ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1133/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1133/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1133/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1133 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1133/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Ι., 2) Π. Π. του Γ., κατοίκων ..., 3) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δομίνικο Αρβανίτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/4/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη, από 20.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 22/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 10-10-2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους, κατά της 62/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, και επικυρώθηκε ως προς αυτούς η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29-3-2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και του μη διαδίκου Κ. Σ. κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη σε εκ προθέσεως παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, που οδήγησαν σε παραπλάνησή τους, καθώς και παράνομη και υπαίτια παράλειψη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, της τήρησης της γενικής υποχρέωσης συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας των αναιρεσιβλήτων ως πελατών της, ζήτησαν να τους επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 106.000 ευρώ,στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 25.100 ευρώ και στον τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.350 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και επομένως, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004,ΑΠ 1578/2024,ΑΠ 1512/2021,ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018). Εξάλλου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 855/2019,ΑΠ 660/2019, ΑΠ 602/2018).
3. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ και παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία αυτών (διατάξεων), αλλά και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές μη δεχόμενο ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου για την εξυγίανση των κυπριακών πιστωτικών ιδρυμάτων, και η επακολουθήσασα στις 29.3.2013 υπαγωγή της σε καθεστώς εξυγίανσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου ιδίως υπόψη, του ότι η ζημία εν προκειμένω των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου κατάρτισης των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) και τελικώς επήλθε εξ αιτίας της κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενεστέρως, μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές και της εν συνεχεία απομείωσης της αξίας αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση,το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) αποτελεί τραπεζική εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Κύπρο και ήταν εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπου διατηρούσε υποκαταστήματα έως το έτος 2013. Ο πρώτος των εναγόντων(πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι ελεύθερος επαγγελματίας και η συνεργασία του με την εναγομένη ξεκίνησε στις 20-12-2005, όταν κατήρτισε με αυτή σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Προέβαινε περιστασιακά σε αγοροπωλησίες μετοχών μικρού ύψους. Ο δεύτερος των εναγόντων(δεύτερος αναιρεσίβλητος), ο οποίος ασχολείται με το λιανικό εμπόριο ειδών ιματισμού, από την 16-5-2003 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών διενεργώντας έκτοτε συστηματικά αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Είχε επενδύσει δύο φορές σε αμοιβαία κεφάλαια (το 2005 και το 2007), ενώ στις 28-7-2008 αγόρασε "Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018" έκδοσης της εναγομένης ποσού 10.000 ευρώ και στις 28-5-2009 αγόρασε το επόμενο επενδυτικό προϊόν έκδοσης της εναγομένης "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου" για ποσό 21.000 ευρώ, εκ των οποίων τα 10.000 ευρώ με καταβολή της αξίας από τα "Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018" που προηγουμένως κατείχε. Ο τρίτος των εναγόντων(τρίτος αναιρεσίβλητος) είναι γεωπόνος και είχε προβεί προ του 2011 σε αγορά μετοχών της εναγομένης...... Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται περί ιδιωτών επενδυτών και καταθετών, άλλων πελατών της εναγομένης (πρώτος, δεύτερος και τέταρτος) και άλλων (τρίτου) όχι, οι οποίοι επιδίωκαν την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, τα οποία και αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης, χωρίς να έχουν εξειδικευμένες γνώσεις και επενδυτική εμπειρία, αφού μόνο ο δεύτερος και ο τέταρτος είχαν - και αυτοί πάλι για μικρά σχετικά ποσά όπως αυτά της τάξης των 21.500 ευρώ και 10.000 ευρώ αντίστοιχα που προαναφέρθηκαν - προβεί σε πιο σύνθετες επιλογές (με την αγορά προγενέστερων προϊόντων της εναγομένης, για τα οποία γίνεται ειδικότερα λόγος κατωτέρω) σε σχέση με τη διατήρηση διαρκώς ανανεούμενων προθεσμιακών καταθέσεων ή την αγορά και πώληση μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, επενδυτικές πράξεις με τις οποίες είναι εξοικειωμένος ο μέσος καταναλωτής, γνωρίζοντας ακριβώς τη λειτουργία τους και τους κινδύνους που συνεπάγονται. Το Μάιο του 2011, η εναγόμενη εξέδωσε ένα νέο επενδυτικό προϊόν, υπό την ονομασία "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑ.Ε.Κ)". Τα εκδοθέντα ΜΑΕΚ αποτελούσαν άυλες ομολογίες της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στο άρτιο, διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, είχαν σταθερό επιτόκιο 6,5 % ετησίως για τις πρώτες 10 περιόδους τόκων και δη μέχρι τις 30-6-2016, το οποίο για τον επέκεινα χρόνο μετατρεπόταν σε κυμαινόμενο, ίσο με το εκάστοτε euribor 6 μηνών που θα ίσχυε στην αρχή κάθε περιόδου τόκου, πλέον 3 %. Το εν λόγω προϊόν, σύμφωνα με τους περιληπτικούς όρους έκδοσης του, όπως διαλαμβάνονται στο από 5-4-2011 Ενημερωτικό Δελτίο που εξέδωσε η εναγομένη, αφορούσε σε αξίες αόριστης διάρκειας και δη χωρίς ημερομηνία λήξης, ελάσσονος προτεραιότητας προς τις αξιώσεις πιστωτών της τράπεζας, μεταξύ των οποίων και των καταθετών και ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των κατόχων μετατρέψιμων αξιόγραφων κεφαλαίου και αξιόγραφων κεφαλαίου, δυνάμενες κατ` επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις περιόδους μετατροπής στην καθορισθείσα τιμή μετατροπής, ενώ μπορούσαν κατ'επιλογή της τράπεζας να εξαγοραστούν στο σύνολό τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους στις 30-6-2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται. Προέβλεπαν, επιπλέον, την προαιρετική, κατά την κρίση της Τράπεζας, επιλογή ακύρωσης πληρωμής τόκων, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα και την οικονομική της κατάσταση και την υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκων σε περίπτωση που η τράπεζα δεν πληρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις φερεγγυότητας ως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ακόμη προέβλεπαν όρους υποχρεωτικής μετατροπής του προϊόντος σε συνήθεις μετοχές, σε περίπτωση "γεγονότος έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου" ή "γεγονότος βιωσιμότητας". Γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου εθεωρείτο ότι είχε επισυμβεί (ι) όταν η τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του συστήματος κεφαλαιακής μέτρησης (Basel Capital Αccord) Βασιλεία III, όπου παρουσιάζονται κανονιστικά πρότυπα, που αφορούν την κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα των τραπεζών, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου το ύψος των βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της είναι χαμηλότερο του 5 % ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ, το ύψος των κοινών πρωτοβαθμίων κεφαλαίων είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί είτε (ιι) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους Σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς, ενώ γεγονός βιωσιμότητας ορίζεται (ι) οποτεδήποτε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους του δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε γεγονός βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της ή (ιι) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή την αποφυγή ενδεχομένου πτώχευσης της ή δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της ή σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Επομένως, επί προαιρετικής ή υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκων, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία δεν θα προέβαινε στην καταβολή μερίσματος ή σε οποιαδήποτε έτερη πληρωμή σχετικά με τις συνήθεις μετοχές ή άλλες αξίες της που θα λογίζονταν ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Τα ως άνω προϊόντα, τα οποία ήταν ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetualbonds), έχρηζαν ιδιαίτερης προσοχής ως προς τον τρόπο, με τον οποίο θα προωθούνταν από την εναγομένη, ώστε να εξασφαλίζονται τα επιθυμητά αποτελέσματα. Είναι γεγονός αποδεδειγμένο πλήρως ότι η εναγόμενη παρά την τεταμένη -οικονομικά και πολιτικά- κατάσταση στην Ελλάδα, την συνεχή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητος της Ελλάδος και των ομολόγων της από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης ήδη από τα τέλη του έτους 2009, παρά τις ανησυχίες των οίκων αξιολόγησης για τη μετάσταση της κρίσης και στις κυπριακές τράπεζες, που κατείχαν ομόλογα της Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) και τις δημοσιευμένες δηλώσεις της εναγομένης στις οικονομικές καταστάσεις της του 2010 μέχρι και τον Ιούνιο του 2011 ότι είναι κεφαλαιακά επαρκής, με πολύ ισχυρό δείκτη coretier 1, άνω του 8%, επιδόθηκε σε μια επιθετική-κερδοσκοπική επιχειρηματική πολιτική σε σχέση με το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο και από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Απρίλιο του 2010 αύξησε την έκθεσή της σε ΟΕΔ (2,4 δις ευρώ), την στιγμή που τα ίδια κεφάλαιά της ήταν 2,5 δις ευρώ (συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου σε ποσοστό 80% δίχως λήψη μέτρου μετριασμού του). Λόγω αυτής ακριβώς της άκρως επιθετικής επενδυτικής στρατηγικής, υπέστη ζημία στα ίδια κεφάλαια από την απομείωση της αξίας των ΟΕΔ (2010) ύψους 529.513.000 ευρώ. Επειδή όμως η λογιστική αναγνώριση- αποτύπωση της ζημίας αυτής θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον δείκτη coretier 1, αφενός δεν αποτύπωσε λογιστικά στις οικονομικές της καταστάσεις τη ζημία αυτή, αλλά προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της χωρίς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, παραπλανώντας τους επενδυτές, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες, μέσω των υπαλλήλων των καταστημάτων της στην Ελλάδα ως προς τις προοπτικές και την πραγματική της αξία, την πραγματική της οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα, αφετέρου σχεδίασε και προώθησε, μέσω των ως άνω υπαλλήλων της τα ΜΑΕΚ, τα οποία πέραν των λοιπών δυσμενών όρων, περιείχαν και ρήτρες υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές και υποχρεωτικής αναστολής τόκων, που της παρείχαν ιδιαιτέρως αυξημένες εξουσίες δηλαδή να καθορίζει μονομερώς τις συνθήκες εκείνες που θα οδηγούσαν είτε σε ακύρωση πληρωμής των συμφωνηθέντων τόκων είτε σε μετατροπή των προϊόντων σε συνήθεις μετοχές. Γνώριζε δε ότι το πολύπλοκο αυτό χρηματοοικονομικό προϊόν θα ήταν το "μαξιλάρι" που θα απορροφούσε τις ζημιές από τα ΟΕΔ, που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά δεν είχαν αποτυπωθεί, όπως προεκτέθηκε. Στη συνέχεια αντιλαμβανόμενη την εξαιρετική σπουδαιότητα και σημασία επιτυχούς κάλυψης της έκδοσης των ΜΑΕΚ στο σύνολό τους, εκμεταλλεύτηκε την ασύμμετρη και προνομιακή αυτή πληροφόρηση που είχε σε σχέση με τους ενάγοντες επενδυτές, την ισχυρή οργανωτική και λειτουργική της υποδομή και την εκτεταμένη δυνατότητα διείσδυσης στην περιουσιακή τους σφαίρα, αφού γνώριζε τις καταθέσεις των πελατών της και με ελλιπή και παραπλανητική ενημέρωση και σύσταση, τους έπεισε δολίως να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε αυτά, χωρίς όμως να προβεί στον αναγκαίο έλεγχο συμβατότητος αυτών με τα συγκεκριμένα προϊόντα. Η εναγόμενη γνώριζε ως ενδεχόμενη και αποδέχτηκε την πρόκληση της ζημίας σε βάρος τους ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς της. Έτσι, για την υλοποίηση των στόχων της, ξεκίνησε "εκστρατεία" πώλησης με στόχο την καλύτερη, αποδοτικότερη και γρήγορη προώθηση των προϊόντων, ήτοι στοχοθέτηση του δικτύου για τα καταστήματα ιδιωτών, όπως ρητώς αναφέρεται στο από 4.2012 αυστηρά για εσωτερική χρήση φυλλάδιο της εναγομένης για τα ΜΑΕΚ (σελ 12). Συγκεκριμένα, η Διοίκηση συνέστησε στους αρμοδίους για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων υπαλλήλους της να απευθυνθούν σε πελάτες των καταστημάτων, μετόχους της εναγόμενης τράπεζας ή μη αλλά και στους προθεσμιακούς καταθέτες. Ακολούθησε η αποστολή στα κατά τόπους καταστήματα κάποιων απαραίτητων ενημερωτικών εγγράφων με συχνές ερωτήσεις και απαντήσεις σε σχέση με την έκδοση του μετατρέψιμου ομολόγου καθώς και με τα επιχειρήματα πώλησης αυτού, ενώ ταυτόχρονα προγραμματίστηκαν συναντήσεις και ενημερώσεις με τηλεδιάσκεψη μέσω της εφαρμογής Centra, που επιτρέπει τη σύγχρονη διάδραση των συμμετεχόντων με ήχο και βίντεο. Στις ενημερώσεις αυτές δινόταν έμφαση στα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου προϊόντος για τους πελάτες, καθώς και στο προφίλ των πελατών που θα έπρεπε να προσεγγίσουν, όπως επενδυτές και καταθέτες, μεσαίου και υψηλού οικονομικού επιπέδου με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, που θα δέχονταν να δεσμεύσουν τα χρήματα τους για κάποια χρόνια, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις, από τις συνήθεις καταθέσεις, όπως για παράδειγμα επιτόκιο 6,5%. Επιπλέον αναφέρθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης ότι αυτοί θα έπρεπε να τονίζουν στους υποψήφιους αγοραστές εκείνα τα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα του προϊόντος που θα τους οδηγούσαν στην αγορά του, όπως λ.χ. το γεγονός ότι αυτοί θα απολάμβαναν την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, με υψηλό επιτόκιο και την εξάμηνη απόληψη των τόκων. Ακόμη τους είχαν δώσει σαφείς οδηγίες να "σπάζουν" τις προθεσμιακές καταθέσεις χωρίς ποινή για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν και δεν είχε λήξει η προθεσμιακή τους κατάθεση. Στα πλαίσια της ανωτέρω ακολουθούμενης πολιτικής, τον Μάιο του 2011 οι ενάγοντες προσεγγίστηκαν από το Χ. Μ., αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης του καταστήματος Λιβαδειάς, με τον οποίο έκαστος εξ αυτών συναλλασσόταν και είχε αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης μέχρι τότε, προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματα τους στο ανωτέρω προϊόν, είτε ειδοποιούμενοι τηλεφωνικά είτε σε επίσκεψή τους στο ως άνω τραπεζικό κατάστημα της εναγομένης, οπότε ενημερώνονταν για τον ίδιο σκοπό από τον προαναφερόμενο αρμόδιο υπάλληλό της, ο οποίος του συνιστούσε και μετ' επιτάσεως τους προέτρεπε στην αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ ως νέα επένδυση, χωρίς ρίσκο, ισοδύναμη της προθεσμιακής κατάθεσης. Ο ανωτέρω υπάλληλος παρουσίασε στους ενάγοντες τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) ως ένα ιδιαίτερα επωφελές για αυτούς προϊόν, ενημερώνοντάς τους συνοπτικά ότι αφενός δε θα τους επιβαλλόταν από την εναγόμενη ποινή ένεκα πρόωρης μερικής εξοφλήσεως των προθεσμιακών καταθέσεών τους και ότι μπορούσαν να επενδύσουν στο νέο αυτό προϊόν τα χρήματα που είχαν προηγουμένως επενδύσει σε ΜΧ και σε ΜΑΚ, εκδόσεως της εναγομένης, αφετέρου δε ότι το νέο αυτό τραπεζικό προϊόν ήταν όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, έχοντας πενταετή διάρκεια και σταθερό ετήσιο επιτόκιο ύψους 6,5% με περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου, όπερ είχε ως συνέπεια να υπονοείται ότι ανταποκρίνεται στο προειρημένο και γνωστό στην εναγομένη συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των εναγόντων. Οι ενάγοντες, οι οποίοι πείσθηκαν από τις προηγηθείσες ρητές διαβεβαιώσεις του ανωτέρω υπαλλήλου της εναγομένης περί του ασφαλούς και του επικερδούς σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις χαρακτήρα του προεκτεθέντος νέου τραπεζικού προϊόντος και χωρίς να έχουν κατανοήσει τους κινδύνους, οι οποίοι εμπεριέχονταν σε αυτό, αφού τεχνηέντως δεν τους επισημάνθηκαν, θεώρησαν ότι το εν λόγω προϊόν αποτελεί ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο και ανταποκρίνεται στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ και ως εκ τούτου αποφάσισαν να επενδύσουν τα χρήματα τους αγοράζοντάς το. Για το λόγο αυτό κατήρτισαν στις 10.5.2011 ο πρώτος, στις 5.5.2011 ο δεύτερος, στις 12.5.2011 ο τρίτος ...συμβάσεις συμμετοχής τους στην έκδοση από την εναγομένη των ΜΑΕΚ με τον τίτλο "ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΔΙΑΘΕΤΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" ο πρώτος και ο δεύτερος και με τον τίτλο "ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ/ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ" ο τρίτος...., μέσω των οποίων αγόρασαν από την εναγομένη ΜΑΕΚ συνολικής αξίας 100.000 ευρώ ο πρώτος, 23.100 ευρώ ο δεύτερος (21.000 ευρώ εκ των οποίων από μετατροπή των ΜΑΚ που ως τότε κατείχε), 31.350 ευρώ ο τρίτος και 10.500 ευρώ (από μετατροπή των αντίστοιχης αξίας ΜΑΚ που ως τότε κατείχε).... Προς πιστοποίηση της συνάψεως των προεκτεθεισών συμβάσεων αγοράς εκ μέρους των εναγόντων των ΜΑΕΚ, εκδόθηκαν από την εναγομένη τα αντίστοιχα αποδεικτικά συμμετοχής τους στην έκδοση των ΜΑΕΚ, στα οποία διαλαμβάνεται το επενδυθέν εκεί από έκαστο ενάγοντα κεφάλαιο. Σε προδιατυπωμένο εκ μέρους της εναγόμενης όρο των συμβάσεων αυτών, όπου όμως δεν μνημονεύεται οποιοδήποτε ακριβές χαρακτηριστικό της φύσεως των ΜΑΕΚ, ώστε να δύνανται οι αντισυμβαλλόμενοι ενάγοντες να την αντιληφθούν, αναφέρεται εντούτοις ότι αυτοί βεβαιώνουν πως διαθέτουν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επενδύσεώς τους στα ΜΑΕΚ και δηλώνουν ότι αφενός αποδέχονται τους όρους εκδόσεως και τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο από 5-4-2011 σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης και αφετέρου ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την εναγομένη, οποιοδήποτε υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα ΜΑΕΚ και την απόφαση των εναγόντων να υποβάλουν αίτηση εγγραφής σ` αυτά. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες το ως άνω ενημερωτικό φυλλάδιο, το οποίο, όμως, ακόμη κι αν το είχαν αναγνώσει προσεκτικά δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη λειτουργία του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, τα κρίσιμα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetualbonds) δεν ήταν απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία των perpetualbonds ως ομολόγων ομολογιακού δανείου, να αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο έμπειρο επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους, στον οποίο σαφώς και δεν περιλαμβάνονταν οι ενάγοντες. Σημειώνεται ότι ουδείς των εναγόντων διέθετε οικονομικές και νομικές γνώσεις ή εμπειρία τέτοια που να του επιτρέπει να αντιληφθεί τη φύση, λειτουργία και τον κίνδυνο σύνθετων άληκτων επενδυτικών προιόντων. Ακόμα και όσοι εκ των εναγόντων (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) είχαν εμπειρία μικρότερη (πρώτος και τρίτος) ή μεγαλύτερη (δεύτερος) στην αγορά και πώληση μετοχών ή είχαν πριν την επίδικη επένδυση προβεί περιστασιακά σε αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων (δεύτερος...) δε μπορούν να χαρακτηρισθούν έμπειροι επενδυτές καθόσον αφενός μεν οι αγοροπωλησίες μετοχών και οι επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια είναι απλές και εύληπτες ως προς τη λειτουργία και τη φύση τους επενδυτικές κινήσεις με εμφανείς και ευχερώς κατανοητούς τους κινδύνους που αναλαμβάνονται με αυτές, αφετέρου δε τα ποσά που κάθε φορά επένδυαν οι ενάγοντες ήταν σχετικά μικρά. Ιδιαίτερη εμπειρία και γνώση ως προς σύνθετα επενδυτικά προϊόντα δε μπορεί να συναχθεί όσον αφορά το δεύτερο και τον τέταρτο των εναγόντων ούτε από το γεγονός ότι είχαν αγοράσει προηγούμενα επενδυτικά προϊόντα της εναγομένης και συγκεκριμένα "Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018" και στη συνέχεια "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου", διότι α) η επένδυση σε σύνθετα προϊόντα ήταν περιστασιακή και αφορούσε προηγούμενα προϊόντα της εναγομένης και δη προϊόντα που διέφεραν ουσιωδώς από τα ΜΑΕΚ (ως προς την προαιρετική επιλογή ακύρωσης πληρωμής τόκων, την υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκων, τους περιορισμούς μερίσματος και κεφαλαίου, της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, το γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου, το γεγονός βιωσιμότητας, επιπλέον δε τα ΜΧ δεν ήταν άληκτα προϊόντα), β) είναι αμφίβολο αν οι ενάγοντες που είχαν επενδύσει στα προηγούμενα αυτά προϊόντα κατόπιν παροτρύνσεων υπαλλήλων της εναγομένης είχαν αντιληφθεί την ακριβή φύση των προϊόντων αυτών και τους κινδύνους που ήταν σύμφυτοι με αυτά, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση ήταν μικρότεροι και διαφορετικοί από τους κινδύνους που συνεπάγονταν τα ΜΑΕΚ και γ) σε κάθε περίπτωση η διαδοχική μετατροπή των προγενέστερων προϊόντων της εναγομένης, σε χρονικό σημείο που επέλεγε η ίδια, σε όλο και επισφαλέστερα για τους ενάγοντες και επωφελέστερα για την ίδια (ώστε να εμφανίζεται τεχνητά ενισχυμένη η κεφαλαιακή της επάρκεια), προϊόντα δεν τους επέτρεψε συνειδητοποιήσουν εγκαίρως την ακριβή φύση και τη λειτουργία εκάστου προϊόντος και ιδίως του τελευταίου, αντίθετα προκάλεσε σε αυτούς περαιτέρω σύγχυση, δεδομένου ότι το μόνο που φαινόταν να διαφοροποιεί τα προϊόντα αυτά ήταν το ετήσιο επιτόκιο και η λήξη τους, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη του γεγονότος ότι η μετατροπή κάθε προϊόντος στο επόμενο (ΜΧ σε ΜΑΚ, ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ) γινόταν στην ονομαστική αξία κάθε προγενέστερου προϊόντος και επομένως ευλόγως θεωρούσαν οι ενάγοντες (δεύτερος και τέταρτος) ότι επρόκειτο περί ασφαλών προϊόντων που δεν έχαναν την αξία τους, συνέχιζαν δε κανονικά να αποδίδουν τόκους, όπως ακριβώς τους είχαν διαβεβαιώσει οι υπάλληλοι της εναγομένης. Οι ενάγοντες, επομένως, δεν αντελήφθησαν, ούτε μπορούσαν με βάση τις γνώσεις και την προγενέστερη εμπειρία τους, στοιχεία που ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην εναγομένη, τα χαρακτηριστικά της νέας επένδυσης που τους προτάθηκε, εμπιστευθέντες τις συμβουλές του υπαλλήλου της εναγομένης. Επομένως, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα όσα αντίθετα ρητώς διαλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία προς αποφυγή συνεπειών, σαφώς παρείχε μέσω του ανωτέρω προστηθέντος υπαλλήλου της σύσταση στους ενάγοντες, οι οποίοι διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι αφενός τα επενδυθέντα απ` αυτούς ποσά δεν ήταν, στην πλειονότητά τους τόσο υψηλά και αφετέρου δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση των εναγόντων με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Αλλά και άτυπη συμβουλή να μην υπήρχε, ουδέποτε διενεργήθηκε εκ μέρους της εναγομένης ο επιβαλλόμενος έλεγχος συμβατότητος των συγκεκριμένων επενδυτών. Καθίσται ως εκ τούτου σαφές ότι όλοι οι ενάγοντες, που επιζητούσαν την ασφάλεια των χρημάτων τους, αν γνώριζαν την αλήθεια και αν είχαν επαρκώς ενημερωθεί από την έχουσα προς τούτο υποχρέωση εναγόμενη τράπεζα ότι τα επίδικα προϊόντα ΜΑΕΚ ήταν υψηλού ρίσκου ως υβριδικά, μειωμένης διασφάλισης, υποχρεωτικά μετατρέψιμα χρηματοοικονομικά προϊόντα, άμεσα συνυφασμένα με την οικονομική κατάσταση, την φερεγγυότητα και την επιχειρηματική στρατηγική της εναγόμενης Τράπεζας και ως εκ τούτου τα χρήματά τους δεν ήταν διασφαλισμένα, ότι ήταν άληκτα (αόριστης διάρκειας) και υποχρεωτικά μετατρέψιμα σε μετοχές, και ως εκ τούτου η εναγόμενη δεν είχε καμία υποχρέωση απόδοσης των χρημάτων (προαιρετικό ήταν το δικαίωμα εξαγοράς εκ μέρους της εναγόμενης στην πενταετία), ότι τα ΜΑΕΚ δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες, τις δυνατότητες και τους στόχους τους, ότι ή εναγόμενη Τράπεζα εκμεταλλεύτηκε κακόπιστα την πληροφοριακή ασυμμετρία ανάμεσά τους για να τους προωθήσει πλήρως ακατάλληλα και ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνα επενδυτικά προϊόντα, ότι η εναγόμενη απολάμβανε υπέρμετρα εξουσιαστικά δικαιώματα (λόγω της μειωμένης διασφάλισης, της δυνατότητας ακύρωσης πληρωμής τόκων-της υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές), ότι η εναγόμενη κατ` ουσία καθόριζε ακόμα και την ίδια την αξία των ΜΑΕΚ, η οποία επηρεάζεται από την τιμή διαπραγμάτευσής της μετοχής της εκδότριας, την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας, την προσφορά και τη ζήτηση αλλά και τις γενικότερες χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες δε θα επένδυαν στα επίδικα προϊόντα. Και βέβαια η εναγόμενη τήρησε τυπικά την ειδική νομοθεσία περί δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών, πλην όμως η εκκαλουμένη, διέλαβε στην κρίση της περί της νομικής βασιμότητος της αγωγής τις διατάξεις που κατά την αγωγή παραβίασε η εναγόμενη και υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε αυτές και όχι στις διατάξεις που τήρησε η εναγόμενη για την έκδοση των ΜΑΕΚ. Η παροχή εκ μέρους της εναγομένης επενδυτικών συμβουλών, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίστηκε η ίδια, αποδεικνύεται και από την από ....2014 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδος, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο στην εναγομένη "διότι κατά την προώθηση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) παρείχε επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητος επενδυτών και χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση του ν.3606/2007 και της υπ`αριθ. 1/452/2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς".

Περαιτέρω, με την από 28.4.2014 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επιβλήθηκε πρόστιμο στην εναγομένη για τις ελλιπείς πληροφορίες στο Ενημερωτικό Δελτίο των ΜΑΕΚ 5-4- 2011. Προσέτι δε ο Συνήγορος του Καταναλωτή προέβη στην υπ'αριθ. ....2013 έγγραφη σύστασή του αφού διαπίστωσε την παροχή επενδυτικών συμβουλών της τράπεζας προς τους επενδυτές πελάτες της χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το επενδυτικό τους προφίλ και χωρίς να προσφέρει αντικειμενική και πλήρη ενημέρωση και χωρίς τις προαπαιτούμενες οδηγίες του ν.3606/2007 αναφορικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Κατά συνέπεια, ορθά η εκκαλουμένη έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που η εκδότρια των τίτλων τους διέθετε πρωτογενώς στην αγορά , εφαρμόζεται ο ν. 3606/2007, αφού, όπως πλήρως αποδείχθηκε, η εναγομένη προέβαινε και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών, οι οποίες, σύμφωνα με τον αναλυτικό ορισμό που εμπεριέχεται στην υπ' αριθ. ....2007 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι "μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία: α) παρουσιάζεται κατάλληλη για το σχετικό πρόσωπο ή να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του προσώπου αυτού και β) αποτελεί σύσταση για βα) την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσο, ββ) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει δεδομένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, έγγραφη ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου". Και πάντως, επισημαίνεται και πάλι ότι σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε ο αναγκαίος έλεγχος συμβατότητος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω κίνδυνοι των ΜΑΕΚ πραγματώθηκαν, δοθέντος ότι, ενώ η εναγομένη κατέβαλε έως την 31-12-2011 στους ενάγοντες τόκους (το ύψος των οποίων κατωτέρω μνημονεύεται για έκαστο), εντούτοις στη συνέχεια προέβη, εξαιτίας ακριβώς της οφειλόμενης στην ήδη υπάρχουσα πριν από το έτος 2011 στην Ελλάδα και την Κύπρο προϊούσα οικονομική κρίση ελλείψεως κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας της, στην υποχρεωτική ακύρωση της πληρωμής τόκων ως προς τα εν λόγω αξιόγραφα για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, πράγμα το οποίο οι ενάγοντες αντελήφθησαν τον Ιούνιο του έτους 2012, όταν δεν καταβλήθηκαν οι τόκοι του τελευταίου εξαμήνου. Την 29- 3-2013, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία τέθηκε, δυνάμει του εκδοθέντος, σύμφωνα με τον από το έτος 2013 Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγιάνσεως πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, υπ` αριθ. .../2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως προς τη διάσωσή της με ίδια μέσα, σε καθεστώς εξυγιάνσεως ένεκα της δεινής οικονομικής της καταστάσεως, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια. Δυνάμει των με αριθ. ...-2013 και ...-2013 Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα ΜΑΕΚ μετατράπηκαν σε μετοχές Δ Τάξης με τιμή μετατροπής 1€ (ήτοι στην ονομαστική τους αξία) και με ονομαστική αξία κάθε μετοχής στο 1€ για κάθε ένα ευρώ των παραπάνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών Δ' τάξης από 1€ σε 0,01 € εκάστη, για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εναγόμενης Τράπεζας. Κάθε μία μετοχή Δ` τάξης μετατράπηκε σε συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας 0,01 €. Εν συνεχεία κάθε 100 μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 € εκάστη που ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο ενώθηκαν σε μία συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας 1,00€ εκάστη. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (π.χ. αριθμός μετοχών μικρότερος των 100 που υπολείπονταν ανά μέτοχο) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας. Πλέον όλες οι μετοχές αποτελούσαν μια ενιαία τάξη παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απόληψης μερισμάτων στους μετόχους. Οι προδιαληφθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγόμενης, με βάση την οποία οι ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των κρίσιμων ομολόγων, προκάλεσαν την προαναφερόμενη μονομερή, ελλιπή, ασαφή και παραπλανητική πληροφόρηση των εναγόντων άπειρων αντισυμβαλλομένων αυτής από τον εν πολλοίς ελλιπώς ενημερωμένο και μη εξειδικευμένο στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών υπάλληλό της (διέθετε τη χαμηλότερη πιστοποίηση Α1) σχετικά με τα αγορασθέντα εν συνεχεία απ` αυτούς ΜΑΕΚ. Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη δια του προστηθέντος υπαλλήλου της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Επιπλέον η εναγόμενη υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των εναγόντων και για τον λόγο ότι δια της προπεριγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς των προαναφερομένων οργάνων της, προκάλεσε με δόλο στους ενάγοντες, οι οποίοι ετύγχαναν συντηρητικοί πελάτες αυτής και πάντως όχι επαγγελματίες, την απόφαση επένδυσης στα κρίσιμα ΜΑΕΚ, παριστώντας εν γνώσει της ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν ασφαλή τοποθέτηση όμοια με προθεσμιακή κατάθεση, σταθερό επιτόκιο ύψους 6,5%, περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του επενδυόμενου κεφαλαίου, αποσιωπώντας τους ενσωματωμένους κινδύνους αυτών, προκαλώντας στους ενάγοντες την ως άνω μείωση της περιουσίας τους, καθώς επεδίωκε την εξισορρόπηση της κλονισμένης κεφαλαιακής της επάρκειας, μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τη διάθεση των εν λόγω αξιόγραφων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω. Έτσι συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των τριών πρώτων εναγόντων (για τον τέταρτο γίνεται ειδικότερα λόγος κατωτέρω) για την οποία ευθύνεται η εναγόμενη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ οι ενάγοντες αυτοί υπέστησαν ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και την απατηλή συμπεριφορά των υπαλλήλων - προστηθέντων της εναγομένης, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στην ζημία τους, η οποία συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που έκαστος εξ αυτών κατέβαλε για την αγορά, των ως άνω επενδυτικών προϊόντων και συγκεκριμένα στο ποσό των 100.000 ευρώ για τον πρώτο, 23.100 ευρώ για το δεύτερο και στο ποσό των 31.350 ευρώ για τον τρίτο. Ειδικώς δε όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας που υπέστησαν οι τρεις πρώτοι ενάγοντες, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη, η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας εις βάρος των εναγόντων αντισυμβαλλόμενων πελατών αυτής και καταναλωτών στα πλαίσια της χορηγήσεως σ' αυτούς επενδυτικής συμβουλής και συστάσεως για την αγορά των επίμαχων Μ.Α.Ε.Κ. αντί του προαναφερθέντος τιμήματος, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων. Αυτή δεν ανάγεται αποκλειστικά σε γεγονός ανωτέρας βίας και δη στην προαναφερόμενη απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να θέσει δια του υπ' αριθ. .../2013 Διατάγματος της σε καθεστώς εξυγιάνσεως την εναγομένη προς το σκοπό της ανακεφαλαιοποιήσεώς της με ίδια μέσα, αφού η προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προξενήσει και πράγματι προκάλεσε την προαναφερθείσα ζημία των εναγόντων υπό την έννοια της υπάρξεως ανάμεσα τους, σύμφωνα με αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση, πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Άλλωστε η ως άνω απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, συνιστά απλά τμήμα της περί ης ο λόγος αιτιώδους διαδρομής, αφού ελήφθη με σκοπό την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης και συνεπώς συνιστά "γεγονός βιωσιμότητας", κατά την έννοια του από 5-4-2011 ενημερωτικού δελτίου της, που αποτελεί όρο υποχρεωτικής μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές. Περαιτέρω, η συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία των εναγόντων, αφού αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να παρασχεθεί στους ενάγοντες η αναγκαία ενημέρωση, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο της επένδυσης και να αποφασίσουν εάν θα προβούν σε αυτήν, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης. Αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι αν η επένδυση στα ΜΑΕΚ ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει τη ζημία, γιατί αυτό προϋποθέτει ενσυνείδητη απόφαση των επενδυτών χωρίς τη μεσολάβηση των επενδυτικών συμβουλών της εναγόμενης. Προϋποθέτει με άλλα λόγια ότι θα προέβαιναν στην επίμαχη επένδυση και χωρίς την παροχή των εσφαλμένων, ελλιπών και ακατάλληλων συμβουλών από την εναγόμενη, προϋπόθεση που, όπως αποδείχθηκε, δεν συνέτρεχε. Το κρίσιμο είναι αυτό που αποδείχθηκε ότι η ζημία είναι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της Τράπεζας, η οποία κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα επίμαχα προϊόντα εκδόσεως της, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις που συντήρησε και επέτεινε καθόλη τη διάρκεια της επίμαχης επένδυσης, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της που της επιβάλλονται από το ν. 3606/2007, το ν. 3340/2005, αλλά και από την καλή πίστη. Εάν οι ενάγοντες είχαν την ενδεδειγμένη πληροφόρηση, ήτοι εάν γνώριζαν την αληθή φύση της προταθείσας τοποθέτησης (ΜΑΕΚ), τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, τα προβλεπόμενα δικαιώματα της Τράπεζας και τις μειωμένες υποχρεώσεις που αυτή αναλάμβανε, δεν θα προέβαιναν στην κτήση των εν λόγω σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προεκτεθείσες διατάξεις και ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ότι ο προστηθείς της εναγομένης υπάλληλος ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, όπως προεκτέθηκε, προκάλεσε στους τρεις πρώτους ενάγοντες ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με το νόμιμο λόγο ευθύνης και επομένως πρέπει ως προς τους τρεις πρώτους ενάγοντες να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος έφεσης.....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, δεχόμενο ότι η αναφερομένη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας (εναγομένης) τράπεζας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας των αναιρεσιβλήτων (1ου,2ου και 3ου των εναγόντων),απορρίπτοντας τους σχετικούς πρώτο,δεύτερο,τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τους οποίους (λόγους) παραπονείτο για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής της ευθύνης ως προς την γενόμενη δεκτή και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προϋπόθεση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (Μ.Α.Ε.Κ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τούτο δε διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας. Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης,κατά το πρώτο σκέλος του.

4.Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου, της Εισηγήτριας-Αρεοπαγίτη Βαρβάρας Πάπαρη και της Αρεοπαγίτη Φωτεινής Μηλιώνη, με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα, ορθά τις παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε ,ο δε παραπάνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον: (α) δέχθηκε ότι η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τους άπειρους περί τις επενδύσεις σε ιδιαιτέρως σύνθετα επενδυτικά προϊόντα αναιρεσίβλητους, που είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, πείθοντάς τους με ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση και σύσταση, και κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής καλής πίστης, να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους στα εκδοθέντα από την ίδια ΜΑΕΚ (Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου), υβριδικά και ιδιαιτέρως σύνθετα και πολύπλοκα στην σύλληψη και επενδυτική τους λειτουργία επενδυτικά προϊόντα, τα οποία ως αόριστης διάρκειας, μειωμένης εξασφάλισης, και εξαρτώμενα από την φερεγγυότητα της εκδότριάς τους αναιρεσείουσας Τράπεζας, εμπεριείχαν κινδύνους μη αντιληπτούς από αυτούς, ως ιδιώτες επενδυτές, και τούτο σε συνδυασμό με την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ως κραταιάς Τρεπέζας που εγγυάτο την επιστροφή του κεφαλαίου τους, και (β) ότι μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας των αναιρεσιβλήτων υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τράπεζας ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση και η οποία (ζημία) θα είχε αποφευχθεί αν οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προεκτεθέντα υπαίτιο και παράνομο τρόπο. Ειδικότερα δε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε η προσβαλλομένη τις παραπάνω διατάξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας εξ αιτίας γεγονότος ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα, της αιφνίδιας θέσης της αναιρεσείουσας σε καθεστώς εξυγίανσης βάσει διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΚΤΚ), προς διάσωσή της με ίδια μέσα και αποκατάσταση της κεφαλαιακής της επάρκειας, καθεστώς το οποίο οδήγησε στην ζημία των αναιρεσιβλήτων, συνισταμένη στην απομείωση της περιουσίας τους λόγω της τελικής μετατροπής των ΜΑΕΚ που είχαν αγοράσει, σε μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 0,01 ευρώ. Τούτο, διότι δέχθηκε, ότι η έκδοση του ειδικού νόμου της 22.3.2013 "περί εξυγίανσης τραπεζικών και άλλων ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντα διατάγματα της ΚΤΚ, για την θέση της αναιρεσείουσας τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης, ήσαν μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, υπήρξε η ίδια η αγορά των ΜΑΕΚ, στην οποία οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν παραπλανηθέντες, και στην οποία αυτοί δεν θα προέβαιναν, και συνεπώς δεν θα ζημιώνονταν κατά το ισόποσο, αν γνώριζαν την πραγματική φύση των ΜΑΕΚ, ως λίαν επισφαλών χρηματοοικονομικών προϊόντων, σε συνδυασμό με την ήδη κατά το χρόνο αγοράς τους, δυσχερή οικονομική κατάσταση της εκδότριας τράπεζάς τους, αναιρεσείουσας, στοιχεία για τα οποία, έλαβαν ψευδή, ελλιπή και παραπλανητική ενημέρωση. Συνακόλουθα, ορθώς η προσβαλλομένη κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα πραγματική κατάσταση) έκρινε ότι η αποκαταστατέα ζημία των αναιρεσιβλήτων συνδέεται αιτιωδώς με τη προπεριγραφείσα παράνομη συμπεριφορά και συνίσταται στο χρηματικό ποσό που οι τελευταίοι κατέβαλαν για την εν λόγω επένδυση, αποκαθίσταται δε αυτή αποζημιωτικώς, ταυτιζομένης απολύτως της επένδυσης των αναιρεσιβλήτων σε ΜΑΕΚ με την ισόποση ζημία τους.

Συνεπώς, δεδομένου ότι κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, η ζημία των αναιρεσιβλήτων επήλθε κατά τον χρόνο σύναψης των υπόψη επενδυτικών συμβάσεων, με την διάθεση στην αναιρεσείουσα Τράπεζα ισόποσου με την ζημία τους χρηματικού ποσού, και την κατάρτιση όχι ασφαλούς προθεσμιακής κατάθεσης, όπως συναφώς παραπλανήθηκαν, αλλά με την απόκτηση άληκτων υβριδικών τίτλων χωρίς καμία υποχρέωση της εκδότριας αναιρεσείουσας Τράπεζας στην επιστροφή τους, και χωρίς ουδόλως να επηρεάζεται το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας τους από την μεταγενέστερη χρονικώς θέση της αναιρεσείουσας τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης και την μετατροπή των εν λόγω τίτλων σε απλές μετοχές μηδενικής σχεδόν αξίας, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν προστατευτικό, της ήδη επισυμβάσας κεφαλαιακής ανεπάρκειας της αναιρεσείουσας τράπεζας, μέτρο εκ μέρους της ΚΤΚ και όχι προληπτικό τοιούτο, ορθώς απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως ζήτημα πραγματικό, δεδομένου ότι είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος ή αντίστροφα, καθώς και το εάν μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα. Οι πραγματικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η πρόσφορη αιτία που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορούσε να επιφέρει και επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα, ήταν η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, ως προς τη συνδρομή του αιτιώδους συνδέσμου ως στοιχείο της αδικοπραξίας, τις οποίες διατάξεις το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το οικείο σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος (σχετ.ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024,ΑΠ 940/2023,ΑΠ 796/2023,ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022,ΑΠ 354/2022,ΑΠ 1406/2021,ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 619/2021).

5.Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 563 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Στην αρμοδιότητα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου υπάγονται α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του Νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της Νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, ανατρεπτική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό. Αν όμως το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική". Με τη διάταξη αυτή ορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις υπαγωγής αίτησης αναίρεσης στην αρμοδιότητα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Τέλος, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" ορίζεται ότι μεταξύ των υποθέσεων που υπάγονται στη πλήρη Ολομέλεια, είναι και εκείνες της περίπτωσης δ', δηλαδή οι περιπτώσεις που το τμήμα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της ολομέλειας ή τμήματος του Αρείου Πάγου, για το ίδιο θέμα.

Εν προκειμένω για το ίδιο νομικό ζήτημα έχουν ήδη εκδοθεί οι αποφάσεις ΑΠ 16/2024 Α1 Πολιτικού Τμήματος και ΑΠ 796/2023, 2061/2022, 1083/2022 Α2 Πολιτικού Τμήματος και επειδή το παρόν A1 Τμήμα πρόκειται να εκδώσει αντίθετη απόφαση με τις προηγούμενες θέσεις των Α1 και Α2 Τμημάτων, με πλειοψηφία μιας ψήφου, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος κατά το οικείο σκέλος του της από 20.4.2021 αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 παρ.2 στοιχ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ β', περ.δ' του Ν. 4938/2022, επιφυλασσομένου του Δικαστηρίου για την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ της από 20.4.2021 αίτησης αναίρεσης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" κατά της υπ' αριθ. 22/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή