ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1131/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1131/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1131/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1131 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1131/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-υπέρ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: αυτοδιοικουμένου κατά τόπο Ν.Π.Δ.Δ. της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού "Δήμος Πύργου", με έδρα τον Πύργο (Δημαρχιακό Μέγαρο στην κεντρική πλατεία Σάκη Καράγιωργα Πύργου), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος κατοικοεδρεύει στον Πύργο, με ΑΦΜ 997851040 Δ.Ο.Υ. Πύργου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λουμίτη, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Λ. - Μ. Ν. του Χ. και της Γ., κατοίκου ..., 2) Ν. Ν. του Χ. και της Γ., 3) Π. Ν. του Π. και της Π., 4) Ν. Ν. του Π. και της Π., 5) Ι. Α. Ν. του Π. και της Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του προσθέτως, κατ' άρθρο 69 § 1 δ' N. 4182/2013, ΦΕΚ Α' 185, με την υποβολή προτάσεων παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πρίτσινα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-05-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την κρινόμενη από 25.06.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 55/20.05.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, πλην άλλων, απέρριψε την από 12.12.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 6/03.04.2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πύργου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 26.05.2015 και από τα άρθρα 6 παρ. 2 και 17 παρ. 4 του ν. 2664/1998 αγωγή των αναιρεσίβλητων παραλλήλως δε είχε απορρίψει την ασκηθείσα με τις προτάσεις από 17.01.2017 ανταγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 στοιχ. β', 556 παρ.1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 3, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Παραδεκτή είναι και η πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, υπέρ του αναιρεσείοντος, η οποία ασκήθηκε με τις κατατεθείσες στις 02-04-2024 από 01-04-2024 προτάσεις του, κατ' άρθρον 69 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4182/2013 και η οποία πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 573 παρ. 1, 246 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 55/20.05.2020) υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι (Λ. - Μ. Ν. του Χ. και της Γ., Ν. Ν. του Χ. και της Γ., Π. Ν. του Π. και της Π., Ν. Ν. του Π. και της Π., Ι. - Α. Ν. του Π. και της Π. ) ήγειραν κατά του ήδη αναιρεσείοντος οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ("Δήμος Πύργου") την απευθυνθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας από 26.05.2015 αγωγή τους από τα άρθρα 6 παρ. 2 και 17 παρ. 4 του ν. 2664/1998 αγωγή. Ακολούθως, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε με τις από 17.01.2017 προτάσεις του ανταγωγή ενώ πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση άσκησε προφορικώς, με δήλωση της πληρεξούσιάς του, κατά την εκδίκαση των αγωγής και ανταγωγής, το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, κατ' άρθρον 69 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4182/2013. Οι ως άνω αιτήσεις δικαστικής προστασίας συνεκδικάστηκαν κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 6/03.04.2018 οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) με την οποία απορρίφθηκαν η ανταγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση και έγινε δεκτή η αγωγή κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη. Την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλαν με τις από 12.12.2018 και 21.01.2019 εφέσεις τους που απευθύνθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και στράφηκαν κατ' αλλήλων ο ήδη αναιρεσείων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι. Οι άνω έφεσεις συνεκδικάστηκαν στο Τριμελές Εφετείο Πατρών με την, κατ' άρθρον 69 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4182/2013, ασκηθείσα με τις προτάσεις από 20.02.2020 παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 55/20.05.2020 τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12.12.2018 έφεση και η από 20.02.2020 παρέμβαση ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 21.01.2019 έφεση και, εν τέλει, η από 26.05.2015 αγωγή. Την απόφαση αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλε ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α. με την από 25.06.2021 αίτησή του που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και στρέφεται κατά των αναιρεσίβλητων ζητώντας την αναίρεση της προσβληθείσης αποφάσεως για τους λόγους που περιέχονται στο αναιρετήριο. Οι παραδοχές, στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφορά της κρίσεώς του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Στον Πύργο Ηλείας, στις ....1936, απεβίωσε ο Β. Α., στην κυριότητα του οποίου ανήκε ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας, επιφανείας 472,69 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον Πύργο Ηλείας και στη συμβολή των οδών ... Ο ως άνω με την από 28.1.1934 ιδιόγραφη μυστική διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 22/30.3.1936 πρακτικό του Πρωτοδικείου Ηλείας, όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "...αφήνω γενικόν κληρονόμον μου τον υιό μου Α. Β. Α....κατέχω μια ανώγειον οικίαν παρά την οδό ... Πλατεία Δημαρχείου...την άνω οικίαν μου μετά του προαυλίου της δεν θα έχει το δικαίωμα ο κληρονόμος μου και υιός μου Α. να υποθηκεύει και να πωλεί αυτήν απολύτως από καμίαν αιτίαν αλλά μόνον, εφόσον θα ζει αυτός και η οικογένειά του ολόκληρος ως και οι μετ' αυτού κληρονόμοι, έως ου εκλείψει η γενεαλογία των μέχρι 14ης γενεάς και πέραν αυτής θα νέμονται οι κατά καιρούς κληρονόμοι των εισοδημάτων εκ των ενοικίων αυτής και ουδείς θα έχει το δικαίωμα να εκποιεί αλλά ούτε και να υποθηκεύει αυτήν...ύστερον από χρόνους πολλούς εάν εκλείψουν τελείως οι κληρονόμοι του υιού μου Α. και οι μετ' αυτούς ως και η εξ αγχιστείας γενεάς γενεών, τότε αυτοδικαίως η οικία μου θα περιέλθει ως κληρονομίαν της πόλεως Πύργου, δηλαδή εις τον Δήμον Λετρίνων και η οποία θέλει χρησιμεύσει ως Αρσάκειον Διδασκαλείον κορασίων ή και ως Επαγγελματική Σχολή κορασίων... .". Από τις διατάξεις της ως άνω διαθήκης προκύπτει σαφώς ότι ο διαθέτης εγακτέστησε μοναδικό κληρονόμο σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνεται και το προαναφερόμενο ένδικο ακίνητο, τον υιό του Α. Α., με την υποχρέωση, τόσο αυτός, όσο και οι κληρονόμοι αυτού και μέχρις 14ηςγενεάς, να μην το υποθηκεύσουν, ούτε να το εκποιήσουν για οποιαδήποτε αιτία. Με τον τρόπο αυτό, ο διαθέτης, επιθυμώντας να διατηρηθεί το εν λόγω ακίνητο στην οικογένειά του, συνέστησε οικογενειακό καταπίστευμα μέχρι και της 14ης γενεάς. Το οικογενειακό αυτό καταπίστευμα, σύμφωνα με τη Νεαρά 159 κεφ. 3 του Ιουστινιανού, δεν μπορούσε να έχει ισχύ, ούτε και δέσμευε τους κληρονόμους του πέραν της 4ης γενεάς, ενώ μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφαρμόζεται το άρθρο 95 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η ισχύ του περιορίζεται στα πρόσωπα που έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή κατά την εισαγωγή του ΑΚ και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 4ης γενεάς (κατά την εισαγωγή του ΑΚ είχαν γεννηθεί και βρίσκονταν εν ζωή μόνο τα τέκνα του Α. Α., ήτοι οι κληρονόμοι της 2ης γενεάς). Περαιτέρω, όμως και ανεξάρτητα από το ως άνω οικογενειακό καταπίστευμα, ο διαθέτης σύστησε ανεξάρτητο και διαφορετικό καταπίστευμα υπέρ κοινωφελούς σκοπού με καταπιστευματοδόχο τον Δήμο Πύργου. Το εν λόγω καταπίστευμα, που ορίσθηκε με διαθήκη δημοσιευθείσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, μολονότι είχε ήδη λάβει χώρα μια επαγωγή του υπό το κράτος ισχύος του ΑΚ (προς τους κληρονόμους του Α. Α., όταν ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 1969), οπότε η επαγωγή προς τον Δήμο Πύργου θα ήταν δεύτερη επαγωγή, η οποία δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, είναι έγκυρο και ισχυρό, όπως απεφάνθη η υπ' αριθ. 487/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα, το τελευταίο Δικαστήριο, που δίκασε αγωγή των κληρονόμων του Α. Α. κατά του Δήμου Πύργου με την οποία ζήτησαν να κριθεί άκυρο και νομικά ανύπαρκτο το προαναφερόμενο καταπίστευμα κοινωφελούς σκοπού υπέρ του Δήμου Πύργου έκρινε ότι "...ως προς το καταπίστευμα υπέρ του εναγομένου Δήμου, διαταχθέν υπέρ του ως είρηται κοινωφελούς σκοπού, η διαθήκη παραμένει έγκυρος και ισχυρά, διατηρουμένου τούτου εν ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, μη επηρεαζομένης της ισχύος του εκ του μερικώς ανισχύρου της διαθήκης ταύτης ως προς το εν αυτή, χρονικώς προηγούμενον, οικογενειακό καταπίστευμα... .". Από την περαιτέρω επισκόπηση του σκεπτικού της ανωτέρω απόφασης προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η απαγόρευση της δεύτερης επαγωγής του καταπιστεύματος, που προβλέπει το άρθρο 1923 παρ. 2 ΑΚ και ισχύει και σε καταπιστεύματα που διατάχθηκαν από διαθέτη που απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, δεν εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση σε καταπιστεύματα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ προσώπων, που έχουν γεννηθεί και ζουν κατά την εισαγωγή του ΑΚ. Επομένως, δεχόμενος ο Άρειος Πάγος ότι το μεν οικογενειακό καταπίστευμα δεν μπορούσε να ισχύει για πέραν των τεσσάρων διαδοχικών γενεών, σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και πέραν των δύο γενεών, σύμφωνα με τον ΑΚ, αφού κατά τον χρόνο εισαγωγής του ΑΚ ήταν εν ζωή μόνο η δεύτερη γενεά του διαθέτη, το δε καταπίστευμα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ήταν έγκυρο, παρότι είχε μεσολαβήσει ήδη μία επαγωγή μετά την εισαγωγή του ΑΚ, προφανώς αποδεχόταν - μολονότι δεν αναφέρθηκε ρητώς σ' αυτό - και ότι η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η επαγωγή του τελευταίου καταπιστεύματος, ήτοι η τέλεια έκλειψη κληρονόμων του υιού του διαθέτη, θα ήταν άκυρη ως διάταξη διαδοχικού καταπιστεύματος, κατ' άρθρο 1923 παρ. 2 ΑΚ. Δεν θα ήταν λογικά νοητή οποιαδήποτε άλλη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ισχύ της εν λόγω αναβλητικής αίρεσης. Επομένως, παρ' όλο που η κρίση αυτή παραβιάζει την από το άρθρο 1923 παρ. 2 θεμελιώδη αρχή της απαγόρευσης δεύτερης επαγωγής του καταπιστεύματος, σύμφωνα με την οποία δεύτερη επαγωγή του καταπιστεύματος, υπό το κράτος ισχύος του ΑΚ, έστω και υπέρ κοινωφελούς σκοπού, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται ..., ωστόσο δημιουργεί δεδικασμένο που ισχύει υπέρ και κατά των τότε διαδίκων, αλλά και των ειδικών διαδόχων τους (άρθρο 325 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 487/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει του από ....1995 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου της Φλόριντα των ΗΠΑ L. B., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου, μεταβίβασαν την κυριότητα του ένδικου ακινήτου στους Χ. και Π. Ν. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. ....2005 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πύργου Α. Μ. - Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου, ο Χ. Ν. μεταβίβασε σε καθέναν από τους 1η και 2ο των εναγόντων, ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του ακινήτου παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία επί των αντίστοιχων ποσοστών. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθ. ....2005 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πύργου Α. Μ. - Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου, ο Π. Ν. μεταβίβασε σε καθέναν από τους 3η, 4ο και 5ο των εναγόντων, ποσοστά 17/100, 16,50/100 και 16,50/100 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του ακινήτου αντίστοιχα, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία επί των αντίστοιχων ποσοστών. Μετά δε τον θάνατο των ως άνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων, κατά τα έτη 2011 και 2012 αντίστοιχα, οι ενάγοντες απέκτησαν την πλήρη κυριότητα του ένδικου ακινήτου κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Επειδή, οι ενάγοντες είναι ειδικοί διάδοχοι των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι προϋπήρξαν ειδικοί διάδοχοι των κληρονόμων του Α. Α., το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 487/1984 απόφασης του Αρείου Πάγου δεσμεύει και αυτούς στην παρούσα δίκη με τον Δήμο Πύργου, με αποτέλεσμα το υπέρ του τελευταίου καταπίστευμα να κρίνεται έγκυρο και ισχυρό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταβολή της νομολογίας, με την υπ' αριθ. ... απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου δεν επιδρά στο δεδικασμένο της προγενέστερης υπ' αριθ. 487/1984 απόφασης του Αρείου Πάγου ... . Ωστόσο, σε μεταγενέστερο χρόνο και κατόπιν της από 23.5.1996 αγωγής του εναγομένου Δήμου Πύργου κατά των κληρονόμων του Α. Α., καθώς και των δικαιοπαρόχων των εναγόντων (Χ. και Π. Ν.) με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας του από ....1995 συμβολαίου πώλησης του ένδικου ακινήτου, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 15.10.1996 ανταγωγή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων με αίτημα την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του ανωτέρω ακινήτου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 219/1997 αποφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του εναγομένου και έγινε δεκτή η ανταγωγή. Το ως άνω Δικαστήριο κατέληξε στην παραπάνω απόφασή του ακολουθώντας την νομολογία της ..., κρίνοντας ότι το καταπίστευμα υπέρ του εναγομένου είναι άκυρο, κατ' άρθρο 1923 παρ. 2 ΑΚ. Με την κρίση του αυτή, το ως άνω Δικαστήριο παραβίασε το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 487/1984 αποφασης του Αρείου Πάγου, πλην όμως επακολούθησε η υπ' αριθ. 902/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία μεταξύ άλλων έκρινε ότι "...με την υπ' αριθ. 487/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα ότι οικογενειακό καταπίστευμα που συστήθηκε με τη διαθήκη αυτή έχει ισχύ μόνο τέσσερις διαδοχικές γενεές (υποκαταστάσεις), τόσο υπό το προϊσχύον δίκαιο, όσο και υπό την ισχύ του ΑΚ...από την απόφαση αυτή δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα ότι ο Δήμος Πύργου είναι καταπιστευματοδόχος της κληρονομίας του Β. Α., υπό την αναβλητική αίρεση ότι θα εκλείψουν τελείως μέχρι τέταρτης γενεάς οι κληρονόμοι του υιού του Α. Α.... .". Η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση είναι επίσης αντίθετη με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 487/1984 απόφαση, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, με την άποψη που υιοθέτησε η τελευταία, έγινε δεκτό ως έγκυρο το καταπίστευμα υπέρ του εναγομένου, κατ' άρθρο 95 παρ. 1 εδ. β' ΕισΝΑΚ, ως εξαίρεση σε κάθε περίπτωση διαδοχικού καταπιστεύματος, που είναι ανίσχυρο, κατ' άρθρο 1923 παρ. 2 ΑΚ, κατά λογική ακολουθία και της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελεί το καταπίστευμα αυτό. Μάλιστα, η αντίθεση αυτή επαναλήφθηκε και επιβεβαιώθηκε και με την υπ' αριθ. 28/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αναίρεση του εναγομένου κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης κρίνοντας ότι "...το τελεσιδίκως κριθέν δικαίωμα του αναιρεσείοντος (ήτοι το υπέρ του εναγομένου καταπίστευμα) τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τέλειας εκλείψεως των λοιπών δύο γενεών (υποκαταστάσεων), η λειτουργία δε της αιρέσεως αυτής δεν κρίθηκε με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου... .". Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει σύγκρουση αντιφατικών δεδικασμένων, που δεσμεύουν και τους διαδίκους των υπό κρίση υποθέσεων, οπότε υπερισχύει το δεδικασμένο που απορρέει από τη νεότερη απόφαση, ήτοι την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ... . Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το ένδικο ακίνητο καταλείφθηκε ως κληρονομία από τον Β. Α. στον Α. Α. με το βάρος της απαγόρευσης εκποίησής του από τον τελευταίο και τους κληρονόμους του (οικογενειακό καταπίστευμα), βάρος το οποίο μετά την ισχύ του ΑΚ περιορίστηκε μέχρι και την γενεά των κληρονόμων του διαθέτη που είχαν γεννηθεί και βρίσκονταν στη ζωή κατά την εισαγωγή του ΑΚ, ήτοι μέχρι και τη 2η γενεά, που ήταν οι κληρονόμοι του Α. Α. και δικαιοπάροχοι των Χ. και Π. Ν. Παράλληλα, όμως, και ανεξάρτητα από το οικογενειακό αυτό καταπίστευμα, ο διαθέτης συνέστησε με την προαναφερόμενη διαθήκη του καταπίστευμα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ορίζοντας ότι "...ύστερον από χρόνους πολλούς εάν εκλείψουν τελείως οι κληρονόμοι του υιού μου Α. και οι μετ' αυτούς ως και η εξ αγχιστείας γενεάς γενεών..." το ένδικο κληρονομιαίο ακίνητο θα περιέλθει στον εναγόμενο Δήμο υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Από τη σαφή διατύπωση της σχετικής διάταξης της διαθήκης σε συνδυασμό με την προηγούμενη διάταξη με την οποία συνέστησε οικογενειακό καταπίστευμα μέχρι και την 14η γενεά των κληρονόμων του, συνάγεται ότι ο βασικός σκοπός του διαθέτη ήταν να παραμείνει το ένδικο ακίνητο στην οικογένειά του και μόνο στην περίπτωση που θα εξέλιπαν οι κληρονόμοι του υιού του Α., μάλιστα όχι μόνο εξ αίματος, αλλά και εξ αγχιστείας, για οποιονδήποτε λόγο (είτε επειδή δεν θα υπήρχαν, είτε επειδή θα πέθαιναν εκ των υστέρων χωρίς να αφήσουν άλλους κληρονόμους), τότε και μόνο το κληρονομιαίο ακίνητο θα περιερχόταν στον Δήμο Πύργου και για συγκεκριμένο κοινωφελή σκοπό. Δηλαδή, ο διαθέτης ήθελε να διατηρηθεί το ακίνητο στην οικογένειά του σχεδόν για πάντα, καθώς αν ακολουθούσαν 14 γενεές, αυτό ισοδυναμούσε με χρονικό διάστημα περίπου 420 ετών, φρόντισε όμως να ρυθμίσει την περίπτωση που κάποιοι από τους μελλοντικούς κληρονόμους του υιού του θα πέθαιναν χωρίς κληρονόμους (τέκνα ή σύζυγο), οπότε το ακίνητο, αντί να περιέλθει στο Δημόσιο, θα περιερχόταν στον εναγόμενο Δήμο. Παρ' όλα αυτά και ανεξαρτήτως της θέλησης του διαθέτη, το Δικαστήριο αυτό δεσμευόμενο από το δεδικασμένο της προαναφερόμενης ΟλΑΠ 28/2004, κρίνει ότι το ένδικο καταπίστευμα υπέρ κοινωφελούς σκοπού είναι έγκυρο και ισχυρό, πλην όμως τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τέλειας έκλειψης των επόμενων δύο γενεών του διαθέτη (μετά τη γενεά των κληρονόμων του Α. Α.). Περαιτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής είχαν αποβιώσει όλοι οι κληρονόμοι του Α. Α., είχαν, όμως, ήδη γεννηθεί και βρίσκονταν εν ζωή, αφενός κληρονόμοι της 3ης γενεάς και συγκεκριμένα τέσσερα τέκνα της Δ., συζύγου Μ. Γ.: οι Γ.-Σ., Γ. - Ρ., Τ. -Γ. και Γ. - Ν., τέσσερα τέκνα του Β. Α.: οι Μ. Λ. Α., Ν. - Β. Α., Κ. - Γ. Α. και Π. - Ρ. Α., αφετέρου κληρονόμοι και της 4ης γενεάς, καθώς από τους ανωτέρω, οι Κ. - Γ. Α., Γ. - Σ., Γ. - Ρ. και Γ. -Ν. έχουν αποκτήσει δικά τους τέκνα, τα οποία επίσης βρίσκονται εν ζωή. Επομένως, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, δεν είχε πληρωθεί η παραπάνω αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί το καταπίστευμα που συνέστησε ο διαθέτης Β. Α. υπέρ του εναγομένου Δήμου Πύργου, με αποτέλεσμα να μην έχει λάβει χώρα επαγωγή αυτού υπέρ του εναγομένου, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αντίθετων ισχυρισμών τόσο των εναγόντων, όσο και του εναγομένου και των αντίστοιχων δύο πρώτων λόγων της έφεσης των εναγόντων και του δεύτερου λόγου της έφεσης του εναγομένου. To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που είχε απορρίψει την ανταγωγή ως νομικά αβάσιμη, συνεπεία της μη αποδοχής και μεταγραφής του καταπιστεύματος (στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην ανταγωγή, καθόσον ο θάνατος του κληρονομούμενου είχε επέλθει πριν από την εισαγωγή του ΑΚ), έσφαλε στο σημείο αυτό ως προς την εφαρμογή του νόμου και γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης του αντενάγοντος, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και ακολούθως, ν' απορριφθεί η ανταγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς πριν από την επαγωγή του καταπιστεύματος δεν είναι άκυρη η διάθεση του καταπιστεύματος από τους κληρονόμους του Α. Α. στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και δεν έχει αποκτήσει κυριότητα ο καταπιστευματοδόχος εναγόμενος (βλ. ως άνω υπό στοιχείο IV νομική σκέψη). Δυνάμει του από ....1995 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Φλόριντας των ΗΠΑ L. B., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου, στον τόμο 5 και με αριθμό 2603, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων απέκτησαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου την κυριότητα του ένδικου ακινήτου από τους κληρονόμους του Α. Α., ήτοι απέκτησαν με νόμιμο τίτλο την κυριότητα αυτού από τους προηγούμενους συγκυρίους του, οι οποίοι, με τη σειρά τους, το είχαν αποκτήσει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Α. Μάλιστα, το ότι το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας είναι έγκυρο και συνιστά νόμιμο τίτλο μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων έχει ήδη κριθεί και με την υπ' αριθ. 902/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη κατόπιν της υπ' αριθ. 28/2004 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Έκτοτε, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούν αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο αυτό πράξεις νομής με διάνοια συγκυρίων, ισχυρισμός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικότερα από τον εναγόμενο και συγκεκριμένα το επέβλεπαν και το φρόντιζαν, πλήρωναν τους φόρους ακίνητης περιουσίας, δημοτικούς φόρους και τέλη ακίνητης περιουσίας, συντηρούσαν την παλαιά οικία που υπήρχε σ' αυτό και το έτος 2005 υπέβαλαν αίτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 399/2005 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Πύργου, βάσει της οποίας ακολούθησε η κατεδάφιση της ως άνω οικίας και η ανέγερση νέας οικοδομής. Τον Νοέμβριο του 2005, δυνάμει των υπ' αριθ. ....2005 συμβολαίων γονικής παροχής οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων τους μεταβίβασαν την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστά 25/100, 25/100, 17/100, 16,50/100 και 16,50/100 αντίστοιχα, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία, η οποία αποσβέσθηκε με το θάνατο των πρώτων, στις 29.6.2011 και 11.11.2012 αντίστοιχα, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καταστούν πλήρεις συγκύριοι του ακινήτου και κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Οι ενάγοντες συνέχισαν τις πράξεις νομής διανοία κυρίου πάνω στο ακίνητο, όπως προηγουμένως και οι δικαιοπάροχοι τους, προβαίνοντας επιπλέον στη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, στην κατεδάφιση της παλαιάς οικοδομής και στην ανέγερση νέας οικοδομής. Ειδικότερα, ανήγειραν επί του ένδικου οικοπέδου διώροφη οικοδομή, που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους. Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ' αριθ. ....2013 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Πύργου Α. Μ.-Δ., νομίμως μεταγραφείσης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πύργου (τόμος 23, αριθμοί 602 και 603), υπήγαγαν την ως άνω οικοδομή στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνέστησαν 23 οριζόντιες ιδιοκτησίες μετά των αναλογούντων σε καθεμία εξ αυτών ποσοστών συγκυριότητας επί του οικοπέδου. Επομένως, η άσκηση πράξεων νομής από τους ενάγοντες από το έτος 1995 - χρόνος έναρξης νομής των δικαιοπαρόχων τους, ο οποίος προσμετράται στον δικό τους χρόνο νομής, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ - έως και το χρόνο συζήτησης της αγωγής (15.3.2017), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών έχει ως αποτέλεσμα ν' αποκτήσουν οι ενάγοντες την πλήρη κυριότητα του ένδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), χρησικτησία η οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, μπορεί να συμπληρωθεί και επί πραγμάτων που βαρύνονται με καταπίστευμα, καθόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρο 1055 ΑΚ εξαιρούμενα της χρησικτησίας πράγματα, απορριπτομένου ως νομικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη διότι βάσει του ΝΔ 31/1968 απαγορεύεται η χρησικτησία σε βάρος ακινήτων των ΟΤΑ, έσφαλε, καθώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχεία V νομική σκέψη, μέχρι και τον χρόνο επαγωγής του καταπιστεύματος στον καταπιστευματοδόχο δεν μπορεί να γίνει λόγος περί δικαιώματος κυριότητας αυτού, αλλά μόνο για προσδοκία δικαιώματος, η οποία δεν εμποδίζει την κτήση κυριότητας στην κληρονομία από τρίτο με πρωτότυπο τρόπο. Η δε αποκτώμενη με χρησικτησία κυριότητα επί της κληρονομίας δεν καταλύεται με την μεταγενέστερη κτήση της κυριότητας από τον καταπιστευματοδόχο (που στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει επέλθει ακόμη), ακόμη και στην περίπτωση που αυτή έχει αναδρομική ενέργεια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος Δήμος μολονότι γνώριζε την έναρξη της νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων (καθώς είχε ασκήσει σε βάρος τους και σε βάρος των κληρονόμων του Α. Α. την από 23.5.1996 αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας του από ....1995 συμβολαίου αγοραπωλησίας, λόγω μη προσκόμισης βεβαίωσης του οικείου Δήμου ότι δεν οφείλονται τέλη ακίνητης περιουσίας) δεν φρόντισε να διακόψει την χρησικτησία τους, μολονότι μπορούσε να ασκήσει προς τούτο, είτε αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος προσδοκίας του, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ (καθώς διακοπή της χρησικτησίας επιφέρει κάθε διαδικαστική πράξη που καθιστά επίδικο το δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου, ..., είτε διεκδικητική αγωγή, κατ' άρθρο 69 παρ. 1περ. ε' ΚΠολΔ ... . Ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση της αγωγής των εναγόντων με βάση την κτήση κυριότητας λόγω χρησικτησίας είναι καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, διότι η μεταβίβαση του ακινήτου στους δικαιοπαρόχους τους από τους βεβαρυμένους με το καταπίστευμα κληρονόμους του διαθέτη, εν γνώσει όλων ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η θέληση του διαθέτη, μεταβίβαση από την οποία ξεκίνησε η χρησικτησία τους με παράλληλη αδυναμία του εναγομένου να διακόψει αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο, προσκρούει στις αρχές που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Ο ισχυρισμός αυτός, που παραδεκτώς προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατ' άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ ... είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν συμπεριφορά αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο εναγόμενος ήταν αυτός που ενώ γνώριζε την παραπάνω μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν ενήργησε, ενώ μπορούσε, με σκοπό τη διακοπή της χρησικτησίας, στηριζόμενος στο δεδικασμένο της υπ' αριθ. 487/1984 απόφασης του Αρείου Πάγου, που ερχόταν σε αντίθεση τόσο με το σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος με το άρθρο 1923 παρ. 2 ΑΚ απαγόρευσε κάθε δεύτερη επαγωγή του καταπιστεύματος, όσο και κυρίως με τη βούληση του ίδιου του διαθέτη, που είχε εκφρασθεί σαφώς στη διαθήκη του και σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος Δήμος θα αποκτούσε το κληρονομιαίο ακίνητο μόνο στην περίπτωση της τέλειας έκλειψης κληρονόμων του. Με την εισαγωγή του ΑΚ ακυρώθηκε διπλά η βούληση του διαθέτη, τόσο ως προς τη διατήρηση του ακινήτου εντός της οικογενείας του (με απαγόρευση της διάθεσης του ακινήτου που βάρυνε κάθε προηγούμενη γενεά έναντι της επόμενης), όσο και ως προς την επαγωγή του καταπιστεύματος στον Δήμο "ύστερον από χρόνους πολλούς εάν εκλείψουν τελείως οι κληρονόμοι" του υιού του Α. Επομένως, γενομένης δεκτής ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμης της επικουρικής βάσης της αγωγής περί απόκτησης της κυριότητας του ένδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και του αντίστοιχου τέταρτου λόγου της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και ν' αναγνωρισθεί η κυριότητα των εναγόντων, τόσο κατά τον κρίσιμο για τη διόρθωση χρόνο έναρξης της λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πύργου (12.12.2013), οπότε το καταπίστευμα υπέρ κοινωφελούς σκοπού δεν είχε επαχθεί ακόμη στον εναγόμενο, μη πληρωθείσης της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε, όσο και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, οπότε οι ενάγοντες είχαν αποκτήσει την κυριότητα επί του ένδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες τύγχαναν συγκύριοι μόνο κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογικού Γραφείου Πύργου, κρίνοντας περαιτέρω ότι η συγκυριότητά τους θα απολεσθεί μετά την επαγωγή του καταπιστεύματος στον εναγόμενο και την επίκληση της ακυρότητας της αρχικής διάθεσης προς τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο.
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι υπό κρίση εφέσεις, να εξαφανισθεί, για την ενότητα του τίτλου εκτέλεσης, συνολικά η προσβαλλόμενη απόφαση (και ως προς τη διάταξη περί αναγνώρισης της ακυρότητας των υπ' αριθ. .../1985 και .../1999 δηλώσεων αποδοχής καταπιστεύματος, που δεν έχει προσβληθεί με λόγο έφεσης), να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ακολούθως, πρέπει ν' απορριφθεί η ανταγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ' αριθ. .../1985 δήλωσης αποδοχής καταπιστεύματος της συμβολαιογράφου Πύργου Ε. Μ. και της υπ' αριθ. .../1999 συμπληρωματικής πράξης αποδοχής καταπιστεύματος της συμβολαιογράφου Πύργου Μ. Α., β) ν' αναγνωρισθεί ότι τόσο κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογικού Γραφείου Πύργου, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, οι ενάγοντες τύγχαναν συγκύριοι και κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 25/100, 25/100, 17/100, 16,50/100 και 16,50/100 αντίστοιχα, των 23 οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιγράφονται στην υπ' αριθ. .../2013 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Πύργου Α. Μ. - Δ. και οι οποίες έχουν ανεγερθεί επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... στον Πύργο Ηλείας, εμβαδού 472,69 τ.μ., το οποίο έχει ΚΑΕΚ 151777304004/0/0 στο Κτηματολογικό Γραφείο Πύργου, γ) να διαταχθεί η διόρθωση των εσφαλμένων πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να δημιουργηθούν νέοι αριθμοί ΚΑΕΚ για καθεμία εκ των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, να καταχωρηθούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητάς τους με τίτλους κτήσης τα υπ' αριθ. .../2005 και .../2005 αντίστοιχα συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πύργου Α. Μ. - Δ. και να σημειωθεί στα σχετικά κτηματολογικά φύλλα η προαναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας και δ) επί του ακινήτου με ΚΑΕΚ 151777304004/0/0 στο Κτηματολογικό Γραφείο Πύργου ν' αναγραφεί αντί του εσφαλμένου "ΔΗΜΟΣ ΠΥΡΓΟΥ" ως κύριοι οι ενάγοντες δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων γονικής παροχής.".
Επειδή, με τα άρθρα 1923, 1929 και 1930 του Α.Κ. ορίζεται, αντιστοίχως ότι: (Άρθρο 1923) "Ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο.". (Άρθρο 1929) "Αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο και όρισε η κληρονομία ή ποσοστό της να διατηρηθεί στην οικογένειά του, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1923 παρ. 2, θεωρούνται σε περίπτωση αμφιβολίας καταπιστευματοδόχοι, μετά το θάνατο του εγκαταστάτου, όλα τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου το διαθέτη, αν πέθαινε κατά το θάνατο του εγκαταστάτου. Για άλλους απώτερους συγγενείς δεν ισχύει το Οικογενειακό καταπίστευμα.". (Άρθρο 1930) "Αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο και όρισε η κληρονομία ή ποσοστό της να διατηρηθεί στην οικογένεια του κληρονόμου, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1923 παρ. 2 θεωρούνται, σε περίπτωση αμφιβολίας, καταπιστευματοδόχοι, μετά το θάνατο του εγκαταστάτου, όλα τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον κληρονόμο. Για άλλους απώτερους συγγενείς του κληρονόμου δεν ισχύει το Οικογενειακό καταπίστευμα.". Επίσης, με τα άρθρα 92 εδάφ. α' και 95 Εισ. Ν.Α.Κ. ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: (Άρθρο 92 εδάφ. α') "Οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο.". (Άρθρο 95) "Οι διατάξεις των άρθρων 1923 παρ. 2 και 2009 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε καταπίστευμα ή κληροδότημα που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα. Σε κάθε όμως περίπτωση μένουν έγκυρα τα καταπιστεύματα ή τα κληροδοτήματα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ προσώπων που κατά την εισαγωγή του Κώδικα έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή. Οι διατάξεις των άρθρων 1929, 1930 και 2010 εφαρμόζονται και σε οικογενειακό καταπίστευμα ή κληροδότημα, που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα. Πέρα από τα πρόσωπα της οικογένειας που αναφέρονται στα άρθρα αυτά, το καταπίστευμα ή το κληροδότημα αυτό ισχύει και για τα πρόσωπα που αναφέρονται στη Νεαρά 159 κεφ. 3 του Ιουστινιανού, μόνο αν τα πρόσωπα αυτά έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή κατά την εισαγωγή του Κώδικα.". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ..., ότι η θεσπιζόμενη με το άρθρο 1923 παρ. 2 θεμελιώδης αρχή της απαγορεύσεως δεύτερης επαγωγής του καθολικού καταπιστεύματος, υπαγορευθείσα για λόγους προαγωγής της εθνικής οικονομίας, ήτοι προς αποφυγή του κίνδυνου παραμονής σημαντικών περιουσιακών αγαθών αναξιοποίητων, λόγω δεσμεύσεώς τους επί μακρό χρόνο, έχει άμεση εφαρμογή και για τα οικογενειακά καταπιστεύματα που ορίστηκαν με δημοσιευθείσες πριν από τον Αστικό Κώδικα διαθήκες, καθώς και ότι κατ' εξαίρεσιν, και αν ακόμη έχει χωρήσει επαγωγή του καταπιστεύματος αυτού, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, επιτρέπεται μία ακόμη επαγωγή υπό το κράτος της ισχύος του, εφόσον η επαγωγή αυτή γίνεται υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ προσώπου, που ήταν στη ζωή στις 23.02.1946, ημερομηνία της ενάρξεως ισχύος του Αστικού Κώδικα. Δεύτερη όμως επαγωγή του καταπιστεύματος, υπό το κράτος ισχύος του Αστικού Κώδικα, έστω και υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ των άνω προσώπων, που είχαν γεννηθεί και ζούσαν στις 23.02.1946, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται. Υπό την αντίθετη άποψη, εφόσον ο νόμος ταυτίζει τις περιπτώσεις του καταπιστεύματος υπέρ κοινωφελούς σκοπού και εκείνου υπέρ προσώπου ζώντος στις 23.02.1946, θα εδημιουργείτο αδικαιολόγητη ανισότητα νομοθετικής μεταχειρίσεως μεταξύ της τελευταίας ίδιας περιπτώσεως και όλων των άλλων καταπιστευματοδόχων, γεγονός το οποίο δεν ήταν δυνατό να επιτρέψει ο νομοθέτης (Ολ.Α.Π. 8/1995).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 321 του Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (Α.Π. 1255/2015, Α.Π. 1550/2010).

Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (Α.Π. 2028/2014, Α.Π. 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (Α.Π. 1443/2017, Α.Π. 1229/2015, Α.Π. 1397/2012, Α.Π. 1520/2010). Εξαίρεση από τη διπλή αυτή δέσμευση δικαιολογείται, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης. Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα (Α.Π. 869/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (Α.Π. 2028/2014, Α.Π. 156/2013, Α.Π. 1135/2012). Επίσης, το δεδικασμένο, κατ' άρθρον 331 του Κ.Πολ.Δ., εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (Α.Π. 1255/2015, Α.Π. 424/ 2015). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης. Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο - όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα (να αποτελεί) την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο. Ζήτημα, που κρίθηκε "παρεπιπτόντως", νοείται πάντοτε έννομη σχέση (υπό την έννοια που προεκτέθηκε), δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου. "Προδικαστικό ζήτημα" είναι η έννομη σχέση, η ύπαρξη της οποίας, σύμφωνα με το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι νομικά κρίσιμη για τη γένεση της έννομης σχέσεως ή του δικαιώματος, που κατάγεται σε δίκη ως κύριο ζήτημα (Α.Π. 266/2022).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, και 544 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν για την αυτή έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων, αν δεν χωρεί κατ' αυτών αναίρεση ή αναψηλάφηση, δεν καθίστανται ανενεργείς, αλλά ισχύει το δεδικασμένο εκείνο που προέρχεται από τη νεότερη κατ' έκδοσιν απόφαση (Α.Π. 1385/1998). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατ' εκτίμησιν του σχοινοτενούς περιεχομένου του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 55/20.05.2020 τελεσίδικη απόφασή του, κατά παράβαση του νόμου, απέκρουσε την ύπαρξη για την ένδικη υπόθεση δεδικασμένου, όπως αυτός (αναιρεσείων) ισχυρίστηκε, πηγάζον από την υπ' αριθμ. 487/26.03.1984 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της από 12.06.1973 αγωγής των δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιδίκου προέκυπτε από την ως άνω απόφαση και δεν θίχτηκε με την υπ' αριθμ. 902/06.12.2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 28/07.07.2004 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία (εφετειακή απόφαση) εκδόθηκε επί της από 23.05.1996 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων και της από 15.10.1996 ανταγωγής των άνω δικαιοπαρόχων και της οποίας το δεδικασμένο το Δικαστήριο, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδέχτηκε ως νεότερο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κρίνεται αλυσιτελής και τούτο για τον λόγο ότι το δεδικασμένο εκάστης των υπ' αριθμ. 487/26.03.1984 αποφάσεως του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. 28/07.07.2004 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν συγκρούονται όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά είναι διαφορετικά εφόσον αναφέρονται σε διαφορετικές κρίσεις. Ειδικότερα, με την πρώτη απόφαση κρίθηκε ότι το συσταθέν με την από 28.01.1934 μυστική διαθήκη του κληρονομηθέντος Β. Α. υπέρ του αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. είναι έγκυρο και ισχυρό ("... . Ως προς το καταπίστευμα όμως υπέρ του εναγομένου Δήμου, διαταχθέν υπέρ του ως είρηται κονωφελούς σκοπού, η διαθήκη παραμένει έγκυρος και ισχυρά, διατηρουμένου τούτου εν ισχύϊ και μετά την εισαγωγήν του Α.Κ., συμφώνως τη παραγράφω Ι του άρθρου 95 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ., μη επηρεαζομένης της ισχύος του εκ του μερικώς ανισχύρου της διαθήκης ταύτης ως προς το εν αυτή χρονικώς προηγούμενον, οικογενειακόν καταπίστευμα, συμφώνως προς τα εκτεθέντα. ... .", ενώ με τη δεύτερη απόφαση κρίθηκε ότι το ανωτέρω δικαίωμα του αναιρεσείοντος τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τέλειας εκλείψεως των λοιπών δύο γενεών (υποκαταστάσεων), μετά τη γενεά στην οποία ανήκαν οι τέσσερις πρώτοι τότε αναιρεσίβλητοι ["... . Εφόσον όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι οι μεταβιβάσαντες την οικία τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι αποτελούν την δεύτερη γενεά (υποκατάσταση) του οικογενειακού καταπιστεύματος ως τέκνα του αρχικού κληρονόμου του διαθέτου, το τελεσιδίκως κριθέν δικαίωμα του αναιρεσείοντος τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τέλειας εκλείψεως των λοιπών δύο γενεών (υποκαταστάσεων), η λειτουργία δε της αιρέσεως αυτής δεν κρίθηκε με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου. ... ."].
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με εσφαλμένη, αλλ' αντικαθιστάμενη με την της παρούσης αποφάσεως αιτιολογία (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.), κατέληξε σε ορθό διατακτικό.
Επειδή από τις διατάξεις των ν. 114 παρ. 14 έως 18, Πανδ. (30), ν. 29, ν. 32 παρ. 6, ν. 50, ν. 67 παρ. 3, 6 και 7, ν. 69 παρ. 3, ν. 77 παρ. 27, Πανδ. (31), Βασιλ. (44.2) θεμ. 32 παρ. 6, 48, 67 παρ. 3, 4, 73 παρ. 27 Βασ.(44.3) θεμ. 103, ν. 5 Κωδ. (6.83), ν. μον. παρ. 7 Κωδ. (6.51), ν. 3 παρ. 2, 3 Κωδ. (6.43), Βασ. 3 (44.27), ν. 5 Κωδ. (1.14) και Βασιλ. 10 (2.6), συνάγεται, ότι, σε περίπτωση καταπιστεύματος ή κληροδοτήματος (υπό δε τον Α.Κ. καταπιστευτικής υποκαταστάσεως κατά το άρθρο 2009), που υπάρχει και όταν ο διαθέτης, με διαθήκη του, έχει απαγορεύσει στον κληρονόμο του την εκποίηση ορισμένου ακινήτου της κληρονομιάς του, συγχρόνως δε έχει ορίσει να περιέλθει τούτο, μετά τον θάνατο του βεβαρημένου στους εγγονούς του, αν παραβιαστεί η θέληση του διαθέτη και εκποιηθεί το ακίνητο τούτο σε τρίτο, η μεν μεταβίβαση, που αντίκειται σε (44.3) απαγορευτική διάταξη, είναι άκυρη, ο δε κληροδόχος ή καταπιστευματοδόχος μπορεί να διεκδικήσει το αντικείμενο της κληροδοσίας που εκποιήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 55 του Εισ.Ν.Α.Κ. το δικαίωμα της κυριότητας που υφίσταται κατά την εισαγωγή του Α.Κ. διέπεται στο εξής, όσον αφορά την έκταση, το περιεχόμενο, τη μεταβίβαση, την προστασία και την απόσβεση από τις διατάξεις του Α.Κ., ο οποίος καθόρισε ως πράγματα που εξαιρούνται της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας μόνο αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 1055 αυτού. Στα πράγματα αυτά όμως δεν έχει συμπεριλάβει και εκείνα τα οποία αυτός που βαρύνεται με καταπίστευμα ή κληροδοσία επί τούτων εκποιεί προς τρίτο. Κατά συνέπειαν, επί καταπιστεύματος ή κληροδοσίας που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., οπότε, κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή τα άρθρα 1923 παρ. 2 και 2009 του Α.Κ., είναι δυνατή, από την εισαγωγή του Α.Κ. (23.02.1946) η έναρξη και συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, αφού έχει πλέον γεννηθεί η αξίωση προς διεκδίκηση του ακινήτου που εκποιήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (άρθρο 251 του Α.Κ.), γιατί αποτελεί, στην περίπτωση αυτή έκφανση πλήρους και ενεργού δικαιώματος κυριότητας που προϋφίσταται του Α.Κ. και καταλαμβάνεται από το άρθρο 55 του Εισ.Ν.Α.Κ. (Α.Π. 632/1986).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015, Α.Π. 374/2012). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβληθείσα απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέβη ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1055 του Α.Κ. ("Πράγματα που εξαιρούνται από τη χρησικτησία. Εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση ενόσω διαρκούν οι καταστάσεις.") ενώ έπρεπε να δεχτεί, κατ' αναλογικήν ή διασταλτικήν ερμηνεία αυτής, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εξηρημένο χρησικτησίας και, επομένως, δεν ήταν δυνατό, κατά νόμο, να χρησιδεσπόσουν οι αναιρεσίβλητοι επ' αυτού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλεται, αλλ'είναι αβάσιμος τούτο δε διότι η επικαλούμενη διάταξη, ως εισάγουσα εξαίρεση από τον κανόνα, ερμηνεύεται στενά και δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της αναλογικά ή διασταλτικά, πολλώ μάλλον εφόσον υφίστανται διατάξεις του νόμου προβλέποντες διάφορη μεταχείριση.

Επειδή, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 28/2017, Ολ.Α.Π. 6/2016). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 267/2021, Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 60/2025). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της προσαπτόμενης πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι η όλη συμπεριφορά των πρώτων καταπιστευματοδόχων, απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι, καίτοι γνώριζαν την κρίση της υπ' αριθμ. 487/1984 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, εκποίησαν, προφανώς με αναντίστοιχο της συνολικής αξίας του επίδικου ακινήτου, τίμημα, και , με τον τρόπο αυτό, έδωσαν την ευκαιρία στους αναιρεσίβλητους να επικαλεστούν χρησικτησία επί του επιδίκου, ενόψει μάλιστα της αδυναμίας αυτού (αναιρεσείοντος) να ζητήσει δικαστική προστασία, ήταν καταχρηστική, αντίθετη προς τα από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. διαγραφόμενα όρια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων μπορούσε να ζητήσει και του δοθεί δικαστική προστασία, κατ' άρθρα 69 παρ. 1 εδάφ. ε' και 70 του Κ.Πολ.Δ., για τη διασφάλιση του επικαλούμενου δικαιώματός του επί του επιδίκου, με αποτέλεσμα να μην καταστεί η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων και αυτών (αναιρεσίβλητων) καταχρηστική, αντίθετη προς τα από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. διαγραφόμενα όρια. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. , την οποία ουδόλως παραβίασε ευθέως. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως όπως και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, εις βάρος του αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. και του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που κατά το άρθρο 276 του ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Ο.Τ.Α.), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ 134423/08.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.06.2021 αίτηση του Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Πύργου", νομίμως εκπροσωπούμενου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55/20.05.2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ως και την ασκηθείσα με τις από 01.04.2024 προτάσεις του αυτοτελή πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα και το αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, ορίζει δε τα ποσά αυτών σε εξακόσια (600,00) και τριακόσια (300,00) ευρώ αντίστοιχα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή