ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1130/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1130/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1130/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1130 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1130/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Χριστόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Σερεμετάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Ξ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 400/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3415/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-5-2020 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1327/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε αίτηση ως απαράδεκτη. Κατόπιν αυτής, ο αναιρεσείων κατέθεσε την από 24-11-2022 νέα αίτησή του, κατά της ιδίας προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις με στοιχεία ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, Π. Κ., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 24.11.2022 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3415/09.10.2019 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 20.03.2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων , οι οποίοι και δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ. και θα αντιπροσωπευτούν από τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο (άρθρα 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, με απόντα ένα ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (Ολ.Α.Π. 18/2001, Α.Π. 1327/2022, Α.Π. 1104/2020, Α.Π. 112/2018, Α.Π. 965/2017).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την ανωτέρω διάταξη, υφίσταται και επί δίκης για την ύπαρξη ή μη πραγματικής δουλείας, διότι το αντικείμενο της δίκης αυτής κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1118,1120,1122,1130,1131,1132 και 1138 του Α.Κ., επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ως προς όλους τους συνιδιοκτήτες του δουλεύοντος ή του δεσπόζοντος ακινήτου (Α.Π.1327/2022, Α.Π. 655/2016, Α.Π. 1353/2014), όπως και επί δίκης με αντικείμενο την κατάργηση της δουλείας, με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημιώσεως δυνάμει των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Γ.Ο.Κ.), όπως στην προκείμενη περίπτωση, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί.

Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά και εμπρόθεσμα ασκήθηκε στις 24.11.2022, μετά τη απόρριψη ως απαράδεκτης της προγενέστερης από 18.05.2020 αιτήσεως του ίδιου αναιρεσείοντος, με την υπ' αριθμ. 1327/21.07.2022 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1 και 76 του Κ.Πολ.Δ., για τον λόγο ότι η αναιρεσιβληθείσα υπ' αριθμ. 3415/09.10.2019 απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα επί εναγωγής κυρίου δουλεύοντος ακινήτου κατά κυρίων δεσπόζοντος ακινήτου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς τότε, δηλαδή στην προηγούμενη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, να προκύπτει η επίδοση προς αυτούς της εφετειακής αποφάσεως. Σημειώνεται ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 555 του Κ.Πολ.Δ. και την απαγορευόμενη δι' αυτού δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως, δοθέντος ότι η προηγούμενη από 18.05.2020 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν τη τελεσιδικία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων και αναγκαίους ομόδικους του πρώτου αναιρεσείοντος επομένως δε δεν υπήρχε σχετικό δικαίωμα, λόγο για τον οποίο και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμ. 1327/21.07.2022 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (βλ. όμοια περίπτωση στην Α.Π. 1316/2014). Επειδή, για το παραδεκτό της αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον. Πρέπει, δηλαδή, ο αναιρεσείων να υφίσταται από την προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τον αντίδικό του βλάβη, την άρση της οποίας επιδιώκει με την αναίρεση. Αν η βλάβη δεν εκλείπει με την αναίρεση, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει. Βλάβη υφίσταται ο διάδικος, ως ηττηθείς, αν απορρίφθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του, ή αν έγιναν δεκτές, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον πρέπει: α) Να είναι άμεσο και ατομικό του αναιρεσείοντος, β) να αφορά κάθε αναιρεσίβλητο, γ) να προκύπτει από σφάλμα που θεμελιώνει τον λόγο αναιρέσεως, δ) να προκύπτει από το διατακτικό της αποφάσεως, ε) να θεμελιώνεται με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει και κατά τον χρόνο της αναιρέσεως και κατά τον χρόνο της συζητήσεώς της, πρέπει δε να υπάρχει και για κάθε λόγο αναιρέσεως (Κονδύλης σε Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., σχόλια κάτω από το άρθρο 556, σελ. 265, 2020). Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσίβλητου ότι ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση και συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι συντρέχουν, στην υπόψη περίπτωση, οι υπό στοιχεία (α) έως (ε) προϋποθέσεις.

Επειδή, η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων (Λ. Μ. του Ν. και της Α.) ήγειρε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την από 20.06.2012 αγωγή την οποία έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων (Ε. Ξ. του Δ. και της Μ., Δ. Ξ. του Ε. και της Π., Κ. Λ. του Ι. και της Μ.). Με την αγωγή αυτή ζήτησε να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι έχει αποσβεστεί η πραγματική δουλεία διόδου που είχε συμβατικά δημιουργηθεί εις βάρος του ακινήτου του και υπέρ του ακινήτου των αντιδίκων του και να καθοριστεί η αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί σε αυτούς (αντιδίκους του) για την απόσβεση της πραγματικής δουλείας. Επί της αγωγής αυτής, που εκδικάστηκε κατ' αντιμωλίαν των ήδη αναιρεσείοντος και των πρώτου και τρίτου των ήδη αναιρεσίβλητων και ερήμην του δεύτερου των ήδη αναιρεσίβλητων κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 400/17.10.2014 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την άνω απόφαση προσέβαλε με την από 14.07.2015 έφεσή του που απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος και την έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Ακολούθως, ο αυτός διάδικος άσκησε την από 11.10.2018 "προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση" την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και έστρεψε κατά των δεύτερου και τρίτου των ήδη αναιρεσίβλητων. Οι άνω αιτήσεις δικαστικής προστασίας συνεκδικάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος και ερήμην των λοιπών διαδίκων εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 3415/09.10.2019 οριστική απόφαση αυτού (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), με την οποία, αφού κρίθηκε ως απαραδέκτως ασκηθείσα η "προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση", η οποία θεωρήθηκε ως κλήση προς του απολειπόμενους διαδίκους για να παραστούν στην επί της εφέσεως δίκη, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν κατ' αντιμωλίαν των απολειπόμενων διαδίκων, οι οποίοι κρίθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκαν από τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 18.05.2020 αίτησή του που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ο ήδη αναιρεσείων ζητώντας την αναίρεσή της. Η ασκηθείσα αναίρεση εκδικάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1327/21.07.2022 απόφαση αυτού, που διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 396/15.03.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι η αναιρεσιβληθείσα απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη για όλους τους τότε αναιρεσίβλητους κατά την άσκηση της αναιρέσεως. Ακολούθως, ο ήδη αναιρεσείων επέδωσε την υπ' αριθμ. 3415/09.10.2019 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σε όλους τους ήδη αναιρεσίβλητους (βλ. τις υπ' αριθμ. ....2022, ....2022 και ....2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ε. Κ.) και την ένδικη από 24.11.2022 αίτησή του προς το Δικαστήριο τούτο την οποία έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων και με την οποία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους (βλ. τις με στοιχεία ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα την Αθήνα, Π. Κ.). Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις οποίες στήριξε την εκφερθείσα κρίση του είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Ο εφεσίβλητος - ενάγων είναι κύριος ενός ακινήτου - οικοπέδου, εμβαδού κατά μεν τους τίτλους κτήσης 299 τ.μ., κατά δε νεότερη εμβαδομέτρηση 283 τ.μ. περίπου, κείμενου στο Νέο Ικόνιο Αττικής, στην οδό ... (πρώην οδός ...), με τις συσταθείσες επ' αυτού κάθετες ιδιοκτησίες, όπως αποτυπώνεται με στοιχείο Α-Β-Γ-Δ-Α στο συνημμένο στο υπ' αριθ. .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών, και ήδη συμβολαιογράφου Πειραιώς, Ε. Τ. από 17-10-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Η. Τ. Την κυριότητα του προπεριγραφόμενου ακινήτου απέκτησε με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω πώλησης, κατά μεν ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου (ΚΑΕΚ 051180511006/2/0), δυνάμει του υπ' αριθ. .../1980 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Γ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 776 αριθ. 121), κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό των 70% εξ αδιαιρέτου (ΚΑΕΚ 051180511006/1/0), δυνάμει του υπ' αριθ. .../1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών, και ήδη συμβολαιογράφου Πειραιώς, Ε. Τ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 1038 αριθ. 2), στους δε δικαιοπαρόχους του - πωλητές είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο, επίσης, και συγκεκριμένα λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Χ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1966 πράξη εξόφλησης και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένων, αμφοτέρων, στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 576 αριθ. 327 και τόμος 581 αριθ. 443, αντίστοιχα). Ακολούθως, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, Ε. Ξ. του Δ. και Κ. Λ. του Ι. είναι κύριοι οριζόντιων ιδιοκτησιών - επαγγελματικών χώρων, ο δε εκκαλών - εναγόμενος Δ. Ξ. του Ε., επικαρπωτής οριζόντιας ιδιοκτησίας, που έχουν συσταθεί επί τετραώροφης μετά δύο υπογείων οικοδομής, χτισμένης σε ακίνητο - οικόπεδο, εμβαδού κατά μεν τον τίτλο κτήσης 281 τ.μ., κατά δε νεότερη εμβαδομέτρηση 290,88 τ.μ. περίπου, επί της οδού ..., το οποίο είναι όμορο, προς νότο, με το ακίνητο του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο συνημμένο στο υπ' αριθ. .../2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Π. Χ. από Δεκεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Μ. Ειδικότερα, το εν λόγω ακίνητο - οικόπεδο περιήλθε, καταρχήν, στην κυριότητα του εκκαλούντος - εναγόμενου Δ. Ξ. του Ε., ήδη επικαρπωτή οριζόντιας ιδιοκτησίας, και του αδελφού του Σ. Ξ. του Ε. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 802 αριθ. 254), στους δε δικαιοπαρόχους του - πωλητές είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο, επίσης, και συγκεκριμένα λόγω κληρονομίας, καταληφθείσας σε αυτούς με μυστική διαθήκη, την οποία είχαν αποδεχτεί, δυνάμει των υπ' αριθ. 502/1976 και .../1976 δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Φ., νόμιμα μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 723 και αριθ. 26 και 27, αντίστοιχα). Δυνάμει της υπ' αριθ. 2245/1982 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιώς οι ανωτέρω οικοπεδούχοι ανήγειραν στο ακίνητο - οικόπεδό τους την προαναφερόμενη τετραώροφη μετά δύο υπογείων οικοδομή, την οποία, δυνάμει της υπ' αριθ. .../2001 πράξης της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Χ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 1123 αριθ. 198), υπήγαγαν στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, συστήνοντας ειδικότερα: α) την οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου Β', εμβαδού 104,03 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 60/1000 (ΚΑΕΚ 051180511021/0/2), β) την οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου Α', εμβαδού 174,53 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 100/1000 (ΚΑΕΚ 051180511021/0/1), γ) την οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου, εμβαδού 162,50 τ.μ., με πατάρι εμβαδού 32,85 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 290/1000 (ΚΑΕΚ 051180511021/0/3), δ) την οριζόντια ιδιοκτησία του Α' πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 144,54 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 215/1000 (ΚΑΕΚ 051180511021/0/4), ε) την οριζόντια ιδιοκτησία του Β' πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 144,54 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 215/1000 (ΚΑΕΚ 051180511021/0/5) και στ) την οριζόντια ιδιοκτησία του Γ' πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 80,64 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 120/1000 (ΚΑΕΚ051180511021/0/6). Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2001 συμβολαίου διανομής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 1126 αριθ. 128), οι ανωτέρω οικοπεδούχοι διένειμαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, και στο μεν εκκαλούντα - εναγόμενο Δ. Ξ. του Ε., ήδη επικαρπωτή, περιήλθε η οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου Α' (υπό στοιχείο β') και η οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου (υπό στοιχείο γ'), στο δε Σ. Ξ. του Ε. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), η οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου Β' (υπό στοιχείο α'), την οποία, ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Κ., νόμιμα καταχωρημένου στα βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου (αριθ. καταχώρησης: 1810/06-06-2006), μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον εκκαλούντα - εναγόμενο Ε. Ξ. του Δ.

Εξάλλου, στον ίδιο ως άνω εκκαλούντα - εναγόμενο (Ε. Ξ. του Δ.) περιήλθε και η ψιλή κυριότητα του υπογείου Α' (υπό στοιχείο β') και του ισογείου ορόφου (υπό στοιχείο γ'), λόγω μεταβίβασης από τον πατέρα του, εκκαλούντα - εναγόμενο Δ. Ξ. του Ε., ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία αυτών, στο δε εκκαλούντα - εναγόμενο Κ. Λ. του Ι., περιήλθε, με παράγωγο τρόπο, η κυριότητα των Α', Β' και Γ' πάνω από το ισόγειο ορόφων (υπό στοιχεία δ', ε' και στ'), για τους οποίους ορόφους, σημειωτέον, εκδόθηκε και η υπ' αριθ. 108/13-06-2001 αναθεωρημένη οικοδομική άδεια, λόγω αλλαγής χρήσης και τροποποίησης των αρχιτεκτονικών σχεδίων, όπως τα ανωτέρω περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους (αρθ. 261 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το προπεριγραφόμενο ακίνητο του εφεσίβλητου - ενάγοντος είναι βεβαρημένο με δουλεία διόδου υπέρ του προπεριγραφόμενου ακινήτου των εκκαλούντων - εναγομένων. Ειδικότερα, πρόκειται για δουλεία διόδου, η οποία έχει πλάτος 1,70 μ. και μήκος 29,90 μ., ξεκινά από τη νότια πλευρά του ακινήτου, και διασχίζοντας όλη τη δυτική του πλευρά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, καταλήγει στην οδό ... Η ανωτέρω δουλεία συστήθηκε με δικαιοπραξία μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1955 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Λ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 480 αριθ. 596). Από τη σύστασή της και μέχρι και το έτος 1980, εξυπηρετούσε το όλο ακίνητο των εκκαλούντων - εναγομένων, το οποίο δεν είχε πρόσβαση σε οδό. Κατά το προαναφερόμενο έτος 1980, όμως, το εν λόγω ακίνητο απέκτησε πρόσβαση στη δημοτική οδό ... (βλ. σχετ. την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2004 βεβαίωση του Δήμου Περάματος), με συνέπεια, εφεξής, και συγκριμένα από το έτος 1983, έτος αποπεράτωσης της οικοδομής των εκκαλούντων - εναγομένων, η επίδικη δουλεία να εξυπηρετεί μόνο τον ισόγειο όροφο και τα συνδεόμενα με αυτόν, με εσωτερικές κλίμακες, υπόγεια Α' και Β' (με βάση την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, βλ. σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2008 έγγραφη απάντηση σε αίτηση της Νομαρχίας Πειραιά - Διεύθυνση Πολεοδομίας/Τμήμα Χορήγησης Αδειών), ως δεύτερη δίοδος - διέξοδος (από το πίσω μέρος του όλου ακινήτου, με πρώτη δίοδο - είσοδο από την οδό ...), ενώ από το έτος 2001, όταν και η οικοδομή υπήχθη στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά τα προαναφερθέντα, εξυπηρετεί μόνο το υπόγειο Β', του οποίου αποτελεί τη μοναδική δίοδο - είσοδο - διέξοδο (βλ. σχετ. την προαναφερόμενη υπ' αριθ. .../2001 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ν. 3741/1929 και κανονισμού πολυκατοικίας). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων, στο πλαίσιο αξιοποίησης του (δουλεύοντος) ακινήτου του, εξέδωσε νόμιμη οικοδομική άδεια εκτέλεσης, σε αυτό, προσθήκης κατ' επέκταση ισογείου και μεσοπατώματος και καθ' ύψος Α', Β', Γ' ορόφου και δώματος και εμφύτευση υποστηλωμάτων (βλ. σχετ. την υπ' αριθ. 208/22-03-2007 της Νομαρχίας Πειραιώς - Διεύθυνση Πολεοδομίας), η οποία, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (Ιούνιος του 2012), ήταν σε ισχύ, δοθέντος ότι, ναι μεν οι εκτελούμενες, δυνάμει αυτής, εργασίες διεκόπησαν (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2008 έγγραφο της Νομαρχίας Πειραιώς - Διεύθυνση Πολεοδομίας/Τμήμα Χορήγησης Αδειών), παρά ταύτα, όμως, η εν λόγω διακοπή ήταν χρονικά περιορισμένη - και συγκεκριμένα μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, αναφορικά με την κατάργηση ή μη της επίδικης δουλείας οδού (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο του Δήμου Πειραιώς - Διεύθυνση Πολεοδομίας Δόμησης και Γενικού Σχεδιασμού Πόλης/Υπηρεσία Δόμησης, Τομέας Β') -, και όχι επ' αορίστω, και συνακόλουθα δεν ισοδυναμεί με ανάκληση αυτής (οικοδομικής άδεια), όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι (...), η δε επιγενόμενη ανάκλησή της, μόλις στις 06-06-2019 (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2019 Δήμου Πειραιώς - Γενική Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών/Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης και Γενικού Σχεδιασμού Πόλης/Τμήμα Δόμησης), και μάλιστα ενώ έχει εκδοθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 400/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δεν οδηγεί σε αντίθετη κρίση για το νόμιμο αυτής. Παρά το νόμιμο, όμως, της ανωτέρω οικοδομικής άδειας, δε συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της διάταξης του άρθ. άρθ. 25 παρ. 2 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) για την κατάργηση της επίδικης δουλείας. Ειδικότερα, και παρά το γεγονός ότι η διατήρησή της είναι ασυμβίβαστη με την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στο δουλεύον ακίνητο του εφεσίβλητου - ενάγοντος, δε συντρέχει η προϋπόθεση της διεξόδου του δεσπόζοντος ακινήτου, και συγκεκριμένα του υπογείου Β', που αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία ανήκουσα στην κυριότητα του εκκαλούντος - εναγομένου Ε. Ξ. του Δ., σε κοινόχρηστο χώρο, από άλλο σημείο, με ή χωρίς δαπάνες και θυσίες, για το οποίο, λόγω της κατασκευής του, η επίδικη δουλεία αποτελεί τη μοναδική δίοδο - είσοδο - διέξοδο, και ως εκ τούτου υπάρχει άφευκτη ανάγκη διατήρησής της. Εξάλλου, το γεγονός ότι το υπόλοιπο ακίνητο, δηλαδή οι λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες έχουν, σήμερα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτάρκεια, με συνέπεια η ανάγκη άσκησης της επίδικης δουλείας να περιορίζεται μόνο στην οριζόντια ιδιοκτησία του Β' υπόγειου, λόγω της αρχής του αδιαίρετου της δουλείας, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, (...). Ακολούθως, το γεγονός ότι η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στο ανωτέρω υπόγειο Β', κατά το έτος 2001, ήταν άκυρη, αφού συνεστήθη σε αυθαίρετη κατασκευή (βλ. σχετ. την υπ' αριθ. ...-2011 έκθεση αυτοψίας σε συνδυασμό με το από 10-10-2018 "Πρακτικό ακρόασης ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2690/1990"), δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, διότι, όπως προκύπτει από την από 07-06-2012 βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο άρθ. 24 του ν. 4014/2011, του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής - Γενική Γραμματεία Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος, το εν λόγω ακίνητο έχει τακτοποιηθεί, και ως εκ τούτου η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επ' αυτού καθίσταται νόμιμη, καθόσον, όπως προεκτέθηκε στην οικεία θέση της νομικής σκέψης, με την ολοκλήρωση του φακέλου τακτοποίησης, τα αυθαίρετα κτίσματα θεωρούνται νόμιμα, δεδομένου ότι θεωρούνται πλέον κατασκευές διατηρούμενες για μία τριακονταετία, και συνεπώς ισχυροποιείται και η σύσταση οποιαδήποτε εμπράγματου δικαιώματος επ' αυτών, εν προκειμένω, δηλαδή, η σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Με βάση τα προαναφερθέντα και, ενόψει του ότι δεν αποδείχτηκε η προϋπόθεση διεξόδου της οριζόντιας ιδιοκτησίας - υπογείου Β' του δεσπόζοντος ακινήτου από άλλο σημείο, εκτός της επίδικης δουλείας διόδου, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, έκρινε διαφορετικά, και συγκεκριμένα ότι το εν λόγω ακίνητο μπορεί να αποκτήσει δίοδο με την κατασκευή εσωτερικής κλίμακας, σε αυτό και στο υπόγειο Α', ώστε αμφότερα να συνδεθούν με το ισόγειο, το οποίο έχει διέξοδο στην οδό ..., κρίση την οποία στήριξε στο συμπτωματικό γεγονός ότι και τα τρία αυτά ακίνητα ανήκουν στην κυριότητα (πλήρη και ψιλή, αντίστοιχα) του ιδίου εκκαλούντος - εναγομένου Ε. Ξ. του Δ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, καθόσον ο τρόπος αυτός καταργεί την αυτοτέλεια των ακινήτων (και των τριών) και καθιστά αδύνατη τη χωριστή και αυτοτελή χρήση τους, γεγονός που δε συνάδει με το καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως αναλύθηκε στην οικεία θέση της νομικής σκέψης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου του 2ου λόγου της έφεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς όλες της τις διατάξεις, και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί η ένδικη αγωγή από αυτό (άρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, ενώ, λόγω της, κατά τα άνω, απόρριψης της ένδικης αγωγής παρέλκει η εξέταση του 3ου λόγου έφεσης - ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, την οποία προτείνουν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι.".
Επειδή, με το άρθρο 25 του ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός" (Γ.Ο.Κ.) (άρθρο 261 του π.δ. 14/1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας") ορίζονται σε σχέση με τις δουλείες σε ακίνητο, τα εξής: "1. Απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στη διάταξη της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες. 2. Δουλείες που έχουν συσταθεί έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν εμποδίζουν την έκδοση οικοδομικής αδείας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οι δουλείες αυτές καταργούνται κατά τη διαδικασία των επομένων παραγράφων, αν εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια για να γίνουν στο δουλεύον ακίνητο κατασκευές ή εγκαταστάσεις που καθιστούν αδύνατη εν όλω ή εν μέρει την άσκηση της δουλείας. Κατ' εξαίρεση δεν υπάγονται στην παράγραφο αυτή η δουλεία διόδου, όπως αυτή ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο. 3) Στον δικαιούχο της καταργούμενης δουλείας καταβάλλεται αποζημίωση. Ο καθορισμός του ποσού της αποζημίωσης, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς γίνεται από το ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το δουλεύον ακίνητο, που δικάζει κατά τις σχετικές διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της δουλείας ή εκείνου στον οποίο έχει χορηγηθεί νόμιμη οικοδομική άδεια, για την εκτέλεση εργασιών ασυμβίβαστων με την άσκηση της δουλείας. 4. Η δουλεία καταργείται με την καταβολή ή κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης. Μετά την κατάργηση επιτρέπεται να εκτελεστούν, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, οι εργασίες τις οποίες εμπόδιζε η δουλεία.". Από τις διατάξεις αυτές, που αποτελούν περίπτωση αποσβέσεως δουλειών από νομικούς λόγους κατά το άρθρο 1136 του Α.Κ. και επαναλαμβάνουν στα βασικά τους σημεία τις ρυθμίσεις που υπήρχαν στο άρθρο 100 του προϊσχύσαντος Γ.Ο.Κ. του έτους 1973 είναι δε ουσιωδώς όμοιες με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 4067/2012 "Νέος Οικοδομικός Κανονισμός", προκύπτει ότι για την κατάργηση των δουλειών κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Γ.Ο.Κ. του έτους 1985, ανεξάρτητα αν οι δουλείες αυτές είναι περιορισμένες προσωπικές ή πραγματικές και αν οι τελευταίες έχουν συσταθεί με σύμβαση ή με χρησικτησία, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: α) Η ολική ή μερική άσκηση της δουλείας να είναι ασυμβίβαστη με την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο δουλεύον ακίνητο, β) για τις εργασίες αυτές να έχει εκδοθεί νόμιμη άδεια της δημόσιας αρχής και γ) να έχει καταβληθεί προηγουμένως στον δικαιούχο η σχετική αποζημίωση. Κατ' εξαίρεση δεν καταργούνται, έστω και αν συντρέχουν όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις: 1) Η δουλεία κοινού σκελετού των όμορων κτιρίων και 2) η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική διέξοδο του δεσπόζοντος ακινήτου (οικοπέδου, κτιρίου ή δομικά αυτοτελούς ορόφου) σε κοινόχρηστο χώρο (Α.Π. 1869/2023, Α.Π. 233/2018, Α.Π. 659/2016, Σ.τ.Ε. 2620/2011).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2021, Ολ.Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ήδη αποσβεσθείσα δουλεία αναβίωσε και πάλι. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προτείνεται, αλλ' είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε ότι ήδη αποσβεσθείσα δουλεία αναβίωσε, αλλ' ότι η αρχικώς δημιουργηθείσα δουλεία παρέμεινε υφισταμένη για τον λόγο ότι οριζόντια ιδιοκτησία του δεσπόζοντος ακινήτου εξακολουθεί να εξυπηρετείται μόνο με τη χρήση της υφιστάμενης δουλείας.
Επειδή, κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ.2 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αφορά ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως η έννοια αυτής οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 του Α.Κ., 323 αριθμ. 5, 897 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στην Χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο ισχυρισμός συνδέεται με νομοθετική ρύθμιση ουσιαστικού η δικονομικού χαρακτήρα κανόνα δικαίου, η οποία προβάλλεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα, και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας ή προκύπτουν από την ίδια την απόφαση (Ολ.Α.Π. 20/2011). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία δικαιούται, ως δεσπόζον ακίνητο, να εξυπηρετείται από την υφιστάμενη πραγματική δουλεία διόδου και τούτο διότι έχει τακτοποιηθεί πολεοδομικά με βάση τις προβλέψεις των άρθρων 23 και 24 του ν. 4014/2011 ενώ ο ν. 4014/2011 είναι αντισυνταγματικός. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, έστω και αν δεν προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και είναι βάσιμος. Συγκεκριμένα, το άρθρο 24 του ν. 4014/2011 αντίκειται στο άρθρο 24 του ισχύοντος Συντάγματος και τούτο διότι ανατρέπει και, σε κάθε περίπτωση, νοθεύει τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, επιφέρει αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων (Ολ.Σ.τ.Ε. 1119/2014). Συνέπεια της αντισυνταγματικότητας της άνω διατάξεως ήταν η ψήφιση του ν. 4178/2013, στον οποίο μετέπεσε αριθμός αιτήσεων πολεοδομικής τακτοποιήσεως ακινήτων (όπως και η ενδιαφέρουσα), με αποτέλεσμα την πολεοδομική τακτοποίηση του ένδικου ακινήτου. Όμως, ο ισχυρισμός για την τελική πολεοδομική τακτοποίηση του ενδίκου ακινήτου (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δεν προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (βλ. τις από 13.06.2019 προτάσεις), ούτε προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση σχετικό έγγραφο, με αποτέλεσμα το ένδικο ακίνητο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να μην έχει αποκτήσει νόμιμα την ιδιότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία στερείται διόδου επικοινωνίας, εφόσον η υπ' αριθμ. .../2001 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας καθόρισε ως οριζόντια ιδιοκτησία τμήμα ακινήτου, πολεοδομικώς ατακτοποίητο.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1577/1985 αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος προβλέπει και, έτσι, εσφαλμένα την εφάρμοσε.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχτηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 28/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε δε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 255/2020). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου, στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης (και πάλιν κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου) στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι η πολεοδομική τακτοποίηση που επέφερε στο ένδικο ακίνητο ο ν. 4014/2011 δεν ήταν δυνατό να επιφέρει αποτελέσματα στον χώρο του αστικού δικαίου και τούτο διότι άλλος ήταν ο σκοπός του άνω νόμου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο διότι αφενός μεν δεν γίνεται στο αναιρετήριο για την παραβιασθείσα διάταξη του ν. 4014/2011 (ή τις παραβιασθείσες διατάξεις αυτού) αφετέρου δε διότι δεν εξηγείται σε αυτόν (αναιρετικό λόγο) η αιτία της αδυναμίας επιρροής της γενόμενης πολεοδομικής τακτοποιήσεως στον χώρο του αστικού δικαίου, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχτηκε αναβίωση αποσβεσθείσης πραγματικής δουλείας διόδου, αλλά εξακολούθηση υπάρξεως υφιστάμενης δουλείας υπέρ του εν λόγω ακινήτου. Επομένως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να αναιρεθεί στο σύνολό της, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Πρέπει, επίσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εφόσον τέτοια σύνθεση είναι δυνατή (άρθρο 580§3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που έχει καταβληθεί από τον αναιρεσείοντα (άρθρο 495§3 εδάφ. προτελευταίο του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του νικώντος αναιρεσείοντος την καταβολή των οποίων αιτείται αυτός, πρέπει, να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής. (άρθρα 176, 179, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.) επιβαλλόμενα κατά ένα μέρος σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3415/09.10.2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση στο άνω Δικαστήριο, συγκείμενο από άλλο δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος προσδιορίζει δε το ποσό αυτών στα χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή