Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1135 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1135/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υπόθεσεις μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Αϋφαντή και Αικατερίνη Καφτάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT", που εδρεύει στο Μόναχο της Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξία - Μαρία Γιαγκίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Β. Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT", που εδρεύει στο Μόναχο της Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AΕ (ΣΗΜΕΝΣ Α.Ε. Ηλεκτροτεχνικών Έργων και Προϊόντων)", που εδρεύει στην Αθήνα, Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κρικέτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Αϋφαντή και Αικατερίνη Καφτάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2009 αγωγή και την από 5-1-2011 προσεπίκληση αναγκαίου ομοδίκου - ανακοίνωση δίκης των ήδη Α. αναιρεσιβλήτων και Β. αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1028/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6396/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι διάδικοι με τις από 27-9-2022 και 29-09-2022 αιτήσεις τους αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Εισάγονται προς συζήτηση: 1) η από 27.09.2022 αίτηση αναιρέσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 2) η από 29.09.2022 αίτηση αναιρέσεως των εναγουσών, ήτοι: α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT" και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS ΑΕ", κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 6396/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές, πλην απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 03.04.2017 και 06.04.2017 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αρ. 1028/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30.12.2009 αγωγή των εναγουσών που είχε ως αντικείμενο την κατασκευή εκ μέρους τους και παράδοση στην εναγομένη είκοσι τεσσάρων (24) ηλεκτραμαξών αντί συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 25.454.911.582 δραχμών (τότε) και την προμήθεια των απαιτούμενων ανταλλακτικών και εξαρτημάτων για την συντήρησή τους αντί τιμήματος ύψους 1.401.486.238 δραχμών (τότε) με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ τους υπ' αριθμόν ....1997 Προγραμματική Συμφωνία και την υπ' αριθμόν ....1997 Σύμβαση Διαρκείας (σύμβαση κατασκευής έργου και πωλήσεως ανταλλακτικών ειδών) και υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία (ΟΣΕ ΑΕ) να καταβάλει για δεδουλευμένους τόκους από καθυστερημένες εξοφλήσεις τιμολογίων του εργολαβικού ανταλλάγματος στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 228.538,10 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 45.227,91 ευρώ, ενώ, αναφορικά με τις κατατεθείσες, διαφορετικές από την κάθε μία των εναγουσών, εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως η ίδια απόφαση αναγνώρισε οτι η εναγομένη δεν έχει δικαίωμα να προβεί στην κατάπτωση και είσπραξη των αναλυτικώς αναφερομένων στο διατακτικό εγγυητικών επιστολών, λόγω παύσεως της ισχύος τους, διατάσσοντας και την απόδοση αυτών σε κάθε μία των εναγουσών αντίστοιχα, επ' απειλή χρηματικής ποινής ύψους 2.000 ευρώ για κάθε παράβαση της διατάξεως αυτής, και έτι περαιτέρω, όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα αναγνώρισε οτι η εναγομένη δεν δικαιούται να προβεί σε κατάπτωση εις βάρος της ποινικής ρήτρας ύψους 240.678,62 ευρώ και σε καταλογισμό εις βάρος της τόκων υπερημερίας ύψους 41.027,30 ευρώ λόγω υπαίτιας μη εμπρόθεσμης παραδόσεως των συμβατικών ανταλλακτικών, ενώ, όσον αφορά στην δεύτερη ενάγουσα αναγνώρισε οτι αυτή δεν έχει υποχρέωση παραδόσεως προς την εναγομένη νέων εγγυητικών επιστολών για εκάστη από τις ειδικότερα αναφερόμενες ηλεκτράμαξες. 2.- Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος οτι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 20.11.2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση των αιτήσεων αναιρέσεως στις 27.09.2022 και 29.09.2022 αντίστοιχα δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού ενωθούν και συνεκδικασθούν, κατά το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας καθοτι πλήττουν την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χάριν του αξιώματος της οικονομίας της δίκης, να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Επί της πρώτης, από 27.09.2022, αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ".
3.Α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτώς προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/ 2005, ΟλΑΠ 25/2003). Δεν στοιχειοθετείται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει οτι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα του άνω λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 353/2020), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, ή τη μνεία οτι η απόφαση αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και οτι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μνεία οτι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014) και αν προβάλλεται αντιφατικότητα αιτιολογιών σε τι συνίσταται η αντίφασή τους και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 69/2016). Η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο και της αυτής ακόμη δίκης (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017).
3.Β.- Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ερευνώντας την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά από συνεκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους κάτωθι αναιρετικούς λόγους ζητήματα ως προς την υποχρέωση της αναιρεσείουσας -ως εναγομένης- να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες δεδουλευμένους τόκους λόγω καθυστερημένων εξοφλήσεων τιμολογίων του εργολαβικού ανταλλάγματος, για το δικαίωμά της να προβεί σε κατάπτωση εις βάρος της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσίβλητης ποινικών ρητρών ύψους 240.678,62 ευρώ και σε καταλογισμό εις βάρος της τόκων υπερημερίας ύψους 41.027,30 ευρώ λόγω υπαίτιας μη εμπρόθεσμης παραδόσεως εκ μέρους της των συμβατικών ανταλλακτικών, για το δικαίωμά της να προβεί σε κατάπτωση και είσπραξη των αναφερομένων ειδικότερα εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας, λόγω παύσης της ισχύος τους και την υποχρέωσή της να αποδώσει τις εγγυητικές αυτές επιστολές στην πρώτη αναιρεσίβλητη επ' απειλή χρηματικής ποινής, με βάση την υπ' αριθμόν 39 Προγραμματική Συμφωνία και τη Σύμβαση Διαρκείας 39 κατασκευής έργου 24 ηλεκτραμαξών και πωλήσεως ανταλλακτικών για την συντήρησή τους, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, πλην άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α) Ως προς το αίτημα της πρώτης ενάγουσας περί επιστροφής των επιβληθέντων εις βάρος της ποινικών ρητρών λόγω εκπρόθεσμης παραδόσεως των συμβατικών ανταλλακτικών, την καθυστέρηση που παρουσιάσθηκε στην αποστολή του αναθεωρημένου καταλόγου των ανταλλακτικών αυτών και τις ενστάσεις της εναγομένης περί αοριστίας και καταχρηστικής ασκήσεως του εν λόγω αιτήματος της αγωγής δέχθηκε: (στη 2η σελίδα του 22 Φύλλου έως και την 1η σελίδα του 23ου Φύλλου):
"Περαιτέρω, όσον αφορά τα ανταλλακτικά και εξαρτήματα, που προβλέπονταν στις συμβάσεις να προμηθεύσει ο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ" στην εναγομένη υπήρξε μία καθυστέρηση, που οφείλονταν, όμως, σε καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης στην επιλογή των ανταλλακτικών. Ειδικότερα, αποδείχθηκε οτι στις 10/8/2004 παραδόθηκε από τη δεύτερη ενάγουσα στην εναγομένη ο αναθεωρημένος κατάλογος των συμβατικών ανταλλακτικών της Π Σ 39. Στον κατάλογο αυτό υπήρχαν μόνο οι ονομασίες των ανταλλακτικών και όχι οι κατασκευαστικοί τους αριθμοί, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύγκριση τους με τα ανταλλακτικά, που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο της σύμβασης 5712/1996. Για το λόγο αυτό επιστρέφεται στις ενάγουσες, προκειμένου να συμπληρωθούν οι κατασκευαστικοί αριθμοί των ανταλλακτικών μαζί με συνημμένες καταστάσεις διακίνησης ανταλλακτικών της ως άνω σύμβασης για να ληφθούν υπόψη. Ο αναθεωρημένος κατάλογος με τις συμπληρώσεις υποβάλλεται εκ νέου στην εναγομένη στις 5/11/2004. Στις 13/12/2004 η εναγομένη υποβάλει παραγγελία ανταλλακτικών, που παρεκκλίνει από το Παράρτημα G των συμβάσεων, τόσο κατ' είδος όσο και κατά ποσότητα. Στις 21/4/2005 παραδίδονται από τις ενάγουσες καταστάσεις με τις τιμές κόστους για τα επιπλέον ανταλλακτικά και η εναγομένη ζήτησε χρονικό περιθώριο για να τις ελέγξει. Στις 15/6/2005 η εναγομένη αλλάζει και πάλι την παραγγελία, διοτι από παραδρομή δεν είχε συμπεριλάβει σε αυτή κάποια ανταλλακτικά, ενώ το τελικό κατάλογο της παραγγελίας της τον υποβάλει στις 4/7/2005. Παρολ' αυτά κατέστη αναγκαίο να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις, με αποτέλεσμα η παραγγελία να οριστικοποιηθεί στις 28/11/2005. Επομένως, δεν ήταν δυνατό η πρώτη ενάγουσα να παραδώσει σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων τα ανταλλακτικά, καθώς η εναγομένη καθυστερούσε να καταλήξει στον ακριβή χαρακτήρα της παραγγελίας της, όπως, άλλωστε, και η ίδια αναγνώρισε με την ...-2006 επιστολή της, δηλώνοντας συγχρόνως στις ενάγουσες οτι για το λόγο αυτό θεωρεί εύλογη την καθυστέρηση στην αποστολή της από αυτές. Αίφνης η εναγομένη προέβαλε, στις 4/9/2008, στα πλαίσια μίας προσπάθειας φιλικού διακανονισμού των διαφορών τους σύμφωνα με το άρθρο 17 των ΠΣ/ΣΔ 39 απαιτήσεις κατά της πρώτης ενάγουσας λόγω εκπρόθεσμης παράδοσης των συμβατικών ανταλλακτικών, συνολικού ύψους 281.678,62 ευρώ, ήτοι απαίτηση ύψους 240.678,62 ευρώ για ποινικές ρήτρες και απαίτηση ύψους 41.027,30 ευρώ για νόμιμους τόκους υπερημερίας με την αιτιολογία οτι αναγνωρίζει ευθύνη των υπαλλήλων της για καθυστέρηση μόνο ενός έτους, ενώ για το λοιπό χρονικό διάστημα υφίσταται ευθύνη της πρώτης ενάγουσας, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το κύριο, αλλά και ουσιαστικό βάρος της καθυστέρησης στην παράδοση των συμβατικών ανταλλακτικών το φέρει η ίδια, καθώς η πρώτη ενάγουσα αντιδρούσε εντός ευλόγου και σύντομου χρόνου στις υποδείξεις της, είχε δε παραιτηθεί από κάθε απαίτηση της συνεπεία της οφειλόμενης σ' αυτή (εναγομένη) καθυστέρησή της αποδεσμεύοντας την από το χρονικό ορίζοντα που της έθεταν οι συμβάσεις αναφορικά με την παραγγελία των ανταλλακτικών και εξαρτημάτων.
Εξάλλου, πριν την προβολή αυτού του ισχυρισμού η εναγομένη εξόφλησε αδιαμαρτύρητα το τίμημα των ανταλλακτικών χωρίς να προβάλει απαιτήσεις για ποινικές ρήτρες και υπερημερίες έως τις 4/9/2008 και να παρακρατήσει αντίστοιχα ποσά από τα τιμολόγια, όπως είχε πράξει για τις ηλεκτράμαξες, αλλά και χωρίς να δίνει μία λογική και πειστική εξήγηση για την όψιμη προβολή των παραπάνω απαιτήσεων. Επομένως, το σχετικό αίτημα της πρώτης ενάγουσας να αναγνωρισθεί οτι η εναγομένη δεν δικαιούται να προβεί σε κατάπτωση σε βάρος της ποινικής ρήτρας, ύψους 240.678, 62 ευρώ και σε καταλογισμό σε βάρος της τόκων υπερημερίας ύψους 41.027,30 ευρώ είναι ουσιαστικά βάσιμο, σημειουμένου οτι τα παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, δεν είναι αόριστο, αφού τα αναφερόμενα από αυτήν ως ελλείποντα, κατά την άποψη της, στοιχεία, που αφορούν στον υπολογισμό του ύψους του ποσού της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε και των τόκων υπερημερίας που επιβλήθηκαν, το οποίο (ύψος) δεν αμφισβητείται από κανένα από τα διάδικα μέρη, δεν αποτελεί κρίσιμο ερειζόμενο προς απόδειξη θέμα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί οτι, εάν και η εναγομένη επικαλείται καθολική καταχρηστική άσκηση της αγωγής, κατά την ανάλυση του ισχυρισμού της αυτού δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά με τα οποία να επιχειρεί να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση της αγωγής κατά το παραπάνω αίτημα της και γι' αυτό στην παρούσα δεν θα περιληφθεί αιτιολογία για απόρριψη ή αποδοχή του ισχυρισμού σχετικά με το αίτημα αυτό. Β) Ως προς την υπαίτια εν μέρει καθυστέρηση αποπληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, την υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσείουσας να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 228.538,10 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 45.227,91 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού που ισούται με τις δόσεις του εργολαβικού ανταλλάγματος που καθυστέρησε να τους καταβάλει και την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών ως προς το παραπάνω αίτημά τους, δέχθηκε (στην 1η σελ. του 23ου Φύλλου έως και την 2η σελ. του 32ου Φύλλου): "Επίσης, όσον αφορά το αίτημα των εναγουσών για επιδίκαση των δεδουλευμένων τόκων επί των τμηματικών πληρωμών για τις ηλεκτράμαξες και για τα ανταλλακτικά αποδείχθηκε οτι: Σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΣΔ39 ορίζεται οτι η πληρωμή των ηλεκτραμαξών και των ανταλλακτικών θα γίνει ως εξής: Α. Για το μέρος που αφορά την πρώτη ενάγουσα (αρχικώς, αλλά και μετά τη συγχώνευση της με την "KRAUS S ΜΑΡΡΕΙ Verkehrstechnik Gmbh") σε τρεις (3) τμηματικές πληρωμές για τις ηλεκτράμαξες και μία (1) τμηματική πληρωμή για τα ανταλλακτικά. Ειδικότερα, η ενεργοποίηση της σύμβασης θα αρχίσει με την καταβολή της πρώτης τμηματικής πληρωμής, ήτοι ποσοστού 20% του συνολικού βασικού τιμήματος των ηλεκτραμαξών και των ανταλλακτικών αναθεωρημένο σύμφωνα με τα άρθρα 7.2 κα 7.3, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην πρώτη ενάγουσα, άτοκα. Η πληρωμή συμφωνήθηκε να γίνει με άνοιγμα ενέγγυων και ανέκκλητων πιστώσεων υπέρ της πρώτης ενάγουσας μέσω τραπεζών στη Γερμανία, οι οποίες θα έχουν εκδώσει τις εγγυητικές επιστολές προκαταβολών μετά την έκδοση των εγγυητικών επιστολών και βάσει των οποίων (εγγυητικών) η μεσολαβούσα τράπεζα επιλογής της εναγομένης θα καταβάλει τα δικαιούμενα ποσά των προκαταβολών έναντι των κάτωθι δικαιολογητικών: α) Προτιμολόγια σε έξι (6) αντίγραφα που θα αναφέρουν το συνολικό τίμημα των ηλεκτραμαξών και των αντίστοιχων ανταλλακτικών και θα περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος πληρωμής, β) Ισόποσες εγγυητικές επιστολές προκαταβολών αναγνωρισμένης τράπεζας πρώτης τάξεως οι οποίες θα είναι γραμμένες σύμφωνα με το υπόδειγμα, που επισυνάπτεται στη ΣΔ Παράρτημα D4. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές της πρώτης τμηματικής πληρωμής θα αποδεσμεύονται τμηματικά την "ημερομηνία παράδοσης" των ηλεκτραμαξών και των ανταλλακτικών για τα αντίστοιχα ποσά με εκείνα των τμηματικών παραδόσεων. Οι αποδεσμεύσεις των εγγυητικών επιστολών συμφωνήθηκε να γίνονται με εντολή της εναγομένης προς την μεσολαβούσα τράπεζα (άρθρο 8.1.1.1 της ΣΔ39). Η δεύτερη τμηματική πληρωμή ποσοστού 70% του μέρους του αναθεωρημένου βάσει του άρθρου 7.2 συμβατικού τιμήματος συμφωνήθηκε να πραγματοποιείται για κάθε ηλεκτράμαξα σε κάθε τμηματική παράδοση σύμφωνα με το συμβατικό χρονοδιάγραμμα παραδόσεων, εν προκειμένω το πίνακα 6Β της από 28/2/2003 τροποποιητικής σύμβασης, άτοκα με την κατάθεση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής της κάθε ηλεκτράμαξας στο εργοστάσιο της πρώτης ενάγουσας στο Μόναχο με την κατάθεση στην εναγομένη τιμολογίων σε τρία (3) αντίτυπα πλήρως εξοφλημένα, που θα καλύπτουν το 70% της συνολικής αξίας κάθε ηλεκτράμαξας πλέον του αντίστοιχου ποσού χορηγηθείσης προκαταβολής και πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής της κάθε ηλεκτράμαξας στο εργοστάσιο της πρώτης ενάγουσας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2.4.1 του Β' Παραρτήματος, ήτοι (άρθρο 8.1.1.2 της ΣΔ39). Η τρίτη τμηματική πληρωμή (αποπληρωμή) ίση με το 10% του αναθεωρημένου σύμφωνα με το άρθρο 7.2 της ΣΔ39 βασικού τιμήματος της κάθε ηλεκτράμαξας συμφωνήθηκε να πληρωθεί στην πρώτη ενάγουσα με την οριστική παραλαβή με την κατάθεση στην εναγομένη τιμολογίων σε τρία (3) αντίτυπα, που θα καλύπτουν το 10% της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας και του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής κάθε ηλεκτράμαξας όπως προβλέπεται στο άρθρο 2.4.7 του Παραρτήματος Β' (άρθρο 8.1.1.3 της ΣΔ 39). Για τα ανταλλακτικά συμφωνήθηκε οτι ποσοστό 80% αναπροσαρμοσμένο με βάση το άρθρο 7.3 κάθε τμηματικής παράδοσης ανταλλακτικών, που παραγγέλονται μαζί με τις ηλεκτράμαξες συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην πρώτη ενάγουσα με την κατάθεση στην εναγομένη φορτωτικής σιδηροδρομικής μεταφοράς DUPLICATA, καθαρής χωρίς σημειώσεις ή επιφυλάξεις, σφραγισμένης στο σταθμό αναχώρησης, που θα εκδοθεί στο όνομα της εναγομένης με προορισμό το Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και θα αναφέρει τον αριθμό της σύμβασης και την ένδειξη "κόμιστρα πληρωθέντα", και τιμολογίων σε δώδεκα (12) αντίτυπα στο όνομα της εναγομένης δεόντων εξοφλημένα, στα οποία θα αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το συνολικό τίμημα των αποστελλομένων ανταλλακτικών και το αιτούμενο ποσό πληρωμής με ανάλυση του τρόπου πληρωμής και αναφορά των ΑΦΜ της εναγομένης και της πρώτης ενάγουσας, καθώς και πιστοποιητικού, που θα αποδεικνύει τον κοινοτικό χαρακτήρα των ανταλλακτικών και όπου απαιτείται πιστοποιητικού προέλευσης, καταλόγου συσκευασίας, εφόσον απαιτείται, σε έξι (6) αντίτυπα, που να φαίνεται το καθαρό και το μικτό βάρος των αποστελλομένων ειδών, ασφαλιστήριου συμβολαίου, που να καλύπτει την αξία των ανταλλακτικών, ισχύος 90 ημερών από την εκφόρτωση αυτών στο τόπο προορισμού, καθώς και κάθε άλλου δικαιολογητικού, που ήθελε θεσμοθετηθεί και τυχόν απαιτηθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης (άρθρο 8.1.1.4) της ΣΔ39). Β. Για το μέρος που αφορά τη δεύτερη ενάγουσα σε τρεις (3) τμηματικές πληρωμές και αφορούσε μόνο την αξία των ηλεκτραμαξών. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η ενεργοποίηση της σύμβασης να αρχίσει με την καταβολή ατόκου της πρώτης τμηματικής πληρωμής ποσοστού 15% του συνολικού τιμήματος των ηλεκτραμαξών, αναπροσαρμοσμένου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7.1 της σύμβασης (άρθρο 8.1.2.1 της ΣΔ39), η δεύτερη τμηματική πληρωμή ποσοστού 15% του βασικού τιμήματος των ηλεκτραμαξών, αναπροσαρμοσμένου σύμφωνα με το άρθρο 7.1 της σύμβασης συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί άτοκα μετά την έναρξη της κατασκευής, που θα πιστοποιηθεί από επιτροπή της εναγομένης, ως έναρξη δε κατασκευής συμφωνήθηκε να λογίζεται η παρουσίαση στην επιτροπή παραλαβής πρωτοκόλλου παραλαβής έτοιμου πλαισίου της πρώτης ηλεκτράμαξας, ήτοι της ηλεκτράμαξας ... (άρθρο 8.1.2.2. της ΣΔ39). Οι ως άνω τμηματικές πληρωμές συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθούν υπό τον όρο κατάθεσης εξοφλητικής απόδειξης, ισόποσων εγγυητικών επιστολών προκαταβολής ως και το άρθρο 8 της ΠΣ 39 αναγνωρισμένης τράπεζας σύμφωνα με το υπόδειγμα του Παραρτήματος ΔΙ, φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και πρωτοκόλλου παραλαβής με υπογραφή από την επιτροπή παραλαβής ετοίμου πλαισίου της πρώτης ηλεκτράμαξας, ήτοι της ηλεκτράμαξας 120007 (για τη δεύτερη τμηματική πληρωμή), συμφωνήθηκε δε οτι οι εγγυητικές επιστολές θα αποδεσμεύονται μερικώς σύμφωνα με το ρυθμό υπογραφής των πρωτοκόλλων προσωρινής παραλαβής και με την αναλογούσα αξία των πραγματοποιούμενων εκάστοτε τμηματικών παραδόσεων και μάλιστα εντός μηνός από την ημερομηνία υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων (άρθρο 8.1.2.4 της ΣΔ39). Η αποπληρωμή προς τη δεύτερη ενάγουσα συμφωνήθηκε να γίνει σε δύο (2) στάδια, ως εξής: 1. Ποσοστό 60% του αναθεωρημένου τιμήματος στο συμβατικό χρόνο παράδοσης κάθε ηλεκτράμαξας στο εργοστάσιο της πρώτης ενάγουσας με την προσκόμιση τιμολογίου σε τρία (3) αντίτυπα εξοφλημένου, που θα καλύπτει το 60% της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας, πλέον των ποσών της πρώτης και δεύτερης τμηματικής πληρωμής, φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 2.4.1 του Β' Παραρτήματος, και 2. Ποσοστό 10% του αναθεωρημένου τιμήματος στο συμβατικό χρόνο παράδοσης κάθε ηλεκτράμαξας στο δίκτυο της εναγομένης με την προσκόμιση τιμολογίου σε τρία (3) αντίτυπα εξοφλημένου, που να καλύπτει το 10% της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας, φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και πρωτοκόλλου τελικής παραλαβής της ηλεκτράμαξας στο δίκτυο της εναγομένης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2.4.7 του Β' Παραρτήματος. Για αμφότερες τις ενάγουσες συμφωνήθηκε οτι σε περίπτωση απορριπτικού πρωτοκόλλου παραλαβής δεν θα γίνεται εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος προς αυτές μέχρι την επιδιόρθωση ή την αποκατάσταση και την έκδοση πρωτοκόλλου τελικής ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής, ενώ για το έλεγχο των τιμολογίων στην εναγομένη αφήνεται χρονικό περιθώριο 15 ημερών από την ημερομηνία καταχώρισης στο βιβλίο εισερχομένων εγγράφων της, ενώ μετά την παρέλευση 45 ημερών, ήτοι 15 ημερών από την ως άνω καταχώριση πλέον 30 ημερών για τις διαδικασίες πληρωμών στις τράπεζες, οι ενάγουσες θα έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν τόκου σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ39 (άρθρο 8.2 της ΣΔ39). Ειδικότερα, όσον αφορά προς τις τμηματικές πληρωμές στην πρώτη ενάγουσα αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα: A) Η Β' τμηματική πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος πραγματοποιήθηκε για τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ... και ... στις 22/12/2004, στις 22/12/2004, στις 22/12/2004, στις 22/12/2004, στις 26/8/2005, στις 26/8/2005, στις 5/7/2005, στις 26/8/2005, στις7/6/2007, στις 26/8/2005, στις 26/8/2005, στις 10/8/2006, στις 28/9/2005, στις 2/9/2005, στις 29/8/2005, στις 2/9/2005, στις 2/9/2005 στις 20/10/2005, στις 13/1/2006, στις 13/1/2006 και στις 6/6/2006. Όσον αφορά την ηλεκτράμαξα ... ναι μεν το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2004) υποβλήθηκε στην εναγόμενη στις 14/11/2004 και πληρώθηκε στις 22/12/2004, ήτοι μετά την παρέλευση των 45 ημερών, που καθόριζαν οι συμβάσεις ως περίοδο χάριτος, όμως δεν οφείλονται δεδουλευμένοι συμβατικοί τόκοι επί του ποσού, για το οποίο εκδόθηκε στην πρώτη ενάγουσα, διοτι απαραίτητη προϋπόθεση για τη γέννηση τους, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συμβατικούς όρους, που προεκτέθηκαν, που έπρεπε να συντρέχει σωρευτικώς με την υποβολή του τιμολογίου είναι και η κατάθεση πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής με την έννοια οτι αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την επιτυχή εκτέλεση των προβλεπόμενων ποιοτικών και ποσοτικών ελέγχων και χωρίς επιφυλάξεις από την εναγομένη. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη όσον αφορά την ως άνω ηλεκτράμαξα, της οποίας η προσωρινή παραλαβή στις 24/6/2006 είχε ακυρωθεί λόγω υπέρβασης των συμβατικώς προβλεπόμενων ανοχών στα πλαίσια ορισμένων φορείων και επαναλήφθηκε μετά τη διευθέτηση του προβλήματος με την υποβολή της μελέτης του ΕΜΠ στις 28/2/2007. Οπότε μόνη η υποβολή του ως άνω τιμολογίου και η παρέλευση 45 ημερών από αυτή δεν αρκούν για την έναρξη τοκογονίας επί του αντίστοιχου ποσού, ακόμη και εάν αυτό καταβλήθηκε από την εναγομένη. Το ίδιο ισχύει και για την ηλεκτράμαξα ... η οποία για τον ίδιο λόγο με την ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 28/2/2007, ενώ το αντίστοιχο τιμολόγιο με αριθμούς ...-2004 και εκδόθηκε και υποβλήθηκε στην εναγομένη πριν την προσωρινή παραλαβή), και την ηλεκτράμαξα ..., που παραλήφθηκε προσωρινώς στις 20/3/2007 και το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2004) είχε εκδοθεί πριν την προσωρινή παραλαβή και δεν είχε γίνει δεκτό από την εναγομένη, όπως συνέβη και με τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ... και ..., διοτι αυτές παραλήφθησαν προσωρινώς λόγω προβλημάτων που προεκτέθηκαν στις 16/2/2005, στις 2/6/2005, στις 19/5/2005 και στις 2/6/2005, αντίστοιχα. Και για τις ηλεκτράμαξες αυτές η πρώτη ενάγουσα είχε υποβάλλει τα αντίστοιχα τιμολόγια στην πρώτη εναγομένη προς εξόφληση της Β' δόσης του εργολαβικού ανταλλάγματος των ως άνω ηλεκτραμαξών, με αριθμούς ..., ...-2005, ...-2005 και ...-2005, τα οποία, όμως, δεν έγιναν δεκτά λόγω έκδοσης τους πριν την προσωρινή παραλαβή των ηλεκτραμαξών, η δε πρώτη ενάγουσα δεν επικαλείται οτι μετά την προσωρινή παραλαβή εξέδωσε και υπέβαλε νέα τιμολόγια στην πρώτη εναγομένη, ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο εάν μέχρι το χρόνο αποπληρωμής τους Β' δόσης από την εναγομένη είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των 45 ημερών. Επομένως, τα αντίστοιχα αιτήματα για επιδίκαση στην πρώτη ενάγουσα συμβατικών δεδουλευμένων τόκων, ύψους 10.312,83 ευρώ, 10.609, 15 ευρώ, 204.531,23 ευρώ, 51.634,83 ευρώ, 23.677,78 ευρώ, 38.853,79 ευρώ και 19.933,11 ευρώ είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα. Για τις λοιπές ηλεκτράμαξες και με βάση τη Β' τμηματική πληρωμή, όπως το εργολαβικό αντάλλαγμα της πρώτης ενάγουσας είχε αναπροσαρμοσθεί μετά την οριστικοποίηση στων δεικτών αποδείχθηκε οτι: 1) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι 32 ημερών, καθώς το τιμολόγιο, αφού είχε προηγηθεί προσωρινή παραλαβή της στις 28/9/2004, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 30/9/2014, κατέστη ληξιπρόθεσμο μετά την πάροδο των 45 ημερών, που είχαν προβλεφθεί συμβατικώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ως περίοδος χάριτος, χωρίς να έχει συμφωνηθεί άλλη τέτοια περίοδος, στις 14/11/2004 και πληρώθηκε στις 22/12/2004. Την υποχρέωσή της αυτή αναγνώρισε, άλλωστε, και η εναγομένη με το υπ' αριθμ. ...-2006 έγγραφό της και το συνημμένο σ' αυτό πίνακα υπολογισμού τόκων. Η πρώτη ενάγουσα αιτείται το ποσό των 8.950,40 ευρώ, υπολογίζοντας τους τόκους με συμβατικό επιτόκιο 4.7450 % ετησίως (βλ. υπ' αριθμ. ...-2005 έγγραφο της εναγομένης), εάν και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, θα έπρεπε να υπολογισθούν με επιτόκιο 5,1709% και ανέρχονται, έτσι, στο ποσό των 9.380,35 ευρώ, πλην όμως ενόψει του αιτήματος της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) δεν θα ληφθεί υπόψη το ποσό αυτό κατά τον καθορισμό της συνολικής υποχρέωσης της εναγομένης. 2) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 38 ημερών στο ποσό του 1.946.262,71 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2004) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 26/8/2004 στην εναγομένη στις 30/9/2004, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45 ημερών στις 14/11/2004 και πληρώθηκε από αυτή στις 22/12/2004, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με συμβατικώς καθορισμένο επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 10.623,04 ευρώ, 3) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 244 ημερών στο ποσό του 1.948.238, 89 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2004) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 28/10/2004 στην εναγομένη στις 10/11/2004, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 25/12/2004 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 26/8/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 62.656,45 ευρώ, 4) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 201 ημερών στο ποσό του 1.947.709,44 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2004) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της την ίδια ημέρα στην εναγομένη στις 1/11/2004, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 16/12/2004 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 5/7/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 51.600,50 ευρώ, 5) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι, ύψους 12.500,54 ευρώ, το οποίο αναγνωρίζει με το ως άνω υπ' αριθμ. ...-2006 έγγραφό της η εναγομένη, ενώ το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής κατά το υπερβάλλον ποσό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθώς και για αυτή την ηλεκτράμαξα η πρώτη ενάγουσα επικαλείται υποβολή τιμολογίου (...-2004), που εκδόθηκε και υποβλήθηκε πριν την προσωρινή παραλαβή της στις 17/1/2005 και για το λόγο αυτό δεν έγινε δεκτό ( βλ. το με αριθμό πρωτ. ...-2005 έγγραφο της Επιτροπής Ελέγχου Μεγάλων Συμφωνιών), χωρίς επίκληση έκδοσης και υποβολής νέου τιμολογίου, 6) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι, ύψους 12.492,33 ευρώ, το οποίο αναγνωρίζει με το ως άνω υπ' αριθμ. ...-2006 έγγραφό της η εναγομένη, ενώ το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής κατά το υπερβάλλον ποσό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθώς και για αυτή την ηλεκτράμαξα η πρώτη ενάγουσα επικαλείται υποβολή τιμολογίου (...), που εκδόθηκε και υποβλήθηκε πριν την προσωρινή παραλαβή της στις 15/3/2005, ήτοι στις 1/3/2005 και για το λόγο αυτό δεν έγινε δεκτό βλ. το με αριθμό πρωτ. ...-2005 έγγραφο της Επιτροπής Ελέγχου Μεγάλων Συμφωνιών), χωρίς επίκληση έκδοσης και υποβολής νέου τιμολογίου, 7) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι, ύψους 12.397,27 ευρώ, το οποίο αναγνωρίζει με το ως άνω υπ' αριθμ. ...-2005 έγγραφό της η εναγομένη, ενώ το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής κατά το υπερβάλλον ποσό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθώς και για αυτή την ηλεκτράμαξα η πρώτη ενάγουσα επικαλείται υποβολή τιμολογίου (...-2005), που εκδόθηκε και υποβλήθηκε στις 1/3/2005 στην εναγομένη, ήτοι πριν την προσωρινή παραλαβή της στις 20/4/2005. 8) Για την ηλεκτράμαξα ... δεν οφείλονται τόκοι διοτι αυτή παραλήφθηκε προσωρινώς στις 10/5/2006 και η Β' τμηματική πληρωμή εξοφλήθηκε από την εναγομένη στις 10/8/2006 καθώς και για αυτή την ηλεκτράμαξα η πρώτη ενάγουσα επικαλείται υποβολή τιμολογίου, που εκδόθηκε και υποβλήθηκε πριν την ως άνω προσωρινή παραλαβή της, ήτοι στις 7/3/2005, χωρίς επίκληση έκδοσης και υποβολής νέου τιμολογίου μετά την προσωρινή παραλαβή, ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο εάν η ως άνω εξόφληση ήταν εκπρόθεσμη, 9) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 32 ημερών στο ποσό του 1.995.884,36 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2005) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 2/6/2005 στην εναγομένη στις 7/6/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 28/7/2005 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 29/8/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 8.418,20 ευρώ, 10) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 28 ημερών στο ποσό του 1.995.908,58 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2005) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 8/6/2005 στην εναγομένη στις 21/6/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 5/8/2005 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 7.366,01 ευρώ, 11) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 7 ημερών στο ποσό του 1.996.590,30 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2005) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 9/8/2005 στην εναγομένη στις 29/8/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 13/10/2005 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 20/10/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 1.842,13 ευρώ, 12) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 48 ημερών στο ποσό του 1.997.502,96 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2005) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 12/10/2005 στην εναγομένη στις 26/11/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 26/1/11/2005 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 13/1/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 12.637,54 ευρώ, 13) Για την ηλεκτράμαξα 120 029 οφείλονται τόκοι 32 ημερών στο ποσό του 1.998.184,32 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 28/10/2005 στην εναγομένη στις 4/11/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 12/12/2005 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 13/1/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 8.427,90 ευρώ, και, 14) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 150 ημερών στο ποσό του 2.030.265,40 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Β' τμηματική πληρωμή, καθώς το, αντίστοιχο τιμολόγιο (υπ' αριθμ. ...-2005) υποβλήθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή της στις 23/11/2005 στην εναγομένη στις 30/11/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 7/1/2006 και πληρώθηκε από την εναγομένη στις 6/6/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 40.142,02 ευρώ, ήτοι η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα για συμβατικούς δεδουλευμένους τόκους επί της Β' τμηματικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος το συνολικό ποσό των 250.055,33 ευρώ, έναντι του οποίου έχει καταβάλει το ποσό των 141.598,86 ευρώ, όπως συνομολογεί η ίδια η ενάγουσα, και, άρα απομένει ένα υπόλοιπο, ύψους 108.456,47 ευρώ, το οποίο οφείλεται μέχρι σήμερα. Β) Όσον αφορά το αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης του ποσού των 68.504, 15 ευρώ για συμβατικούς δεδουλευμένους τόκους επί της Γ' τμηματικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι η αποπληρωμή του τιμήματος των ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ..., ..., 120,017, 120 018, ..., ..., ..., ..., 120 024, ..., ..., ..., ..., 120 029 και ... αναπροσαρμοσμένου κατά τους ορισμούς των συμβάσεων μετά την οριστικοποίηση των δεικτών, αποδείχθηκε οτι με τα τιμολόγια που απέστειλε η πρώτη ενάγουσα στην εναγομένη για τη Β' Τμηματική πληρωμή ορίσθηκε οτι για την καταβολή αυτής (Γ Τμηματικής Πληρωμής) απαιτούνταν μόνο η υπογραφή του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής για να αρχίσει να τρέχει η περίοδος χάριτος των 45 ημερών, εντός της οποίας η πληρωμή θα ήταν εμπρόθεσμη, πρόταση που αποδέχθηκε η εναγομένη. Επομένως, 1) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 129 ημερών στο ποσό των 278.429,30 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 11/3/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 23/5/2005. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 4.778,65 ευρώ, 2) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 142 ημερών στο ποσό των 278.429,30 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 23/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 7/10/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 26/2/2007, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 5.211,19 ευρώ ημερών, 3) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 126 ημερών στο ποσό των 278.318,84 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 23/3/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 8/5/2005. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 4.237,71 ευρώ, 4) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 40 ημερών στο ποσό των 278.244,21 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 6/6/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/7/2005. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 1.557,02 ευρώ, 5) Για την ηλεκτράμαξα ..., που παραδόθηκε οριστικώς στις 24/3/2005, οφείλονται τόκοι, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) από 15/4/2005 95 ημερών στο ποσό των 278.527,45 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του έως την πληρωμή του από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.487,59 ευρώ, 6) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 76 ημερών στο ποσό των 278.698,51 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 4/5/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 19/6/2005. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 2.720, 17 ευρώ, 7) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 33 ημερών στο ποσό των 278.696,91 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 16/6/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 31/7/2005. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 2/9/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 1.196,87 ευρώ, 8) Για την ηλεκτράμαξα 120 018 οφείλονται τόκοι 119 ημερών στο ποσό των 278.795,86 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή στις 15/9/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 30/10/2007. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 26/2/2007, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 4.372,87 ευρώ, 9) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 80 ημερών στο ποσό των 278.884,70 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 22/7/2005, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 5/9/2005. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 24/11/2005, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 2.940,68 ευρώ, 10) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.126,34 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.645,38 ευρώ, 11) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.124, 86 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.645,36 ευρώ, 12) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.129,80 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.645,42 ευρώ, 13) Για την ηλεκτράμαξα 120 024 οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 282.212,11 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.646,48 ευρώ, 14) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.227,19 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.646,67 ευρώ, 15) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.307, 53 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.647,70 ευρώ, 16) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.341,11 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.648,13 ευρώ, 17) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.357,57 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξα; πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγόμενη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.648,34 ευρώ, 18) Για την ηλεκτράμαξα 120 029 οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 285.454,90 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.649,58 ευρώ, και 19) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται τόκοι 97 ημερών στο ποσό των 290.052,20 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή και το οποίο ενόψει του οτι η οριστική παραλαβή της ως άνω ηλεκτράμαξας πραγματοποιήθηκε στις 7/8/2006, κατέστη ληξιπρόθεσμο με την πάροδο 45ημέρου στις 21/9/2006. Το ως άνω ποσό πληρώθηκε από την εναγομένη στις 27/12/2006, ήτοι οφείλεται υπολογιζόμενο με επιτόκιο 4.7450% ετησίως το ποσό των 3.708,36 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 67.034,17 ευρώ, το οποίο οφείλεται μέχρι σήμερα. Όμως όσον αφορά τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... πρέπει να σημειωθεί οτι εάν και είχαν υπογραφεί τα πρωτόκολλα οριστικής παραλαβής στις ως άνω ημερομηνίες, το θέμα της οριστικής τους παραλαβής παρέμενε ανοικτό έως τις 3/8/2006, σύμφωνα με όσα προ εκτέθηκαν, όταν και επιλύθηκαν τα προβλήματα με τη ζεύξη των συρμών Desiro και την είσοδο νερού στα κιβώτια, ενώ δε παρέμενε ανοικτό η εναγομένη κατέβαλε στην πρώτη ενάγουσα τις τμηματικές πληρωμές και μάλιστα για ορισμένες ηλεκτράμαξες (λχ. ..., ..., ...) και πρόσθετη αποζημίωση για καθυστέρηση στην τελική πληρωμή. Κατά συνέπεια, οι αντίστοιχες απαιτήσεις της πρώτης ενάγουσας ασκούνται αντίθετα στην αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των παροχών (άρθρο 288 του ΑΚ), καθώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, όφειλε να ανεχθεί την καθυστέρηση στην πληρωμή της Γ' τμηματικής πληρωμής των ως άνω ηλεκτραμαξών μέχρι την επίλυση των τεχνικών προβλημάτων, που εμφανίσθηκαν κατά το στάδιο των τελικών δοκιμών και, άρα, πρέπει τα αιτήματα επιδίκασης τους ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα. Γ) Η εξόφληση του τιμήματος των ανταλλακτικών αποδείχθηκε οτι έγινε καθυστερημένα από την εναγομένη: 1) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, ποσού 261.959,51 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 9/11/2005 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 3/10/2005) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 24/12/2005, πληρώθηκε δε στις 6/6/2006, ήτοι με 164 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4.7450 % ετησίως στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους5.662,55 ευρώ, 2) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορούσε τη δεύτερη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 5.38.942, 57 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγόμενη στις 19/10/2005 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 3/10/2005) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 11/12/2005, πληρώθηκε δε στις 10/7/2006, ήτοι με 211 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται στην πρώτη ενάγουσα υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο ως άνω επιτόκιο από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 14.988,52 ευρώ, 3) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την τρίτη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 423.137,72 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 4/8/2006 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 18/5/2006) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 22/9/20006, πληρώθηκε δε στις 3/2/2007, ήτοι με 134 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται στην πρώτη ενάγουσα υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 7.473,40 ευρώ, 4) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την τέταρτη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 65.154,89 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 4/8/2006 ( ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 29/6/2006) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 22/9/20006, πληρώθηκε δε στις 3/2/2007, ήτοι με 134 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 2.483,40 ευρώ, 5) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την τέταρτη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 362.538,62 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 4/8/2006 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 29/6/2006) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 22/9/20006, πληρώθηκε δε στις 3/2/2007, ήτοι με 134 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 6.403,14 ευρώ, 6) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την πέμπτη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 11.597,53 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 2/11/2006 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 25/10/2006) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 17/12/2006, πληρώθηκε δε στις 12/5/2006, ήτοι με 146 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση επιτόκιο 4,7405% ετησίως στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 223,18 ευρώ, 7) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την πέμπτη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 84.063,37 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 2/11/2006 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 25/10/2006) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 17/12/2006, πληρώθηκε δε στις 12/5/2007, ήτοι με 146 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 1.617,68 ευρώ, 8) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την έκτη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 1.234.992,38 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 23/3/2007 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 22/3/2007) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 7/5/2007, πληρώθηκε δε στις 28/11/2007 ήτοι με 305 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 33.369,67 ευρώ, 9) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την έβδομη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 12.937,39 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 23/3/2007 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 8/2/2007) και, άρα, σύμφωνα με όσα προεκτάθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 7/5/2007, πληρώθηκε δε στις 28/11/2007, ήτοι με 205 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 349,57 ευρώ, και 11) Το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, που αφορά την όγδοη παράδοση των ανταλλακτικών, ποσού 17.322,27 ευρώ, υποβλήθηκε στην εναγομένη στις 12/9/2007 (ημερομηνία πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής 27/7/2007) και, άρα, σύμφωνα με όσα προ εκτέθηκαν κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 27/10/2007, πληρώθηκε δε στις 11/2/2008, ήτοι με 107 ημέρες καθυστέρηση. Επομένως, οφείλονται υπολογιζόμενοι με βάση το ίδιο επιτόκιο στην πρώτη ενάγουσα από την εναγομένη συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι, ύψους 244,30 ευρώ, ήτοι οφείλεται το συνολικό ποσό των 73.966,15 ευρώ, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Εξάλλου, και η ίδια η εναγομένη αναγνώρισε οτι οφείλει για την αιτία αυτή στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.094,37 ευρώ, η διαφορά δε στο ποσό που ζητεί η πρώτη ενάγουσα με την αγωγή οφείλεται στο οτι, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη θεωρεί οτι η καθυστέρηση στην παραγγελία των ανταλλακτικών οφείλεται από ένα χρονικό σημείο και μετά στην ως άνω ενάγουσα, ισχυρισμός που έχει ήδη απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των (108.456,47 ευρώ + 67.034,17 - 20.918,69 για Γ' τμηματική πληρωμή ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ... ..., ... και ... ευρώ + 73.966,15 ευρώ =) 228.538,10 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους λόγω καθυστέρησης εξόφλησης των ως άνω τμηματικών πληρωμών του εργολαβικού ανταλλάγματος. Όσον αφορά τις τμηματικές πληρωμής προς τη δεύτερη ενάγουσα αποδείχθηκε οτι: Α) Η Γ τμηματική πληρωμή του εργολαβικού της ανταλλάγματος, όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε μετά την οριστικοποίηση των δεικτών, για τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., 120 015, ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ... και ... έπρεπε να γίνει με την προσωρινή παραλαβή αυτών, η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως έχει ήδη προεκτεθεί, στις 28/2/2007, στις 28/2/2007, στις 28/9/2004, στις 26/8/2004, στις 16/2/2005, στις 28/10/2004, στις 21/10/2004, στις 17/1/2005, στις20/3/2007, στις 15/3/2005/ στις 20/4/2005, στις 19/5/2005, στις 2/6/2005, στις 8/6/2005, στις 9/8/2005, στις 6/9/2005, στις 12/10/2005, στις 12/10/2005 και στις 23/11/2005. Ενόψει και των όσων έχουν προεκτεθεί αναφορικά με τη Β' τμηματική πληρωμή προς την πρώτη ενάγουσα, δεν οφείλονται συμβατικοί δεδουλευμένου τόκοι επί της εν θέματι τμηματικής πληρωμής προς τη δεύτερη ενάγουσα για τις ηλεκτράμαξες ... και 120 015, διοτι κατά το χρόνο έκδοσης των αντίστοιχων τιμολογίων (30/9/2004 και 8/3/2005) δεν είχαν ακόμη αυτές παραληφθεί προσωρινώς, η δε δεύτερη ενάγουσα δεν επικαλείται έκδοση και υποβολή νέων τιμολογίων στην εναγομένη μετά την προσωρινή παραλαβή τους. Επομένως, το σχετικό αίτημα της υπό κρίση αγωγής είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Όσον αφορά τις λοιπές ηλεκτράμαξες, η υποβολή των αντίστοιχων τιμολογίων έγινε στην εναγομένη μετά την προσωρινή παραλαβή τους και, κατά συνέπεια, οφείλονται συμβατικοί δεδουλευμένοι τόκοι επί του ποσού της Γ τμηματικής πληρωμής (πρώτη δόση αποπληρωμής ίση με το 60% επί του εργολαβικού ανταλλάγματος, που υπολογίζονται με το εκάστοτε ετήσιο επιτόκιο χρηματοδότησης της εναγομένης από ελληνικές ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες ( άρθρο 7.4 της ΣΔ39 και την υπ' αριθμ. ... επιστολή της εναγομένης) από την υποβολή των δικαιολογητικών έως την πληρωμή της και ειδικότερα: 1) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 247.431,75 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 43 ημερών, ήτοι από 13/1/2005 έως 25/2/2005 (χρόνο υποβολής δικαιολογητικών 29/11/2004) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450%, ήτοι το ποσό των 1.402,35 ευρώ, 2) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 249.134,59 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 5 ημερών, ήτοι από 16/12/2004 έως 21/12/2004 (χρόνο υποβολής δικαιολογητικών 1/11/2004) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,1709 %, τόκοι για καθυστέρηση 66 ημερών, ήτοι από 21/12/2004 έως 25/2/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 1/11/2004) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450%, και τόκοι για καθυστέρηση 71 ημερών, ήτοι από 16/12/2004 έως 25/2/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 1/11/2004) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450%, ήτοι τα ποσά των 178,21 ευρώ, των 2.158,56 ευρώ και 2.336,77 ευρώ, 3) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 252.786,99 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 98 ημερών, ήτοι από 8/5/2005 έως 14/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 24/3/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 % και τόκοι για καθυστέρησης 12 ημερών, ήτοι από 14/8/2005 έως 26/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 24/3/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,081%, και τόκοι για καθυστέρησης 110 ημερών, ήτοι από 8/5/2005 έως 26/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 24/3/2005) υπολογιζόμενοι με τα ως άνω επιτόκια ανά περίοδο, ήτοι τα ποσά των 3.598,37 ευρώ, των 428,17 ευρώ και 4.026,54 ευρώ, 4) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 250.610,39 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 12 ημερών, ήτοι από 13/2/2005 έως 25/2/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 30/12/2004) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450 %, τόκοι, ήτοι το ποσό των 396,38 ευρώ, 5) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 248.560,62 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 24 ημερών, ήτοι από 21/7/2005 έως 14/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 6/6/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 %, τόκοι για καθυστέρηση 12 ημερών, ήτοι από 14/8/2005 έως 26/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 6/6/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,0814 %, και τόκοι για καθυστέρηση 36 ημερών, ήτοι από 21/7/2005 έως 26/8/2004, (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 6/6/2005) υπολογιζόμενοι με το ανάλογο αυτών που προκτέθηκαν επιτόκιο ανά περίοδο, ήτοι τα ποσά των 866,50 ευρώ, των 421,01 ευρώ και 4.026,54 ευρώ, 6) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 255.922,93 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 12 ημερών, ήτοι από 14/4/2005 έως 26/4/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 28/2/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 %, ήτοι το ποσό των 446,08 ευρώ, 7) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 258.359,22 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 7 ημερών, ήτοι από 10/6/2005 έως 17/6/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 26/4/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 %, ήτοι το ποσό των 262,69 ευρώ, 8) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 258.244,23 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 16 ημερών, ήτοι από 29/7/2005 έως 14/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 14/6/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 %, τόκοι για καθυστέρηση 12 ημερών, ήτοι από 14/8/2005 έως 26/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 14/6/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,0814%, και τόκοι για καθυστέρηση 28 ημερών, ήτοι από 29/7/2005 έως 26/8/2005 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 14/6/2005) υπολογιζόμενοι με τα αντίστοιχα ως άνω επιτόκια ανά περίοδο, ήτοι τα ποσά των 600,17 ευρώ, των 437,41 ευρώ και 1.037,59 ευρώ, 9) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 260.534,94 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 9 ημερών, ήτοι από 21/8/2005 έως 30/8/2005 (χρόνο υποβολής δικαιολογητικών 7/7/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,0814%, ήτοι το ποσό των 330,97 ευρώ, 10) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 259.821,35 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 5 ημερών, ήτοι από 13/11/2005 έως 18/11/2005 (χρόνο υποβολής δικαιολογητικών 29/9/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,0814 %, τόκοι, ήτοι το ποσό των 183,37 ευρώ, 11) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 261.925,27 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 130 ημερών, ήτοι από 23/1/2006 έως 2/6/2006
(χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 9/12/ 2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,6623 %, τόκοι για καθυστέρηση 5 ημερών, ήτοι από 2/6/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 9/12/2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,5952%, και τόκοι για καθυστέρηση 135 ημερών, ήτοι από 23/1/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 9/12/ 2005) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450%, ήτοι τα ποσά των 4.409,80 ευρώ, των 203,55 ευρώ και των 4.613,34 ευρώ, 12) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 263.403,11 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 103 ημερών, ήτοι από 19/2/2006 έως 2/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 5/1/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,6623 %, τόκοι για καθυστέρηση 5 ημερών, ήτοι από 2/6/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 5/1/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5, 5952%, και τόκοι για καθυστέρηση 108 ημερών, ήτοι από 19/2/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 5/1/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450%, ήτοι τα ποσά των 3.513,63 ευρώ, των 204,69 ευρώ και 1.568,02 ευρώ, 13) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 263.203,58 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 40 ημερών, ήτοι από 24/4/2006 έως 2/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 9/3/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,6623 %, τόκοι για καθυστέρηση 5 ημερών, ήτοι από 2/6/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 9/3/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,5952 %, και τόκοι για καθυστέρηση 45 ημερών, ήτοι από 23/4/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 9/3/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 4,7450%, ήτοι τα ποσά των 1.363,48 ευρώ, των 204,54 ευρώ και 1.568,02 ευρώ, 14) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 262.946,68 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 4 ημερών, ήτοι από 3/6/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 19/4/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,5952 %, ήτοι ο ποσό των 163,47 ευρώ, 15) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 263.558,97 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 65 ημερών, ήτοι από 3/4/2006 έως 7/6/2006 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 17/2/2006) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5, 5952 %, ήτοι το ποσό των 2.662,59 ευρώ, και 16) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 246.993,68 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η Γ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 2 ημερών, ήτοι από 28/1/2008 έως 30/1/2008 (χρόνος υποβολής δικαιολογητικών 14/12/2007) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 6,1433%, ήτοι το ποσό των 84,30 ευρώ, ήτοι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 43.108, 38 ευρώ, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Β) Η Δ' τμηματική πληρωμή (δεύτερη δόση της αποπληρωμής ίση με το 10% του εργολαβικού ανταλλάγματος κάθε ηλεκτράμαξας) έπρεπε να γίνει, σύμφωνα με τους όρους, που προεκτέθηκαν με την οριστική παραλαβή των ηλεκτραμαξών. Έτσι, όσον αφορά τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., που παρελήφθησαν οριστικώς στις 12/7/2007, στις 11/3/2005, στις 23/8/2006, στις 22/3/2005, στις 6/6/2005, στις 24/3/2005, στις 4/5/2005, στις 16/6/2005, στις 22/7/2005, στις 8/7/2005, στις 7/8/2006 και στις 7/8/2006 αποδείχθηκε οτι η εναγομένη οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα συμβατικούς δεδουλευμένους τόκους επί της Δ' τμηματικής πληρωμής του εργολαβικού τους ανταλλάγματος με το εκάστοτε ετήσιο επιτόκιο χρηματοδότησης της εναγομένης από ελληνικές ανώνυμες τραπεζικές εταιρίας (άρθρο 7.4 της ΣΔ39 και την υπ' αριθμ. ... επιστολή της εναγομένης) και ειδικότερα: 1) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 40.537,97 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 170 ημερών, ήτοι από 26/8/2007 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 12/2/2008 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 6,1433 %, ήτοι το ποσό των 1.176,01 ευρώ, 2) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 41.238,63 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 127 ημερών, ήτοι από 25/4/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/205 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291% (έως 14/8/2005) και 5,0814% (από 14/8/2005 έως 30/8/2005), ήτοι το ποσό των (664,89 ευρώ + 93,13 ευρώ=) 758,03 ευρώ, 3) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 14.796,72 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 116 ημερών, ήτοι από 7/10/2006 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 31/1/2007 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,5952 % (έως 20/12/2006) και 5,4267% (από 20/12/2006 έως 31/1/2007), ήτοι το ποσό των (158,68 ευρώ + 87,35 ευρώ=) 246,03 ευρώ, 4) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 41.768,40 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 116 ημερών, ήτοι από 6/5/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/2005 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 % (έως 14/8/2005) και 5,0814% ( από 14/8/2005 έως 30/8/2005), ήτοι το ποσό των (606,70 ευρώ + 97,33 ευρώ=) 701,03 ευρώ, 5) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 41.426,77 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 40 ημερών, ήτοι από 21/7/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/2005 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 % (έως 14/8/2005), 5,0814% (από 14/8/2005 έως 30/8/2005), ήτοι το ποσό των (144,42 ευρώ + 93,56 ευρώ=) 237,97 ευρώ, 6) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 42.653,82 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 114 ημερών, ήτοι από 8/5/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/2005 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 % (έως 14/8/2005), 5,0814% (από 14/8/2005 έως 3018/2005), ήτοι το ποσό των (607,17 ευρώ + 96,33 ευρώ=) 793,50ευρώ, 7) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 43.059,87 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 73 ημερών, ήτοι από 18/6/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/205 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 % (έως 14/8/2005), 5,0814% (από 14/8/2005 έως 30/8/2005), ήτοι το ποσό των ( 356,51 ευρώ + 97,25 ευρώ=) 453,76 ευρώ, 8) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 43.040,70 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 30 ημερών, ήτοι από 31/7/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/2005 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 % (έως 14/8/2005) και 5,0814% (από 14/8/2005 έως 30/8/2005), ήτοι το ποσό των (87,52 ευρώ + 97,20 ευρώ=) 184,73 ευρώ, 9) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 43.260,69 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 80 ημερών, ήτοι από 5/9/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 24/11/2005 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,0814%, ήτοι το ποσό των 488,50 ευρώ, 10) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 43.422,49 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 8 ημερών, ήτοι από 22/8/2005 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 30/8/205 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,2291 %, ήτοι το ποσό των 50,46 ευρώ, 11) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 8.371,08 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 99 ημερών, ήτοι από 21/9/2006 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 29/12/2006 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,5952 % (έως 20/12/2006) και με επιτόκιο 5,427% (από 20/12/2006 έως 29/12/2006), ήτοι το συνολικό ποσό των (117,09 ευρώ + 11,21 ευρώ=) 128,22 ευρώ, και 12) Για την ηλεκτράμαξα ... οφείλονται επί του ποσού των 42.965,35 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η Δ' τμηματική πληρωμή τόκοι για καθυστέρηση 99 ημερών, ήτοι από 21/9/2006 (45 ημέρες μετά την οριστική παραλαβή) έως 29/12/2006 (ημέρα πληρωμής από την εναγομένη) υπολογιζόμενοι με επιτόκιο 5,5992 % (έως 20/12/2006) και με επιτόκιο 5,4267% (από 20/2/2006 έως 29/12/2006), ήτοι το ποσό των ( 601,00 + 58,29=) 659,29 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 5.787,51 ευρώ. Ενόψει και των όσων έχουν προεκτεθεί αναφορικά με τη Β' τμηματική πληρωμής προς την πρώτη ενάγουσα δεν οφείλονται συμβατικοί δεδουλευμένου τόκοι επί της εν θέματι τμηματικής πληρωμής προς τη δεύτερη ενάγουσα για τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...και ... διοτι κατά το χρόνο, που υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα οριστικής παραλαβής δεν είχαν επιλυθεί τα τεχνικά προβλήματα, που είχαν ανακύψει αναφορικά με τα κιβώτια και τους συρμούς Desiro. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα για δεδουλευμένους τόκους λόγω καθυστέρησης εξόφλησης των ως άνω τμηματικών πληρωμών του εργολαβικού ανταλλάγματος το ποσό των (43.108,38 + 5.787,51 - 3.667,98 για τη Δ' Τμηματική Πληρωμή των ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... =) 45.227,91 ευρώ". Γ) Ως προς την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών ως προς τα παραπάνω αιτήματα, δέχθηκε (στην 2η σελ. του 33ου Φύλλου) τα εξής: "Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγομένης οτι οι αξιώσεις των εναγουσών ασκούνται καταχρηστικά είναι μη νόμιμος, διοτι τα επικαλούμενα από αυτήν περιστατικά (οτι δηλ. οι ενάγουσες είχαν πλήρως συνομολογήσει ως οφειλόμενες τις ποινικές ρήτρες και τους τόκους υπερημερίας την επιστροφή των οποίων αξιώνουν, αφού, ακριβώς λόγω καθυστερημένων παραδόσεων με την από 28-2-2003 τροποποίηση της Σύμβασης είχε συμφωνηθεί να χορηγηθεί τόσο σ' αυτές όσο και στα λοιπά μέλη της Κ/Ξ μεγάλη προθεσμία για την καταβολή των ήδη γεγεννημένων σε βάρος τους ποινικών ρητρών και τόκων υπερημερίας ώστε να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους για εμπρόθεσμη και προσήκουσα παράδοση των Η/Α, οτι περαιτέρω οι ίδιες [ενάγουσες] ήταν υπαίτιες των καθυστερήσεων κατά τα επιμέρους στάδια παραλαβής των Η/Α με συνέπεια την επιβολή σε βάρος τους ποινικών ρητρών και τόκων υπερημερίας αλλά και την καθυστέρηση στην πληρωμή των τιμολογίων του εργολαβικού ανταλλάγματος) συνιστούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και όχι περιστατικά που θεμελιώνουν το πραγματικό του κανόνα του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ". Δ) Και ακόμη, ως προς την κατάπτωση και είσπραξη των ειδικότερα αναφερομένων εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως δέχθηκε (στη 2η σελίδα του 34 του Φύλλου έως την 1η σελ. 36ου Φύλλου) και τα εξής: "Τέλος, όσον αφορά τα αιτήματα της αγωγής περί επιστροφής των εγγυητικών επιστολών αποδείχθηκε οτι: Σύμφωνα με τους όρους 8 της ΠΣ 39 και των όρων 9 της ΣΔ 39, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 6 της από 28/2/2003 τροποποιητικής σύμβασης οι ενάγουσες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταθέσουν στην εναγομένη εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης και καλής λειτουργίας, οι οποίες θα απελευθερώνονταν και θα έπρεπε να τις επιστρέφει η εναγομένη μετά την προσήκουσα από τεχνικής άποψης εκτέλεση των συμβάσεων. Ειδικότερα, με το άρθρο 9.5 της ΣΔ 39 συμφωνήθηκε η τμηματική μετά τη λήξη 12μηνου του χρόνου εγγύησης των εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας, για δε τα τμήματα του τροχαίου υλικού, που καλύπτονταν από παρατεταμένη περίοδο εγγύησης συμφωνήθηκε να απελευθερώνεται η εγγύηση καλής λειτουργίας της ηλεκτράμαξας με την κατάθεση εγγυητικής επιστολής καλής λειτουργίας για ποσό ίσο με το 10% επί του βασικού τιμήματος των τμημάτων, αναπροσαρμοσμένου έως την ημέρα της παράδοσης ( άρθρο 9.6 της ΣΔ 39). Σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας: Α) Η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε στην εναγομένη τις κάτωθι αναφερόμενες εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας έκδοσης της γερμανικής τράπεζας Bayern LB: Για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ... και για την ηλεκτράμαξα ... την εγγυητική επιστολή με αριθμό ... Σύμφωνα με τα πρωτόκολλα λήξης της εγγύησης των ως άνω ηλεκτραμαξών, που υπογράφησαν μεταξύ των εναγουσών και την εναγομένης, ο χρόνοι εγγύησης για τις ηλεκτράμαξες έληξε για την ηλεκτράμαξα ... στις 10/3/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 23/4/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 17/6/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 27/5/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 8/5/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 18/6/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 16/9/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 3/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 9/7/2008, για την ηλεκτράμαξα ... στις 10/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 7/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 29/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 27/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 7/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 20/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 7/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 7/8/2009, για την ηλεκτράμαξα ... στις 24110/2009 και για την ηλεκτράμαξα ... στις 11/8/2009. Όμως, στα αντίστοιχα πρωτόκολλα τέλους εγγύησης υπήρχαν παρατηρήσεις για εκκρεμή, κατά το χρόνο υπογραφής τους, τεχνικά θέματα, ήτοι, πέραν από το πρόβλημα με την είσοδο νερού στα κιβώτια μετάδοσης κίνησης, είχε εμφανισθεί και πρόβλημα με τους ανεμιστήρες ψύξης των ηλεκτροκινητήρων των ηλεκτραμαξών. Η εναγομένη πρότεινε στις ενάγουσες να προβεί στην απομείωση των ποσών των επίδικων εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας μέχρι του ποσού, που καλύπτει την αξία του κάθε ηλεκτροκινητήρα, που φέρουν οι ηλεκτράμαξες, λόγω του προβλήματος στους ανεμιστήρες ψύξης αυτών, την αξία κάθε κιβωτίου μετάδοσης κίνησης της ηλεκτράμαξας λόγω του προβλήματος εισόδου νερού σε συνθήκες χιονόπτωσης και το 10 % της αξίας των μηχανισμών, που αντικαταστάθηκαν σε κάθε ηλεκτράμαξα και έχουν παρατεταμένη εγγύηση, το 10% της αξίας των τροχοφόρων αξόνων της κάθε ηλεκτράμαξας, οι οποίοι κατά UIC καλύπτονται από 5ετή εγγύηση, δηλαδή εγγύηση επιπλέον της 3ετούς, που καλύπτει ολόκληρες τις ηλεκτράμαξες, και το 10% της αξίας των τροχών της κάθε ηλεκτράμαξας , οι οποίοι κατά UIC καλύπτονται από δετή εγγύηση, δηλαδή εγγύηση επιπλέον της 3ετούς, που καλύπτει ολόκληρες τις ηλεκτράμαξες, και το 10% της αξίας των τροχών της κάθε ηλεκτράμαξας σύμφωνα με το άρθρο 2.2.2 της Π Σ 39 (βλ. τα υπ' αριθμ. ...-2008, ...-2010, ...-2010 και ...-2010 έγγραφα της εναγομένης). Οι ενάγουσες μέχρι την άσκηση της προκείμενης αγωγής (30/12/2009) δεν είχαν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό. Κατά συνέπεια, αν και είχε λήξει ο χρόνος εγγύησης για τις ως άνω ηλεκτράμαξες, η διατήρηση των αντίστοιχων εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης ήταν αναγκαία, διοτι, παροτι είχαν ορισμένη λήξη, δεν είχαν αποσβεσθεί όλες οι απαιτήσεις, την πληρωμή των οποίων είχε εγγυηθεί με αυτές η πρώτη ενάγουσα (βλ.σχετ. ΑΠ 65612014 σε ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ"), Κατά συνέπεια, το αίτημα της πρώτης ενάγουσας για επιδίκαση σ' αυτή του ποσού των 10.181, 53 ευρώ, το οποίο κατέβαλε έως την άσκηση της αγωγής για τη διατήρηση των εγγυητικών επιστολών είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, καθώς η διατήρηση αυτή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αποτελούσε συμβατική της υποχρέωση. Όσον αφορά τα αιτήματα αναγνώρισης παύσης της ισχύος τους και επιστροφής ων ως άνω εγγυητικών επιστολών υπό τον όρο ταυτόχρονης παράδοσης στην εναγομένη νέων εγγυητικών επιστολών αξίας ίσης με το 10% των αντικατασταθέντων εξαρτημάτων, όπως αυτά περιγράφονται στον πίνακα 26 της αγωγής, είναι ουσιαστικά βάσιμα το πρώτο καθ' ολοκληρία το δεύτερο χωρίς τον όρο περί ταυτόχρονης παράδοσης νέων εγγυητικών επιστολών, ο οποίος είναι πλέον άνευ αντικειμένου, καθώς, όπως συνομολογεί η εναγομένη ήδη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έχει λήξει ο χρόνος εγγύησης για τα τμήματα, που αντικαταστάθηκαν, αλλά και η πενταετής εγγύηση για τους τροχούς και τους τροχοφόρους άξονες, χωρίς να έχουν εμφανισθεί άλλα προβλήματα κατά την κυκλοφορία των ηλεκτραμαξών στο δίκτυο της εναγομένης δεδομένου δε οτι για τα κιβώτια μετάδοσης έχει στα χέρια της την εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., ποσού 1.020.000,00 ευρώ, έκδοσης της γερμανικής τράπεζας Bayern LB, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της σε περίπτωση εισόδου νερού λόγω χιονόπτωσης, ενόψει του οτι μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατός ο έλεγχος της λύσης του προβλήματος, που εφαρμόσθηκε από τις ενάγουσες στην ηλεκτράμαξα .... Β) Η δεύτερη ενάγουσα κατέθεσε στην εναγομένη: 1) Τη με αριθμό ...-1999 εγγυητική επιστολής καλής εκτέλεσης, έκδοσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" για τις είκοσι τέσσερις (24) ηλεκτράμαξες, και 2) Για τις ηλεκτράμαξες ...,...,...,...,...,...,...,...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, έκδοσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΑΑΑΔΟΣ Α.Ε." με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα με αριθμό ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ..., με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα ... και με αριθμό ... για την ηλεκτράμαξα με αριθμό .... Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν αναφορικά με τις εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης της πρώτης ενάγουσας και δεδομένου οτι και οι 24 ηλεκτράμαξες κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχαν παραληφθεί οριστικώς και είχαν επιλυθεί τα τεχνικά προβλήματα, που ανέκυψαν κατά το στάδιο των τελικών δοκιμών, τα αιτήματα της αγωγής περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας υποχρέωσης της δεύτερης ενάγουσας να αντικαταστήσει τις ως άνω εγγυητικές επιστολές και περί αναγνώρισης παύσης της ισχύος τους και επιστροφής τους σ' αυτήν (δεύτερη ενάγουσα) λόγω λήξης της συμβατικής τους διάρκειας είναι ουσιαστικά βάσιμα. Άρα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη, δέχθηκε τα ίδια παραπάνω, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τις εκκαλούσες με τις εφέσεις τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας τους αντίστοιχους ισχυρισμούς και τις σχετικές ενστάσεις της εναγομένης περί αοριστίας και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών ως προς τα ως άνω αιτήματα της αγωγής. 3.Γ.- Ήδη, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις ειδικότερες αιτιάσεις οτι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προβληθέντες και νόμιμους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις της ως εναγομένης, που ασκούν κατά νόμον ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αποσκοπούν στη θεμελίωση των ισχυρισμών και των ενστάσεών της κατά του αιτήματος της αγωγής. Συγκεκριμένα: 1) Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυρίζεται οτι: α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτώς προταθείσα ένστασή της περί αοριστίας του αγωγικού αιτήματος της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσίβλητης με την οποία η τελευταία αξίωνε την επιστροφή των ποινικών ρητρών που επιβλήθηκαν εις βάρος της για εκπρόθεσμη παράδοση των συμβατικών ανταλλακτικών, διοτι η πρώτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν ανέλυε ούτε εξέθετε στοιχειωδώς στην αγωγή εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που την καθιστούσαν υπερήμερη ως προς την εμπρόθεσμη παράδοση των ανταλλακτικών, δεν ανέφερε αν υπήρχαν ημέρες αποκλίσεως και πόσες ήταν αυτές, καθώς και σε σχέση με ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποια μέθοδο υπολόγισε την απόκλιση μεταξύ των ποινικών ρητρών που επιβλήθηκαν εκ μέρους της σε σχέση με αυτές που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς έπρεπε να της επιβληθούν, δεν προσδιόρισε στην αγωγή την ορθή μέθοδο υπολογισμού των ποινικών αυτών ρητρών σύμφωνα με το άρθρο 10.1Α της Σύμβασης Διαρκείας 39 ούτε ανέδειξε την εσφαλμένη εκ μέρους της μέθοδο υπολογισμού τους, παρά μόνο ανέφερε απλώς την ημερομηνία που δήθεν η ίδια (αναιρεσείουσα) προέβαλε την εν λόγω απαίτησή της χωρίς όμως να αναφέρει τον αριθμό τιμολογίου δυνάμει του οποίου αυτή προέβη στη σχετική παρακράτηση των ποινικών ρητρών, με αποτέλεσμα η αξίωσή της για επιστροφή των ποινικών ρητρών που επιβλήθηκαν εις βάρος της για την εκπρόθεσμη παράδοση των συμβατικών ανταλλακτικών να είναι αόριστη, β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της σχετικά με τις ευθύνες της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσίβλητης αναφορικά με την καθυστέρηση που παρουσιάσθηκε στην αποστολή του αναθεωρημένου καταλόγου των συμβατικών ανταλλακτικών κατά το άρθρο 13 της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας για την οποία ευθύνονταν μόνο η πρώτη ενάγουσα-αναρεσίβλητη, η οποία καθυστέρησε στην οριστικοποίηση της λίστας των ανταλλακτικών που αυτή της είχε παραγγείλει, μολονοτι η ίδια προσδιόρισε στα δικαστήρια της ουσίας τις ευθύνες αυτές, οι οποίες είχαν καθοριστική σημασία ως προς την επιβολή ποινικών ρητρών και καταλογισμό τόκων υπερημερίας εις βάρος των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων και εκ τούτου ορθώς η ίδια προέβη στην κατάπτωση εις βάρος της πρώτης ενάγουσας ποινικών ρητρών ύψους 240.678,62 ευρώ και σε καταλογισμός εις βάρος της τόκων υπερημερίας ύψους 41.027,30 ευρώ, λόγω μη εμπρόθεσμης παραδόσεως των συμβατικών ανταλλακτικών, γ) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτώς προβήθείσα ένστασή της εκ του άρθρου 281 του ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αναφορικά με τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, διοτι οι επίδικες ποινικές ρήτρες και οι τόκοι υπερημερίας λόγω μη εμπρόθεσμης παραδόσεως των συμβατικών ανταλλακτικών είχαν ρητώς συνομολογηθεί ως οφειλόμενες στην από 28.02.2003 τροποποίηση της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας και ρητώς είχε συμφωνηθεί η καταβολή τους για τις ήδη γεγενημένες κατά την τροποποίηση της σύμβασης αλλά και για τις μελλοντικές με βάση τα τροποποιημένα σχεδιαγράμματα και κ τούτου τελείως καταχρηστικά η πρώτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη προέβαλε την εν λόγω αξίωσή της. 2) Με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυρίζεται οτι: α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτώς προταθείσα ένστασή της εκ του άρθρου 281 του ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως προς τα αγωγικά αιτήματα των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων υποχεώνοντάς την να καταβάλει το ποσό των 228.538,10 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και το ποσό των 45.227,91 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα για δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού που ισούται με τις δόσεις του εργολαβικού ανταλλάγματος, που, όπως δέχθηκε, καθυστέρησε να τους καταβάλει, διοτι ως προς τους τόκους υπερημερίας εξαιτίας δήθεν καθυστερημένων πληρωμών καταχρηστικώς οι ενάγουσες προέβαλαν την εν λόγω αξίωσή τους αναφερόμενες αποκλειστικά στο πότε εκείνες απέστειλαν τα τιμολόγιά τους και παραλείποντας να εφαρμόσουν τις διατάξεις της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας ως προς τον τρόπο του υπολογισμού τους, έχοντας ως μόνο σκοπό να δημιουργήσουν σύγχυση και να υποβαθμίσουν τα τεχνικά προβλήματα που ανέκυψαν από αποκλειστική τους και μόνο υπαιτιότητα κατά την εκτέλεση των εργασιών προμήθειας των 24 ηλεκτραμαξών, αλλά και για να συσκοτίσουν τις ευθύνες τους για την υπαίτια μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους ως προς την προσήκουσα και εμπρόθεσμη παράδοση του συμφωνηθέντος ως άνω τροχαίου υλικού (24 ηλεκτραμαξών), β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της οτι η ίδια δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε καθυστέρηση πληρωμής, διοτι προέβη εμπροθέσμως στην αποπληρωμή του συνόλου του οφειλομένου τιμήματος προς τις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες, αφαιρουμένων των παρακρατήσεων για ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας λόγω καθυστερημένων παραδόσεων, ενόψει και του οτι οι επικαλούμενες από τις αναιρεσίβλητες ημερομηνίες κατά τις οποίες, όπως αυτές ισχυρίζονται, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα τιμολόγια που της απέστειλαν για κάθε επίδικη δόση (όπως αυτές αναφέρονται στους πίνακες 10,11,12,32 και 33 της υπό κρίση αγωγής) δεν είναι αληθείς διοτι δεν είχε λάβει χώρα η προσωρινή και τελική παραλαβή των συρμών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 2.4.4 και 2.4.7.4. του Παραρτήματος Β' της Σύμβασης Διαρκείας 39, λόγω τεχνικών παραλείψεων της Κοινοπραξίας επ' αυτών, οι οποίες δεν είχαν αποκατασταθεί και εμπόδιζαν την προσωρινή και στη συνέχεια την τελική παραλαβή των ηλεκτραμαξών, ενώ και οι ενάγουσες είχαν αποδεχθεί, ως μέλη της Κοινοπραξίας, να καταγραφούν στα πρωτόκολλα λήξης της εγγυήσεως οι εκκρεμότητες για τα δικής τους υπαιτιότητας τεχνικά προβλήματα και να σημειωθεί η δέσμευσή τους για τη ριζική αποκατάσταση σε χρόνο μελλοντικό της συμβατικής περιόδου εγγυήσεως αναγνωρίζοντας έτσι προφανώς οτι τα εκτεθέντα σημαντικά τεχνικά προβλήματα εξακολουθούσαν να παραμένουν άλυτα, με συνέπεια, από τη μη λήψη υπόψη του παραπάνω ισχυρισμού της, να καταλογισθεί εις βάρος της υπαίτια εν μέρει καθυστέρηση στην αποπληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, να υποστεί ταλαιπωρία επί δύο συνολικά έτη σε σχέση με την αρχικώς προβλεπόμενη ημερομηνία παραδόσεως των ηλεκτραμαξών και να αποστερηθεί το τροχαίο αυτό υλικό, το οποίο παρέλαβε μόλις περί τις αρχές του έτους 2008 και μάλιστα με συγκεκριμένες ακόμη τεχνικές ελλείψεις. Και, ακόμη, 3) με τον τρίτο λόγο ισχυρίζεται οτι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της, σύμφωνα με τους οποίους: α) οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως και καλής λειτουργίας που είχε εις χείρας της για τις 24 ηλεκτράμαξες παρέμειναν για συγκεκριμένους μηχανισμούς αυτών σε εγγύηση μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου εγγυήσεως των τριών ετών για κάθε μία ηλεκτράμαξα, κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, εξαιτίας βλαβών τους από υπαιτιότητα της Κοινοπραξίας, καθώς και οτι για τους μηχανισμούς "τροχοί" και "τροχοφόροι άξονες", τις οποίες φέρουν οι ηλεκτράμαξες, οι αναφερόμενοι κανονισμοί UIC για την κατασκευή τροχαίου υλικού προέβλεπαν ως περίοδο εγγυήσεως τα πέντε (5) έτη, λόγος για τον οποίο η ίδια πρότεινε εγγράφως στην Κοινοπραξία την απομείωση της αξίας όλων των εγγυητικών επιστολών μέχρι των προς υπολογισμό ποσών που "παραμένουν" σε κάθε εγγυητική, ώστε να καλύπτονται οι μηχανισμοί των ηλεκτραμαξών που παρέμειναν σε εγγύηση μετά και την υπογραφή (υπό όρους εξαιρέσεων) των πρωτοκόλλων λήξης εγγυήσεως, β) οτι η ίδια και η Κοινοπραξία υπέγραψαν από κοινού πρωτόκολλα λήξης της εγγυήσεως με υποσημείωση για συγκεκριμένα τεχνικά θέματα, τα οποία παρέμειναν ανοικτά και για τα οποία η εγγύηση ίσχυε ειδικώς μέχρι την οριστική επίλυσή τους παρατεινόμενη ισόχρονα με την αρχική από την ημέρα εφαρμογής της λύσης τους, γ) οτι αδικαιολογήτως η Κοινοπραξία δεν συνηγόρησε στην άμεση από αυτήν μερική επιστροφή των εγγυητικών επιστολών, αλλά και στην, κατά τους όρους της συμβάσεως και των διεθνών κανονισμών, παράταση και ανανέωση της εγγυήσεως για τους μηχανισμούς των ηλεκτραμαξών, που είχαν αντικατασταθεί με νέους από υπαιτιότητά της, θεωρώντας πως για τις εγγυητικές αυτές επιστολές αναγνωρίζεται μόνο "συμβατική" διάρκεια δίχως παρατάσεις για τους κατεστραμμένους από υπαιτιότητά της μηχανισμούς, με συνέπεια, από τη μη λήψη υπόψη των παραπάνω ισχυρισμών της, να κρίνει οτι αυτή (εναγομένη-αναιρεσείουσα) δεν έχει συλλήβδην δικαίωμα να προβεί σε κατάπτωση και είσπραξη των ειδικότερα αναφερομένων στο λόγο αυτό εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας, λόγω παύσεως της ισχύος τους και οτι υποχρεούται να τις αποδώσει στην πρώτη ενάγουσα και μάλιστα επ' απειλή εις βάρος της χρηματικής ποινής ύψους 2.000 ευρώ για κάθε παράβαση της εν λόγω διατάξεως της αποφάσεως, κάνοντας κατά τούτο εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Ενόψει όμως όλων των παραπάνω διαλαμβανόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών παραδοχών του και όσων υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση των αποδιδομένων σε αυτή πλημμελειών εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τα παραπάνω ζητήματα, αντιμετώπισε και έλαβε υπόψη τις προταθείσες ενστάσεις της αναιρεσείουσας ως εναγομένης περί αοριστίας του πιο πάνω αιτήματος της αγωγής (στην 1η σελ. του 23ου Φύλλου) και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών (στην 1η σελ. του 23ου Φύλλου και στην 2η σελ. του 33ου Φύλλου), τις οποίες ρητώς απέρριψε ως αόριστες και έλαβε υπόψη όλους τους λοιπούς προταθέντες ισχυρισμούς της, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενους, τους οποίους ρητώς απέρριψε κατ' ουσίαν (έστω και εσφαλμένως κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας), αλλά και εκ των πραγμάτων, δεχόμενο κατά τρόπο σαφή, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του, ως αποδειχθέντες τους αντίθετους προς αυτούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, οι ως άνω, ερευνώμενοι ως σύνολο, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση οτι στερείται νομίμου βάσεως λόγω "ανεπαρκών και προδήλως αντιφατικών αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" ως προς τις παραπάνω ενστάσεις και ισχυρισμούς της, που περιέχονται στο πρώτο σκέλος των λόγων αυτών, ισχυριζόμενη ειδικότερα οτι "από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν επαρκώς κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη διαφορά", είναι, κατά το σκέλος τους αυτό, προεχόντως απαράδεκτοι. Αφενός λόγω της αοριστίας τους, διοτι δεν διαλαμβάνεται σε αυτούς ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται οτι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε εξειδικεύονται οι επιπλέον παραδοχές τις οποίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης, ούτε γίνεται μνεία σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών της και από ποια μέρη της προκύπτει αντιφατικότητα. Αφετέρου, διοτι με τους λόγους αυτούς και με την επίφαση της επίκλησης της ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, με επαναξιολόγηση αυτών που είναι ανεπίτρεπτη, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
3.Δ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων". Κατά την έννοια της άνω διατάξεως υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα οτι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία κατά το νόμο δεν ανήκει στη δικαιοδοσίας τους, αλλά με βάση το πλαίσιο που ορίζεται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018) υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΟλΑΠ 293/1981, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 1524/2013).
Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1 οτι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3 οτι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των άνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν 1409/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από τις 11.06.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, οτι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Τούτο ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 138/1996). Αντιθέτως, υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου (1406/1983), υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη εξ αυτής αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΟΤΑ ή νπδδ, β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο, ο ΟΤΑ ή το νπδδ, είτε βάσει κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 919/2023, ΑΠ 298/2023). Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν και δη σωρευτικώς τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 1/2015, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 1649/2007, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000, ΑΠ 919/2023, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 67/2023, ΑΠ 709/2022, ΑΠ 1063/2021, ΑΠ 891/2018, ΑΠ 8/2000, ΑΠ 1378/2011).
Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νπδδ, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (ΑΕΔ 4/2017, ΑΕΔ 8/1992, ΑΕΔ 45/1991, ΑΕΔ 10/1987, ΑΠ 2043/2022). Τα προεκτεθέντα αφορούν, σε κάθε περίπτωση, τις διαφορές, οι οποίες ήχθησαν προς επίλυση ενώπιον των δικαστηρίων (με την κατάθεση αγωγής ή προσφυγής) μέχρι την 1η.01.2017, αφού [ακόμη και υπό την ισχύ του ν. 4412/2016-ΦΕΚ Α' 147/08.08.2016 (κατά τη διάταξη του άρθρου 205 Α' παρ. 1 εδ. α' του οποίου "Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο Διοικητικό Εφετείο της Περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση"], σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 379 παρ. 14 (που προστέθηκε με το άρθρο 28 του ν.4491/2017, ΦΕΚ Α' 152/13.10.2017) του ιδίου νόμου (4412/2016 - ΦΕΚ Α' 147/08-08-2016 - όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του), "Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1η.11.2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του νδ/τος 4/04.09.935 "Περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον α.ν. 392/1968, "Οι Σιδηρόδρομοι του Ελληνικού Κράτους απολαμβάνουν πάντων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ως και το Δημόσιον, ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις, εφόσον δια του παρόντος ή άλλων νόμων δεν ορίζεται άλλως". Το άρθρο 3 παρ. 8 του νδ/τος 4246/1962 "περί ενοποιήσεως των σιδηροδρομικών δικτύων του κράτους και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των ΣΕΚ νομοθεσίας", όρισε οτι "οι ΣΕΚ απολαμβάνουν πάντων των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου..." και το άρθρο 10 παρ. 11 του αυτού νδ/τος οτι "το νομικόν πρόσωπον των ενοποιουμένων σιδηροδρομικών δικτύων της χώρας διέπεται και υπό των διατάξεων του από 4-9-1935 νδ/τος περί διοικήσεως των ΣΕΚ και της λοιπής περί των ΣΕΚ νομοθεσίας, ως αύται ίσχυαν μέχρι τούδε, εφόσον δεν καταργούνται ή δεν τροποποιούνται δια του παρόντος". Η ως άνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του από 04.09.1935 νδ/τος για την ισχύ υπέρ των ΣΕΚ των εν λόγω προνομίων και ως προς τις αστικές σχέσεις των ΣΕΚ εξακολούθησε, επομένως, να ισχύει και μετά το νδ 4246/1962, βάσει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 11 αυτού. Με το άρθρο 21 παρ. 2 του νδ/τος 674/1970 "Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" ( ΦΕΚ Α' 192) διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των ΣΕΚ, ενώ με το άρθρο 1 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο ΟΣΕ ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ανωτέρω νδ/τος ορίζεται οτι ο ΟΣΕ αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο αυτού, ενώ στο άρθρο 4 παρ. 1 του αυτού νδ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του νδ/τος 1116/1972, ορίζεται οτι ο ΟΣΕ από της ιδρύσεώς του αναλαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους" (ΣΕΚ), οι υπηρεσίες δε αυτές "μεθ' όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον ΟΣΕ, όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος". Σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 3/1992 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται οτι ο ΟΣΕ, που είναι καθολικός διάδοχος των ΣΕΚ, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει όλα τα προνόμια δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις. 'Όμως ήδη, με την υπ' αριθμόν 23/2004 απόφαση της αυτής Ολομέλειας, κρίθηκε οτι αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος η επέκταση και στον ΟΣΕ του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (που προβλέπει οτι οφείλονται νόμιμοι τόκοι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής), ενώ με την υπ' αριθμόν 11/2008 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου κρίθηκε οτι η επέκταση των προνομίων του Δημοσίου για διετή παραγραφή και στον ΟΣΕ αντίκειται στα άρθρα 4 και 20 του Συντάγματος, σε διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ενώ, με την υπ' αριθμόν 393/2003 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία εκδόθηκε με αφορμή την κατάρτιση της εδώ ένδικης τροποιητικής υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας (προσκομιζόμενη από τις αναιρεσίβλητες), από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1433/1984 (με τις οποίες παρασχέθηκε αρχικά στη ΔΕΗ και ακολούθως και στις υπόλοιπες ΔΕΚΟ η δυνατότητα να συνάπτουν Προγραμματικές Συμφωνίες για την υλοποίηση του αναπτυξιακού προγράμματος της Κυβερνήσεως χωρίς διαγωνισμό), όπως η ρύθμιση αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2446/1996, κατά το οποίο "η εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 1433/1984 επεκτείνεται σε όλους τους φορείς του δημοσίου τομέα που δραστηριοποιούνται στους τομείς ύδατος, ενέργειας, μεταφορών και τηλεπικοινωνιών", προκύπτει οτι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές προγραμματικές συμφωνίες όπως και οι σε υλοποίηση αυτών επιμέρους συμβάσεις μπορούσαν να συναφθούν ελευθέρως από τους οικείους φορείς χωρίς τήρηση διαγωνιστικής ή άλλης διαδικασίας και χωρίς δέσμευση από τις κείμενες διατάξεις του ν. 2286/1995 είτε και οποιοδήποτε άλλου νομοθετικού κειμένου, υπό μόνη την προϋπόθεση οτι θα εγκρινόταν από τον εποπτεύοντα φορέα, υπουργό και μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικής και Προγραμματισμού Προμηθειών. 3.Ε.- Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα "ΟΣΕ ΑΕ" αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση οτι η υπό κρίσιν αγωγή απαραδέκτως ασκήθηκε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου διοτι υφίσταται έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς ερειδόμενη κυρίως στο οτι οι αξιώσεις των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων προκύπτουν από την κατάρτιση και εκτέλεση διοικητικής συμβάσεως, όπως ισχυρίζεται οτι είναι η επίδικη κατά την έννοια του ν. 3886/2010, που θεσπίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος, διοτι α) η ίδια αποτελεί μεν ανώνυμη εταιρεία, αλλά το σύνολο των μετοχών της κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και διεπόταν από τις διατάξεις των δημοσίων έργων, β) η ένδικη σύμβαση εξυπηρετεί σαφώς δημόσιο σκοπό, αφού αφορούσε στην προμήθεια συρμών που θα τεθούν στη διάθεση του επιβατικού κοινού και γ) η κατάρτιση και εκτέλεσή της περιείχε όρους που δημιουργούσαν υπέρ αυτής εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, με αποτέλεσμα, όπως εν τέλει ισχυρίζεται, δικαιοδοσία επί της ένδικης διαφοράς να έχουν, με βάση τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και το επικαλούμενο νομικό καθεστώς περί δημοσίων έργων του ν 3886/2010, τα διοικητικά δικαστήρια και ως εκ τούτου η υπό κρίσιν αγωγή απαραδέκτως ασκήθηκε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, το οποίο στερούνταν δικαιοδοσίας να προβεί στην εξέτασή της.
3.ΣΤ.- Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες έρευνας του άνω αναιρετικού λόγου (άρθρα 4, 561 παρ. 2 και 580 παρ. 1 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 30.12.2009, αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, ιστορούσαν, μεταξύ άλλων, οτι ως μέλη της κοινοπραξίας SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT-SIEMENS ΑΕ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ AE-Kraus MAFFEI VERKEHRSTECHNIK Gmbh κατήρτισαν με την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΣΕ ΑΕ", κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1433/1984, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 2446/1996, την υπ' αριθμ. ....1997 Προγραμματική Συμφωνία και την υπ' αριθμ. ....1997 Σύμβαση Διάρκειας, δυνάμει της οποίας η ως άνω κοινοπραξία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και να παραδώσει στην εναγομένη είκοσι τέσσερις (24) ηλεκτράμαξες κανονικής γραμμής με τα τεχνικά χαρακτηριστικά που αναφέρονταν στις συμβάσεις αυτές, πλέον των απαιτούμενων ανταλλακτικών για τη συντήρησή τους, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 24.454.911.582 δραχμών ή 74.702.601,85 ευρώ με την πρόβλεψη αυτόματου μηχανισμού αναπροσαρμογής τους και οτι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τμηματικώς, αλλά και κεχωρισμένως ανά μέλος της κοινοπραξίας, το συμφωνηθέν ποσό, κατά τις επιμέρους διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Οτι οι ως άνω συμβάσεις τροποποιήθηκαν εν μέρει με την από 28.02.2003 τροποποιητική σύμβαση, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της κοινοπραξίας και της εναγομένης ως προς το ποσοστό συμμετοχής της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ AE", τον τόπο και την διαδικασία παραδόσεως των ηλεκτραμαξών, την αναπροσαρμογή του τιμήματος, το χρονοδιάγραμμα και τη διαδικασία πληρωμών και τις εγγυητικές επιστολές, τις οποίες κάθε μέλος της κοινοπραξίας όφειλε, κατά τα εκτιθέμενα, να παράσχει στην εναγομένη, ενώ, κατά τα λοιπά, οι ως άνω Προγραμματική Συμφωνία και Σύμβαση Διαρκείας παρέμειναν σε ισχύ. Οτι η εταιρεία Kraus "MAFFEI VERKEHRSTECHNIK Gmbh" απορροφήθηκε από την πρώτη ενάγουσα. Οτι οι ίδιες εκπλήρωσαν προσηκόντως και εμπροθέσμως τις υποχρεώσεις τους, που απέρρεαν από τις ως άνω συμβάσεις, πλην όμως η εναγομένη, δια των οργάνων της, ενεργώντας αντίθετα με τους όρους των συμβάσεων αυτών και τα συναλλακτική ήθη, καθυστέρησε αδικαιολογήτως να τους καταβάλει τις αναφερόμενες δόσεις του εργολαβικού ανταλλάγματος, επιπλέον δε στην πρώτη και το τίμημα των ανταλλακτικών, καθυστέρησε με δική της ευθύνη την οριστική παραλαβή και παράδοση των ηλεκτραμαξών και προέβη σε μη νόμιμη και αντισυμβατική κατάπτωση συμφωνηθέντων ποινικών ρητρών και επιβολή τόκων υπερημερίας που δεν οφείλονταν, των οποίων τα ποσά συμψήφισε μονομερώς και αυθαιρέτως στις απαιτήσεις τους για καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος κατ' αυτής, επικαλούμενη μη εμπρόθεσμες παραδόσεις, καθώς και ανύπαρκτα πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις ιδιοτήτων, που δεν είχαν συνομολογηθεί, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή. Οτι εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης η πρώτη ενάγουσα έχει υποστεί θετική ζημία, καθώς υποβλήθηκε σε δαπάνες αποθήκευσης των ηλεκτραμαξών στις εγκαταστάσεις της ΟΒΒ της Linz Αυστρίας, έλαβε γνωμοδοτήσεις από πανεπιστημιακά ιδρύματα σχετικά με τη διαδικασία ζύγισης των ηλεκτραμαξών, κατέβαλε πρόσθετο κόστος μεταφοράς, διοργάνωσε συνάντηση στις εγκαταστάσεις της παραγωγής φορείων στο Graz, επιβαρύνθηκε με πρόσθετο κόστος λόγω των κεφαλών ζεύξης και την πρόσθετη απασχόληση του διοικητικού και εργατικού προσωπικού του, δαπανώντας τα επιμέρους αναφερόμενα ποσά και συνολικώς το ποσό των 264.902,59 ευρώ, με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας της. Οτι κατά τη διάρκεια της σύμβασης και όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα η εναγομένη προέβη σε αυθαίρετη τροποποίηση της σταθερά Μο, που χρησιμοποιούνταν, κατά τα συμφωνηθέντα, στους μαθηματικούς τύπους της αυτόματης αναπροσαρμογής του εργολαβικού ανταλλάγματος, με αποτέλεσμα, αντί να της καταβάλει, ως όφειλε βάσει των ως άνω συμβάσεων, εργολαβικό αντάλλαγμα, ύψους 11.022.348,75 ευρώ, της κατέβαλε ως τέτοιο το ποσό των 9.950.460,04 ευρώ και έτσι απέμεινε διαφορά ύψους 1.071.888,71 ευρώ, πλέον ΦΠΑ από 19%. Οτι, επίσης, μολονοτι έχει λήξει η συμβατική διάρκεια της εγγυήσεως και έχουν υπογραφεί, αντιστοίχως, συμφωνητικά λήξεως αυτής, η εναγομένη δεν τους έχει επιστρέφει τις αναφερόμενες στην αγωγή εγγυητικές επιστολές, τις οποίες παρακρατεί χωρίς δικαίωμα, με συνέπεια, εξαιτίας και αυτής της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης η πρώτη ενάγουσα να έχει υποστεί θετική ζημία ύψους 10.181, 53 ευρώ, το οποίο έχει καταβάλλει για την διατήρηση της ισχύος των εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας που παρέδωσε στην εναγομένη για 19 ηλεκτράμαξες. Οτι δυνάμει του άρθρου 7 της Προγραμματικής Συμφωνίας επιλέχθηκε ως εφαρμοστέο στις έννομες σχέσεις των διαδίκων το ελληνικό δίκαιο και συμφωνήθηκε οτι αρμόδια για την εκδίκαση κάθε διαφοράς, που θα ανακύψει από την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων θα είναι τα Δικαστήρια της πόλεως των Αθηνών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί οτι δεν συντρέχει νόμιμος και συμβατικός λόγος καταπτώσεως των συμφωνημένων ποινικών ρητρών και καταλογισμού τόκων υπερημερίας εις βάρος τους και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει, νομιμοτόκως με τις αναφερόμενες διακρίσεις, ως αχρεωστήστως παρακρατηθέντα, τα αναφερόμενα ποσά για ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας, κατά τα οποία αντισυμβατικώς η τελευταία συμψήφισε με τις απαιτήσεις τους κατ' αυτής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για δεδουλευμένους τόκους επί των ποσών, που ισούνται με τις δόσεις του εργολαβικού ανταλλάγματος, που καθυστέρησε να τους καταβάλει, να αναγνωρισθεί οτι η εναγομένη δεν έχει δικαίωμα να προβεί σε κατάπτωση και είσπραξη των αναφερομένων εγγυητικών επιστολών λόγω λήξης της συμβατικής τους διάρκειας και οτι αυτές (ενάγουσες) δεν έχουν υποχρέωση να τις παραδώσουν νέες εγγυητικές επιστολές για κάθε ηλεκτράμαξα, για την οποία έχει υπογραφεί συμφωνητικό λήξεως της εγγύησης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 1028/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο οτι έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της διαφοράς, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι διάδικοι άσκησαν τις από 03.07.2017 και 06.04.2017 αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη -υπ' αριθμόν 6396/2020- τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές, πλην απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, κρίνοντας, ωστόσο (και) το Τριμελές Εφετείο οτι δεν στερούνταν δικαιοδοσίας τα πολιτικά δικαστήρια αφού, κατά τα εκτιθέμενα, "με την ως άνω αγωγή ζητείται η επίλυση ιδιωτικής διαφοράς" διοτι "η επίδικη σχέση έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου, αφού ακόμη και εάν ο επιδιωκόμενος με αυτήν σκοπός θεωρηθεί δημόσιος, η εναγομένη είναι νπιδ, έστω και αν είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας". Με το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον με αυτή ασκούνται αξιώσεις, οι οποίες πηγάζουν αφενός από σύμβαση έργου (ήτοι, μια ενιαία σύμβαση κατασκευής και προμήθειας των ηλεκτραμαξών κατά τις υποδείξεις της εναγομένης και συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, που να ικανοποιούν τις ανάγκες της για προμήθεια τροχαίου υλικού) και αφετέρου σύμβαση πωλήσεως (προμήθειας ανταλλακτικών και εξαρτημάτων για τη συντήρηση των ηλεκτραμαξών, ήτοι τυποποιημένων προϊόντων κατόπιν παραγγελίας από συγκεκριμένους τιμοκαταλόγους), μεταξύ των εναγουσών, που είναι βιομηχανικές και τεχνολογικές εταιρείες με την δεύτερη να είναι θυγατρική της πρώτης, και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας (ΟΣΕ ΑΕ). Οι ένδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται σε αυτές το Ελληνικό Δημόσιο, ή ΟΤΑ ή νπδδ (ΑΕΔ 4/2012, ΟλΣτΕ 1944/2021, Α.Π.2043/2022, πρβλ.Α.Π.560/2022). Και ναι μεν με αυτές επιδιώκεται σκοπός δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενος στην κατασκευή και προμήθεια ηλεκτραμαξών και στην προμήθεια ανταλλακτικών και εξαρτημάτων για τη συντήρησή τους, όμως ο νομοθέτης ως εργαλείο για την προμήθειά τους ώστε αυτές να διατεθούν στο επιβατικό κοινό, δεν επέλεξε τη μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής ή διφυούς νομικού προσώπου ενεργούντος ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει στους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, την καθ' όλα ελεύθερη κατάρτιση συμβάσεως από την εναγομένη ΟΣΕ ΑΕ με την επιλογή εκ μέρους της του αντισυμβαλλομένου της, αλλά και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της. Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις κατασκευής και προμήθειας ηλεκτραμαξών (έργου) και προμήθειας ανταλλακτικών και εξαρτημάτων (πωλήσεως), στις οποίες η εναγόμενη "ΟΣΕ ΑΕ" συμβάλλεται και ενεργεί ως αντισυμβαλλομένη στο πλαίσιο της ελεύθερης συναλλακτικής δράσης της και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας, είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη διαφορά, αξιώσεων μεταξύ άλλων οφειλομένου μέρους εργολαβικού ανταλλάγματος, επιβολή ή μη εις βάρος των εναγουσών ποινικών ρητρών, τόκων υπερημερίας και δεδουλευμένων τόκων από καθυστερημένες εξοφλήσεις τιμολογίων, που συνομολογήθηκαν με τις συμβάσεις αυτές, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Πέραν τούτων, η ένδικη αγωγή κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 30.12.2009 και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η κατάθεσή της έγινε μέχρι την 1η.11.2017, χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η αρμοδιότητα και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, δηλαδή υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και δεν προέκυψε εν προκειμένω οτι η συναλλακτική σχέση των διαδίκων υπήρξε στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων, ακόμη και υπό την ισχύ του ν. 4412/2016 (ΦΕΚ 147/Α/8-8-2016) με το άρθρο 377 παρ.1 περ. 27 του οποίου καταργήθηκαν οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα "ΟΣΕ ΑΕ" διατάξεις του ν. 3886/2010 ("δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων"), διατηρείται για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή (1η.11.2017), η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 379 παρ. 14 του ως άνω ν. 4412/2016 (που προστέθηκε με το άρθρο 28 του ν.4491/2017, ΦΕΚ Α' 152/13.10.2017), όπως αναφέρθηκε ήδη στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Επομένως, το δικαστήριο, το οποίο δικάζοντας την ένδικη αγωγή έκρινε πως η παραπάνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και οτι είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκασή της, θεωρώντας οτι οι επίδικες συμβάσεις εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκε η διαφορά μεταξύ των διαδίκων είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου (διοικητικές), απορρίπτοντας στη συνέχεια ως αβάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του και συνακόλουθα ο εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 3.Ζ- Με τον ίδιο τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση οτι το Εφετείο κατέληξε στις ως άνω παραδοχές, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων και επιπλέον οτι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν έχει δικαίωμα να προβεί σε κατάπτωση των αναφερομένων εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας και οτι υποχρεούται να τις αποδώσει στην δεύτερη ενάγουσα επ' απειλή χρηματικής ποινής, αναγνώρισε οτι η δεύτερη ενάγουσα δεν έχει υποχρέωση παραδόσεως νέων εγγυητικών επιστολών για κάθε μία από τις αναφερόμενες ηλεκτράμαξες και την υποχρέωσε να καταβάλει στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 45.227,91 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους, τους οποίους καθυστέρησε να της καταβάλει, χωρίς να λάβει υπόψη τις παραδεκτώς προβληθείσες και νόμιμες ενστάσεις της: α) περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας για την εκδίκαση της διαφοράς, β) περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων ως μέλη Κοινοπραξίας και την εκπροσώπηση της τελευταίας, γ) περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των αναιρεσιβλήτων με τη καταβολή σε αυτές όλου του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, δ) περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και ε) περί της καταργήσεως της δίκης κατ' εφαρμογή της συμφωνίας συμβιβασμού μεταξύ "SIEMENS AG" και Ελληνικού Δημοσίου κατά το άρθρο 324 του ν. 4072/2012, οι οποίες όλες αλλά και η κάθε μία ξεχωριστά ασκούσαν κατά νόμον ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, οι οποίες, αν είχαν ληφθεί υπόψη, θα οδηγούσαν στην απόρριψη των αγωγικών κονδυλίων και λοιπών αξιώσεων των εναγουσών και εντεύθεν της αγωγής. 3.Η.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει οτι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, ως προς τις άνω ενστάσεις της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα: α) Ως προς την ένσταση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας δέχθηκε (στη 2η σελίδα του 4ου Φύλλου) τα εξής: "Παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα-εναγομένη ΟΣΕ Α.Ε. περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και υπαγωγής της διαφοράς στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τον σχετικό (πρώτο) λόγο της έφεσής της, το Δικαστήριο δεν στερείται δικαιοδοσίας καθώς με την ως άνω αγωγή ζητείται η επίλυση ιδιωτικής διαφοράς δεδομένου οτι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, η επίδικη σύμβαση έχει τον χαρακτήρα σύμβασης ιδιωτικού δικαίου και όχι δημοσίου δικαίου, αφού ακόμη και εάν ο επιδιωκόμενος με αυτή σκοπός θεωρηθεί δημόσιος, η εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 του νδ 674/1970), έστω και αν είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας (ΑΕΔ 4/2012, ΑΕΔ 3/1999, ΑΕΔ 10/1987 δ. 19.394, ΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 380/2001 ΕλλΔνη 2002.161 ΕφΑΘ 19/2013 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε οτι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκείμενης διαφοράς ορθώς το νόμο εφήρμοσε και δεν έσφαλε, τα όσα δε, με τον πρώτο λόγο της έφεσης της υποστήριξε η εναγομένη (ΟΣΕ Α.Ε.), κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". β) Ως προς τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγουσών δέχθηκε (στη 2η σελίδα του 5ου Φύλλου) τα εξής: "Επιπλέον, οι ενάγουσες, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη (ΟΣΕ Α.Ε.) περί έλλειψης στο πρόσωπό τους ενεργητικής νομιμοποίησης για το λόγο οτι η αντισυμβαλλόμενη στις επίδικες συμβάσεις υπήρξε η Κοινοπραξία της οποίας τυγχάνουν μέλη και όχι αυτές ατομικά, νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση της αγωγής διοτι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της, αντικείμενο της δίκης είναι οι κατ' ιδίαν αξιώσεις των εναγουσών από την επίδικη σύμβαση (ΠΣ/ΣΔ 39) κατά της εναγομένης, που προβλέφθηκαν ως αυτοτελείς σε σχέση με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Κοινοπραξίας άρα, αυτές νομιμοποιούνται να επιδιώξουν τη δικαστική τους ικανοποίηση ως υποκείμενα των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τα όσα με τον σχετικό (τρίτο) λόγο της έφεσής της η εναγομένη ισχυρίσθηκε είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν". γ) Ως προς την ένσταση περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των επίδικων απαιτήσεων των εναγουσών (που επήλθε με συμψηφισμό), δέχθηκε (στην 1η και 2η σελίδα του 33ου Φύλλου) τα εξής: "Ομοίως αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, τυγχάνει ο προβαλλόμενος το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, ισχυρισμός της εναγομένης περί συμψηφισμού των αξιώσεων που αυτή έχει, κατά τους ισχυρισμούς της, από αποθετικές ζημίες (το ύψος των οποίων μάλιστα ουδόλως αναφέρει) και από χρηματική ικανοποίηση (10.000.000 ευρώ) λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την εκπρόθεσμη παράδοση του συμβατικού αντικειμένου της επίδικης σύμβασης ΠΣ/ΣΔ 39, με τις αγωγικές αξιώσεις που τυχόν ήθελε κριθούν βάσιμες (εν όλω ή εν μέρει) με την παρούσα απόφαση. Και τούτο διοτι δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ποιες συγκεκριμένα από τις αγωγικές αξιώσεις αφορά ο προβαλλόμενος συμψηφισμός (μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς από την εναγομένη "εκείνων που ήθελε γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο"), ενώ εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, για το ορισμένο της ένστασης συμψηφισμού θα έπρεπε, κατ' άρθρον 262 ΚΠολΔ, να γίνεται αναφορά με τρόπο σαφή και ορισμένο όλων εκείνων των περιστατικών που θεμελιώνουν κατά νόμο τις προβαλλόμενες σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς ανταπαιτήσεις της εναγομένης (ΟΣΕ Α.Ε.) κατά των εναγουσών, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα παραπομπής με αναφορά σε άλλα έγγραφα, όπως εν προκειμένω, που η εναγομένη παραπέμπει στο από 21-12-2010 με ΓΑΚ 225688/12391/2010 αγωγικό δικόγραφο, η επίδοση του οποίου δεν προκύπτει ούτε άλλωστε την επικαλείται η εναγομένη, ώστε να ανακύπτει θέμα αναστολής εκδίκασης της προκείμενης υπόθεσης, κατ' άρθρον 221 ή 249 ΚΠολΔ". δ) Ως προς τον ισχυρισμό περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων δέχθηκε (στην 2η σελίδα του 32ου Φύλλου έως 1η σελίδα του 33ου Φύλλου) τα εξής: "Ο περί παραγραφής ισχυρισμός της εναγομένης κατά των ως άνω απαιτήσεων των εναγουσών (κατά το μέρος που κρίθηκαν βάσιμες), λόγω παρέλευσης πενταετίας από το χρονικό σημείο, που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού η εναγομένη δεν επικαλείται το αφετήριο σημείο της παραγραφής (ΑΠ 761/2014 σε ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ") καθώς ούτε τους επισυναπτόμενους (στις πρωτόδικες προτάσεις της) πίνακες, τους οποίους σχετικώς επικαλείται, αλλά ούτε και σε κάποιο άλλο σημείο, αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι επιμέρους ως άνω απαιτήσεις, ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να κρίνει εάν έχει παρέλθει πενταετία έκτοτε, σε κάθε δε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, από τότε που για κάθε επιμέρους απαίτηση τόκων άρχισε να τρέχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 του ΑΚ, η πενταετής παραγραφή (όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα για τις υπό στοιχεία ΑΙ-7 και Α9-14 απαιτήσεις 1/1/2005 (ηλεκτράμαξες ... και ...), 1/1/2006 (ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ...,...,... και ...) και 1/1/2007 (ηλεκτράμαξες ..., ... και ... ), 1/1/2007, για τις υπό στοιχεία Β2 και Β10-19 απαιτήσεις (ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ...), 1/1/2006 για υπό στοιχεία Γ 1 και 2 απαιτήσεις, 1/1/2007 για υπό στοιχεία Γ3, 4, 5, 6, 7 και 8 απαιτήσεις και 1/1/2008 για υπό στοιχεία Γ9, 10 και 11 απαιτήσεις, όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα 1/1/2005 για απαίτηση ηλεκτράμαξας ..., 1/1/2006 για τις απαιτήσεις για τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., 1/1/2007 για τις απαιτήσεις για τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ... και ... και 1/1/2009 για την απαίτηση για την ηλεκτράμαξα ... όσον αφορά τη Γ τμηματική πληρωμή τους, 1/1/2009 για την ηλεκτράμαξα ..., 1/1/12007 για μέρος της απαίτησης για την ηλεκτράμαξα ... και τις ηλεκτράμαξες 120 22 και 120 23 και 1/1/2008 για μέρος της απαίτησης για την ηλεκτράμαξα ... όσον αφορά τη Δ' τμηματική πληρωμή τους} και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 30/12/2009, ημέρα κατά την οποία όχι μόνο κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, αλλά και επιδόθηκε στην εναγομένη, όπως η ίδια συνομολογεί στις προτάσεις της, δεν είχε αυτή παρέλθει. Επίσης, ο ισχυρισμός της περί διετούς παραγραφής των ως άνω απαιτήσεων των εναγουσών είναι απορριπτέος πέραν από αόριστος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν (ενόψει του οτι η εναγομένη δεν αναφέρει το αφετήριο σημείο της παραγραφής) και ως μη νόμιμος, διοτι δεν μπορεί εν προκειμένω να τύχει εφαρμογής η διετής παραγραφή υπέρ του Δημοσίου κατ' άρθρον 90 παρ. 3 του ν.2362/1995, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν.δ. 4/4.9.1935 και 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970 αφού η ως άνω παραγραφή προσκρούει στις διατάξεις των άρθ.4§§1 και 2, 20§ 1 κλπ. του Συντάγματος, 6§1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (βλ. ΟλΑΠ 11/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και, τέλος, ε) Ως προς τον ισχυρισμό περί της καταργήσεως της δίκης κατά το άρθρο 324 του ν. 4072/2012 δέχθηκε (στην 2η σελίδα του 4ου Φύλλου έως την 2η σελίδα του 5ου Φύλλου) τα εξής: "Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει ο περί καταργήσεως της δίκης, κατ' εφαρμογή της συμφωνίας συμβιβασμού μεταξύ SIEMENS AG και Ελληνικού Δημοσίου (ΥΠΟΙΚ 07085ΕΞ2012/27.8.2012 ΦΕΚ Α' Ι 64/27.8.2012, άρθρο 324 του ν. 4072/2012 ΦΕΚ A' 86/11.4.2012), ισχυρισμός της εναγόμενης, τον οποίο επαναφέρει με τον σχετικό (δεύτερο) λόγο της έφεσης της. Κατ' αρχάς ο επικαλούμενος συμβιβασμός δεν είναι δικαστικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 ΚΠολΔ, ώστε να επιφέρει κατάργηση της παρούσας δίκης, αλλά φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού, εκτιμώμενος δε ο ως άνω ισχυρισμός ως ένσταση περί απόσβεσης των επιδίκων απαιτήσεων των εναγουσών λόγω συνάψεως του εξωδίκου συμβιβασμού, κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, με την ως άνω σύμβαση που υπογράφηκε από τον Υπουργό Οικονομικών ως εκπρόσωπο της Ελληνικής Δημοκρατίας και την εταιρεία SIEMENS τα αντισυμβαλλόμενα μέρη προχώρησαν σε πλήρη και οριστική ρύθμιση των διαφορών μεταξύ αφενός μεν του Ελληνικού Δημοσίου, των δημόσιων υπηρεσιών του, των δημοσίων αρχών του, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των επιχειρήσεων στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το σύνολο των μετοχών συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο, αφετέρου δε των εταιριών "Siemens AG", "SIEMENS ΑΕ" (Ελλάδας) και των άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενων θυγατρικών εταιριών και κοινοπραξιών αυτών, καθώς και εκείνων στις οποίες ανεξάρτητα από το ύψος του ποσοστού συμμετοχής στο κεφάλαιο η συμβαλλόμενη εταιρία "SIEMENS" ασκεί ουσιώδη και κρίσιμη συμμετοχή στις εταιρικές υποθέσεις. Ωστόσο, όπως με σαφήνεια προκύπτει και ανενδοίαστα συνάγεται από το ίδιο το κείμενο της σύμβασης ΥΠΟΙΚ 07085ΕΞ2012/27-8-2012 (Προοίμιο και Όροι της σύμβασης ιδίως όρος V σε συνδυασμό με όρους III (1), II και VI) σε συνδυασμό και με την αιτιολογική έκθεση του ν.4072/2012 (άρθρ.324), με αυτήν (σύμβαση) τα συμβληθέντα Μέρη συμφώνησαν οτι η προαναφερόμενη Συμφωνία δεν επηρεάζει εκκρεμείς διαφορές που υφίστανται ή τυχόν θα προκόψουν, εμπορικής, διοικητικής, αστικής ή ποινικής φύσης, και οι οποίες δεν σχετίζονται με την "Υπόθεση", ως τέτοιας νοούμενης αυτής που, κατά τα συμφωνηθέντα, "περιλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις μέχρι σήμερα υποθέσεις, αξιώσεις ή ισχυρισμούς, γνωστούς ή και μη γνωστούς, που σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με δραστηριότητες διαφθοράς, πληρωμές (ή υποσχέσεις πληρωμών) προς τρίτους ή άλλες παράνομες δραστηριότητες από την πλευρά της SIEMENS, περιλαμβανομένων ενδεικτικά όσων υποθέσεων διερευνήθηκαν από τις Αρχές στην Ελλάδα, τη Γερμανία και τις Η.Π.Α. ή τη Δικηγορική Εταιρία Debevoise & Plimpton LLP, περιλαμβανομένων των υποθέσεων που καλύφθηκαν από τις ρυθμίσεις της Siemens με τις Γερμανικές Αρχές το έτος 2008, καθώς και με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) και το Υπουργείο Δικαιοσύνης (DOJ) στις ΗΠΑ [...], Εν προκειμένω δε, η εναγομένη (ΟΣΕ Α.Ε.) ουδόλως αποδεικνύει (ούτε άλλωστε επικαλείται) οτι η ένδικη διαφορά υπάγεται στον όρο "Υπόθεση", όπως αυτή προσδιορίζεται στον όρο II της εν λόγω συμφωνίας, ενώ εξάλλου ουδόλως αποδεικνύεται οτι στην προεκτιθέμενη συμφωνία εξώδικου συμβιβασμού, σύμφωνα με τη ρήτρα περί ανάληψης άφεσης χρέους αναφορικά με τη διεκδίκηση εισπρακτέων απαιτήσεων της Siemens σε βάρος φορέων του Ελληνικού Δημοσίου Τομέα, περιλαμβάνεται και η επίδικη προγραμματική συμφωνία και σύμβαση διάρκειας (ΠΣ/ΣΔ 39), αφού δεν προέκυψε οτι στην ανακοίνωση της SIEMENS προς το Ελληνικό Δημόσιο (κατά τα οριζόμενα στον όρο III (1) σε συνδυασμό με το Παράρτημα 2 της σύμβασης) των απαιτήσεων από όλες τις προγραμματικές συμφωνίες, μεταξύ αυτής και του ΟΣΕ, σε συνέχεια της διαδικασίας επαλήθευσης συμπεριλήφθηκε (στην Παροχή ύψους 80 εκατομμυρίων ευρώ) και η ένδικη σύμβαση. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης περί συμφωνίας συμβιβασμού ως προς τις ένδικες αξιώσεις, δεν έσφαλε, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από αυτήν με τον σχετικό (δεύτερο) λόγο της έφεσης της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". Το Εφετείο, επομένως, ενόψει των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και όσων υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση των αποδιδομένων σε αυτή πλημμελειών εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη όλες τις προταθείσες ως άνω ενστάσεις της και τις απέρριψε κάθε μία ξεχωριστά, κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Επομένως, ο ερευνώμενος ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3.Θ.- Ενόψει τούτων, η πρώτη, από 27.09.2022, αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ", στην οποία δεν περιλαμβάνεται άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. 4.- Επί της από 29.09.2022 αιτήσεως αναιρέσεως των εναγουσών: α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT" και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS ΑΕ".
4.Α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή οτι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ867/2019). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω ακριβώς της παραμορφώσεως και τούτο συμβαίνει όταν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σε αυτό γιατί το συνεκτίμησε μεν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). 4.Β- Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει οτι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους κάτωθι αναιρετικούς λόγους ζητήματα για επιστροφή στις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών που είχε επιβάλει εις βάρος τους η εναγομένη-αναιρεσίβλητη λόγω εκπρόθεσμης παραδόσεως των ηλεκτραμαξών, καθώς και το κόστος των δαπανών (ζημίες και λοιπά έξοδα) στις οποίες υποβλήθηκε η πρώτη ενάγουσα-αναιρεσείουσα λόγω της επικαλούμενης αντισυμβατικής επίκλησης υπάρξεων ελαττωμάτων και ελλείψεων των παραδοτέων ηλεκτραμαξών εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, πλην άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (στη 2η σελίδα του 9ου Φύλλου έως την 2η σελίδα του 22ου φύλλου): "Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2.2 του Παραρτήματος Β' το σύνολο των ελέγχων και των δοκιμών θα είχε ως βάση τους κανονισμούς του άρθρου 5.1.4 της ΣΔ 39 σε συνδυασμό με το Παράστημα Ε' στο οποίο αναφέρονταν οι κανονισμοί. Ειδικότερα, όσον αφορά την προσωρινή παραλαβή των ηλεκτραμαξών ορίσθηκε στο άρθρο 2.4 του Παραρτήματος Β' οτι αυτή θα πραγματοποιηθεί στις εγκαταστάσεις του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" και θα περιλαμβάνει τον έλεγχο κάθε ηλεκτράμαξας, ώστε να διαπιστωθεί η αρτιότητα της κατασκευής, η τελική συναρμολόγηση των οργάνων, των εξαρτημάτων και των παρελκόμενων της ηλεκτράμαξας. Ο έλεγχος αυτός, που συμφωνήθηκε να βαρύνει τον "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ", περιλαμβάνει εξέταση γενικά της αρτιότητας της κατασκευής, τελικής συναρμολόγησης των οργάνων, των εξαρτημάτων και των παρεπομένων της ηλεκτράμαξας καθώς και μέτρηση των διαστάσεων και ζύγιση του ακριβούς βάρους, στοιχεία που θα πρέπει να συμφωνούν με τα στοιχεία των τεχνικών όρων της σύμβασης, όλα δε τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να συμφωνούν με τα στοιχεία των τεχνικών όρων της Σύμβασης. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο ο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ" υποχρεούται κατά τον έλεγχο αυτό, εάν διαπιστωθούν ελαττώματα σε μία ηλεκτράμαξα να τα απαλείψει και από τις υπόλοιπες πριν την παράδοση τους στο δίκτυο της εναγομένης (άρθρο 2 παρ. 2.4.1 και 2.4.2). Επίσης ορίστηκε οτι μετά την επιτυχή διεξαγωγή των ελέγχων και δοκιμών (και εξετάσεων) της προσωρινής παραλαβής, όπως καθορίζεται στο παράρτημα Ε2, εκδίδεται πρωτόκολλο της προσωρινής παραλαβής των ηλεκτραμαξών και υπογράφεται από τον ΟΣΕ και τον ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ, ο τελευταίος δε, υποχρεούται να αποκαταστήσει τα εμφανισθέντα ελαττώματα προ της υπογραφής της προσωρινής παραλαβής. Εάν τα διαπιστωθέντα ελαττώματα είναι ασήμαντα, ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ μπορεί κατόπιν έγκρισης του ΟΣΕ να απαλείψει τα ελαττώματα αυτά στην Ελλάδα μέχρι της διεξαγωγής της τελικής παραλαβής (αρθ. 2 παρ.2.4.3) Επίσης, σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρών ελαττωμάτων ή ανωμαλιών στο στάδιο της προσωρινής παραλαβής προβλέφθηκε διακοπή της διαδικασίας παραλαβής και υποχρέωση του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" για ριζική αποκατάσταση τους με δικές του δαπάνες και η επανάληψη της διαδικασίας ελέγχου μετά την αποκατάσταση. Τέλος, σε περίπτωση που η αποκατάσταση αυτή θα οδηγούσε σε καθυστέρηση των παραδόσεων εντός του συμβατικού χρονοδιαγράμματος η εναγομένη θα είχε το δικαίωμα να επιβάλει ποινικές ρήτρες για εκπρόθεσμη παράδοση σύμφωνα με το άρθρο 10.1.Α της ΣΔ 39 (άρθρ. 2 παρ. 2.4.5 του Β' Παραρτήματος). Όσον αφορά την τελική παραλαβή των ηλεκτραμαξών στο δίκτυο της εναγομένης προβλέφθηκε η υποχρέωση του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" για αποκατάσταση με δικές του δαπάνες ανωμαλιών και ελαττωμάτων, που θα εμφανισθούν κατά το στάδιο των τελικών δοκιμών, και ανάλογα με την έκταση αυτών (ανωμαλιών και ελαττωμάτων), ορίστηκε η αποκατάσταση τους, να γίνεται είτε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης είτε εκτός των εγκαταστάσεων της, με δαπάνες του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" " καθώς επίσης και το δικαίωμα της εναγομένης να επιβάλλει σε βάρος του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" ποινικές ρήτρες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10.1.Α της ΣΔ 39 για το διάστημα μετά από 60 ημέρες από την παράδοση των ηλεκτραμαξών στο δίκτυο της σε περίπτωση που η παραπάνω αποκατάσταση συντελέσει σε εκπρόθεσμη τελική παράδοση των ηλεκτραμαξών (άρθρο 2.4.7.5 του Β' Παραρτήματος). Τέλος, προβλέφθηκε οτι εάν κατά τη διάρκεια των δοκιμών πορείας προκύψουν αποτελέσματα, τα οποία αποδεικνύουν, οτι η πρώτη δοκιμασθείσα ηλεκτράμαξα δεν ανταποκρίνεται κατασκευαστικά και/ή λειτουργικά στους τεχνικούς όρους της παρούσας Σύμβασης διακόπτεται η παραλαβή των υπολοίπων ηλεκτραμαξών μέχρι να επέλθει η οριστική αποκατάσταση των εμφανισθεισών ατελειών/αποκλίσεων. Και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις (Υποπαράγραφοι 1, 2 και 3 της παραγράφου 2.4.7.5) συντάσσεται το πρωτόκολο της τελικής ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής από την αρμόδια επιτροπή αφού προηγουμένως αποκατασταθούν οι διαπιστωθείσες ανωμαλίες και εφ' όσον η Η/Α κατά τον επανέλεγχο της κριθεί παραληπτέα (άρθρα 2.4.7.5 και 2.4.7.6 του Παρ. Β της ΣΔ 33α).
Περαιτέρω στο άρθρο 8.2.1. της ΣΔ 39 ορίστηκε οτι "Σε περίπτωση επουσιωδών αρνητικών παρατηρήσεων σε πρωτόκολλο τελικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής, που οπωσδήποτε δεν επηρεάζουν την εκμετάλλευση των Η/Α, η αποπληρωμή θα γίνεται όπως περιγράφεται πιο πάνω, εφόσον κατατεθεί εγγυητική επιστολή από τον Κατασκευαστή-Προμηθευτή που θα καλύπτει το εκτιμώμενο κόστος των απαραίτητων διορθώσεων για την αποκατάσταση των παραδοθεισών στη συμβατική τους ποσότητα ή ποιότητα".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10.1.Α της ΣΔ39 ο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ" υποχρεούται να τηρεί τις προθεσμίες παράδοσης, που προβλέπονταν, όσον αφορά τις ηλεκτράμαξες, στο άρθρο 6, όπως τροποποιήθηκε με την από 28/2/2003 σύμβαση, σε περίπτωση δε εκπρόθεσμης παράδοσης από υπαιτιότητα του επιβαρύνονταν με ποινική ρήτρα έως 7,5% της τιμής της καθυστερημένης μονάδας, κλιμακούμενης για τις πρώτες 150 ημέρες ως εξής: α) Για τις πρώτες 45 ημερολογιακές ημέρες δεν επιβάλλεται ποινική ρήτρα, β) Για επόμενες 55 ημερολογιακές ημέρες 46η-100η ημέρα) η ποινική ρήτρα επιβάλλεται με ρυθμό 0,5% της τιμής της καθυστερούμενης μονάδας, και β) Για τις τελικές ημερολογιακές 50 ημέρες (101η - 150η ημέρα) η ποινική ρήτρα συνεχίζει να επιβάλλεται με ρυθμό 0,95% της τιμής της καθυστερούμενης μονάδας. Επίσης, με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39 σε περίπτωση μίας καθυστερημένης τμηματικής παράδοσης για λόγους που αφορούν αποκλειστικά ή κατά το μέρος που αναλογεί στον "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" κάθε μέλος αυτού συμφωνήθηκε να πληρώσει στην εναγομένη τόκους για το ποσό, που αναλογεί στην τμηματική παράδοση κάθε πληρωμής που έχει ληφθεί πριν από τη συμβατική ημερομηνία για τη χρονική περίοδο καθυστέρησης με επιτόκιο για την μεν πρώτη ενάγουσα το επιτόκιο χρηματοδότησης της εναγομένης από τις ελληνικές τράπεζες που ισχύει για την περίοδο της καθυστέρησης και για την πρώτη ενάγουσα το ετήσιο επιτόκιο Libor για το γερμανικό μάρκο πλέον 0,5% περιθώριο, που ισχύει για την περίοδο καθυστέρησης ή αν έχει διακανονιστεί χρηματοδότηση, το επιτόκιο χρηματοδότησης. Τέλος, με τον όρο "ΠΑΡΑΔΟΣΗ, κατά την έννοια των άρθρων της Σύμβασης νοείται η ελεύθερη παράδοση σε Σιδηροδρομικό Σταθμό ή Στάση του ΟΣΕ στην περιοχή της Αττικής, του αντικειμένου αυτής (άρθρο 2), από τον ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ - ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ στον ΟΣΕ..." (άρθρο 1 της Σ.Δ 39), ενώ, όπως ορίστηκε Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ αναλαμβάνει με την παρούσα σύμβαση την υποχρέωση να κατασκευάσει και να παραδώσει στον ΟΣΕ τις προαναφερόμενες είκοσι (24) πλήρεις ηλεκτράμαξες κανονικής γραμμής, με απόλυτη και αυστηρή συμμόρφωση προς τους όρους της Προγραμματικής Συμφωνίας και της παρούσας Σύμβασης Διάρκειας και των συνημμένων σ' αυτή τεχνικών προδιαγραφών, εγγράφων, παραρτημάτων και συμπληρωμάτων και της Προγραμματικής Συμφωνίας..." (άρθρο 2.2 της Σ.Δ.). Οι ενάγουσες επάγονται οτι η ρύθμιση του άρθρου 2.4.7.5.(1) αφορά ελαττώματα τόσο ουσιώδη ώστε να μπορεί να θεωρηθεί οτι οι ηλεκτράμαξες αποτελούν όλως διάφορο πράγμα έναντι του συμφωνηθέντος, με συνέπεια να θεωρούνται μη παραληφθείσες, η ρύθμιση του άρθρου 2.4.7.5.(2) αφορά ελαττώματα ουσιώδη μεν, που δεν καθιστούν όμως τις ΗΑ/Α όλως διάφορο πράγμα, οπότε οι ηλεκτράμαξες θεωρούνται παραληφθείσες, ενώ τέλος η ρύθμιση του άρθρου 2.4.7.5. (3) συνιστά επί της ουσίας υποπερίπτωση της 2.4.7.5.(1) και προϋποθέτει ελλείψεις ουσιώδεις, που συνεπάγονται προβληματική συμπεριφορά της Η/Α κατά τη δοκιμή πορείας, που καθιστούν την κατασκευή όλως διάφορη της συμφωνηθείσας και συγχρόνως καθιστά βέβαιο οτι αντίστοιχη απόκλιση θα υπάρχει και στις επόμενες Η/Α. Έτσι, κατά την έννοια που αποδίδεται στις ως άνω διατάξεις από τις ενάγουσες η επιβολή ποινικών ρητρών προϋποθέτει την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων μείζονος σημασίας δηλαδή νοούνται μόνον αυτά που έχουν κάποια σπουδαιότητα, ικανή να επηρεάσει τη λειτουργία και τη συμπεφωνημένη χρήση των ηλεκτραμαξών, ενώ σε κάθε περίπτωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής παρείχετο προς την εναγομένη το δικαίωμα να επιβάλει μονάχα ποινικές ρήτρες κατά το άρθρο 10 ΣΔ 39, όχι όμως και τους τόκους υπερημερίας που προβλέπονταν στο άρθρο 7.4. εδ.α' ΣΔ 39, προς το οποίο δεν παραπέμπουν οι ανωτέρω ρυθμίσεις του Παραρτήματος, οι οποίες αναφέρονται μόνον και αποκλειστικά στο άρθρο 10ΣΔ 39. Ωστόσο η πιο πάνω ερμηνεία της συμβάσεως δεν είναι ορθή. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τους πιο πάνω όρους, η βούληση των μερών για τη ρύθμιση των συμβατικών τους σχέσεων επί ελαττωμάτων και συμβατικών αποκλίσεων είναι σαφής, ορισμένη και χωρίς κενά, μη επιδεχόμενη ερμηνειών. Πιο συγκεκριμένα η παράδοση των ηλεκτραμαξών αφορά κατά τους ρητούς όρους της σύμβασης παράδοση πραγμάτων "...με απόλυτη και αυστηρή συμμόρφωση προς τους όρους της Προγραμματικής Συμφωνίας και της παρούσας Σύμβασης Διάρκειας και των συνημμένων σ' αυτή τεχνικών προδιαγραφών, εγγράφων, παραρτημάτων και συμπληρωμάτων και της Προγραμματικής Συμφωνίας..." (άρθρο 2.2 της Σ.Δ.). Επομένως κατά τη σχετική σαφή και ορισμένη βούληση των μερών ι) ως παράδοση νοείται μεν η υλική παράδοση, εφόσον όμως οι εκάστοτε παραδιδόμενες ηλεκτράμαξες βρίσκονται σε απόλυτη συμμόρφωση με τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης και ανταποκρίνονται στους σχετικούς συμβατικούς όρους. Συνέχεται άλλωστε ρητά με το χρόνο κατάρτισης των Πρωτοκόλλων Τελικής Ποσοτικής και Ποιοτικής Παραλαβής, μετά τον οποίο εκκινούν οι περίοδοι εγγύησης καλής λειτουργίας, ιι) διάκριση μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών ελαττωμάτων (τουλάχιστον για την εφαρμογή των άρθρου 2.7.4.5 και 2.7.4.6) δεν υφίσταται στη σύμβαση. Αντίθετα στη σύμβαση γίνεται διάκριση μεταξύ ελαττωμάτων/αποκλίσεων που μπορούν να αποκατασταθούν στις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ και ελαττωμάτων/ αποκλίσεων που προϋποθέτουν απομάκρυνση των ηλεκτραμαξών και αποκατάσταση σε άλλο τόπο (ή σε ελεύθερους χώρους του ΟΣΕ), ιιι) η εφαρμογή του άρθρου 2.7.4.5.(3) δεν αναφέρεται υποχρεωτικά σε ελαττώματα του πράγματος αλλά σε κατασκευή της 1ης ηλεκτράμαξας με χαρακτηριστικά που κατασκευαστικά και/ή λειτουργικά δεν ανταποκρίνονται στους τεχνικούς όρους της σύμβασης, δηλαδή πρόκειται για κατασκευή που αν και ενδέχεται να μην φέρει ελαττώματα (είναι δηλαδή άρτια ως Η/Α), εμφανίζει κατασκευαστικές/ λειτουργικές αποκλίσεις σε σχέση με τη σύμβαση, με συνέπεια (ενόψει του οτι οι Η/Α κατασκευάζονται με τον ίδιο τρόπο) να είναι βέβαιο οτι θα υφίσταται αντίστοιχη απόκλιση/ελάττωμα και των επομένων Η/Α. Στην περίπτωση αυτή είναι πρόδηλο οτι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράδοση με την πιο πάνω έννοια. (4) Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις απαιτείται κατά τη σύμβαση επανέλεγχος των ηλεκτραμαξών, δηλαδή κατά κυριολεξία επιτυχής επανάληψη των αναγκαίων δοκιμών προ της παραλαβής τους και ακολούθως σύνταξη του σχετικού πρωτοκόλλου της τελικής παραλαβής. Επομένως, αν οι αρχικές δοκιμές πορείας ήταν ανεπιτυχείς θα έπρεπε προς ολοκλήρωση της τελικής παραλαβής των ηλεκτραμαξών να επαναληφθούν στο σύνολο τους και μάλιστα μετά την πλήρη αποκατάσταση των αποκλίσεων, ώστε να διαπιστωθεί η σύμφωνη με τη σύμβαση κατασκευή/ λειτουργία τους. (5) Η επικαλούμενη από τις ενάγουσες περίπτωση του άρθρου 8.2.1. δεν αφορά ούτε ρυθμίζει το στάδιο παράδοσης/παραλαβής των Η/Α αλλά την δυνατότητα εκ μέρους της Κοινοπραξίας να ζητήσει την καταβολή της αμοιβής της με κατάθεση ισόποσης εγγυητικής επιστολής στην περίπτωση όπου το ήδη καταρτισθέν πρωτόκολλο τελικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής περιέχει επουσιώδεις αρνητικές παρατηρήσεις (καθώς επί ουσιωδών παρατηρήσεων είναι πρόδηλο οτι υφίσταται απορριπτικό πρωτόκολλο) (6) Η επιβολή ποινικών ρητρών προβλέπεται ανεξάρτητα με το εάν είναι δυνατή η αποκατάσταση των ελαττωμάτων εντός ή εκτός των εγκαταστάσεων του ΟΣΕ από μόνο το γεγονός της εκπρόθεσμης παράδοσης Η/Α, των οποίων τα χαρακτηριστικά να βρίσκονται σε απόλυτη συμμόρφωση με τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης (7) Η επιβολή τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερήσεων των τμηματικών παραδόσεων συνέχεται με το εκπρόθεσμο των παραδόσεων ανεξαρτήτως εάν η καθυστέρηση οφείλεται σε καθυστέρηση της αποκατάστασης των προβλημάτων ή σε άλλους λόγους, αφού ως παράδοση κατά τα προαναφερόμενα νοείται όχι η παράδοση οιασδήποτε Η/Α αλλά η παράδοση Η/Α "..με απόλυτη και αυστηρή συμμόρφωση προς τους όρους της Προγραμματικής Συμφωνίας και της παρούσας Σύμβασης Διάρκειας και των συνημμένων σ' αυτή τεχνικών προδιαγραφών, εγγράφων, παραρτημάτων και συμπληρωμάτων και της Προγραμματικής Συμφωνίας..." (άρθρο 2.2 της Σ.Δ.).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε οτι, ακριβώς επειδή κατά το χρόνο υπογραφής της από 28/2/2003 τροποποιητικής σύμβασης δεν είχαν παραδοθεί προσωρινώς οι ηλεκτράμαξες, που είχε συμφωνηθεί να παραδοθούν έως τις 31/12/2002 με την ως άνω σύμβαση αναγνωρίσθηκε οτι οι ενάγουσες, ως μέλη του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ", οφείλουν στην εναγομένη το ποσό των 571.478,83 ευρώ ως ποινικές ρήτρες έως 31/12/2002 και το ποσό των 36.806,94 ευρώ ως τόκους υπερημερίας επί των προκαταβολών για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης έως τις 31/12/2002, συμφωνήθηκε δε η τμηματική καταβολή των ως άνω ποσών σε δέκα (10) ισόποσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη θα έπρεπε να καταβληθεί στις 15/7/2004 με την προσωρινή παραλαβή της ηλεκτράμαξας ..., η δεύτερη στις 9/6/2005 με την προσωρινή παραλαβή της ... ηλεκτράμαξας και οι υπόλοιπες σε κάθε προσωρινή παραλαβή σύμφωνα με το τροποποιημένο χρονοδιάγραμμα των λοιπών ηλεκτραμαξών ( με στοιχεία ... και ... -...) ( βλ. άρθρο 4 και 7 της από 28/2/2003 τροποποιητικής σύμβασης) και οτι αναστέλλεται η επιβολή ποινικών ρητρών και καταλογισμού τόκων υπερημερίας από 1/1/2003 έως την ημερομηνία παράδοσης κάθε ηλεκτράμαξας σύμφωνα με το τροποποιημένο συμβατικό χρονοδιάγραμμα, που προεκτέθηκε, σε κάθε δε περίπτωση συμφωνήθηκε ως χρόνος υπολογισμού να λαμβάνονται οι προβλεπόμενες σ' αυτό ημερομηνίες, που είναι οι ημερομηνίες προσωρινής παραλαβής των ηλεκτραμαξών. Όπως ήδη προεκτέθηκε, οι ηλεκτράμαξες παραλήφθησαν ως εξής: 1) Η ηλεκτράμαξα ..., παραλήφθηκε προσωρινώς στις 24/6/2004. Στη συνέχεια, η παράδοση αυτή ακυρώθηκε και επαναλήφθηκε στις 28/2/2007 λόγω του προβλήματος στις ανοχές των πλαισίων των φορείων, ενώ παραλήφθηκε οριστικώς στις 12/7/2007. Ήδη έως τις 31/12/2002 με τις παρακρατήσεις στο τίμημα της λόγω καθυστέρησης σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα (Πίνακας 6Α της ΣΔ 39) είχε συμπληρωθεί το ανώτατο όριο του 7,5%, που προβλέπονταν από τις συμβάσεις. 2) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 28/2/2007, αντί στις 19/8/2004, και οριστικώς στις 29/2/2008, από δε την εναγομένη επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες λόγω εκπρόθεσμης προσωρινής παραλαβής, και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας επί των ποινικών ρητρών από την προσωρινή προκαταβολή έως την ημέρα τελικής παραλαβής και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 3) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 30/9/2004 και οριστικώς στις 11/3/2005, δεν έγιναν δε παρακρατήσεις από την εναγομένη για ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας. 4) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς, αρχικώς, στις 26/8/2004 αντί στις 9/9/2004. Στη συνέχεια, η προσωρινή αυτή παραλαβή ακυρώθηκε λόγω τεχνικών προβλημάτων στα φορεία, όπως θ' αναλυθούν παρακάτω, και παραλήφθηκε προσωρινώς και οριστικώς στις 26/11/2007, η δε εναγόμενη επέβαλε σε βάρος των εναγουσών λόγω ταυτόχρονης προσωρινής και οριστικής παραλαβής ποινικές ρήτρες και καταλόγισε σε βάρος τους τόκους υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 5) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 16/2/2005, αντί στις 2/12/2004, και οριστικώς στις 23/8/2006, επιβλήθηκαν δε από την εναγόμενη σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες λόγω εκπρόθεσμης προσωρινής παραλαβής και λόγω προβλημάτων κατά την τελική παραλαβή, ενώ καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι προκαταβολών λόγω καθυστέρησης προσωρινής παραλαβής, τόκοι επί της ποινικής ρήτρας της τελικής παραλαβής και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 6) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 28/10/2004, αντί στις 11/11/2004, και οριστικώς στις 22/3/2005, δεν έγιναν δε παρακρατήσεις από την εναγομένη για ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας. 7) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 21/10/2004, και οριστικώς στις 6/6/2005, δεν έγιναν δε κρατήσεις από την εναγομένη. 8) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 17/1/2005, και οριστικώς στις 24/3/2005, δεν έγιναν δε κρατήσεις από την εναγομένη για ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας. 9) Η ηλεκτράμαξα 120 015 παραλήφθηκε προσωρινώς, αρχικώς, στις 2/12/2004, αντί στις 23/12/2004, αλλά, στη συνέχεια, συντάχθηκε απορριπτικό πρωτόκολλο λόγω τεχνικών προβλημάτων. Η ως άνω ηλεκτράμαξα παραδόθηκε προσωρινώς στις 20/3/2007 και οριστικώς στις 26/4/2007, επιβλήθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 10) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 15/3/2005, αντί στις 3/2/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 4/5/2005, καταλογίσθηκαν δε από την εναγομένη στις ενάγουσες τόκοι υπερημερίας προκαταβολών για εκπρόθεσμη προσωρινή παραλαβή κατά 40 ημέρες, ενώ δεν επιβλήθηκαν ποινικές ρήτρες. 11) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 20/4/2005, αντί στις 24/2/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 16/6/2005, από δε την εναγομένη επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες για καθυστερημένη προσωρινή παραλαβή κατά 55 ημέρες και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας προκαταβολής για 55 ημέρες. 12) Η ηλεκτράμαξα 120 018 παραλήφθηκε προσωρινώς στις 10/5/2006, αντί στις 17/3/2005, λόγω τεχνικών προβλημάτων στα φορεία και στη ζύγιση και οριστικώς στις 15/9/2006, επιβλήθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες έως την τελική παραλαβή και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας μέχρι την τελική παραλαβή και τα ποσά των 23.649,87 ευρώ και τόκοι υπερημερίας προκαταβολών. 13) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 2/6/2005, αντί στις 7/4/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 22/7/2005, επιβλήθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες λόγω εκπρόθεσμης προσωρινής παραλαβής και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας προκαταβολών. 14) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 19/5/2005, αντί στις 28/4/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 8/7/2005, καταλογίσθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών τόκοι υπερημερίας προκαταβολών λόγω καθυστέρησης στην προσωρινή παραλαβή, διάρκειας 21 ημερών. 15) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 2/6/2005, αντί στις 9/6/2005, και οριστικώς στις 7/8/2006, επιβλήθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες λόγω προβλημάτων στην τελική παραλαβή και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους ως τόκοι υπερημερίας των ποινικών ρητρών και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39 λόγω προβλημάτων στην τελική παραλαβή. 16) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 2/6/2005, αντί στις 19/5/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 7/8/2006, καταλογίσθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών τόκοι υπερημερίας προκαταβολών λόγω εκπρόθεσμης προσωρινής παραλαβής, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρους τους λόγω προβλημάτων κατά το στάδιο της τελικής παραλαβής ποινικές ρήτρες για 210 ημέρες από την άφιξη και έως την τελική παραλαβή και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους και τόκοι υπερημερίας επί των ως άνω ποινικών ρητρών, καθώς και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39, 17) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 8/3/2005 και οριστικώς στις 7/8/2006 δεν έγιναν δε από την εναγομένη παρακρατήσεις κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, αλλά επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών λόγω προβλημάτων στο στάδιο της τελικής παραλαβής ποινικές ρήτρες για χρονικό διάστημα 210 ημερών, από την άφιξη έως την ημέρα τελικής παραλαβής, και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας επί των ως άνω ποινικών ρητρών, καθώς και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 18) Η ηλεκτράμαξα 120 024 παραλήφθηκε προσωρινώς στις 5/7/2005, και οριστικώς στις 7/8/2006, δεν έγιναν δε παρακρατήσεις από την εναγομένη κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, αλλά επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών λόγω προβλημάτων στο στάδιο της τελικής παραλαβής ποινικές ρήτρες για χρονικό διάστημα 210 ημερών, από την άφιξη έως την ημέρα τελικής παραλαβής, και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας επί των ως άνω ποινικών ρητρών, καθώς και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 19) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 9/8/2005, αντί στις 11/8/2005, και οριστικώς στις 7/8/2006, δεν έγιναν δε παρακρατήσεις από την εναγομένη κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, αλλά επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών λόγω προβλημάτων στο στάδιο της τελικής παραλαβής ποινικές ρήτρες για χρονικό διάστημα 210 ημερών, από την άφιξη έως την ημέρα τελικής παραλαβής, και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας επί των ως άνω ποινικών ρητρών, καθώς και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 20) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 6/9/2005, αντί στις 1/9/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 7/8/2006, δεν έγιναν δε παρακρατήσεις από την εναγομένη κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, αλλά επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών λόγω προβλημάτων στο στάδιο της τελικής παραλαβής ποινικές ρήτρες για χρονικό διάστημα 210 ημερών, από την άφιξη έως την ημέρα τελικής παραλαβής, και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας επί των ως άνω ποινικών ρητρών, καθώς και τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 21) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 12/10/2005, αντί στις 22/9/2005, λόγω προβλημάτων στη ζύγιση και οριστικώς στις 7/8/2006, καταλογίσθηκαν δε από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39 για καθυστέρηση κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών λόγω προβλημάτων στο στάδιο της τελικής παραλαβής ποινικές ρήτρες και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 22) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 12/10/2005, αντί στις 13/10/2005, και οριστικώς στις 7/8/2006, δεν έγιναν δε παρακρατήσεις από την εναγομένη κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, αλλά επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες λόγω προβλημάτων κατά το στάδιο της τελικής παραλαβής και καταλογίσθηκαν σε βάρος τους τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39. 23) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 28/10/2005, αντί στις 3/11/2005, και οριστικώς στις 7/8/2006, δεν έγιναν παρακρατήσεις από την εναγομένη για το στάδιο της προσωρινής παραλαβής και καταλογίσθηκαν τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ λόγω προβλημάτων κατά το στάδιο της τελικής παραλαβής, και. 24) Η ηλεκτράμαξα ... παραλήφθηκε προσωρινώς στις 23/11/2005, αντί στις 24/11/2005 και οριστικώς στις 7/8/2006, δεν έγιναν παρακρατήσεις από την εναγομένη για το στάδιο της προσωρινής παραλαβής και καταλογίσθηκαν τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ λόγω προβλημάτων κατά το στάδιο της τελικής παραλαβής. Επίσης, η εναγομένη παρακράτησε από τις τμηματικές πληρωμές των ηλεκτραμαξών ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... τις 10 δόσεις των ποινικών ρητρών και των τόκων υπερημερίας έως τις 31/12/2002. Έτσι, η εναγόμενη συνολικώς και τμηματικώς επέβαλε ως ποινικές ρήτρες μετά την από 28/2/2003 τροποποιητική σύμβαση σε βάρος της πρώτης ενάγουσας το ποσό των 2.796.725,44 ευρώ και σε βάρος της δεύτερης ενάγουσας το ποσό των 490.561,21 ευρώ και καταλόγισε σε βάρος τους ως συμβατικούς τόκους υπερημερίας τα ποσά του 1.866.473,39 ευρώ και των 210.411,56 ευρώ, αντίστοιχα. Εν συνεχεία η εναγομένη, μετά την άρνηση των εναγουσών να της καταβάλουν τα ως άνω ποσά, όπως προκύπτει από τη μεταξύ τους αλληλογραφία (βλ. ενδεικτικά το με αριθμό πρωτ. ...-2006 έγγραφο της εναγομένης) τα παρακράτησε από τις τμηματικές πληρωμές που έκανε προς αυτές σύμφωνα με το άρθρο 8.5 της ΣΔ39. Οι ενάγουσες αμφισβητούν τη νομιμότητα των ως άνω απαιτήσεων της εναγομένης κατ' αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγουσών, ήτοι οτι παράνομα και χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη απαίτηση η εναγομένη προέβη σε μονομερή συμψηφισμό αυτής με τις δικές τους απαιτήσεις για καταβολή τιμήματος, με συνέπεια την απόσβεση αυτή κατά τα παραπάνω ποσά, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα, όσον αφορά τη νομιμότητα των παραπάνω απαιτήσεων της εναγομένης κατά των εναγουσών, αποδείχθηκε οτι η εναγομένη για την επιβολή των ποινικών ρητών και των καταλογισμών των τόκων υπερημερίας επικαλέστηκε τεχνικά προβλήματα και αποκλίσεις συμβατικών τεχνικών χαρακτηριστικών, που προκλήθηκαν από υπαιτιότητα των προστηθέντων των εναγουσών και, άρα, περίπτωση μη εκπρόθεσμης εκπλήρωσης της υποχρέωσης εμπρόθεσμης και προσήκουσας παράδοσης από τεχνικής άποψης των ηλεκτραμαξών, που είχε αυτή αναλάβει με τις επίδικες συμβάσεις. Οι αιτίες της καθυστέρησης κατά την άποψη της εναγομένης συνοψίζονται σε τίτλους: α) εσφαλμένη ζύγιση των ηλεκτραμαξών, β) αποκλίσεις στις κατασκευαστικές ανοχές των πλαισίων των φορείων των ηλεκτραμαξών, γ) εισροή νερού στα κιβώτια μετάδοσης κίνησης λόγω μη ορθής στεγανοποίησης τους, και δ) μη δυνατότητα ρυμούλκησης συρμού DESIRO λόγω ακαταλληλότητας του άγκιστρου έλξης (βλ. το με αριθμό πρωτ. ...-2008 και το συνημμένο σ' αυτό από 4/9/2008 έγγραφα της εναγομένης). Ειδικότερα: α) Οσον αφορά την εσφαλμένη ζύγιση: Σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμβάσεων οι ηλεκτράμαξες έπρεπε να ζυγισθούν στο εργοστάσιο της πρώτης ενάγουσας στο Μόναχο της Γερμανίας σύμφωνα με τον κανονισμό UIC 610 της Διεθνούς Ένωσης Σιδηροδρόμων (άρθρο 5.1.4 της ΣΔ39 και Ε' Παράρτημα). Εντούτοις, κατά τη ζύγιση των ηλεκτραμαξών ακολουθήθηκε αρχικώς το πρότυπο της Διεθνούς Ηλεκτροτεχνικής Επιτροπής CEIIEC 1133 (βλ. το υπ' αριθμ. ...-2004 έγγραφο της πρώτης ενάγουσας). Κατά τον επανέλεγχο των ηλεκτραμαξών ... και ... στο μηχανοστάσιο του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε διαφορά βάρους ανά τροχό άνω του 4%, που είναι το ανεκτό όριο (βλ. καταθέσεις μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων μερών στα Πρακτικά Συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Η ζύγιση αυτή, εάν και δεν προβλέπονταν από τους οικείους κανονισμούς, σύμφωνα με τους οποίους η επόμενη της παραλαβής ζύγισης γίνεται κατά την πρώτη επισκευή, πραγματοποιήθηκε ακριβώς για το λόγο οτι δεν τηρούνταν από τις ενάγουσες η συμφωνημένη διαδικασία ζύγισης, ώστε να γίνει έλεγχος της ακρίβειας της ζύγισης στο εργοστάσιο στο Μόναχο. Κατόπιν αυτού και δεδομένης της ανωτέρω απόκλισης, η εναγόμενη απαίτησε να ακολουθείται κατά τη διαδικασία της ζύγισης ο κανονισμός UIC 610 σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης (βλ. το αριθμ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο της εναγομένης). Μέχρι τις 14/12/2004 η πρώτη ενάγουσα εξακολουθούσε, παρά την εκφρασμένη αντίρρηση της εναγομένης, να ζυγίζει τις ηλεκτράμαξες στο εργοστάσιο στο Μόναχο (βλ. την από 14/12/2004 αναφορά της εναγομένης με αριθμό ...). Τελικώς, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, οι ηλεκτράμαξες αποστέλλονταν στις εγκαταστάσεις των Αυστριακών Σιδηροδρόμων στο Linz της Αυστρίας, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις για διεξαγωγή των μετρήσεων σύμφωνα με τον κανονισμό UIC, γεγονός που συνέβαλε στην εκπρόθεσμη, σύμφωνα με τους όρους του νέου χρονοδιαγράμματος, παράδοση των ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... (το οτι οι εγκαταστάσεις στο Μόναχο δεν ήταν κατάλληλες προς τούτο, αποδεικνύεται εμμέσως πλην σαφώς από οτι οι ενάγουσες κατά την σύσκεψη στις 25/11/2004 δήλωσαν διά των νομίμων εκπροσώπων τους οτι θα διερευνούσαν τη δυνατότητα εφαρμογής επακριβώς του ως άνω κανονισμού, καθώς δεν θα υφίστατο τέτοια ανάγκη εάν εξαρχής διέθεταν τις κατάλληλες εγκαταστάσεις, βλ. το με αριθμ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο της εναγομένης). Οι ενάγουσες υποστηρίζουν οτι οι όροι του πρότυπου IEC 1133 ικανοποιούν τους όρους του κανονισμού UIC 610 και οτι η ανησυχίες του ΟΣΕ ήταν αβάσιμες, όπως αποδείχθηκε από τις μετρήσεις των ζυγίσεων που πραγματοποιήθηκαν στο Linz της Αυστρίας. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, είναι αβάσιμος καθώς από την ανάγνωση των προσκομισθέντων με επίκληση αποσπασμάτων των παραπάνω κανονισμών δεν προκύπτει ταυτότητα της διαδικασίας ζύγισης, ώστε η εμμονή της εναγομένης στην τήρηση του κανονισμού UIC 610 να κριθεί από το Δικαστήριο καταχρηστική υπό την έννοια της έλλειψης συνεργασίας προς της ουσιαστική επίτευξη του σκοπού των επίδικων συμβάσεων, καθώς στο ως άνω κανονισμό ορίζεται οτι "θα εκτελούνται τέσσερις διαδοχικές και πλήρεις διαδικασίες ζύγισης με το όχημα να κινείται εναλλάξ από αμφότερες τις κατευθύνσεις" (άρθρο 4.4.5), ενώ στο πρότυπο IEC 1133 ορίζεται οτι "...θα εκτελούνται τέσσερις διαδοχικές και ολοκληρωμένες διαδικασίες ζύγισης με το όχημα να κινείται δύο φορές προς αμφότερες τις κατευθύνσεις..." (άρθρο 5.3.3), έκφραση που αφήνει να εννοηθεί οτι κατά το ως άνω πρότυπο ενδέχεται η αλλαγή της κατεύθυνσης να γίνεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας προς τη μία κατεύθυνση. Εξάλλου, στις εγκαταστάσεις της πρώτης ενάγουσας στο Μόναχο δεν υπήρχε δυνατότητα κίνησης προς αμφότερες τις κατευθύνσεις καθώς στη μία κατεύθυνση υφίσταται ο τοίχος του χώρου, όπου γίνεται η ζύγιση, ούτε η απαιτούμενη από τον ως άνω κανονισμό ανωφέρεια (βλ. κατάθεση μάρτυρα της εναγομένης σε συνδυασμό με τα με αριθμό πρωτ. ...-2004 και αριθμ. πρωτ. 2459649/13-12-2004 έγγραφα της) για το λόγο δε αυτό η ίδια επικαλείται και την πρόβλεψη εναλλακτικών διαδικασιών ζύγισης σύμφωνα με το πρότυπο IEC 1133. Επίσης, κατά τις ζυγίσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Linz, διαπιστώθηκε απόκλιση 500 Kg μεταξύ Μονάχου και Linz και, άρα, η καχυποψία της εναγομένης απέναντι στην δυνατότητα ζύγισης σύμφωνα με τον κανονισμό UIC 610 στις εγκαταστάσεις της πρώτης ενάγουσας στο Μόναχο και, κατ' επέκταση, η απαίτηση της να τηρείται όρος των επίδικων συμβάσεων για τη διαδικασία ζύγισης είναι δικαιολογημένη και δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά την αντίληψη των συναλλαγών οτι αντίκειται στην αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης ενοχής (άρθρο 288 του ΑΚ) (βλ. τα με αριθμ. πρωτ. ...-2005 και ...-2005 έγγραφα της εναγομένης, καθώς και το από 25/4/2005 έγγραφο της σχετικά με τη σύσκεψη των διαδίκων, που έλαβε χώρα στις 21/4/2005). Αντιθέτως, η συμπεριφορά των εναγουσών να συμφωνούν αρχικώς σε κάποιους όρους και, στη συνέχεια, να επιχειρούν για επιχειρηματικό τους όφελος να τους παραβλέπουν αντίκειται στην αρχή της τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων ("pacta sunt servanda"), καθώς η τήρηση του συγκεκριμένου κανονισμού κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής των ηλεκτραμαξών είχε αποτελέσει, όπως προεκτέθηκε, περιεχόμενο της σύμβασης (άρθρο 2.2 του Β' Παραρτήματος και 5.1.4 της ΣΔ 39). Ενόψει των παραπάνω οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση των ηλεκτραμαξών λόγω μεταφοράς τους για ζύγιση στις εγκαταστάσεις των Αυστριακών Σιδηροδρόμων στο Linz βαρύνει τις ενάγουσες, αφού σύμφωνα με το άρθρο 2.1.3 του Παραρτήματος Β είχαν την υποχρέωση να μεριμνήσουν για την εκτέλεση της διαδικασίας ζύγισης ως υποχρεωτικό ποιοτικό έλεγχο κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής σε μέρη στα οποία υπάρχουν οι απαραίτητες τεχνικές εγκαταστάσεις. Τέλος, η εναγομένη είχε δικαίωμα σύμφωνα με τη σύμβαση, όπως και έκανε, να διακόψει τη προσωρινή παραλαβή των ηλεκτραμαξών λόγω διαπίστωσης ανωμαλιών στη ζύγιση, ήτοι μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας (άρθρο 2.4.5 του Παραρτήματος Β) μέχρι τη συμμόρφωση των εναγουσών και να επιβάλλει ποινικές ρήτρες σε βάρος των εναγουσών για εκπρόθεσμη παράδοση, β) Όσον αφορά τις αποκλίσεις από τις κατασκευαστικές ανοχές των πλαισίων των φορείων των ηλεκτραμαξών: Κατά τον ποιοτικό έλεγχο της ηλεκτράμαξας ... διαπιστώθηκε γεωμετρική απόκλιση στις διαστάσεις του πλαισίου του φορείου της με αριθμό 93499 πέρα από τις προβλεπόμενες στις συμβάσεις κατασκευαστικές ανοχές. Το φορείο είναι ο μηχανισμός που φέρει το βάρος του αμαξώματος της μηχανής και την κίνηση της μηχανής πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές, καθώς είναι το πλαίσιο στο οποίο "πατάνε" οι δύο κινητήριοι άξονες και "κάθονται" οι τροχοί. Ειδικότερα, το φορείο αποτελείται από πλαίσιο εντός του οποίου συναρμολογούνται τα διάφορα εξαρτήματα για την οδήγηση και έδραση των τροχοφόρων αξόνων, την έδραση των κινητήρων με τους μηχανισμούς μετάδοσης της κίνησης, για την μετάδοση της δύναμης πέδησης (τακάκια) καθώς και την ανάρτηση του αμαξώματος (βλ. κατάθεση μάρτυρα εναγόμενης στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την από Φεβρουάριο 2007 τελική έκθεση διερεύνησης επιπτώσεων στην ασφάλεια κυκλοφορίας και στην κατάσταση υλικού των αποκλίσεων σε διαστάσεις φορείων τροχαίου υλικού σε σχέση και με τους αντίστοιχους κανονισμούς UIC 518 του Εργαστηρίου Σιδηροδρόμων και Μεταφορών του ΕΜΠ), οι δε ανοχές του πλαισίου ενός φορείου στοχεύουν στην σωστή συναρμολόγηση όλων των συνιστωσών (εξαρτημάτων), προκειμένου να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία τους καθώς και στην επίτευξη της μεγαλύτερης το δυνατόν "παραλληλίας" μεταξύ των τροχοφόρων αξόνων (βλ. την από Φεβρουάριο 2007 τελική έκθεση διερεύνησης επιπτώσεων στην ασφάλεια κυκλοφορίας και στην κατάσταση υλικού των αποκλίσεων σε διαστάσεις φορείων τροχαίου υλικού σε σχέση και με τους αντίστοιχους κανονισμούς UIC 518 του Εργαστηρίου Σιδηροδρόμων και Μεταφορών του ΕΜΠ). Κατά συνέπεια, ήταν αυτονόητη, μετά την ως άνω υπέρβαση, η ανάγκη τέτοιου ελέγχου για λόγους ασφάλειας της λειτουργίας της ηλεκτράμαξας. Για το λόγο αυτό αναβλήθηκε η προσωρινή παραλαβή της, και με την υπ' αριθμ. ...-2004 αναφορά της πρώτης ενάγουσας γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη η νέα ημερομηνία προσωρινής παραλαβής της ως άνω ηλεκτράμαξας, καθώς οι ημερομηνίες προσωρινής παραλαβής των ηλεκτραμαξών με αριθμούς ... και ... (10/9/2004 και 1/10/2004, αντίστοιχα). Ταυτόχρονα απεστάλη και έκθεση ανοχής του εν θέματι φορείου, που είχε εκδοθεί από το Τμήμα Μηχανικής και Ποιοτικού Ελέγχου της πρώτης ενάγουσας, με την οποία υποστηρίζονταν η άποψη οτι οι αποκλίσεις δεν έχουν αρνητική επίπτωση στην ποιότητα και την ανοχή των φορείων και οτι είναι ανεκτές. Λόγω άρνησης της εναγομένης να δεχθεί να παραλάβει την ηλεκτράμαξα ..., παρά τις παραπάνω διαβεβαιώσεις της πρώτης ενάγουσας, ακολούθησε η υπ' αριθμ. ...-2004 αναφορά με την οποία η εναγόμενη ενημερώθηκε οτι η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στον ΟΒΒ (Αυστριακοί Σιδηρόδρομοι) ως ανεξάρτητη αρχή για μία δεύτερη γνώμη επί του θέματος και επισυνάφθηκε η σχετική αναφορά. Η εναγομένη συνέχισε να απαιτεί αντικατάσταση του εν λόγω φορείου, όπως και κάθε άλλου φορείου σε οποιαδήποτε ηλεκτράμαξα με όμοιο πρόβλημα, καθώς το πρόβλημα δεν περιορίσθηκε στην ως άνω ηλεκτράμαξα. Στις 14/9/2004 πραγματοποιείται σύσκεψη της εναγομένης με τα μέλη του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ". Στη σύσκεψη αυτή η εναγομένη διά του αρμοδίου οργάνου της επικαλέστηκε έλλειψη τεχνογνωσίας να ελέγξει τις διαβεβαιώσεις των εναγουσών οτι παρά την υπέρβαση των κατασκευαστικών ανοχών στα φορεία των ηλεκτραμαξών ..., ..., 120 08 και ... δεν επηρεάζεται η ασφάλεια της λειτουργίας αυτή, ούτε το κόστος συντήρησης ή η διάρκεια της ζωής τους και για το λόγο αυτό πρότεινε να παραπεμφθεί το ζήτημα σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο ως ανεξάρτητη αρχή για να γνωμοδοτήσει με δαπάνες της πρώτης ενάγουσας σχετικά με την επίδραση της υπέρβασης των ανοχών, καθώς και να τροποποιήσει αυτή το σχέδιο του πλαισίου των φορείων όπου θεωρούσε τις ανοχές οριακές με την έννοια οτι είχαν προσδιοριστεί με πολύ μικρά περιθώρια απόκλισης, και να το υποβάλει προς έγκριση από αυτή (εναγομένη). Η πρόταση για γνωμοδότηση από ελληνικό πανεπιστήμιο ως ανεξάρτητο φορέα δεν έγινε αποδεκτή από τις ενάγουσες, διοτι δεν επιθυμούσαν να επιβαρυνθούν με την αντίστοιχη δαπάνη. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της πρότασης της εναγομένης, με την υπ' αριθμ. ...-2004 αναφορά της η πρώτη ενάγουσα δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο της τροποποίησης των αρχικών σχεδίων, ενώ με την υπ' αριθμ. ...-2004 επιστολή της εμμέσως αποκλείει να επιβαρυνθεί με τη δαπάνη γνωμάτευσης από ελληνικό πανεπιστήμιο και ανακοινώνει οτι το τροποποιημένο σχέδιο είναι έτοιμο για δημοσίευση. Εξάλλου, εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2004 η πρώτη ενάγουσα δέχθηκε να αντικαταστήσει το με αριθμό ... φορείο της ηλεκτράμαξας ... με φορείο που προορίζονταν για την ηλεκτράμαξα ... και δεν εμφάνιζε αποκλίσεις από τις συμβατικώς καθοριζόμενες ανοχές. Ήδη η εναγομένη με το υπ' αριθμ. ...-2004 έγγραφο της είχε δηλώσει οτι επιθυμεί την αντικατάσταση των φορείων των οποίων τα πλαίσια είχαν κατασκευαστεί καθ' υπέρβαση των ανοχών, που είχαν προσδιοριστεί στις συμβάσεις. Με την υπ' αριθμ. ...-2004 επιστολή της η πρώτη ενάγουσα αποστέλλει στην εναγομένη πραγματογνωμοσύνη (τεχνική έκθεση-γνωμοδότηση) του Δρ. Κ. Ρ., καθηγητή του Τμήματος Τεχνολογίας και Κίνησης Σιδηροδρόμων του Πολυτεχνείου του Grazz, που επιβεβαίωνε την άποψη της οτι η υπέρβαση των κατασκευαστικών ανοχών στα πλαίσια των φορείων δεν έχουν αρνητική επίπτωση στην ποιότητα και την αντοχή των φορείων και οτι είναι ανεκτή, χωρίς, όμως, να συνοδεύεται και από την τελική πρόταση της για την επίλυση του προβλήματος. Στις 25/11/2004 πραγματοποιείται σύσκεψη κατά την οποία η εναγομένη δεσμεύεται να μελετήσει την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει την εξαρχής διατυπωθείσα θέση της να εξεταστεί το πρόβλημα των αποκλίσεων των διαστάσεων των φορείων από κοινής αποδοχής ανεξάρτητο ίδρυμα (το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο). Με το υπ' αριθμ. ...-2005 έγγραφο της η εναγομένη δηλώνει οτι εμμένει στο αίτημα της για αντικατάσταση των φορείων, των οποίων τα πλαίσια δεν έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τις συμβατικώς προβλεπόμενες προδιαγραφές, δήλωση που επανέλαβε διά των αρμοδίων οργάνων της και στις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν στις 21/4/2005, στις 25/5/2005 και στις 15/6/2005. Οι ενάγουσες επανέρχονται στο μεσοδιάστημα με πρόταση για συγκρότηση διμελούς επιτροπής αξιολόγησης, η οποία δεν γίνεται δεκτή από την εναγομένη. Κατά το χρόνο της πρότασης αυτής το πρόβλημα παραμένει στις ηλεκτράμαξες ... (φορεία No ... και ...), ... (φορείο No ...) και ... (φορείο No ...), ενώ μεταγενέστερα, ήτοι περί τα τέλη του 2005, ίδιο πρόβλημα εμφανίζουν και οι ηλεκτράμαξες ... (φορείο No ...) και ... (φορείο No ...). Τελικώς, οι ενάγουσες, που είχαν προωθήσει (στις 15/9/2005) στην εναγομένη και έτερη τεχνική έκθεση (του Βασιλικού Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Στοκχόλμης Σουηδίας) προσφεύγουν κατά το έτος 2006 στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ). Αρχικώς συντάσσεται μία "Σύντομη Ενδιάμεση Έκθεση του ΕΜΠ" για τα φορεία των παραπάνω ηλεκτραμαξών, την οποία αποστέλλουν στην εναγομένη, η οποία, με τη σειρά της, δηλώνει οτι θα αρχίσει τις διαδικασίες οριστικής παραλαβής αναμένοντας την τελική έκθεση και ζητεί μία (1) πρόσθετη εγγύηση ενός έτους για όλα τα επίμαχα φορεία (βλ. τα με αριθμ. πρωτ. ...-2007 και ...-2007 έγγραφα της εναγομένης), αίτημα το οποίο αποδέχονται οι ενάγουσες (βλ. υπ' αριθμ. TSLMSP ...-2007 επιστολή). Με την υπ' αριθμ πρωτ. ...-2007 επιστολή της η εναγομένη γνωστοποιεί στις ενάγουσες οτι έχει λάβει και την τελική έκθεση του ΕΜΠ και πως αποδέχεται πλέον τα ως άνω φορεία που είχε απορρίψει, καλώντας τες να μεριμνήσουν για την έναρξη των δοκιμών των τελικών παραλαβών για τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ... και ..., καθώς σύμφωνα με την από Φεβρουάριο 2007 τελική έκθεση διερεύνησης επιπτώσεων στην ασφάλεια κυκλοφορίας και στην κατάσταση υλικού των αποκλίσεων σε διαστάσεις φορείων τροχαίου υλικού σε σχέση και με τους αντίστοιχους κανονισμούς UIC 518 του Εργαστηρίου Σιδηροδρόμων και Μεταφορών του ΕΜΠ η υπέρβαση των κατασκευαστικών ανοχών στα φορεία των ως άνω ηλεκτραμαξών δεν είχαν αρνητική επίπτωση στην ασφαλή λειτουργία τους. Έτσι, ένα θέμα που ανέκυψε περί τα τέλη του θέρους του έτους 2004 έληξε αρχές του έτους 2007, ήτοι μετά την παρέλευση 2,5 ετών, με συνέπεια η εναγομένη να καταλογίσει σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας. Οι ενάγουσες ισχυρίζονταν οτι κακώς η εναγομένη προέβη στον καταλογισμό αυτό, διοτι η καθυστέρηση δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητα τους. Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος. Η τήρηση των κατασκευαστικών ανοχών αποτελούσε υποχρέωση των εναγουσών, που απέρρεε ευθέως από τις επίδικες συμβάσεις, καθώς αποτελούσε περιεχόμενο αυτών. Επομένως, η μη τήρηση τους υπό την μορφή της υπέρβασης τους αποτελούσε έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, που οφείλονταν σε υπαιτιότητα του προστηθέντος από αυτές εργατοτεχνικού προσωπικού. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε οτι η έλλειψη αυτή ήταν επουσιώδης, αφού η απόκλιση από τις γεωμετρικές διαστάσεις του πλαισίου των επίδικων φορείων, παρά τον συμβατικό χαρακτήρα των τελευταίων, δεν επηρέαζαν αρνητικώς τη λειτουργία των ηλεκτραμαξών, που τα έφεραν. Και ναι μεν σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, το οποίο διέπει τις επίδικες συμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 7 της ΠΣ 39 και το άρθρο 17 της ΣΔ 39, η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας επισύρει ευθύνες για τον εργολάβο, όπως είναι οι ενάγουσες στην προκειμένη υπόθεση, ανεξάρτητα εάν είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, πλην όμως σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης τήρησης των ενοχών, που προβλέπεται κατ' άρθρο 288 του ΑΚ το ίδιο δίκαιο, εάν η παρέκκλιση από τη συνομολογημένη ιδιότητα είναι ασήμαντη κατά την αντίληψη των συναλλαγών, όπως πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η επίδικη έλλειψη, θα πρέπει να γίνει ανεκτή από τον εργοδότη, ήτοι στην προκειμένη υπόθεση την εναγομένη (βλ. την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΕΜΠ). Εντούτοις, η καθυστέρηση στην παραλαβή των ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ... και ... δεν μπορεί να αποδοθεί στην εναγομένη. Η εναγομένη σύμφωνα με την ως άνω αρχή όφειλε να μην περιορίζεται στην παθητική εκπλήρωση των υποχρεώσεων της από τις επίδικες συμβάσεις, αλλά να δείχνει προθυμία και συνεργασία για την ομαλή εξέλιξη της συμβατικής της σχέσης με τις ενάγουσες, όπως και έπραξε, αφού σε σύντομο χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του εν λόγω προβλήματος πρότεινε σ' αυτές την γνωμοδότηση από ελληνικό πανεπιστήμιο ως ανεξάρτητο φορέα με δικές τους δαπάνες και την υποβολή νέων τροποποιημένων σχεδίων, προκειμένου να δεχθεί να συνεχίσει η διαδικασία παραλαβής των ηλεκτραμαξών (το πρόβλημα ανέκυψε περί τα τέλη του θέρους του έτους 2004 και η ως άνω πρόταση έγινε στις 14/9/2004). Αντιθέτως, οι ενάγουσες δεν επέδειξαν το ίδιο πνεύμα συνεργασίας, παρά τους αβάσιμους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους, καθώς αντί να προσφύγουν εξ αρχής στο ΕΜΠ, όπως ήταν και η πρόταση της εναγόμενης, προσκόμισαν τεχνική έκθεση του δικού τους Τμήματος Μηχανικής και Ποιοτικού Ελέγχου, την οποία αυτονόητο ήταν να απορρίψει η εναγομένη, και εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (γνωμοδοτήσεις-τεχνικές εκθέσεις) άλλων φορέων (ΟΒΒ, Πολυτεχνείου του Grazz, Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Στοκχόλμης) χωρίς τη συναίνεση της εναγομένης, η οποία δικαιολογημένα έδειξε δυσπιστία ως προς ορθότητα τους, καθώς δεν ερωτήθηκε σχετικώς πριν τη λήψη τους. Εξάλλου, η άρνηση των εναγουσών να επιβαρυνθούν με τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης από ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα ως ανεξάρτητο φορέα προσέκρουε στις συμβάσεις, αφού σύμφωνα με το άρθρο 9.9 της ΣΔ 39 υπό τον τίτλο "πρόσθετοι όροι" ο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ" βαρύνονταν με το κόστος των μετρήσεων και αναλύσεων, που προβλέπονταν από τη σύμβαση. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγουσών περί αυτοδίκαιης παραλαβής των ηλεκτραμαξών λόγω μη διαμαρτυρίας των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης εντός 48ώρου (άρθρο 2.16 του Παραρτήματος Β") είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς σύμφωνα το άρθρο 2.4.1 του Β' Παραστήματος ο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ" υποχρεούται εάν διαπιστωθεί κατά τους ποιοτικούς και ποσοτικούς ελέγχους οτι μία ηλεκτράμαξα δεν αντιστοιχεί στις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης να φροντίσει οτι δεν θα συμβεί αυτό και στις υπόλοιπες πριν την παράδοση τους στο δίκτυο της εναγομένης. Επομένως, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης οι ενάγουσες όφειλαν μετά τη διαπίστωση αποκλίσεως στις γεωμετρικές διαστάσεις των πλαισίων των φορείων στις πρώτες ηλεκτράμαξες από τα αντίστοιχα τμήματα τους, που ενήργησαν τους ποσοτικούς και ποιοτικούς ελέγχους, είχαν αυτοτελή από τη σύμβαση υποχρέωση κατασκευής φορείων σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης για τις υπόλοιπες. Επομένως, η καθυστέρηση στην παράδοση των ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ... και ... οφείλεται αποκλειστικώς σε υπαιτιότητα των προστηθέντων των εναγουσών, διοτι όχι μόνο ενήργησαν αντίθετα με το περιεχόμενο των συμβατικών τους υποχρεώσεων λόγω υπέρβασης των ανοχών, αλλά και λόγω της μετέπειτα συμπεριφορά τους, ήτοι της άρνησης τους να προσφύγουν εξαρχής στο ΕΜΠ, που εν προκειμένω και υπό το πρίσμα της αρχής της καλόπιστης τήρησης των ενοχών (άρθρο 288 του ΑΚ) ως διορθωτικής ρήτρας με σκοπό την επαναφορά της ισορροπίας των παροχών, που διαταράχθηκε από διάφορα περιστατικά, επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη τη συνεργασία για την ομαλή εξέλιξη της συμβατικής σχέση; προς ικανοποίηση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών (βλ. Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, ΑΚ, Γενικό Ενοχικό, Τόμος Π, εκδ. 1997, άρθρο 288, σελ. 26επ.), καθώς, εάν από την αρχή είχαν προσφύγει στο ως άνω πανεπιστημιακό ίδρυμα, όπως τους είχε ζητηθεί από την εναγομένη, απαίτηση, που, κατά τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι παράλογη, δεδομένου οτι είθισται σε περίπτωση αντιδικίας και εφόσον απαιτούνται ειδικές γνώσεις, τα εμπλεκόμενα μέρη να καταφεύγουν στους αντίστοιχους πραγματογνώμονες ως τρίτους και αμερόληπτους ειδικούς, η καθυστέρηση στην παράδοση των ηλεκτραμαξών λόγω υπέρβασης των κατασκευαστικών ανοχών μέχρι τη σύνταξη της οικείας Έκθεσης πραγματογνωμοσύνης θα ήταν εύλογη και η εναγόμενη θα όφειλε να την ανεχθεί. Αντιθέτως, θα προέκυπτε θέμα ευθύνης της εναγομένης εάν και μετά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΕΜΠ συνέχισε να μην δέχεται να παραλάβει τις ως άνω ηλεκτράμαξες, καθώς έκτοτε και σύμφωνα με τις δικές της θέσεις ήταν αδιαμφισβήτητο οτι η παρέκκλιση από την επίδικη συνομολογημένη ιδιότητα ήταν, σύμφωνα με όσα προ εκτέθηκαν, ασήμαντη κατά την αντίληψη των συναλλαγών, ενώ για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάθεση σ' αυτήν τη έκθεσης του ΕΜΠ θεωρείται οτι νομίμως διέκοψε τη διαδικασία προσωρινής παραλαβής των πέντε (5) ηλεκτραμαξών (..., ..., ..., ... και ...) σύμφωνα με ο άρθρο 2.4.5 του Β' Παραρτήματος, που της έδινε το δικαίωμα αυτό σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρών ελαττωμάτων ή ανωμαλιών κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, τέτοια δε ανωμαλία πρέπει να θεωρηθεί και η ως άνω έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, γ) Όσον αφορά τα κιβώτια μετάδοσης κίνησης: Κατά την άφιξη των ηλεκτραμαξών ..., ... και ... στο μηχανοστάσιο του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε κατά το στάδιο των τελικών δοκιμών πριν από την οριστική παραλαβή η ύπαρξη νερού στα λάδια λίπανσης του κιβωτίου γραναζιών της πρώτης ηλεκτράμαξας και γαλακτοματοποίηση του λαδιού λίπανσης στο κιβώτιο γραναζιών της δεύτερης ηλεκτράμαξας λόγω μεγάλης περιεκτικότητας κατ' όγκο σε νερό (βλ. το με αριθμ πρωτ. ...-2005 της εναγομένης και το με αριθμό ...-2006 έγγραφο της πρώτης ενάγουσας). Για το λόγο αυτό ενημερώθηκε σχετικώς η πρώτη ενάγουσα, η οποία, συνομολογεί, άλλωστε, το ως άνω πραγματικό ελάττωμα. Το ίδιο πρόβλημα εμφανίσθηκε και στις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... (βλ. τα από 119/2005, 13/1/2006, 3/2/2006 και 31/3/2006 έγγραφα της εναγομένης), λόγω δε της έκτασης του προβλήματος (εμφάνιση σε περισσότερες από μία ηλεκτράμαξες) εύλογα θεωρήθηκε οτι ισχύει για όλες. Κατά την αρχική του μορφή το πρόβλημα συνίστατο στην είσοδο νερού στο κιβώτιο γραναζιών ακόμη και στη περίπτωση βροχόπτωσης ή ασθενούς χιονόπτωσης, φαινόμενα όχι σπάνια υπό τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, ειδικά στις περιοχές της Βορείου Ελλάδος στο σιδηροδρομικό δίκτυο των οποίων επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν οι επίδικες ηλεκτράμαξες (Θεσσαλονίκης και Αλεξανδρούπολης). Η πρώτη ενάγουσα το Δεκέμβριο του έτους 2006 είχε προβεί σε μία πρώτη μετατροπή στα κιβώτια με την τοποθέτηση φλάντζας με τσιμούχα εσωτερικά, που είχε σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό εισόδου νερού κατά τις βροχοπτώσεις όχι όμως κατά τις χιονοπτώσεις, δεσμεύτηκε δε να ανεύρει μία οριστική λύση επίλυσης του προβλήματος (βλ. το με αριθμ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο της εναγομένης). Τελικώς, για να ολοκληρωθούν οι παραλαβές που είχαν διακοπεί στη σύσκεψη των διαδίκων, που πραγματοποιήθηκε στις 1/3/2006 πρότεινε να καταθέσει μία εγγυητική επιστολή, που θα καλύπτει την αξία ενός πλήρους κιβωτίου μετάδοσης για όλες τις ηλεκτράμαξες (τέσσερα τεμάχια ανά ηλεκτράμαξα). Πράγματι, η εναγομένη αποδέχθηκε την αποδέσμευση του προβλήματος στα κιβώτια από τις τελικές παραλαβές των ηλεκτραμαξών και η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε στις 31/3/2006 την υπ' αριθμ. ... εγγυητική επιστολή, που είχε εκδοθεί στις 30/3/2006 από την Bayern LB (βλ. το υπ' αριθμ. ...-2006 έγγραφο της πρώτης ενάγουσας). Μετά από έλεγχο της από τις νομικές και οικονομικές υπηρεσίες της εναγομένης υποβλήθησαν παρατηρήσεις επ' αυτής και απεστάλη στις 31/5/2006 νέα εγγυητική επιστολή με αριθμό ..., ποσού 1.020.000,00 ευρώ, η οποία, αφού ελέγχθηκε, στις 9/6/2006, έγινε δεκτή (βλ. τα υπ' αριθμ. ...-2006 και ...-2007 έγγραφα της εναγομένης και το υπ'αριθμ. ...-2006 έγγραφο της πρώτης ενάγουσας), ενώ συνέχισε να εκκρεμεί ο έλεγχος από την εναγομένη της πρότασης μετατροπής για οριστική επίλυση του προβλήματος, που εφαρμόστηκε στην ηλεκτράμαξα ..., η οποία βρισκόταν ακόμη στις εγκαταστάσεις της πρώτης ενάγουσας λόγω του προβλήματος των ανοχών των φορείων κατά την παραλαβή στην Ελλάδα των λοιπών ηλεκτραμαξών. Μέχρι την αποδοχή της ως άνω εγγυητικής επιστολής, και ειδικότερα μέχρις ότου οι ενάγουσες υποβάλουν την τελική τους πρόταση για την οριστική επίλυση του ως άνω τεχνικού προβλήματος και δεσμευτούν προς τούτο με την κατάθεση της εν λόγω επιπρόσθετης εγγυητικής επιστολής όπως προεκτέθηκε, διακόπηκε νομίμως η διαδικασία τελικής παραλαβής των ηλεκτραμαξών από την εναγομένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 688 του ΑΚ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 7 της ΠΣ 39 και 17 της ΣΔ 39 (η διάταξη του άρθρου 2.4.7.5.3. του Παραρτήματος Β τη Σύμβασης, προβλέπει τη διακοπή της παραλαβής των υπολοίπων Η/Α, εφόσον, κατά τη διάρκεια των δοκιμών πορείας της 1ης Η/Α, διαπιστωθεί οτι κατασκευαστικά και/ή λειτουργικά δεν ανταποκρίνεται στους τεχνικούς όρους της σύμβασης, και επομένως, ενόψει του οτι οι ΗΑ/Α κατασκευάζονται με τον ίδιο τρόπο, είναι βέβαιο οτι θα υφίσταται αντίστοιχη απόκλιση/ελάττωμα και των επομένων Η/Α). Οι ενάγουσες ισχυρίζονται οτι η διακοπή αυτή και η άρνηση της εναγομένης να παραλάβει τις ηλεκτράμαξες αντίκειται στην καλή πίστη, διοτι το ως άνω πραγματικό ελάττωμα δεν είναι σοβαρό με την έννοια οτι δεν επηρεάζεται σημαντικά η λειτουργία των ηλεκτραμαξών με την είσοδο νερού στα εν λόγω κιβώτια, αλλά γιατί τέτοια είσοδος μπορεί να υπάρξει μόνο σε ακραίες καιρικές συνθήκες έντονων χιονοπτώσεων και χαμηλών θερμοκρασιών, φαινόμενο σπάνιο στην χώρα μας. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Όπως προεκτέθηκε στην αρχική του μορφή, έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2006, υπήρχε πρόβλημα και σε περίπτωση απλής βροχόπτωσης, φαινόμενο όχι σπάνιο στην Ελλάδα. Μετά το μήνα Δεκέμβριο του 2006 μπορεί μεν η έκταση του προβλήματος να περιορίσθηκε, πλην όμως αυτό δεν επιλύθηκε πλήρως.
Εξάλλου, πέραν του οτι οι ενάγουσες ως μέλη του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" είχαν συμφωνήσει την καταλληλόλητα των ηλεκτραμαξών σε κλιματολογικές συνθήκες -20 βαθμών Κελσίου, θερμοκρασία που παρατηρείται μετά από έντονη χιονόπτωση και, άρα, η αντοχή του κιβωτίου μετάδοσης υπό τέτοιες συνθήκες είχε καταστεί περιεχόμενο και όρος των επίδικων συμβάσεων στον οποίο οι ενάγουσες όφειλαν να συμμορφωθούν, επιπλέον δε, και μία μόνο χιονόπτωση, που θα προκαλέσει είσοδο νερού στα κιβώτια έστω και μίας από τις επίδικες ηλεκτράμαξες αρκεί, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, για να θεωρηθεί το ελάττωμα αυτό σοβαρό, καθώς θα οδηγήσει σε γαλακτοματοποίηση του λαδιού λίπανσης. Ειδικότερα, σε περίπτωση εισόδου νερού σε κιβώτιο μετάδοσης το λιπαντικό αυτό υγρό θα πάρει τη μορφή γάλακτος και θα χάσει την ιδιότητα της λίπανσης, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η θερμοκρασία εντός του κιβωτίου με περαιτέρω συνέπεια ακόμη και την υπερθέρμανση που μπορεί να οδηγήσει σε φθορά ή ακόμα και καταστροφή του κιβωτίου. Ενόψει δε του γεγονότος οτι τα κιβώτια μετάδοσης είναι μονταρισμένα κάτω από τα φορεία, ήτοι τους μηχανισμούς, όπως προεκτέθηκε, που φέρουν το βάρος του αμαξώματος και της κίνησης της μηχανής πάνω στις σιδηροδρομικές ράγες, αυτονόητος είναι σε μία τέτοια περίπτωση ο κίνδυνος για τη λειτουργική ασφάλεια της ηλεκτράμαξας, καθώς εάν συμβεί, προφανώς θα συμβεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κατά την κυκλοφορία της και όχι όταν αυτή θα βρίσκεται σε σταθμό (βλ. κατάθεση μάρτυρα της εναγομένης). Κατά συνέπεια, το ως άνω ελάττωμα που δεν καθιστούσε μεν το έργο άχρηστο αλλά σαφώς παρέβλαπτε τη χρήση του (υπαγόμενο στην έννοια του επουσιώδους ελαττώματος, όπως χαρακτηρίζεται από τον ελληνικό ΑΚ το ελάττωμα στο έργο που δεν το καθιστά άχρηστο αλλά παραβλάπτει τη χρήση του), έδινε στην εναγομένη το δικαίωμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 688 του ΑΚ, που εφαρμόζεται, όπως προελέχθη, στην προκειμένη περίπτωση, να διακόψει νομίμως την παραλαβή των ηλεκτραμαξών, όπως και έπραξε, προς το σκοπό αποκατάστασης του προβλήματος. Ας σημειωθεί δε στο σημείο αυτό οτι, παροτι για τη διευθέτηση της διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με την επίλυση του προβλήματος των κιβωτίων ταχυτήτων μεσολάβησε ικανό χρονικό διάστημα (αρχές του έτους 2005 έως και πρώτο εξάμηνο του έτους 2006), με την παράδοση εντέλει στην εναγομένη πρόσθετης εγγυητικής επιστολής, εντούτοις δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί οτι η εναγομένη όφειλε να ανεχθεί την καθυστέρηση αυτή στην εκπλήρωση και να μην επιβάλει σε βάρος των εναγουσών ποινικές ρήτρες επιδεικνύοντας ανοχή στα πλαίσια της τήρησης της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (άρθρ.288 ΑΚ). Και τούτο διοτι ήδη είχε προηγηθεί η ανάγκη τροποποίησης του αρχικού χρονοδιαγράμματος από υπαιτιότητα των μελών του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ - ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ", όπως άλλωστε ομολογούν με την αγωγή τους οι ενάγουσες, καθώς και το πρόβλημα με τη διαδικασία ζύγισης, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη το πρόβλημα με τις ανοχές των πλαισίων των φορείων σε ορισμένες ηλεκτράμαξες και το πρόβλημα με την έλξη των συρμών Desiro, που θ' αναλυθεί παρακάτω, αλλά και το πρόβλημα απώλειας λαδιού από τα κιβώτια γραναζιών στο σημείο συναρμογής του άνω και κάτω τμήματος του κελύφους αυτών στις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... (βλ. τα με αριθμό πρωτ. ...-2006 ... και ...-2006 έγγραφα της εναγομένης), ώστε, σύμφωνα με τα παραπάνω δεν ήταν πρώτη φορά που η εναγομένη ερχόταν αντιμέτωπη με αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγουσών, με αποτέλεσμα αυτές να μην δικαιούνται να απαιτήσουν από την αντίδικό τους ανοχή. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί οτι ακόμη και υπό την εκδοχή των εναγουσών οτι επρόκειτο για μία ασήμαντη κατασκευαστική ατέλεια και πάλι θα ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 8.2 όρο της ΣΔ 39 η κατάθεση από αυτές της παραπάνω εγγυητικής επιστολής για να συνεχισθεί η αποπληρωμή του τιμήματος, δ) Όσον αφορά την έλξη των συρμών Desiro: Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΣΔ 39 παρ.2.2 υπό τον τίτλο "Διατάξεις έλξης και κρούσης" προβλέφθηκαν συνδετήρες ζεύξης και κρούσης σύμφωνα με τα UIC 520,825, 626 και προσκρουστήρες κατασκευής RINGEFEDER ή υδραυλικοί προσκρουστήρες (Hydropuffer) σύμφωνα με τα UIC 526-1, 527 ΚΑΙ 827-1, κατηγορίας C, με δυναμική απορρόφηση ανά προσκρουστήρα τουλάχιστον 70 KJ. Σαν βάση στήριξης των προσκουστήρων συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθούν αντικαθιστώμενοι ενοποιημένοι φορείς (VERSCHLEISSPUFFERBOHLEN), οι οποίοι αντέχουν σε δύναμη συμπίεσης 2 X 1000 kn δίχως παραμένουσα παραμόρφωση και οι οποίοι είναι προετοιμασμένοι για την μελλοντική τοποθέτηση της διάταξης αυτόματης ζεύξης. Για το σκοπό αυτό έχει τεθεί ως βάση μία διάταξη αυτόματης ζεύξης έλξης-συμπίεσης του τύπου UIC 69Ε με χαρακτηριστικά στοιχεία σύμφωνα με το UIC 523, με την παραλλαγή με τον κοντό βραχίονα, όπως χρησιμοποιείται στους Γερμανικούς Σιδηροδρόμους και στις Η560. Το πακέτο των ελατηρίων που προορίζεται για τον συνδετήρα ζεύξης "RINGERFEDER F 244" ή HYDRO-Seitenpuffer συμφωνήθηκε οτι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει και όταν τοποθετηθεί η διάταξη αυτόματης ζεύξης. Τέλος, σύμφωνα με την ως άνω παράγραφο του άρθρου 5 της ΣΔ 39 η σύζευξη με άλλα οχήματα σύμφωνα με τα UIC είναι εξασφαλισμένη. Οι επίδικες ηλεκτράμαξες είναι κινητήριες μονάδες, σχεδιασμένες να σέρνουν συρμούς, είτε εμπορικούς είτε επιβατικούς. Οι συρμοί Desiro είναι επιβατικά τραίνα, είτε πετρελαιοκίνητα, είτε πολλαπλά ηλεκτρικά. Στην Ελλάδα τέθηκαν προσωρινώς σε υπηρεσία από την εναγομένη οκτώ (8) πετρελαιοκίνητα DMU- 2 τραίνα Desiro (OSE κλάση 660) κατά τη διάρκεια των ετών 2004-2006 και πάλι το έτος 2007 στη γραμμή Αθήνα-Χαλκίδα και στις προαστιακές γραμμές της Αθήνας (Προαστιακός). Στη συνέχεια, επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη τους ("Ελληνικά Ναυπηγεία Α,Ε.") το έτος 2007. Η εναγομένη λειτουργεί επίσης είκοσι (20) ηλεκτρικά τραίνα Desiro ΟΝΕ-5 (OSE κλάση 460) εξοπλισμένα με το υπερυψωμένο σύστημα αλυσοειδών καμπύλων 25-kV στη διεθνή προαστιακή γραμμή αερολιμένων Κιάτο-Αθηνών και στην κεντρική γραμμή Θεσσαλονίκης-Λάρισας, την οποία διαφημίζει, επίσης, ως προαστιακή υπηρεσία. Εξάλλου, η έλξη Desiro από ηλεκτράμαξα είναι αναγκαία είτε σε περίπτωση βλάβης του τρένου, που μπορεί να είναι έκτακτη ανάγκη, αλλά δεν αποκλείεται να προκόψει, είτε για την ενέργεια ελιγμών μέσα στο μηχανοστάσιο. Η εναγομένη επιχείρησε τέτοιους ελιγμούς με την ηλεκτράμαξα ... κατά τους οποίους παρατηρήθηκε στρέβλωση ελαφρά (βαθούλωσε και υποχώρησε) η τερματική πλάκα του άγκιστρου έλξης της. Το ίδιο παρατηρήθηκε και κατά τις δοκιμές των ηλεκτραμαξών ..., ..., ..., ... και ..., που, μάλιστα, πραγματοποιήθηκαν με την προτεινόμενη από τους υπαλλήλους των εναγουσών ταχύτητα κατά το στάδιο της ζεύξης (αρχικώς 3 χ/ω και στη συνέχεια 1 χ/ω). Η στρέβλωση αυτή οφείλεται στο γεγονός οτι το άγκιστρο έλξης των ηλεκτραμαξών δεν ήταν εξαρχής σχεδιασμένο για λειτουργία ώθησης-έλξης με συρμούς Desiro. Μάλιστα, λόγω της διαφορετικής κατασκευής του οργάνου έλξης-κρούσης, που χρησιμοποιείται στα τρένα Desiro προτάθηκε από τις ενάγουσες για τη σύνδεση με το όργανο έλξης των επίδικων ηλεκτραμαξών, η χρήση ειδικού εξαρτήματος (προσαρμογέα-συζευκτήρα), που θα μοντάρεται επί του άγκιστρου ζεύξης. Ούτε όμως η χρήση αυτού είχε επιτυχή αποτελέσματα. Τελικώς, οι ενάγουσες παρέδωσαν προς επίλυση του προβλήματος παρατεταμένα άγκιστρα έλξης, λύση που έγινε αποδεκτή από την εναγομένη μετά και την αποστολή των πιστοποιητικών καταλληλότητας τους στις 3/8/2006. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν οτι τα ως άνω άγκιστρα έλξης παραδόθηκαν εθελοντικά σε ένδειξη καλής θέλησης, χωρίς να αποτελούν αντικείμενο συμβατικής τους υποχρέωσης, η οποία εκπληρώθηκε με την παράδοση των ηλεκτραμαξών με αρχικά άγκιστρα δεδομένου οτι κατά το χρόνο καθορισμού των τεχνικών προδιαγραφών των ηλεκτραμαξών δεν υφίσταντο οι συρμοί Desiro και, άρα, τυχόν καθυστέρηση, που οφείλεται στην κατασκευή και παράδοση των παρατεταμένων άγκιστρων δεν πρέπει να αποδοθεί σε υπαιτιότητα τους και να θεωρηθεί εκπρόθεσμη εκπλήρωσης υποχρέωσης. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τον παραπάνω όρο έπρεπε η σύζευξη των ηλεκτραμαξών με άλλα οχήματα σύμφωνα με τα UIC να είναι εξασφαλισμένη. Ακόμη, όμως και υπό την εκδοχή οτι στα οχήματα αυτά δεν περιλαμβάνονται οι συρμοί Desiro, σύμφωνα με τον ίδιο όρο θα έπρεπε οι ηλεκτράμαξες να είναι προετοιμασμένες για μελλοντική τοποθέτηση της διάταξης αυτόματης ζεύξης, ενώ ρητώς ορίσθηκε οτι το πακέτο των ελατηρίων που προορίζεται για τον συνδετήρα ζεύξης "RINGERFEDER F 244" ή HYDRO-Seitenpuffer θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί έως έχει και όταν τοποθετηθεί τέτοια διάταξη (βλ. και το υπ' αριθμ. ...-2006 έγγραφο της εναγόμενης). Επομένως, ναι μεν η τοποθέτηση παρατεταμένου αγκίστρου δεν είχε προβλεφθεί στη σύμβαση, πλην όμως είχε προβλεφθεί η δυνατότητα τοποθέτησης διάταξης αυτόματης ζεύξης με την οποία θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί η λειτουργία ώθησης/έλξης με τους συρμούς Desiro και για αυτό οι ενάγουσες ανέλαβαν με τις συμβάσεις την υποχρέωση να παραδώσουν τις ηλεκτράμαξες κατάλληλες προς τούτο, πράγμα που δεν συνέβη, όπως αποδείχθηκε, από τις παραπάνω αποτυχημένες δοκιμές ακόμη και με τη χρήση προσαρμογέα-συζευκτήρα. Εξάλλου, δεδομένου οτι σύμφωνα με το τροποποιημένο χρονοδιάγραμμα η πρώτη ηλεκτράμαξα (...) έπρεπε να παραδοθεί στις 15/7/2004, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είχαν τεθεί προσωρινώς σε υπηρεσία από την εναγομένη οκτώ (8) πετρελαιοκίνητα DMU-2 τραίνα Desiro (OSE κλάση 660) είχε γεννηθεί και υφίστατο σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (άρθρο 288 του ΑΚ) παρεπόμενη υποχρέωση των εναγουσών να μεριμνήσουν χωρίς όχληση από την εναγομένη για την επιτυχή ζεύξη των ηλεκτραμαξών με τους Desiro, καθώς πλέον η προβλεπόμενη με τη σύμβαση μελλοντική ανάγκη τοποθέτησης αυτόματης διάταξης ζεύξης ήταν ενεστώσα εν γνώσει τους, αφού οι ίδιες κατασκευάζουν και τους συρμούς Desiro. Κατά συνέπεια, νομίμως διέκοψε η εναγομένη την παραλαβή των ηλεκτραμαξών για μέχρι την παράδοση σ' αυτήν των παρατεταμένων άγκιστρων έλξης εξαιτίας έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, ήτοι κατασκευής, ώστε να υφίσταται δυνατότητα τοποθέτησης διάταξης αυτόματης ζεύξης (άρθρα 689-688 του ΑΚ, οπ.π.). Επίσης, όσον αφορά το ύψος των ποινικών ρητρών, που επιβλήθησαν από την εναγομένη σε βάρος των εναγουσών, από τη σαφή και χωρίς αντιφάσεις γραμματική διατύπωση των παραπάνω όρων και λαμβάνοντας υπόψη οτι όλα τα συμβατικά κείμενα μεταξύ των διαδίκων αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ελέγχου από τα νομικά επιτελεία τους, ώστε να αποτυπώνουν επακριβώς τις δηλώσεις βουλήσεως τους και μην καταλείπεται περιθώριο για ανάγκη ερμηνείας τους βάσει των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προβλέφθηκε σε περίπτωση εκπρόθεσμης καθυστέρησης το δικαίωμα της εναγομένης να επιβάλει ποινικές ρήτρες σε βάρος των μελών του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" ανά ηλεκτράμαξα, η δε ρητή αναφορά της δυνατότητας αυτής τόσο στο στάδιο της προσωρινής όσο και στο στάδιο της τελικής παραλαβής δεν αφήνει κάποια αμφιβολία οτι η εναγομένη είχε τέτοιο αυτοτελές συμβατικό δικαίωμα σε κάθε μία από τις δύο παραλαβές υπό τον περιορισμό του 7,5% όχι αθροιστικώς, ήτοι στο σύνολο του ποσού, που θα επέβαλε σε περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση μίας ηλεκτράμαξας και κατά τα δύο αυτά στάδια, αλλά σωρευτικώς. Με άλλα λόγια η εναγομένη είχε το δικαίωμα για την ίδια ηλεκτράμαξα να επιβάλλει μία ποινική ρήτρα έως 7,5% επί της τιμής της, κατά τις χρονικές διακρίσεις του άρθρου 10.Α.1 της ΣΔ 39, σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης της κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής, αλλά και δεύτερη, αυτοτελή, ποινική ρήτρα έως 7,5% επί της τιμής της, εάν υφίστατο καθυστέρηση στην αποκατάσταση ανωμαλιών και σοβαρών ελαττωμάτων, που εμφανίζονταν κατά το στάδιο των τελικών δοκιμών της οριστικής παραλαβής της πέρα από τις 60 ημέρες από την παράδοση της στο δίκτυο της. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγουσών οτι οι ποινικές ρήτρες επιβλήθηκαν παράνομα κατά το ποσό, που υπερβαίνουν το 7,5% επί της τιμής κάθε ηλεκτράμαξας, καθώς η εναγομένη είχε δικαίωμα να επιβάλει αυτοτελώς σε κάθε στάδιο παραλαβής ποινικές ρήτρες, που ανά στάδιο δεν έπρεπε να υπερβαίνουν το παραπάνω ποσοστό.
Εξάλλου, η εναγομένη είχε σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της ΣΔ 39 δικαίωμα για το καταλογισμό τόκων υπερημερίας επί των τμηματικών πληρωμών σε περίπτωση καθυστέρησης σε αμφότερα τα στάδια των παραδόσεων των ηλεκτραμαξών δεδομένου οτι, λόγω της χρήσης του όρου "τμηματική παράδοση" στο άρθρο αυτό χωρίς διάκριση, συνάγεται οτι αναφέρεται τόσο στο στάδιο της προσωρινής όσο και στο στάδιο της τελικής/οριστικής παραλαβής χωρίς το συμπέρασμα αυτό να αναιρείται από τη μεταγενέστερη τροποποίηση του με την από 28/2/2003 σύμβαση, καθώς αφενός μεν η τροποποίηση αυτή αφορά τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας επί των προκαταβολών έως τις 31/12/2002, αφετέρου δε η αναφορά, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 3 της παραπάνω σύμβασης, στο άρθρο 6 της ΣΔ 39 οτι η παράδοση των ηλεκτραμαξών στις ημερομηνίες, που προβλέπονται στο τροποποιημένο χρονοδιάγραμμα του πίνακα 6Β, αποτελεί τη μοναδική συμβατική υποχρέωση του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" ως προς τους χρόνους παραδόσεων των ηλεκτραμαξών σε αντικατάσταση της υποχρέωσης παράδοσης τους σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του πίνακα 6Α (άρθρο 6.2.1 της ΣΔ 39) έγινε όχι για να αποκλείσει τυχόν ευθύνες του "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ" σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης από υπαιτιότητα των οργάνων του ολοκλήρωσης των τελικών δοκιμών των ηλεκτραμαξών εντός των 45 ημερών από την ημέρα παράδοσης της κάθε μίας στο δίκτυο της εναγομένης, προθεσμία που δεν τροποποιήθηκε, άλλωστε, με την από 28/2/2003 σύμβαση, αλλά προς αποφυγή παρερμηνειών ως προς το χρόνο παράδοσης των ηλεκτραμαξών, των οποίων η ημερομηνία προσωρινής παράδοσης ήταν προγραμματισμένη σύμφωνα με την αρχική μορφή του άρθρου 6 της ΣΔ39 κατά το χρόνο υπογραφής της τροποποιητικής σύμβασης. Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγουσών οτι η εναγομένη δεν είχε δικαίωμα να καταλογίσει τόκους υπερημερίας στο στάδιο της τελικής παραλαβής, σημειουμένου εξάλλου οτι οι επιβληθέντες σύμφωνα με τον όρο 7.4 εδ.α' της ΣΔ 39 τόκοι υπερημερίας δεν μπορεί να θεωρηθεί οτι αποτελούν μορφή πρόσθετης ποινικής ρήτρας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγουσες. Επομένως, απορριπτέα ως αβάσιμα κρίνονται τα αιτήματα των εναγουσών περί αναγνώρισης του οτι δεν συντρέχει νόμιμος και συμβατικός λόγος κατάπτωσης των συμφωνημένων ποινικών ρητρών και καταλογισμού τόκων υπερημερίας σε βάρος τους και περαιτέρω περί επιδίκασης στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 4.467.338, 59 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσού των 700.972,79 ευρώ λόγω παράνομης παρακράτησης του για ποινικές ρήτρες και τόκους υπερημερίας, καθώς και το επικουρικό αίτημα της πρώτης ενάγουσας περί επιδίκασης του ποσού των 415.229,49 ευρώ λόγω υπέρβασης του ποσοστού του 7,5%, που είχε συμφωνηθεί ως ανώτατο όριο των ποινικών ρητρών, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μεταξύ των διαδίκων, καθώς ως προς τις ηλεκτράμαξες ..., ... και ... νομίμως επιβλήθηκαν οι ποινικές ρήτρες τόσο κατά την προσωρινή παραλαβή όσο και κατά την οριστική παραλαβή, δεδομένου οτι στις ηλεκτράμαξες ... και ... παρατηρήθηκε υπέρβαση των ανοχών στις γεωμετρικές διαστάσεις των πλαισίων ορισμένων φορείων τους και έπρεπε να μεταφερθούν στο Linz για ζύγιση, όπως και η ηλεκτράμαξα ... και γι' αυτό καθυστέρησε η προσωρινή τους παραλαβή, κατά δε το στάδιο της τελικής παραλαβής υφίστατο το πρόβλημα με τα άγκιστρα ζεύξης Desiro και το κιβώτιο μετάδοσης, ως προς δε την ηλεκτράμαξα ... και τις λοιπές ηλεκτράμαξες (..., ..., ..., ..., ... και ...) εσφαλμένα λαμβάνεται υπόψη από τις ενάγουσες για τον υπολογισμό του ποσοστού των ποινικών ρητρών στην τιμή μονάδος τους το ποσό που παρακρατήθηκε από τις τμηματικές πληρωμές τους ως μία από τις 10 δόσεις, που συμφωνήθηκαν ως τμηματική καταβολή των ποινικών ρητρών, που είχαν επιβληθεί έως 31/12/2002, η νομιμότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τις ενάγουσες. Το ποσό αυτό δεν παρακρατήθηκε ως ποινική ρήτρα για εκπρόθεσμη παράδοση των ως άνω ηλεκτραμαξών, αλλά σύμφωνα με τους όρους της από 28/2/2003 τροποποιητικής σύμβασης, και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση υπολογισμού των ποινικών ρητρών, που επιβλήθηκαν γι' αυτές λόγω εκπρόθεσμης προσωρινής παραλαβής (ηλεκτράμαξα ...), αλλά και εκπρόθεσμης τελικής παράδοσης (ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ..., ..., ... και ...) συνεπεία των τεχνικών προβλημάτων, που ανέκυψαν κατά την τελική παραλαβή (άγκιστρα ζεύξης Desiro και κιβώτια μετάδοσης). Για τον ίδιο λόγο, ήτοι τη συμβατική πρόβλεψη παρακράτησης 10 δόσεων των ποινικών ρητρών, που επιβλήθηκαν για τις ηλεκτράμαξες των οποίων η προσωρινή παραλαβή είχε καθυστερήσει έως τις 31/12/2002, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αίτημα της πρώτης ενάγουσας περί επιδίκασης του ποσού των 250.267, 49 ευρώ, λόγω υπέρβασης του ποσοστού του 7,5% επί της τιμής κάθε ηλεκτράμαξας από τις ηλεκτράμαξες ..., ..., ... και ..., καθώς η υπέρβαση αυτή προκύπτει από υπολογισμό, που δεν είναι σύμφωνος με την παραπάνω συμβατική πρόβλεψη. Τέλος, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο κρίνεται το αίτημα της πρώτης ενάγουσας για επιδίκαση σ' αυτή του συνολικού ποσού των 264.902, 59 ευρώ για δαπάνες αποθήκευσης και ζύγισης των ηλεκτραμαξών, για δαπάνες κατασκευής νέων φορείων στις ηλεκτράμαξες ..., ..., ..., ... και ..., για δαπάνες λήψης εξωτερικών συμβούλων, μελετών και γνωμοδοτήσεων, ως πρόσθετο διοικητικό κόστος λόγω επιβάρυνσης προσωπικού, για δαπάνες λόγω πρόσθετου μεταφορικού μέσου, για δαπάνες διοργάνωσης ξενάγησης στις εγκαταστάσεις παραγωγή φορείων στο Grazz, ως κόστος κεφαλών ζεύξης, για δαπάνες για μεταβάσεις στελεχών της στην Αθήνα και σύνταξη επιστολών και γενικώς για δαπάνες λόγω καθυστέρησης εκτέλεσης των επίδικων συμβάσεων, διοτι η ίδια (πρώτη ενάγουσα) βαρύνεται με τις παραπάνω δαπάνες σύμφωνα με το άρθρο 9.9 της ΣΔ 39 υπό τον τίτλο "πρόσθετοι όροι", το οποίο ορίζει οτι ο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ" βαρύνεται με το κόστος των μετρήσεων και αναλύσεων, που προβλέπονταν από τη σύμβαση (βλ. δαπάνες αποθήκευσης και ζύγισης, δαπάνες συμβούλων, μελετών και γνωμοδοτήσεων),το κόστος κατασκευής νέων φορείων ως κόστος αποκατάστασης των ανωμαλιών, που διαπιστώνονται κατά τις προσωρινές παραλαβές (άρθρο 2.4.5 του Β' Παραρτήματος) η δαπάνη για τις κεφαλές ζεύξης έγινε σε εκπλήρωση παρεπόμενης υποχρέωσης τους, οι δε δαπάνες που αφορούν την πρόσθετη απασχόληση του προσωπικού της και τη διοργάνωση ξενάγησης στο εργοστάσιο της στο Grazz προκλήθηκαν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, από υπαιτιότητα των εργατοτεχνικών και υπαλλήλων της αρρμοδίων για την εκτέλεση των επιδίκων συμβάσεων". 4.Γ.- Ήδη, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1, 8 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις οτι το Εφετείο, δεχόμενο οτι οι καθυστερήσεις στην παραλαβή των ηλεκτραμαξών οφειλόταν σε υπαιτιότητά τους: 1) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, "τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους και το συνοδευτικό αυτών αποδεικτικό υλικό", ενώ, επιπλέον, 2) ανέγνωσε και ερμήνευσε εσφαλμένα, παραμορφώνοντας κατ' ουσίαν, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τους συμβατικούς όρους και εν γένει τα συμβατικά κείμενα, που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν από αυτές, σχετικά με την επιβολή εις βάρος τους τόκων υπερημερίας, ποινικών ρητρών, δεδουλευμένων τόκων από καθυστερημένες εξοφλήσεις τιμολογίων και πρόσθετων δαπανών της πρώτης αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα: α) Με τον πρώτο λόγο, οτι παραμόρφωσε τους όρους 7.4. της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας και 2.4 του Παραρτήματος Β' της Σύμβασης Διαρκείας, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, σχετικά με την επιβολή εις βάρος τους τόκων υπερημερίας λόγω υπαίτιων καθυστερήσεων στις παραδόσεις των ηλεκτραμαξών, από τους οποίους προκύπτει η αδυναμία της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να επιβάλει εις βάρος τους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι για εκπρόθεσμη τμηματική παράδοση προσιδίαζαν προς τη λειτουργία πρόσθετης ποινικής ρήτρας και όχι στους τόκους υπερημερίας, όπως αυτοί ρυθμίζονται στον ΑΚ, β) με τον δεύτερο λόγο, οτι παραμόρφωσε τους όρους 10 της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας και 2.4 του Παραρτήματος Β της Σύμβασης Διαρκείας με το αναφερόμενο περιεχόμενο, σχετικά με την επιβολή εις βάρος τους ποινικών ρητρών τόσο ως προς τις προϋποθέσεις επιβολής τους όσο και ως προς το μέγιστο ύψος τους, λόγω υπαίτιων καθυστερήσεων στις παραδόσεις των ηλεκτραμαξών, αφού η εναγομένη-αναιρεσίβλητη είχε με βάση τους όρους αυτούς το δικαίωμα να επιβάλει εις βάρος τους μονάχα ποινικές ρήτρες έως το ανώτατο συμβατικό όριο του 7,5%, κατά το άρθρο 10 της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας, όχι όμως και τόκους υπερημερίας του άρθρου 7.4 της ίδιας Σύμβασης, προς το οποίο δεν παραπέμπουν οι ρυθμίσεις του Παραρτήματος Β', γ) με τον τέταρτο λόγο οτι παραμόρφωσε τους όρους 7.4 και 8.3 της υπ' αριθμόν 39 Συμβάσεως διαρκείας, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, σχετικά με τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας και το εναρκτήριο χρονικό σημείο για τη γέννησή τους, εξαιτίας των υπαίτιων καθυστερήσεων στις εξοφλήσεις τιμολογίων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αν και αυτές υπέβαλαν προς στην τελευταία τα πρωτόκολλα προσωρινής και οριστικής παραλαβής των ηλεκτραμαξών και τα σχετικά τιμολόγια κατά πιστή εφαρμογή των συμβατικών διατάξεων, ενώ η αναιρεσίβλητη, αιτιώμενη προσχώματα επεδείκνυε εξέχουσα δυστροπία στην εκτέλεση των οικονομικών της υποχρεώσεων απέναντί τους, ματαιώνοντας κακόπιστα την πλήρωση της αιρέσεως της υπογραφής πρωτοκόλλων προσωρινής και οριστικής παραλαβής προβάλλοντας συνεχώς ανεπιτυχείς ποιοτικούς και ποσοτικούς ελέγχους στις ηλεκτράμαξες και δ) με τον έκτο λόγο οτι παραμόρφωσε τον όρο 9.9 της της υπ' αριθμόν 39 Συμβάσεως Διαρκείας, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, σχετικά με τις δαπάνες αποθήκευσης, ζύγισης των ηλεκτραμαξών και λοιπών ζημιών και εξόδων στις οποίες υποβλήθηκε η πρώτη ενάγουσα λόγω της αντισυμβατικής και συστηματικής επικλήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης "ελαττωμάτων" και "ελλείψεων" των ηλεκτραμαξών, οι οποίες είτε ήταν αβάσιμες είτε δεν προβλεπόταν στην τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων του έργου, πλην όμως, παρόλα αυτά, το Εφετείο παραμόρφωσε το επικαλούμενο περιεχόμενο των άνω συμβατικών όρων και των συμβατικών κειμένων απορρίπτοντας τα αντίστοιχα αιτήματά τους για επιστροφή τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών που αφορούσαν τις ηλεκτράμαξες και είχε επιβάλλει η εναγομένη και μάλιστα καθ' υπέρβαση του ανώτατου συμβατικού ορίου του 7,5% και για καταβολή δεδουλευμένων τόκων από καθυστερημένες εξοφλήσεις τιμολογίων, επικαλούμενη καθυστερήσεις στην παραλαβή τους και ουσιώδη ελαττώματα, καθώς και για δαπάνες αποθήκευσης, ζύγισης των ηλεκτραμαξών και λοιπών ζημιών και εξόδων της πρώτης ενάγουσας, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις, δεχόμενο ως αποδεδειγμένα πράγματα που δεν αποδείχθηκαν, ενώ αν είχε προβεί σε ορθή ανάγνωσή τους θα είχε κρίνει οτι με τους όρους αυτούς: 1. Παρεχόταν δικαίωμα στην εναγομένη να επιβάλλει μόνο τις ποινικές ρήτρες του όρου 10 της Σύμβασης Διαρκείας 39 και όχι, όπως δέχθηκε, τους τόκους υπερημερίας του όρου 7.4 α' της αυτής Συμβάσεως, 2. Οτι οι ποινικές ρήτρες επιβλήθηκαν παρανόμως κατά το ποσό που υπερέβαιναν το 7,5% επί της τιμής της κάθε ηλεκτράμαξας και όχι, όπως δέχθηκε, οτι η εναγομένη είχε το δικαίωμα να επιβάλλει, σωρευτικώς, μία ποινική ρήτρα έως 7,5% επί της τιμής της σε περίπτωση καθυστερημένης παραδόσεως κατά την προσωρινή παραλαβή και μία ποινική ρήτρα έως 7,5% επί της τιμής της σε περίπτωση καθυστερήσεως στην αποκατάσταση ανωμαλιών και σοβαρών ελαττωμάτων κατά την τελική/ οριστική παραλαβή, 3. Οτι, σχετικά με τον εναρκτήριο χρόνο επιβολής τόκων για την εκπρόθεσμη παράδοση εκ μέρους τους και την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων, κρίσιμος χρόνος για τη μη έγκαιρη υπογραφή των πρωτοκόλλων προσωρινής ή οριστικής παράδοσης-παραλαβής είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διατυπώθηκε η αδικαιολόγητη άρνηση της εναγομένης και όχι, όπως δέχθηκε, ο χρόνος υπογραφής αυτών εκ μέρους της και 4. Οτι οι δαπάνες αποθήκευσης και λοιπών ζημιών της πρώτης ενάγουσας ήταν απόρροια της αντισυμβατικής και παρελκυστικής συμπεριφοράς της εναγομένης και εκ τούτου έπρεπε να καταλογισθούν εις βάρος της και όχι, όπως δέχθηκε, οτι βαρύνουν την πρώτη ενάγουσα. Συνακολούθως, θα είχε δεχθεί την έφεσή τους και θα είχε κάνει ολικώς δεκτά τα αντίστοιχα αιτήματά τους. 3) Με τον τρίτο λόγο, οτι παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 404 του ΑΚ, αλλά και εν γένει τις συναφείς με την επιβολή ποινικών ρητρών διατάξεις του ΑΚ, δεχόμενο, αν και δεν συνέτρεχαν προς τούτο οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, υπαίτια εκ μέρους τους καθυστέρηση στην παράδοση των ηλεκτραμαξών και ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων, ενώ αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών αποτελούσε, σύμφωνα με τους ως άνω συμβατικούς όρους, η υπαίτια καθυστέρηση του προμηθευτή στην παράδοση των ηλεκτραμαξών, η οποία δεν συνέτρεξε, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό σε εσφαλμένο συμπέρασμα περί της αντισυμβατικής ευθύνης της, απορρίπτοντας -εν όλω ή εν μέρει- τα αντίστοιχα αιτήματά τους για επιστροφή τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών που αφορούσαν τις ηλεκτράμαξες, επιδίκαση δεδουλευμένων τόκων από καθυστερημένες εξοφλήσεις τιμολογίων και δαπανών για ζημίες και έξοδα της πρώτης ενάγουσας-αναιρεσείουσας από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης. Όμως, το Εφετείο, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και όσων υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες προς θεμελίωση των αποδιδομένων σε αυτή πλημμελειών εκ των αριθμών 8 και 20 του άρθρου 559, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα: α) αντιμετώπισε και έλαβε υπόψη όλους τους προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και τους απέρριψε κατ' ουσίαν (έστω και εσφαλμένως κατά τις αναιρεσείουσες) με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το προοναφερόμενο περιεχόμενό της και β) δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αναγόμενο σε εσφαλμένη ανάγνωση των επικαλούμενων ως άνω συμβατικών όρων και των συμβατικών κειμένων, δεχόμενο οτι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες αλλά, αντιθέτως, αφού ανέγνωσε σωστά τους παραπάνω όρους και τα συμβατικά κείμενα, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου τους, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται (ως έχει), κατέληξε, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, με συνεκτίμηση και των λοιπών μνημονευομένων σε αυτήν αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείουσες. Τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση του περιεχομένου των όρων αυτών δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, διοτι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετιζόμενη με την εκτίμηση πραγμάτων. Επομένως, δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω έγγραφων συμβατικών όρων, ώστε να στοιχειοθετείται ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες, υπό την επίκληση των παραβιάσεων αυτών, πλήττουν ανεπίτρεπτα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από τις σχετικές ουσιαστικές παραδοχές του, μόρφωσε την πιο πάνω κρίση του όχι αποκλειστικώς από τα συγκεκριμένα συμβατικά κείμενα, όπως ακριβώς τα ανέγνωσε, αλλά αφού τα συνεκτίμησε και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό. Ακόμη, με όσα ως άνω δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή οτι οι αναιρεσείουσες δεν εκπλήρωσαν προσηκόντως τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις τους σε σχέση με τις ηλεκτράμαξες και οτι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ορθώς επέβαλε τις ως άνω ποινικές ρήτρες λόγω υπαίτιας καθυστερήσεως στην παράδοσή τους και υπάρξεως σε αυτές "ανωμαλιών και ουσιωδών ελαττωμάτων", ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 404 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με τις ως άνω κρίσεις του, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της και εντεύθεν την απόρριψη των αντίστοιχων αιτημάτων των εναγουσών, σε παραλείψεις και μόνον των οποίων το Εφετείο απέδωσε αιτιολογημένα την καθυστέρηση στην παράδοση των ηλεκτραμαξών. Επομένως, οι ως άνω, ερευνώμενοι ως σύνολο, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, εκ των αριθμών 1, 8 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος που, υπό την επίκληση των ίδιων πλημμελειών, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, ενώ και οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, οι οποίες περιέχονται στους ίδιους λόγους αναιρέσεως, κατά τις οποίες έπρεπε να γίνουν ολικώς δεκτά όλα τα αγωγικά αιτήματά τους, διοτι, όπως ισχυρίζονται, από τους πιο πάνω όρους συνάγεται αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα για την επιβολή τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών για καθυστερήσεις στην παράδοση των ηλεκτραμαξών, για τους δεδουλευμένους τόκους από καθυστερημένες εξοφλήσεις τιμολογίων και για τις δαπάνες αποθήκευσης και ζύγισης των ηλεκτραμαξών και λοιπών εξόδων και ζημιών της πρώτης αναιρεσείουσας, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου περί τα πράγματα (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). 4.Δ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν υπάρχει παράβαση (ευθεία και εκ πλαγίου) ουσιαστικού κανόνα δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Συνακόλουθα, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται μη πραγματική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋποθέσεως, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται οτι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο.
4.Ε.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει οτι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ την αναιρετική διαδικασία ως προς τον κάτωθι αναιρετικό λόγο περί της αναπροσαρμογής του εργολαβικού ανταλλάγματος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (στη 2η σελίδα του 33ου Φύλλου έως την 2η σελίδα του 34ου Φύλλου): "Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα της δεύτερης ενάγουσας για επιδίκαση σ' αυτή του ποσού του 1.071.888,71 ευρώ, πλέον 203,658,85 ευρώ για ΦΠΑ εκ 19%, λόγω αναγωγής του δείκτη Μο στις καθορισμένες από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) τιμές μετά τις 31/12/2001 αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε οτι λόγω της διάρκειας των επίδικων συμβάσεων προβλέφθηκε, όπως προεκτέθηκε, αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, ο δε τύπος αναπροσαρμογής όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα καθορίστηκε στο άρθρο 4.2 της ΠΣ 39 και 7.1.2 της ΣΔ39 ως εξής: Χ=ΧΟ (0,1 + 0,05 ΕΙΕΟ + 0,7 Μ/ΜΟ + 0,15 ΠΙΠΟ όπου X ορίστηκε η αναπροσαρμοσμένη μονάδα του προϊόντος, ΧΟ η συμβατική τιμή με βάση το μήνα Ιούλιο του 1997, 0,1 το αμετάβλητο μέρος της συμβατικής τιμής, 0,05 ο συντελεστής συμμετοχής ενέργειας (ΕΙΕΟ), Ε η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας σε Kw, που ισχύει τρεις (3) μήνες πριν τη συμβατική χρονική στιγμή που πραγματοποιείται η πληρωμή, ΕΟ η τιμή της Ε την 21/7/1997, 0,70 Ο συντελεστής συμμετοχής εργατικών (ΜιΜΟ), Μ η τιμή του Γενικού Δείκτη Μέσων Ημερομισθίων του ΙΚΑ, σύνολο κλάδων μεταποίησης δύο (2) μήνες πριν τη συμβατική χρονική στιγμή που πραγματοποιείται η πληρωμή, Μο η τιμή του Μ την 21/7/1997, 0.15 ο συντελεστής συμμετοχής υλικών (ΠΙΠΟ), Π η τιμή του δείκτη της ΔΕΗ για λαμαρίνα πάχους, κωδικό; αριθμός 2100, που αναφέρεται στο Δελτίο Τιμών της ΔΕΗ τέσσερις (4) μήνες πριν τη συμβατική χρονική στιγμή που πραγματοποιείται η πληρωμή και ΠΟ η τιμή του Π τον μήνα Ιούλιο του έτους 1997. Με την από 28/2/2003 τροποποιητική σύμβαση δεν επήλθε κάποια μεταβολή στο περιεχόμενο των ως άνω συμβατικών όρων. Σύμφωνα με τους παραπάνω συμβατικούς όρους ως πηγή εύρεσης της τιμής Μο οι συμβαλλόμενοι χρησιμοποιούσαν τα σχετικά δελτία του Ι.Κ.Α. Από 1/1/2002 άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού από το Ι.Κ.Α. του μέσου ημερομισθίου και η εναγομένη προχώρησε σε αναγωγή, αντικαθιστώντας κατά τους υπολογισμούς το Μο σύμφωνα με τα νεότερα δελτία του ΙΚΑ. Ο τρόπος αυτός του υπολογισμού ναι μεν ήταν ορθώς, πλην όμως έγινε μονομερώς από την εναγομένη, όπως και η ίδια συνομολογεί εμμέσως, πλην σαφώς με τις προτάσεις της, στις οποίες αναφέρει οτι οι άλλες αντισυμβαλλόμενες της σε παρόμοιες συμβάσεις συμφώνησαν στην ως άνω αναγωγή, σε ευθεία αντίθεση με τις επίδικες συμβάσεις, που απαιτούσαν για κάθε τροποποίηση του; συμφωνία και τήρηση έγγραφου τύπου, καθώς, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω όρων των συμβάσεων, χωρίς ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, η εναγομένη και η δεύτερη ενάγουσα είχαν συμφωνήσει οτι ο μεν δείκτης Μ να είναι κυμαινόμενο μέγεθος, όπως αυτό θα εξάγεται από τα στοιχεία του Ι.Κ.Α. δύο (2) μήνες πριν από τη συμβατική χρονική στιγμή που πραγματοποιείται η πληρωμή, ο δε δείκτης Μο να είναι η τιμή του δείκτη Μ σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (μήνα Ιούλιο του έτους 1997)". Στη συνέχεια, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη, όπως αναφέρει, τις σαφείς δηλώσεις βουλήσεως των μερών κατά τη διατύπωση των ως άνω όρων των συμβάσεων, την καλόπιστη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση των παροχών ώστε η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής να μην συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, έκρινε ως προς την αναγωγή (αντιστοίχιση) των ποσών που αφορούσαν το δείκτη Μο στα νέα δεδομένα (στα ποσά που αναφέρονταν στο νέο εκδιδόμενο δελτίο απασχολήσεως του ΙΚΑ), οτι "Όμως, εάν και μονομερής, ο διαφορετικός υπολογισμός και η συνεπεία αυτού αναγωγή έγιναν από την εναγομένη κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (άρθρο 288 του ΑΚ), δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, ενόψει της διορθωτικής λειτουργίας αυτής ώστε να επέλθει εξισορρόπηση των εκατέρωθεν οφειλομένων παροχών, καθώς μετά την αλλαγή του δείκτη Μο από το ΙΚ.Α. υπό την έννοια οτι πια δεν χρησιμοποιούνταν δειγματολοπτικό, αλλά δείγμα από πλέον όλες τις επιχειρήσεις, η τήρηση του αρχικού τύπου είχε ως συνέπεια την υπέρβαση του αναληφθέντος από την εναγομένη επιχειρηματικού κινδύνου ζημίας βάσει των ως άνω συμβατικών προβλέψεων, ώστε η εμμονή σ' αυτές να καθιστά την συμφωνημένη εκπλήρωση αντίθετη προς την αξιούμενη στη συναλλακτική ζωή ευθύτητα και εντιμότητα έστω και εάν δεν υπήρξε πρόβλεψη της μεταβολής του παραπάνω δείκτη τόσο στο αρχικό κείμενο των συμβάσεων όσο και στο τροποποιητικό αυτών, λόγω αυξημένης συμμετοχής των εργατικών στο κόστος του τροχαίου υλικού (βλ. Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Β' , Γενικό Ενοχικό, μετά τις τροποποιήσεις και των νόμων του έτους 2002, εκδ. 2003, άρθρο 288, αριθμός 10 σε σελ. 33-34)". Με βάση την κρίση του αυτή το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα της δεύτερης αναιρεσείουσας για επιδίκαση σε αυτήν του αιτούμενου ποσού του 1.071.888,71 ευρώ, πλέον 208.658,85 ευρώ για ΦΠΑ εκ 19% λόγω αναγωγής του δείκτη Μο στις καθορισθείσες από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) τιμές μετά τις 31.12.2001. Ήδη, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η δεύτερη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια με τις ειδικότερες αιτιάσεις οτι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 388 του ΑΚ και εσφαλμένα ερμήνευσε τους συμβατικούς όρους που σχετίζονταν με τη χρήση του δείκτη Μο (σταθερά τιμή βάσης του συντελεστή ημερομισθίων του ΙΚΑ για τον Ιούλιο του έτους 1997) κατά το χρόνο συνάψεως της επίδικης συμβάσεως για τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής του εργολαβικού ανταλλάγματος. Ειδικότερα, ισχυρίζεται οτι με το να δεχθεί το Εφετείο οτι η αναιρεσίβλητη προέβη, αν και μονομερώς, σε ορθό υπολογισμό της αναπροσαρμογής του εργολαβικού ανταλλάγματος, εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 388 του ΑΚ, σε σχέση με τους συμβατικούς όρους 7.1 της υπ' αριθμόν 39 Σύμβασης Διαρκείας που σχετίζονταν με τη χρήση και το μέγεθος της αρχικής σταθερά Μο, η χρήση της οποίας προβλεπόταν ειδικότερα με την αναφερόμενη μαθηματική τιμή στον πιο πάνω συμβατικό όρο, καθοτι η τροποποίηση ή συμπλήρωση της ένδικης συμβάσεως απαγορευόταν χωρίς έγγραφη συμφωνία των μερών, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 3.4 της συμβάσεως και έτσι, όπως ισχυρίζεται, η μονομερής, αυθαίρετη και αντισυμβατική διαφορετική τιμή ως βάση υπολογισμού των μαθηματικών τύπων του όρου 7.1 της Σύμβασης Διαρκείας 39 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να αναγνωρίσει ως οφειλόμενο προς αυτήν (δεύτερη αναιρεσείουσα) εργολαβικό αντάλλαγμα για τις δόσεις που ήταν πληρωτέες στο στάδιο της προσωρινής και της τελικής παραλαβής συνολικού ποσού 9.950.460,04 ευρώ, ενώ, αντιθέτως, αν η αναιρεσίβλητη είχε εφαρμόσει ορθώς τους συμβατικούς συντελεστές (αφήνοντας δηλαδή τη σταθερά Μο αμετάβλητη και συνεχίζοντας να εφαρμόζει στους υπολογισμούς του τον εκάστοτε δείκτη Μ του ΙΚΑ, όπως αυτός κάθε φορά ανακοινώνεται), τότε, το καταβλητέο εργολαβικό αντάλλαγμα θα διαμορφωνόταν στο ποσό των 11.022.348,75 ευρώ, με συνέπεια να προκύπτει διαφορά στον υπολογισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος 1.071.888,71 (ήτοι, 11.022.348,75-9.950.460,04) ευρώ, για την διεκδίκηση της οποίας η ίδια (2η αναιρεσείουσα) επιφυλλασόταν ρητώς με ένα έκαστο των τιμολογίων που εκδιδόταν προς την αναιρεσίβλητη. Όμως, από την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, προκύπτει σαφώς οτι η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς μάλιστα να προβεί σε ερμηνεία των προεκτεθέντων συμβατικών όρων προκειμένου να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη και διατυπωθείσα με αυτούς βούληση των διαδίκων, δέχθηκε ως ορθό τον μονομερή υπολογισμό εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ήτοι την αναγωγή (αντιστοίχιση) των ποσών που αφορούσαν στο δείκτη Μο στα νέα δεδομένα/ποσά που αναφέρονταν στο νέο εκδιδόμενο δελτίο απασχολήσεως του ΙΚΑ, σχετικά με την αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, χωρίς να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 388 του ΑΚ, την οποία δεν αναφέρει ούτε συνάγεται από το περιεχόμενό της οτι την χρησιμοποίησε και την εφάρμοσε. Επομένως, ο ως άνω πέμπτος λόγος, με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είτε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 είτε ως λόγος εκ του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση οτι το Εφετείο δέχθηκε ως ορθό τον υπολογισμό της αναιρεσίβλητης για την αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 388 του ΑΚ, ενώ μια τέτοια παραδοχή είναι ανύπαρκτη στην προσβαλλόμενη απόφαση.
4.ΣΤ.- Ενόψει τούτων, η δεύτερη, από 29.09.2022, αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειουσών, ήτοι: α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT" και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS ΑΕ", στην οποία δεν περιλαμβάνεται άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδικάζει: 1) την από 27.09.2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 2) την από 29.09.2022 αίτηση των εναγουσών, ήτοι: α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS AKTIENGESELLSHAFT" και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIEMENS ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμόν 6396/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την πρώτη, από 27.09.2022, αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την δεύτερη, από 29.09.2022, αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ