Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1134 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1134/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο Αλιβέρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Πριόνα. Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... Ευβοίας, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Χαλκίδας, με έδρα το Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Λ. Π., την οποία το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει, το τελευταίο επέδωσε, στην αναιρεσίβλητη, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, η αναιρεσίβλητη πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη, από 11-02-2023, αίτηση αναίρεσης (αριθ. έκθ. κατάθ. 77/2023 και αριθμ. δικογρ. 350/2023) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 249/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί της με αριθμό 3936/256/28-11-2019 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 245/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η από 11-12-2014 ανακοπή προς ακύρωση της υπ'αριθμ. 498/2014 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το Νομικό πρόσωπο "... (...)" διέπεται από τον ιδρυτικό νόμο των ΔΕΥΑ (ν. 1069/1980 ΦΕΚ Α` 191, στο άρθρο 1 παρ.1 του οποίου ορίζεται ότι για την άσκηση πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο και τις μείζονες αυτών περιοχές), δύνανται να συνιστώνται κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως από το νόμο, λειτουργούν υπό τη μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς τη διοίκηση, την οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές χρηματοδοτήσεώς τους από τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος". Σύμφωνα με το άρθρο 252 παρ. 4 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) οι ΔΕΥΑ είναι δημοτικές επιχειρήσεις ειδικού σκοπού. Τέτοιες επιχειρήσεις είναι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), που έχουν συσταθεί με το Ν. 1069/1980, ως ισχύει, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 257 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης των έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α.". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι συμβάσεις προμήθειας που συνάπτουν οι δημοτικές επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως διέπονται (δεδομένου ότι στον ιδρυτικό τους νόμο δεν προβλέπεται ειδικώς) από τις διατάξεις του άνω Κώδικα, έχει δε εφαρμογή για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί από την 1.1.2011 και μετά (ΑΠ 1252/2023). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 209 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), οι προμήθειες των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πάσης φύσεως Συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει, με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ 370/1995 (ΦΕΚ Α` 199), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί από το π. δ. 105/2000 (ΦΕΚ Α` 100) και των αντιστοίχων του π.δ 57/2000 (ΦΕΚ Α` 45). Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΚΠΟΤΑ Απόφαση Υπουργού Εσωτερικών 11389/6-3-1993 ΦΕΚ Β`, 185) οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού έχουν εφαρμογή στις προμήθειες των κάθε φύσεως υλικών, αναλωσίμων ή μη, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 1797/1988, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, που εκτελούνται από τους δήμους, τις κοινότητες, τους συνδέσμους τους, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Εξ άλλου κατά το άρθρο 3 παρ. 3 περ. γ` του ΕΚΠΟΤΑ, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν επίσης να συνάπτουν τις συμβάσεις προμηθειών προσφεύγοντας στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις... (4) Στο βαθμό που είναι απόλυτα αναγκαίο, όταν για κατεπείγοντες λόγους οφειλόμενους σε γεγονότα που δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές, δεν είναι δυνατό να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται στους ανοικτούς ή κλειστούς διαγωνισμούς. Οι περιστάσεις που δικαιολογούν το επείγον δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση, να οφείλονται στις αναθέτουσες αρχές (ΑΠ 493/2020). Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995 ,στις διατάξεις του οποίου υπάγονται οι κάθε είδους συμβάσεις προμήθειας αγαθών που διενεργούνται και από τους Ο.Τ.Α., οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι Ο.Τ.Α., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Ο ν. 2362/1995 "Περί κώδικος Δημόσιου λογιστικού" καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1-1-2015 ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), έχει όμως εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων. Με το άρθρο 2 του ν. 2286/95 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 199 παρ. 1Α περ. 43 ν. 4281/2014) ορίζεται ότι: "1. .... 12. Οι διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων προμηθειών διακρίνονται σε συνοπτικές, ανοικτές, κλειστές και με διαπραγμάτευση : α) Ανοικτές είναι οι διαδικασίες (ανοικτός διαγωνισμός) που κάθε ενδιαφερόμενος προμηθευτής μπορεί να υποβάλλει προσφορά. β) Κλειστές είναι εκείνες (κλειστός διαγωνισμός) που μόνο οι προμηθευτές οι οποίοι έχουν προσκληθεί από το φορέα, που διενεργεί το διαγωνισμό, μπορούν να υποβάλλουν προσφορά. γ) Συνοπτικές (πρόχειρος διαγωνισμός) είναι οι διαδικασίες που διενεργούνται μόνο για τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών αγαθών αξίας κάτω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ECU, ετησίας συνολικής δαπάνης, καθοριζομένης εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ήδη Υπουργού Ανάπτυξης). Στις διαδικασίες των εδαφίων α` και β` απαιτείται προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού. Σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τον ερευνώμενο χρόνο ΥΑ Π1/3305/3.11.2010 (ΦΕΚ Β` 1789/12.11.2010) παρ. 2, ορίζονται τα ακόλουθα: " 2) Καθορίζουμε, σύμφωνα με άρθρο 2 παρ. 12 περ. γ` και παρ. 13 περ. 1 σημείο VIII του ν. 2286/95 (ΦΕΚ Α` 19/1-2-1995) αντιστοίχως την ετήσια συνολική δαπάνη των Προμηθειών κατά κωδικό αριθμό είδους αυτών (του αρχείου ειδών προγράμματος) για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται: α) Με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των 20.000,00 ευρώ άνευ ΦΠΑ. β) Με συνοπτικές διαδικασίες (πρόχειρος διαγωνισμός) μέχρι του ποσού των 60.000,00 ευρώ άνευ ΦΠΑ." Προκειμένου να διαπιστωθεί το ποσό στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη συγκεκριμένης προμήθειας και, κατ` επέκταση, η δυνατότητα απευθείας αναθέσεώς της, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται ετησίως για να καλυφθούν οι ανάγκες του Δήμου σε αγαθά που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συναλλακτικές αντιλήψεις, θεωρούνται όμοια ή ομοειδή ή που, ως εκ της φύσης τους, του αντικειμένου τους ή της λειτουργικότητάς τους, εντάσσονται σε όμοιες ή παρεμφερείς κατηγορίες αγαθών.
Συνεπώς, δεν είναι νόμιμος ο επιμερισμός της κατά τα ανωτέρω συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας αντί της διενέργειας μιας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας - γιατί με τον τρόπο αυτό επιχειρείται, κατά περιγραφή των οικείων διατάξεων, η αποφυγή τήρησης της οριζόμενης από αυτές διαδικασίας του διαγωνισμού (ΕΣ 165/2010). Το δε άρθρο 80 του Ν.2362/1995 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού), που ίσχυε κατά το χρόνο της επίδικης έννομης σχέσης προέβλεπε ότι "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο. Το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εφαρμόζεται αναλόγως και στους Ο.Τ.Α., εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν ήταν ευνοϊκότερες (ΑΠ 1252/2023, 3/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 284/2011). Από τις διατάξεις αυτές που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 80 του ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", (αντικατέστησε το ν.δ. 321/1969 περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού), συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ.1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984,ΑΠ 1252/2023 ΑΠ 1382/2017, ΑΠ 766/2014 ). Αν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.) (ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 766/2014). Την ακυρότητα από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ εγνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παρατύπου συμβάσεως, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημοσίας τάξεως ( ΑΠ 493/2020, ΑΠ 91/2016).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων Από τις ίδιες δε διατάξεις των άρθρων 623 επ. του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αντικείμενο της αίτησης δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης του αιτούντος, αλλά ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Εάν η απαίτηση ή το ποσό αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 του ίδιου Κώδικα, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1130/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 368/2019). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 341/2021, Α.Π. 1094/2020). Περαιτέρω, εάν οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι μόνο τυπικοί, όπως η μη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού αυτής εγγράφως, αντικείμενο της δίκης και, κατά συνέπεια, της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού, με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής, γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή, για την παραδοχή της ανακοπής, δεν αποτελεί προκριματικό ζήτημα η ύπαρξη της απαίτησης και, ως εκ τούτου, δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως αυτό από το δικαστήριο της ανακοπής (ολ. Α.Π. 10/1997, ΑΠ 695/2022, Α.Π. 124/2005).
Σύμφωνα με τη διάταξη από τον αριθμό 1 α` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 10/2011, Α.Π. 349/2021, Α.Π. 341/2021 ). Με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, ήτοι το ανυπόστατο, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 1331/1985). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και, αν, εσφαλμένα, απορρίφθηκε η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης (Ολ.Α.Π. 10/1997, ΑΠ 695/2022 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε τα εξής : "... Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον Ν.Π.Ι.Δ. ισχυρίζεται με το μοναδικό λόγο της έφεσης του, ο οποίος αποτελούσε ομοίως και τον αυτό λόγο της ανακοπής του ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, διότι η καθ' ης εταιρεία δεν τήρησε τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του ν.δ. 496/1974 περί "λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." αναφορικά με τη σύναψη της σύμβασης πώλησης σκυροδέματος, η οποία αποτελεί την αιτία έκδοσης αυτής. Από την επισκόπηση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και την εκτίμηση όλων των προσκομισθέντων για την έκδοση αυτής εγγράφων, καθώς και του συνόλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά τα έτη 2013 και 2014, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης η καθ' ης ομόρρυθμη εταιρεία πώλησε στο ανακόπτον Ν.Π.Ι.Δ. επί πιστώσει σκυρόδεμα και ειδικότερα το ανακόπτον προέβαινε σε παραγγελίες πώλησης του ως άνω εμπορεύματος από την καθ' ης - εφεσίβλητη, η δε τελευταία εξέδωσε τιμολόγια πώλησης επί πιστώσει, συνολικού ποσού 33.420,84 ευρώ, παραδίδοντας το ως άνω εμπόρευμα στον ορισθέντα από το ανακόπτον τόπο προορισμού του εντός των διοικητικών ορίων της περιφέρειας του Δήμου Κύμης- Αλιβερίου, εκδίδοντας τα δελτία αποστολής, τα συνοδεύοντα τα ανωτέρω τιμολόγια πώλησης. Τα ως άνω τιμολόγια πώλησης και τα συνοδεύοντα αυτά δελτία αποστολής προσκομίσθηκαν από την καθ' ης στη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Ωστόσο όμως το ανακόπτον, το οποίο αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ. και όχι Ν.Π.Δ.Δ. σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του ν.δ. 496/1974 περί "λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." δεν διέπουν τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις πώλησης και για το λόγο αυτό ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την κρινόμενη ανακοπή με τον ως άνω λόγο της, ορθά εφάρμοσε με βάση τα ανωτέρω το νόμο. Τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με τον σχετικό λόγο της έφεσης του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της.." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του τελευταίου (αναιρεσείοντος) κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής. Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμ. 1και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την μομφή ότι έπρεπε να ακυρώσει την ως άνω υπ'αριθμ.498/2014 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 33.420,85 ευρώ, ως τίμημα από σύμβαση προμήθειας των αναφερομένων προϊόντων, κατά το μοναδικό λόγο ανακοπής του, ότι ακύρως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού δεν εκτίθενται σε αυτήν, ως προς το τίμημα ποσού 3.505,50 ευρώ για το έτος 2013 αν καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση με τον νόμιμο εκπρόσωπο του, και ως προς το τίμημα ποσού 29.915,34 ευρώ για το έτος 2014 αν η ως άνω προμήθεια έγινε με απευθείας ανάθεση ή μετά από διαγωνισμό, σύμφωνα με τον κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και των ταυτόσημων διατάξεων του Κώδικα Δημόσιου Λογιστικού περί προμηθειών των ΟΤΑ. Στη προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται στην αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής και δεν προσκομίζει ούτε αποδεικνύει κατά το στάδιο της έκδοσής της, ούτε και αναφέρεται στην ανακοπτομένη Διαταγή Πληρωμής, με την οποία υποχρεώνεται το αναιρεσείον να καταβάλει το συνολικά ποσό των 33.420,85 ευρώ και δη από το αναφερόμενο τιμολόγιο πώλησης σκυροδέματος ποσού 3.505,50 ευρώ για το έτος 2013, και από τα αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης σκυροδέματος συνολικού ποσού 29.915,34 ευρώ για το έτος 2014, ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, δηλαδή έγγραφη σύμβαση, αφού το τίμημα για την επίδικη σύμβαση του έτους 2013 υπερέβαινε τις 2.500 ευρώ και ότι προηγήθηκε διενέργεια πρόχειρου διαγωνισμού ή ότι έγινε απευθείας ανάθεση για τις επίδικες συμβάσεις, του έτους 2014, καθόσον η ετήσια δαπάνη τους υπερέβαινε το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με όσα ισχύουν για την σύναψη προμηθειών των ΟΤΑ που ισχύουν και για τις συμβάσεις που συνάπτουν από 1-1-2011 και μετά και οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης όπως το ανακόπτον αναιρεσείον, για την απόδειξη της εγκυρότητας των ως άνω συμβάσεων, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη, κατά τις διατάξεις του Δημοτικού και κοινοτικού κώδικα (άρθρο 257 παρ.2 και άρθρο 209 του ν. 3463/2006), οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 12 περ. γ' και παρ. 13 περ. 1 σημείο VIII του ν. 2286/95 , με την ισχύουσα κατά τον ερευνώμενο χρόνο ΥΑ Π1/3305/3.11.2010 και οι διατάξεις του τότε ισχύοντος Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού (άρθρο 80 του ν. 2362/1995). Ως εκ τούτου ακύρως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ. Επομένως με το να κρίνει το Εφετείο ότι δεν διέπουν τις ως άνω συμβάσεις πωλήσεως οι προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες για την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων απαιτείτο έγγραφος τύπος, υπέπεσε στην πλημμέλεια κατ' εκτίμηση του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. γιατί παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, δηλαδή να προβεί σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, της έλλειψης απόδειξης. Επομένως πρέπει ο ως άνω λόγος να γίνει δεκτός, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στο αναιρεσείον του καταβληθέντος από αυτό, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παράβολου και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του, (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο των άρθρων 276 παρ.1 και 281 πρ.2 του ν.3463/2006 (κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθμ. 249/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος , για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παράβολου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ