΜΟΣ). Τέτοια ζημία είναι εν προκειμένω η οριζόντια μετατόπιση και καθίζηση της οικοδομής και η διατάραξη του εδάφους θεμελίωσής της, κατά τη διάρκεια των εργασιών αντιστήριξης και της εντεύθεν αιφνίδιας εκτόνωσης υπόγειων υδάτων σε συνδυασμό με τη μεγάλη υψομετρική διαφορά που δημιουργήθηκε λόγω των εκσκαφών στο όμορο οικόπεδο Κρίτσα, για την αποκατάσταση της οποίας είναι απαραίτητη η ενίσχυση του εδάφους με τσιμεντενέσεις αλλά και η αύξηση - ενίσχυση της στατικότητας του κτιρίου για να αποτραπεί πιθανή επιπλέον μικροκαθίζηση ή μετατόπιση. Τέλος, ο ισχυρισμός περί επιβολής προστίμων σε βάρος των εναγόντων, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον τα πρόστιμα επιβάλλονται από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές και όχι από το Δικαστήριο τούτο. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον η οικοδομή των εναγόντων είναι επισκευάσιμη κατά τρόπο που να παρέχει ασφάλεια και να είναι κατοικήσιμη, η δε δαπάνη επισκευής της δεν υπερβαίνει την προ της καταστροφής αξία της, όπως αυτή εκτιμήθηκε, αλλά ούτε τη δαπάνη κατεδάφισης και ανέγερσης νέας στη θέση της, η οποία με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας θα είναι πολύ υπέρτερη της ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ολική καταστροφή της ούτε υπό την οικονομική του όρου έννοια.
Συνεπώς, το κύριο αίτημα της αγωγής, με το οποίο οι ενάγοντες ζητούν αποζημίωση για την ολική καταστροφή της οικίας τους, ίση με την αξία της, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχεία ΙΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας και έγιναν αμετάκλητα δεκτά με την υπ' αριθ. 522/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, στο ανωτέρω κύριο αίτημα εμπεριέχεται επικουρική αποζημιωτική αίτηση για την (ελάσσονα της ολικής) μερική καταστροφή της οικοδομής των εναγόντων, η οποία άλλωστε ταυτίζεται με την αυτοτελή επικουρική βάση της αγωγής, την οποία μερική καταστροφή πράγματι υπέστη η οικοδομή και εξαιτίας αυτής οι ενάγοντες υπέστησαν συνολική περιουσιακή ζημία ύψους 84.105,09 ευρώ και δη 21.026,28 ευρώ έκαστος. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως αόριστη την εμπεριεχόμενη στο κύριο αίτημα επικουρική αποζημιωτική αίτηση για την μερική καταστροφή της οικοδομής, όπως άλλωστε έκρινε και ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 522/2023 απόφασή του, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες ψέγουν την εκκαλουμένη για την μη λήψη υπόψη της του ισχυρισμού τους περί επιδίκασης αποζημίωσης για μερική επισκευή της οικίας τους, που περιέχεται στην κύρια βάση της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Στη συνέχεια, πρέπει να εξαφανιστεί αντίστοιχα η εκκαλουμένη (και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, τα οποία θα καθοριστούν εξαρχής) και να διακρατηθεί η αγωγή προς περαιτέρω έρευνα ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 340, 345, 346, 481 επ., 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 69 περ. ε', 176, 191 § 2 και 1047 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, το παρεπόμενο αίτημα τοκοφορίας της απαίτησης από την 14η.6.2003, ημερομηνία επέλευσης της ζημίας, είναι μη νόμιμο, καθόσον στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε όχληση των εναγόμενων προς καταβολή οποιουδήποτε ποσού, η δε διαμαρτυρία τους για την επελθούσα ζημία στο ακίνητό τους και η υποβολή μήνυσης δεν πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, καθόσον η όχληση πρέπει να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής κατά το περιεχόμενό της, υπό την έννοια ότι πρέπει να προκύπτουν απ' αυτήν το είδος και η ακριβής ποσότητα της παροχής (ΑΠ 1859/2023 ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 934, 297, 340, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι όταν πρόκειται για αποζημίωση και αδικοπραξία σχετικοί τόκοι δεν οφείλονται από τον χρόνο της αδικοπραξίας, αλλά από τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, εφόσον δεν έγινε προηγουμένως υπερήμερος ο οφειλέτης με όχληση (ΑΠ 310/1993, ΑΠ 1724/1991, ΑΠ 1665/1990, ΑΠ 286/1986). Επίσης, η διάταξη του άρθρου 934 ΑΚ, κατά την οποία αυτός που οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη είναι υπερήμερος από τον χρόνο της αφαίρεσης, αναφέρεται σε οφειλές αυτούσιου ενσώματου πράγματος που αφαιρέθηκε παράνομα και δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής οφειλής (ΑΠ 120/2023, ΑΠ 626/2011, ΑΠ 1548/2008 ΝΟΜΟΣ), όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ομοίως έκρινε και απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το παρεπόμενο αίτημα επιδίκασης τόκων από την ανωτέρω ημερομηνία, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ακολούθως, με την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής πρέπει να εξετασθεί κατ' άρθρο 535 ΚΠολΔ η περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις των παρόντων εναγομένων ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων για τη ζημία τους (άρθρο 300 ΑΚ), που πρότειναν αυτοί πρωτοδίκως και επαναφέρουν στο Δικαστήριο τούτο, που λειτουργεί ως Εφετείο, με το δικόγραφο των προτάσεών τους, εφόσον η ένσταση αυτή δεν εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΑΠ 543/2019 ΝΟΜΟΣ). Όπως αποδείχθηκε, στη μερική καταστροφή της επίμαχης οικοδομής συνετέλεσαν εν μέρει και ενέργειες των εναγόντων. Ειδικότερα, η στατική διαμόρφωση αυτής δεν συμφωνεί με τις αρχικές εγκεκριμένες μελέτες των οικοδομικών αδειών, διότι όλα τα αντισεισμικά τοιχώματα T1y, Τ1χ, T2y και Τ2χ διατομής 20/120 αντικαταστάθηκαν με υποστυλώματα διατομής 30/30 και τα μεμονωμένα πέδιλα επιφανειακής θεμελίωσης των παραπάνω τοιχωμάτων, διατάσεων 1,20/1,80 μ. αντικαταστάθηκαν με πέδιλα μικρότερης επιφάνειας έδρασης (βλ. περί όλων αυτών και α) την από 19-4-2004 αναθεωρητική έκθεση επικινδύνου που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός της Ν.Α. Ιωαννίνων, Α. Κ., β) την συνημμένη στο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο της Ν.Α. Ιωαννίνων από 29-7-2004 αναθεωρητική έκθεση επικινδύνου - από άποψης στατικής και δομικής - της πολιτικού μηχανικού Β. Τ., γ) τη συνημμένη στο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης ΠΕ.ΧΩ. Περιφέρειας Ηπείρου β' αναθεωρητική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Ο. Π.).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 2 του β.δ. 1959 "Αντισεισμικός Κανονισμός Οικοδομικών Έργων" (ΦΕΚ Α' 36/1959), που ήταν σε ισχύ κατά την εποχή ανέγερσης της επίμαχης οικοδομής, σε περιπτώσεις θεμελίωσης των υποστηλωμάτων σε μεμονωμένα πέδιλα πρέπει να διατάσσονται μεταξύ των υποστηλωμάτων δοκοί συνδέσεως, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, ούτε άλλωστε η παράλειψή τους φαίνεται να δικαιολογείται επαρκώς με ειδικό υπολογισμό, όπως επιτάσσει η ίδια διάταξη (βλ. περί των ανωτέρω, ιδίως την υπ' αριθμ. .../2010 πραγματογνωμοσύνη και τη Β' αναθεωρητική έκθεση της Ο. Π.). Οι πλημμέλειες αυτές τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το μέγεθος των προκληθεισών ζημιών λόγω μείωσης της ακαμψίας του φέροντος οργανισμού και της δυνατότητάς του να ανακατανέμει την ένταση σε περιπτώσεις δονήσεων, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται από το γεγονός ότι η μεγαλύτερη αποκόλληση εντοπίζεται στη βορειοανατολική γωνία της οικοδομής, όπου το αντισεισμικό τοίχωμα T1y διατομής 20/120 αντικαταστάθηκε από το υποστήλωμα 30/30 (βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. .../2010 πραγματογνωμοσύνη που διέταξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Επί πλέον αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες διαχειρίζονταν πλημμελώς τα όμβρια ύδατα της στέγης, ιδίως στην βόρεια και ανατολική πλευρά της οικοδομής, όπου το ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου τους δεν ήταν στρωμένο με τσιμέντο, διότι δεν υπήρχαν αγωγοί αποχέτευσης των ομβρίων στο κεντρικό δίκτυο της πόλης, με αποτέλεσμα το νερό να κατεισδύει στο έδαφος και να αυξάνει την ποσότητα των υπόγειων υδάτων, τα οποία εκτονώθηκαν αιφνιδίως κατά τη διάτρηση του υπεδάφους για την τοποθέτηση του αγκυρίου. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση των εναγόντων να προβούν σε επιδιόρθωση των ζημιών της οικοδομής τους ήταν δικαιολογημένη και οφειλόταν στην άρνηση των εναγομένων να τους αποζημιώσουν για το σύνολο της ζημίας τους, εξαιτίας της οποίας (άρνησης) αναγκάστηκαν να ασκήσουν την ένδικη αγωγή και να αναμένουν τη δικαστική εξέλιξη αυτής προκειμένου να αποζημιωθούν.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η καθυστέρηση αυτή συνετέλεσε στην επαύξηση της ζημίας είναι απορριτπέος ως ουσία αβάσιμος. Συνακόλουθα, η έκταση της ζημίας, ήτοι οι βλάβες και η εξ αυτών μερική καταστροφή του κτίσματος συναρτώνται αιτιωδώς με τις ανωτέρω πλημμέλειες, αφού σε περίπτωση τήρησης των οικοδο¬μικών κανόνων κατά την ανέγερση αυτής και της ορθής διαχείρισης των ομβρίων, η ζημία θα ήταν μικρότερης έκτασης. Σε συνέχεια των ανωτέρω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι προεκτεθείσες παραλείψεις των εναγόντων συντέλεσαν κατά ποσοστό 20% στην έκταση της ζημίας, γενομένης εν μέρει δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης, στηριζόμενης στο άρθρο 300 ΑΚ ένστασης, που προέβαλαν πρωτοδίκως οι πρώτη και δεύτερος των καθ' ων η κλήση (πρώτη και δεύτερος των εφεσιβλήτων) και επαναφέρουν με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις τους στην παρούσα δίκη.
Συνεπώς, το ανωτέρω ποσό των 84.105,09 ευρώ πρέπει, αναφορικά με τους ανωτέρω εναγομένους, να μειωθεί κατά το πο¬σοστό υπαιτιότητας των εναγόντων (20%) στην επέλευση της ζημίας τους και να τους επιδικασθεί το συνολικό ποσό των 67.284,55 ευρώ [84.105,09 - (84.105,09 Χ 20% = 16.821,02) = 67.284,07 ευρώ], ήτοι ποσό 16.821 ευρώ στον καθένα, το οποίο είναι υποχρεωμένοι να τους καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, η μεν πρώτη εναγομένη διότι είχε προστήσει στην υπηρεσία της την τρίτη εναγομένη εταιρεία και τα φυσικά πρόσωπα, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, οι οποίοι είχαν αναλάβει την εκπόνηση μελέτης αντιστήριξης του εδάφους και την επίβλεψη των εργασιών αντιστήριξης, ο δε δεύτερος εναγόμενος, επειδή είναι νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας και εξέφραζε τη βούληση του ως άνω νομικού προσώπου κατά την υπογραφή του από 28-5-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού και συνεπώς αυτός έχει πρόσθετη με την πρώτη εναγομένη εταιρεία ευθύνη για αποζημίωση των εναγόντων, εις ολόκληρον με αυτήν, κατά το άρθρο 71 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχεία ΙΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας.
Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, του βαθμού υπαιτιότητας των εδώ εναγομένων, λόγω πρόστησης, της συνυπαιτιότητας των εναγόντων, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών της οικοδομής των εναγόντων, της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη και συνεπώς πρέπει να τους επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ στον καθένα. Το ανωτέρω ποσό κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 § 1 του Συντάγματος και 2, 9 § 2 και 10 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεκτού γενομένου ως εν μέρει βάσιμου κατ' ουσίαν του συναφούς αγωγικού κονδυλίου. Επομένως, η συνολική υποχρέωση των εναγομένων έναντι εκάστου των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των (16.821 + 2.000) 18.821 ευρώ (βλ. περί όλων αυτών και την ΕφΙωαν 219/2024, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση της υπ' αριθ. 298/2017 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, με την 521/2023 απόφαση του ΑΠ και αφορά την ίδια αγωγή σε βάρος όμως της τρίτης εναγομένης εταιρείας, του τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση. Ακολούθως, πρέπει α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων, ως αποζημίωση για την περιουσιακή τους ζημία, το ποσόν των δέκα έξι χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι ένα ευρώ (16.821), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία, το ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Όσον δε αφορά στο αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του δευτέρου των εναγομένων, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει, έχοντας δυνητική ευχέρεια προς τούτο (ΑΠ 81/2024, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 576/2022, ΑΠ 1460/2022), ότι δεν συντρέχει λόγος απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του, ενόψει και της απουσίας αποδεικτικού υλικού για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων του ως άνω εναγομένου, την αφερεγγυότητά του ή την κακή του πίστη ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων. Το γεγονός δε ότι η πρώτη των καθ' ων η κλήση εταιρεία, η οποία, μετά το πέρας της εκκαθάρισης, έχει ήδη διαγραφεί από το ΓΕΜΗ (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 3164272/30-11-2023 πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Ιωαννίνων, της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ) μεταβίβασε το ημιτελές τριώροφο κτίριο που βρίσκεται στο ακίνητό της σε τρίτο πρόσωπο, με το υπ' αριθ. ...-2023 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μετσόβου Ε. Κ., και οι ενάγοντες έχουν ασκήσει σε βάρος των καθ' ων η κλήση την από 13-7-2024 αγωγή τους περί διάρρηξης της προαναφερθείσας δικαιοπραξίας - σύμβασης πώλησης, ισχυριζόμενοι καταδολίευση, ουδόλως αναιρεί τα παραπάνω αποδειχθέντα, καθόσον το τίμημα της παραπάνω πώλησης έχει αναγραφεί στο ενεργητικό της υπό εκκαθάριση εταιρείας (βλ. το παραπάνω πιστοποιητικό). Εξάλλου, κατά το άρθρο 61 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, ενώ η διάλυση του νομικού προσώπου δεν θίγει την ικανότητά του να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αφού κατ' άρθρο 72 ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση, ωσότου δε περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει. Η περάτωση της εκκαθάρισης και συγχρόνως της εταιρείας επέρχεται όταν οι εκκαθαριστές ενεργήσουν τις αναγκαίες πράξεις εκκαθάρισης, συντάξουν ισολογισμό και προβούν στην καταχώρηση της διαγραφής της εταιρείας από το ΓΕΜΗ (άρθρο 268 του Ν. 4072/2012). Η εν λόγω καταχώρηση έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της εταιρείας. Αν όμως διαπιστωθεί ότι η εταιρεία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί από το Μητρώο του ΓΕΜΗ (ΑΠ 30/2010, ΑΠ 1043/2006). Ειδικότερα, η εταιρεία και η νομική προσωπικότητά της εξακολουθούν να υπάρχουν, εφόσον υπάρχει δανειστής αυτής που δεν έχει ικανοποιηθεί, διότι δεν νοείται πέρας της εκκαθάρισης και της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας προτού αποσβεστούν οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις αυτής. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης και τη διαγραφή της εταιρείας από το Μητρώο του ΓΕΜΗ, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή της [ΑΠ 970/2019, ΑΠ 1996/2019 (ποινική), ΑΠ 1669/2014, ΑΠ 1345/2013, ΑΠ 96/2005, ΑΠ 1427/2000].
Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία αναβιώνει και επαναλειτουργεί έστω και αν έχει διαγραφεί από το ΓΕΜΗ και επανεγγράφεται εφόσον υπάρχουν ή ανευρεθούν περιουσιακά στοιχεία ή προκύψουν απαιτήσεις της εταιρείας (ΑΠ 1996/2019) και επομένως η προκύψασα με την παρούσα απόφαση απαίτηση των εναγόντων θα προκαλέσει, εφόσον επιχειρηθεί η εκτέλεση της παρούσας απόφασης, την αναβίωση της πρώτης εναγομένης εταιρείας προκειμένου να ικανοποιηθεί η ως άνω απαίτησή τους. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, κατά την έκταση της ήττας τους, σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 178 § 1, 183 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη περί επιστροφής παραβόλου, κατ' άρθρο 495 § 3 εδάφιο Γ περ. β του ΚΠολΔ, καθόσον κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση έφεσης (2010) δεν προβλεπόταν η κατάθεση παραβόλου (άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, ΦΕΚΑ 51/12-3-2012, με έναρξη ισχύος την 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 6-1-2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/8.1.2010 (ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) έφεση, που καταχωρίστηκε στη γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων με αριθμό 15/11.1.2010 και στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 249/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (τακτικής διαδικασίας).
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση ως προς το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της αγωγής.
Εξαφανίζει αντίστοιχα την υπ' αριθ. 249/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (τακτικής διαδικασίας).
Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 21-11-2006 και με αριθμό κατάθεσης 9/9-1-2007 αγωγή.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση.
Υποχρεώνει τους εναγομένους, ήτοι την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική Εμπορική Εταιρία" και τον Β. Κ. του Ν. νόμιμο εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων, ως αποζημίωση για την περιουσιακή τους ζημία, το ποσόν των δέκα έξι χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι ένα ευρώ (16.821), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγομένων, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία, το ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσόν των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων (4.200) ευρώ, ενεχομένων αυτών κατ' ίσα μέρη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ