ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1136/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1136/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1136/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1136 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1136/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Β.

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2017 αγωγή της ήδη Α. αναιρεσιβλήτου και Β. αναιρεσείουσας εταιρείας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1201/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1364/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι διάδικοι με τις από 30-12-2022 και 14-12-2022 αιτήσεις τους αντίστοιχα.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-10-2024) συζητήθηκαν οι υποθέσεις, που αφορούν: Α) την από 30-12-2022 (υπ' αριθ. 10526/30-12-2022 ΓΑΚ και 1210/30-12-2022 ΕΑΚ) αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" και Β) την από 14-12-2022 (υπ' αριθ. 9971/14-12-2022 ΓΑΚ και 1136/14-12-2022 ΕΑΚ) αίτηση αναίρεσης της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.". Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ' αριθ. 1364/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε. - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" (ήδη αναιρεσείουσα της ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτησης αναίρεσης και αναιρεσίβλητη της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης), άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγόμενων: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)", του οποίου (τελευταίο) οιονεί καθολικό διάδοχο είναι το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)" (ήδη αναιρεσίβλητο της ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτησης αναίρεσης και αναιρεσείον της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης), 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)" (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και 3) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (3η Δ.Υ.Πε.)", ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) την από 9-3-2017 (υπ' αριθ. 519839/2017 ΓΑΚ 2600/2017 ΕΑΚ) αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν νομιμοτόκως, όπως αναφέρεται στην αγωγή, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 156.155,41 ευρώ, που αποτελεί την οφειλή τους για πωληθέντα από αυτήν, κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2004 έως 29-3-2006, με τιμολόγια, ιατρικά (οστομικά) υλικά στο πρώτο εναγόμενο (Ι.Κ.Α.) και ειδικότερα στα υποκαταστήματα αυτού των νομών (περιφερειών) Γρεβενών, Καστοριάς, Κοζάνης, Φλώρινας, Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Πέλλας και Πιερίας, χωρίς να υφίσταται έγκυρη σύμβαση μεταξύ της ίδιας (ως πωλήτριας) και του τελευταίου (ως αγοραστή). Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1201/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών, ενώ έγινε αυτή δεκτή ως προς το προαναφερθέν Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "e-ΕΦΚΑ", που υπεισήλθε στη θέση του πρώτου εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. "Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ" (ως τελευταίο οιονεί καθολικό διάδοχό του νομικού προσώπου αυτού) υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω αιτηθέν ποσό των 156.155,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (ποσοστού 6%) από την 8-11-2007 (δηλαδή από την επίδοση της από 2-11-2007 (και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40140/2007) αρχικώς ασκηθείσας αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που τελικώς, κατόπιν άσκησης έφεσης από το Ν.Π.Δ.Δ. "Ι.Κ.Α.- ΕΤΑΜ" κατά της πρωτόδικης απόφασης του ως άνω δικαστηρίου, απορρίφθηκε τελεσίδικα, με την υπ' αριθ. 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησε έφεση το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "e-ΕΦΚΑ", που υπεισήλθε στη θέση του πρώτου εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. ("Ι.Κ.Α."), επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1364/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε κατά ένα μέρος η πρωτόδικη απόφαση, μόνον ως προς τη διάταξή της που αφορά την έναρξη της τοκοφορίας του επιδικασθέντος με αυτήν κεφαλαίου από 8-11-2007 και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "e-ΕΦΚΑ" να καταβάλει στην ενάγουσα ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.") το ποσό των 156.155,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ποσοστού 6% για το επιμέρους χρονικό διάστημα από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο μέχρι την 30-4-2019 (κατά τα άρθρα 7 παρ. 2 του Ν. Δ/τος 496/1974 και 21 του Κ. Δ/τος της 26-6/10-7-1994 "περι Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου") και με επιτόκιο υπερημερίας, υπολογιζόμενο, κατά το άρθρο 45 του ν. 4607/2019, για το επόμενο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εναγομένου από 1-5-2019 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της ενάγουσας. Οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε την 1-12-2022 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.) και οι αιτήσεις αναίρεσης κατατέθηκαν στις 14-12-2022 (η υπό στοιχείο Β') και στις 30-12-2022 (η υπό στοιχείο Α'), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο, όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτηση αναίρεσης, αφού, για την ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτηση αναίρεσης δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση, γιατί το αναιρεσείον ("e-ΕΦΚΑ") έχει τα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου και απαλλάσσεται σχετικώς (άρθρο 62 παρ. 3 εδ. Θ του ν. 4387/2026). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Α) Επί των λόγων της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)".

Ι. Με το ν. 3918/2-3-2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", προκειμένου (όπως αναφέρεται στην εισηγητική του έκθεση) να εξασφαλισθεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και να επιτευχθεί η σύμπραξη όλων των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) με τις υπάρχουσες δομές όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας ενιαίου δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ορίστηκαν και τα ακόλουθα: Στο άρθρο 17 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008 , ως προς τις παροχές σε είδος. 3... 4. ... 5. ...". Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ιδίου ως άνω νόμου "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ΟΠΑΔ ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων... 3. ... 4. ...". Εξάλλου, με το άρθρο 23 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι: "1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. β...". Ακόμη, στο άρθρο 29 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι: "1. Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. 2 ... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.".

Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ββ' του ν. 3918/2011 εκδόθηκε η ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 1-1-2012, στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." από το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του ΠΔ 266/1989 μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του "Ι.Κ.Α." Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 συστήθηκε ως Ν.Π.Δ.Δ. ο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", ότι ο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", κατά τα άρθρα 29 παρ. 1 και 9, 33 παρ. 9 του ιδίου ως άνω νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των Φ.Κ.Α., που εντάσσονται σε αυτόν, στα οποία περιλαμβάνεται και το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, οι δε συμβάσεις των εντασσομένων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Επομένως, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." οι οποίες αφορούν το προγενέστερο αυτού χρονικό διάστημα, συνεχίζουν τις σχετικές δίκες ως καθολικοί διάδοχοι του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", το ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του "Ι.Κ.Α." (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 343/2018, ΣτΕ 759/2020) και τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 του νόμου αυτού νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας, στα οποία εντάχθηκαν τα αντίστοιχα νοσοκομεία του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", αν αφορούν προμήθειες του αντίστοιχου Νοσοκομείου του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 703/2016, ΣτΕ 2856/2020). Ακολούθως, με το ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις", ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 56 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17-2-2014), ορίσθηκε στην παρ. 2 του άρθρου 1, με τον τίτλο "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας", που εντάσσεται στο πρώτο κεφάλαιο του νόμου, ότι: "Στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) συνιστάται Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της Χώρας" και στο άρθρο 2 ότι: "1. Τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε. αποτελούν τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ.. 2. ... 3. Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε. ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του Ε.Ο.ΠΥ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό. 4. ...".

Στο δεύτερο κεφάλαιο του ιδίου νόμου, υπό τον τίτλο "Ρυθμίσεις σχετικά με το νέο σκοπό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ορίσθηκε στο άρθρο 8 ότι: "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας είναι: α) Η αγορά υπηρεσιών υγείας για τους ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους, καθώς και για τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερθέντων φορέων, σύμφωνα με το οριζόμενα στον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του Οργανισμού...β)... γ)... δ)..." , ενώ στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας" και εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο αυτού με τίτλο: "Ρυθμίσεις σχετικά με την διαθεσιμότητα/κινητικότητα υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οικονομικά και θέματα προσωπικού", ορίζεται ότι: "1. ... 2. ...4. Οι πάσης φύσεως λειτουργικές δαπάνες των Κέντρων Υγείας και Περιφερειακών Ιατρείων αυτών, καθώς και των Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. που εντάσσονται στις Δ.Υ.Πε. και αποτελούν αποκεντρωμένες μονάδες αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των κλειστών-σφαιρικών προϋπολογισμών εσόδων-εξόδων των Δ.Υ.Πε. Οι αντίστοιχες πιστώσεις που είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για το σκοπό αυτόν από 1.1.2015 μεταφέρονται και εγγράφονται στους προϋπολογισμούς των Δ.Υ.Πε... 5. Για λόγους εύρυθμης λειτουργίας και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος τα Κέντρα Υγείας, τα περιφερειακά Ιατρεία, καθώς και οι μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. που μεταφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και αποτελούν αποκεντρωμένες μονάδες των Δ.Υ.ΠΕ., εξακολουθούν με την υφιστάμενη διαδικασία έως και τις 31.12.2014, να εφοδιάζονται με πάσης φύσεως φαρμακευτικό, υγειονομικό και λοιπό υλικό, καθώς και κάθε είδους παροχή υπηρεσιών, αντιστοίχως από τα νοσοκομεία διασύνδεσης και τις υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Οι δαπάνες αυτές, επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από τους οποίους εξακολουθεί να διενεργείται η ενταλματοποίηση και εκκαθάριση των δαπανών αυτών, σύμφωνα με τα σχετικά παραστατικά, που θα εκδοθούν έως την ως άνω αναφερόμενη ημερομηνία. ... 6. Τα ακίνητα του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑ.Μ., στα οποία στεγάζονται ή συστεγάζονται Υγειονομικές Υπηρεσίες, Μονάδες Υγείας, το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας και λοιπές υπηρεσίες υγείας του Ιδρύματος, καθώς και ο μηχανολογικός, μηχανογραφικός και λοιπός εξοπλισμός, ο οποίος χρησιμοποιείται για την οργάνωση και παροχή των υπηρεσιών υγείας, από την ολοκλήρωση της ένταξης των μονάδων, παραχωρούνται προς χρήση άνευ ανταλλάγματος στις οικείες Δ.Υ.Πε, στις οποίες κατανέμονται οι μονάδες υγείας και το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας, οι οποίες αναλαμβάνουν κατά αναλογία της χρήσης, την υποχρέωση της πληρωμής των αναλογούντων φόρων, τελών, λογαριασμών κοινής ωφέλειας, εξόδων συντήρησης, καθώς και των αναλογούντων εξόδων για τυχόν απαιτούμενη λειτουργική αναβάθμιση. Τα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και οι Επιτροπές Προέγκρισης Φαρμάκων του Οργανισμού, στις Μονάδες Υγείας εξαιρούνται της παραχώρησης... 7. ... 8. Από την ψήφιση του παρόντος, το πάσης φύσεως υγειονομικό, φαρμακευτικό και λοιπό αναλώσιμο υλικό των υγειονομικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που εντάσσονται στις Δ.Υ.Πε., περιέρχεται κατά κυριότητα σε αυτές, με έκδοση διαπιστωτικής πράξης, μετά τη διενέργεια σχετικής απογραφής από τις οικείες Περιφερειακές Διευθύνσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έχουν την πλήρη ευθύνη για τη διαφύλαξη της κινητής και ακίνητης περιουσίας μέχρι την οριστική παράδοση της στις οικείες Δ.Υ.Πε. 9. Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 4238/2014 εκδόθηκε η Γ.Π./οικ.16339/18-2-2014 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β' 376), με την οποία κατανεμήθηκαν χωροταξικά, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, οι υφιστάμενες Μονάδες Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε. . Όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του ν. 4238/2014, σκοπός της μεταρρύθμισης, που εισήχθη με τις προπαρατεθείσες διατάξεις αυτού, ήταν, αφενός "η επικέντρωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην κύρια αποστολή του ως εθνικού ασφαλιστικού φορέα υγείας και η ενδυνάμωση του ρόλου του ως αγοραστή υπηρεσιών υγείας, με ταυτόχρονη κατάργηση του διττού ρόλου του ως αγοραστή και παρόχου υπηρεσιών υγείας" και αφετέρου "η ανάπτυξη του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), ενός ενιαίου συστήματος Πρωτοβάθμιου Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) στην Ελλάδα, μέσω της ενοποίησης των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του Ε.Σ.Υ.", με στόχο "τη διασφάλιση μιας επαρκούς αποτελεσματικής και αποδοτικής δέσμης υπηρεσιών υγείας για όλο τον πληθυσμό, την αποτροπή του κατακερματισμού του συστήματος Π.Φ.Υ. και, κατά συνέπεια, τη βελτίωση του συντονισμού του και τη διασφάλιση της ορθολογικότερης διαχείρισης των δομών Π.Φ.Υ., του ανθρώπινου δυναμικού (ιατροί, επισκέπτες υγείας, νοσηλευτές, μαίες, φυσικοθεραπευτές κλπ) και των τεχνολογικών και λοιπών πόρων". Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται (άρθρο 2 ν. 4238/2014) με τη μεταφορά και ένταξη των Μονάδων παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." στην οργανωτική δομή των "Δ.Υ.Πε.", οι οποίες αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3329/2005). Ενόψει αυτής της αναμόρφωσης του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας, ο νομοθέτης στο άρθρο 21 του ν. 4238/2014 προέβλεψε τα σχετικά με τη μισθοδοσία προσωπικού, την οικονομική διαχείριση και τη μεταβίβαση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) που μεταφέρονται και εντάσσονται στις "Δ.Υ.Πε.". Ειδικότερα δε, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του ως άνω άρθρου 21 προκύπτει ότι, από 1-1-2015, οι πάσης φύσεως "λειτουργικές" δαπάνες των Κέντρων Υγείας και Περιφερειακών Ιατρείων, καθώς και των Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. που εντάσσονται στις "Δ.Υ.Πε", βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των "Δ.Υ.Πε." και, για τον λόγο αυτόν, οι αντίστοιχες πιστώσεις που αφορούν τις "λειτουργικές" αυτές δαπάνες των εντασσόμενων Μονάδων και είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", μεταφέρονται και εγγράφονται στους προϋπολογισμούς των "Δ.Υ.Πε.", οι αρμόδιες υπηρεσίες των οποίων αναλαμβάνουν, ακολούθως, τη σύνταξη και εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2015, λαμβάνοντας υπόψη τα απολογιστικά στοιχεία (έσοδα - έξοδα) των εντασσόμενων Μονάδων για τα έτη 2013 και 2014 και την κατάρτιση ετήσιου προγράμματος προμηθειών και υπηρεσιών, ενώ προβλέπεται, για λόγους εύρυθμης λειτουργίας και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, ένα μεταβατικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου (17-2-2014) μέχρι την 31-12-2014, κατά το οποίο οι Μονάδες Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", που μεταφέρονται στις "Δ.Υ.Πε." θα εξακολουθούν να εφοδιάζονται με πάσης φύσεως ιατροτεχνολογικά προϊόντα και κάθε είδους παροχή υπηρεσιών από τις υπηρεσίες του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και οι δαπάνες για το διάστημα αυτό θα επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς του" Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Κατά συνέπεια, οι προϋπολογισμοί των "Δ.Υ.Πε." βαρύνονται, μόνον, με τις τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες των εντασσόμενων Μονάδων και στους προϋπολογισμούς των "Δ.Υ.Πε." μεταφέρονται από τον προϋπολογισμό του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." οι αντίστοιχες πιστώσεις που αφορούν αυτές τις δαπάνες, δηλαδή τις τρέχουσες δαπάνες λειτουργίας τους, ενώ και από το γεγονός ότι προβλέπεται το μεταβατικό στάδιο (17-2-2014 έως 31-12-2014), κατά το οποίο οι λειτουργικές δαπάνες των εντασσόμενων Μονάδων εξακολουθούν να βαρύνουν τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", με σκοπό, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, την απρόσκοπτη λειτουργία των εν λόγω Μονάδων, προκύπτει ότι ο νομοθέτης, επιδιώκοντας τη σταθεροποίηση και την εύρυθμη λειτουργία του νεοσύστατου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας, μετά την ένταξη σ' αυτό και των Μονάδων παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", δεν αποβλέπει στην επιβάρυνση των "Δ.Υ.Πε." με επιπλέον οικονομικές υποχρεώσεις του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", πέραν των λειτουργικών δαπανών των εντασσόμενων Μονάδων. Ενόψει τούτων, οι ως άνω διατάξεις των παρ. 4 και 5 του ως άνω άρθρου 21 του ν. 4238/2014, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό τους, ρυθμίζουν, αποκλειστικά και μόνον, το ζήτημα της κάλυψης των τρεχουσών δαπανών λειτουργίας των Μονάδων του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", που εντάσσονται στις "Δ.Υ.Πε." και μεταφέρονται σ` αυτές ως οργανωτικές Μονάδες, οι οποίες δαπάνες προβλέπεται ότι, για μεν το αρχικό μεταβατικό διάστημα από 17-2-2014 έως 31-12-2014, καλύπτονται από τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ από 1-1-2015 καταρτίζονται πλέον από τις υπηρεσίες των "Δ.Υ.Πε." ίδιοι προϋπολογισμοί, για τις εντασσόμενες Μονάδες, βάσει ετήσιου προγράμματος προμηθειών και υπηρεσιών που συντάσσεται για τις Μονάδες αυτές. Δεν προβλέπεται, όμως, στις διατάξεις αυτές ούτε από άλλη διάταξη μπορεί να συναχθεί ότι οι "Δ.Υ.Πε." καθίστανται οιονεί καθολικοί διάδοχοι του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", υπό την έννοια ότι υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού και ως προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις, οι οποίες είχαν υπογραφεί με το "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και αφορούν προμήθεια ιατρικού υλικού για τις ανάγκες των Μονάδων του, που στη συνέχεια εντάχθηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", και οι οποίες είχαν ήδη εκτελεστεί έως 31-12-2014, που οι εν λόγω Μονάδες εντάχθηκαν πλέον στις "Δ.Υ.Πε.". Αλλ' ούτε τούτο προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 21 του ν. 4238/2014, που αναφέρεται σε συνέχιση εκκρεμών δικών για διαφορές των εντασσόμενων Μονάδων και του μετατασσόμενου προσωπικού, διότι η διάταξη αυτή, ερμηνευομένη στο πλαίσιο του προαναφερθέντος συστήματος, δεν αφορά θέματα και υποθέσεις που, κατά τα προαναφερθέντα δεν μεταφέρθηκαν στις "Δ.Υ.Πε.".

Επομένως, για τις συμβάσεις προμηθειών του κλάδου υγείας του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", που μεταβιβάστηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." με το ν. 3918/2011, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες "Δ.Υ.Πε." (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 343/2018, ΣΤΕ 759/2020). Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 4387/12-5-2016 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)" και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), ενώ ορίστηκε ότι από 1-1-2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ. του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και την ένταξη των νοσοκομείων του στο Ε.Σ.Υ., των οποίων Φ.Κ.Α. ο "Ε.Φ.Κ.Α." καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος, ως σκοπός του "Ε.Φ.Κ.Α." δε ορίστηκε η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους, που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία, με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους ... γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α. ενώ με το άρθρο 51Α παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020, που άρχισε να ισχύει από 1-3-2020, ο "Ε.Φ.Κ.Α." μετονομάσθηκε από την 1-3-2020 σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενος στο εξής "e-Ε.Φ.Κ.Α.".

Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 52 ν. 4430/31-10-2016, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", ορίσθηκε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30-4-2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), "φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ." (όπως το εντός εισαγωγικών τμήμα προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 περ. α' του ν. 4447/2016) ... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31-12-2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εκκαθαρισθεί", ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 ορίσθηκε ότι: "4. Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από Φ.Κ.Α. των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30-6-2017". Η διάταξη αυτή της παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 4430/2016 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/7-8-2017 ως ακολούθως: "4. Μετά τις 30-6-2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Μεταγενέστερα, ο ν. 4578/3-12-2018 όρισε στο άρθρο 12 αυτού, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α. που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως η περιπτ. α` της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε από τότε που άρχισε να ισχύει με το άρθρο 44 του ν. 4611/17-5-2019 ότι: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των Φ.Κ.Α., εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι 31-12-2020. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 .... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1-1-2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος" και στο άρθρο 13, με τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012, στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν Ε.Φ.Κ.Α., ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο Ε.Φ.Κ.Α. εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τις 30-6-2017, βάσει των διατάξεων του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως είναι και το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", όπως προαναφέρθηκε, (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΕΦΚΑ)" και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον "Ε.Φ.Κ.Α.", χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και συνεπώς στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται πλέον να παραστεί ο "Ε.Ο.Π.Π.Υ.", αλλά ο "Ε.Φ.Κ.Α." και ήδη ο "e-ΕΦΚΑ" (ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 343/2018, ΣτΕ 759/2020). Από τη γενικότητα της διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης και από το σκοπό, που επιδιώκει, συνάγεται ότι στις ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις του "Ε.Ο.Π.Π.Υ.", που "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΕΦΚΑ)" συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' αυτού απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι και οι απαιτήσεις από άκυρες συμβάσεις προμήθειας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, που είχε συνάψει με προμηθευτές του το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." μέχρι και την 31-12-2011, οπότε, στην περίπτωση αυτή, το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 766/2014).

Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που εντάχθηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", από 1-1-2006 και εντεύθεν, όρισε μεν με το άρθρο 12 του ν. 4578/2028, ότι οι υποχρεώσεις αυτές "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α." μέχρι 31-12-2020 (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), ήδη δε, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, μέχρι τις 31-12-2022, δυνάμει της ΥΑ 60855/2022 (ΦΕΚ Β' 3354/2022), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 85 ν. 4825/2021, όμως η πάροδος άπρακτης της ενδεικτικής προθεσμίας καταβολής των χρεών αυτών από τον "e-Ε.Φ.Κ.Α" μέχρι τις 31-12-2022 δεν αναιρεί την υποχρέωση του να τα καταβάλει και μετά την ημερομηνία αυτή, αφού η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/201, η οποία καθιερώνει την σχετική υποχρέωση του "e-Ε.Φ.Κ.Α" εξακολουθεί να ισχύει.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ιδίου ανωτέρω ν. 4578/2018 επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του "Ε.Φ.Κ.Α." υπέρ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και εκτελούνται σε βάρος του. Η διάταξη, όμως, αυτή, ορώμενη σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." που συνεχίζονται από τον "Ε.Φ.Κ.Α." και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2021, στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α." (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α."), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30-6-2017, προς εξόφληση στον "Ε.Φ.Κ.Α.", διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ. 4 ν. 4430/2016, όπως ισχύει και άρθρο 12 ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 222/2022, ΑΠ 624/2022, ΣτΕ 759/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής η ένδικη αξίωση προέρχεται από άτυπη πώληση και παράδοση υλικών, από την ενάγουσα-εφεσίβλητη εταιρεία στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", κατά το χρονικό διάστημα από 22.1.2004 έως 27.7.2004, δηλαδή πριν από την ένταξη του τελευταίου στον ΕΟΠΥΥ. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο ΕΟΠΥΥ, δυνάμει του νόμου 3918/2011 αρχικά κατέστη καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την επίδικη αξίωση. Επίσης, στη συνέχεια δυνάμει των προαναφερόμενων στη μείζονα σκέψη, διατάξεων του ν. 4238/2014 επήλθαν αλλαγές στη διόρθωση [εν. διάρθρωση] και στο σκοπό του ΕΟΠΥΥ και συστήθηκε το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις) όλες οι υπηρεσίες υγείας που εντάχθηκαν στις Δ.Υ.ΠΕ αποτελούν αποκεντρωμένες μονάδες αυτών. Επίσης με τη με αριθμό Γ.Π./οικ 16339 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας ορίστηκε η Χωροταξική Κατανομή ανά Υγειονομική Περιφέρεια των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του ΕΟΠΥΥ, οι οποίες μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.ΠΕ της Χώρας. Ωστόσο, με τη διάταξη της παρ. 5 του αμέσως ανωτέρω νόμου, ορίστηκε ότι για τις συμβάσεις που είχαν υπογράψει με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και αφορούσαν σε προμήθεια ιατρικού υλικού για τις ανάγκες των μονάδων του και στη συνέχεια των φορέων του ΕΟΠΥΥ οι οποίες είχαν εκτελεστεί μέχρι 31.12.2014 (όπως δηλαδή οι επίδικες), συνεχίζουν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ, από τον οποίο εξακολουθεί να διενεργείται η ενταλματοποίηση και εκτελούνται σε βάρος του (ΑΠ 343/2018, ΕφΑθ 2433/2016, ΕφΑΘ 6491/2014, ΔΕφΑΘ 579/2016 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, εφόσον οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του "Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ", και δεδομένου ότι τα ένδικα είδη παραδόθηκα\ προσηκόντως σε υπηρεσίες αυτού το έτος 2004 και πάντως πολύ πριν από τις 31.12.2014, οι σχετικές αξιώσεις που απορρέουν από τις εκπθέμενες διαδοχικές συμβάσεις βάρυναν αρχικά τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως καθολικό διάδοχο του "Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ". Ωστόσο δυνάμει του άρθρου 97 του ν. 4486/2017, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του ν, 4430/2016, μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία Ε.Φ.Κ.Α. ως απώτερος καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ , νομιμοποιείται να εναχθεί για την επίδικη αξίωση και όχι το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Η διάταξη δε του άρθρου 13 ν. 4578/2018, αναφορικά με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ που προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α) και η σχετική από αυτήν πρόβλεψη ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ στις σχετικώς ανοιγείσες δίκες δεν θίγεται, οι δε αποφάσεις δεσμεύουν τον τελευταίο και εκτελούνται υπέρ και σε βάρος του, κατ' ορθή νομολογιακή ερμηνεία, δεν αφορά (η διάταξη του άρθρου 13 ν. 4578/2018) τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, οι οποίες προέρχονται από Φ.Κ.Α, που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 17 ν. 3918/2011 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φ.Κ.Α, οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω). Επομένως, ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης τόσο του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όσο και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" (3η Δ.Υ.Πε.)" και έκανε δεκτή την αγωγή για το εκκαλούν νομικό πρόσωπο, ως απώτερο καθολικό διάδοχο του αρχικώς εναγόμενου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, και ο πρώτος, δεύτερος πέμπτος (ως προς το μέρος που αφορά την παθητική νομιμοποίηση του εκκαλούντος) και δέκατος λόγος έφεσης που αφορούν την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου- εκκαλούντος ΕΦΚΑ και τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής, διότι ασκήθηκε κατά ανύπαρκτου προσώπου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το αναιρεσείον (της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "e-Ε.Φ.Κ.Α.", επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 97 παρ. ια' του ν. 4486/2017 και 12 του ν. 4578/2018, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και, επίσης, ορθώς δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4578/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο Ι), αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη (της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης) εταιρία ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.") είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." ποσού 156.155,41 ευρώ, βάσει των διατάξεων περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από τις αναφερόμενες στην πρωτόδικη απόφαση άκυρες συμβάσεις πώλησης οστομικών υλικών, οι οποίες καταρτίσθηκαν και εκτελέστηκαν μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της 31-12-2011 και δεν είχε εξοφληθεί το σχετικό τίμημα μέχρι τις 30-6-2017, τόσο από το αρχικώς πρώτο εναγόμενο "Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.", όσο και από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", κατά συνέπεια, η εκκρεμής ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δίκη, αφορώσα στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", που μεταβιβάστηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." κατά τις διατάξεις του ν. 3918/2011 (και παρέμειναν σε αυτόν και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4238/2014 αφού δεν μεταφέρθηκαν στις "Δ.Υ.Πε.") συνεχίστηκε νομίμως πλέον από τον "Ε.Φ.Κ.Α." (και ήδη τον "e-Ε.Φ.Κ.Α."), στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές μεταφέρθηκαν και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης, και ο οποίος πλέον μόνος νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να παύσει μεταγενέστερα η νομιμοποίηση αυτή του "e-ΕΦΚΑ" δυνάμει του άρθρου 13 του ν. 4578/2018, όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται το αναιρεσείον (της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης), γιατί το άρθρο αυτό δεν αφορά στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", που μεταβιβάστηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια' του ν. 4486/2017 ("μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ"), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκος Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30-6-2017 προς εξόφληση στον "Ε.Φ.Κ.Α.", γιατί εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του. Εξάλλου, δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι παρήλθε η ορισθείσα με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018, μέχρι τις 31-12-2022, προθεσμία για την εξόφληση των υποχρεώσεων αυτών από τον "e-Ε.Φ.Κ.Α.", αφού η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια' του ν. 4486/2017, εξακολουθεί να ισχύει. Επίσης, τα προεκτεθέντα όσον αφορά τη νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. "e-Ε.Φ.Κ.Α." δεν αναιρούνται από τη ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 1 β του ν. 4578/2018, κατά την οποία ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α. που εντάχθηκαν στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", που εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από αυτόν, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1-1-2006 και εντεύθεν, ενόψει του ότι, ανεξαρτήτως ότι κάποιες από τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή πωλήσεις έχουν συναφθεί μετά την 1-1-2006, η ως άνω διάταξη του ν. 4578/2018 δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την εν λόγω υπόθεση χρόνο, δηλαδή άρχισε να ισχύει (3-12-2018) μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (18-4-2018), που το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "e-Ε.Φ.Κ.Α." είχε ήδη καταστεί υπόχρεο για τις αγωγικές αξιώσεις, βάσει της άνω διάταξης του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια' του ν. 4486/2017). Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και έκτος λόγοι της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, στους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αρ. 9, 14 και 19, που επικαλείται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 825/1978, "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά έξι μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί. Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις [...]. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι και οι απαιτήσεις από σύμβαση πώλησης, καθώς και για την απόδοση του πλουτισμού από άκυρη σύμβαση πώλησης, των προμηθευτών του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ηλεκτρικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που υπεισήλθε στα δικαιώματα του "Ι.Κ.Α.", ως οιονεί καθολικός διάδοχος του, κατά το άρθρο 51 του ν. 4387/2016, όπως προαναφέρθηκε, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (άρθρο 251 ΑΚ) και όχι από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 του ΑΚ, το οποίο αφορά μόνο στις αξιώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 250 του ΑΚ (ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 559/2021, ΣτΕ 790/2024).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 παρ. 1 του ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Επίσης, κατά το άρθρο 263 του ΑΚ, που έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου (ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1484/2022, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 252/2016), κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορρίφθηκε τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται σαν να μην έχει διακοπεί.

Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή αρχίζει από την άσκηση αυτής και διακόπτεται μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, οπότε αρχίζει εκ νέου (ΑΠ 1408/2024), η δε νέα αγωγή, για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα, απαιτείται να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 234/2022, ΑΠ 43/2015).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε. Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 του ν. 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι "Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε". Σύμφωνα, συνεπώς με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση ή, αν η απόφαση εκδόθηκε κατ' έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση απόφασης, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της ανωτέρω διάταξης, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 234/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (όχι δε και από τους αριθμούς 14 και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ, και των άρθρων 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και 41 του ν. 3659/2008, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η αρχική από 2-11-2007 (υπ' αριθ. 40140/2007 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή, που ασκήθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και απορρίφθηκε τελεσίδικα λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, διέκοψε την παραγραφή της επίδικης αξίωσης, αν και αυτή είχε διαφορετική πραγματική και νομική βάση, αφού στηριζόταν στη διοικητική σύμβαση και όχι στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως οι επόμενες δύο αγωγές. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη αρχικά άσκησε κατά του ΙΚΑ την από 2.11.2007 και με αριθμό κατάθεσης 40140/2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ άλλων και, για την επίδικη αξίωση με την ίδια πραγματική και νομική αιτία και τα ίδια ακριβώς αιτήματα με την ένδικη αγωγή, καθώς εκτός από τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης (η από 2.11.2007 αγωγή της) περιείχε και τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στο ΙΚΑ την 8.11.2007 (βλ. τη νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ....2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Κ.) και έτσι διεκόπη η παραγραφή των απαιτήσεών της και άρχισε να διαδράμει νέος χρόνος παραγραφής. Επί της ανωτέρω αγωγής εξεδόθη η με αριθμό 12544/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, και κατόπιν εφέσεων του Ι.Κ.Α., η με αριθμό 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε τελεσιδίκως ελλείψει δικαιοδοσίας, κρίνοντας ότι η υπό κρίση διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η δε τελεσίδικη αυτή απόφαση επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 22.3.2012 (βλ. το προσκομιζόμενο και νόμιμα επικαλούμενο αντίγραφο αυτής με σχετική επισημείωση). Ακολούθησε η από 30.3.2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά του Ι.Κ.Α., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στις 10.4.2012 (βλ. τη νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ....2012 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή), εντός, δηλαδή, της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του στερούμενου δικαιοδοσίας δικαστηρίου (βλ. άρθρα 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 και 41 ν. 3659/2008), με αποτέλεσμα να διατηρείται το αποτέλεσμα διακοπής της παραγραφής στις 8.11.2007, με την κατάθεση της ως άνω από 2.11.2007 αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αγωγή αυτή, όμως, δεν συζητήθηκε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10ης.10.2012, αλλά ούτε και στη μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 28.1.2015, μετά από ματαίωση της εκδίκασής της λόγω διενέργειας των Εθνικών Εκλογών στις 25.1.2015, οπότε επαναφέρθηκε με κλήση της ενάγουσας-εφεσίβλητης για τις 22.3.2017 (βλ. τη με αριθμό ....2015 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Κ.). Επίσης, η ενάγουσα-εφεσίβλητη άσκησε κατά του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος είχε καταστεί στο μεταξύ καθολικός διάδοχος ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ (άρθρα 17 και 29 του ν. 3918/2011), την από 24.4.2012 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στον εν λόγω εναγόμενο την 2.5.2012 (βλ. τη με αριθμό ....2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ.), ήτοι, επίσης, εντός διμήνου από την επίδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να διατηρείται το αποτέλεσμα διακοπής της παραγραφής της ενσωματωμένης σε αυτήν αξίωσης κατά την 6η.11.2007. Δικάσιμος για την αγωγή αυτή ορίστηκε η 10.10.2012 και μετά από αναβολή η 25.2.2015, οπότε και η εκδίκασή της ματαιώθηκε λόγω εκλογών. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη επανέφερε τη συζήτησή της, με την από 25.2.2015 (ΓΑΚ 22815/2015, ΕΑΚ 481/2015) κλήση της η οποία έλαβε δικάσιμο την 22.3.2017 και επιδόθηκε στον ΕΟΠΥΥ (βλ. τη με αριθμό ....2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.). Στη συνέχεια, η ενάγουσα-εφεσίβλητη παραιτήθηκε από τις ανωτέρω αγωγές και κλήσεις με τα κάτωθι δικόγραφα: 1. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 30.3.2012 αγωγής κατά του ΙΚΑ το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε την 7.3.2017 (βλ. τη με αριθμό 7663Γ/2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Κ.), 2. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 4.12.2015 κλήσης κατά του ΙΚΑ, το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7.3.2017 (βλ. τη με αριθμό .../2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Κ.). 3. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 24.4.2012 αγωγής κατά του ΕΟΠΥΥ, το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7.3.2017 (βλ. τη με αριθμό .../2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Κ. 4. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 25.2.2015 κλήσης κατά του ΕΟΠΥΥ, το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7.3.2017 (βλ. τη με αριθμό .../2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Κ.). Στη συνέχεια η εφεσίβλητη άσκησε την ένδικη από 9.3.2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στα εναγόμενα στις 30.3.2017 (βλ. την ομοίως νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ....2017 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Κ.), ήτοι εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο των ανωτέρω αναφερόμενων αγωγών, οπότε κατ' άρθρο 263 παρ. 2 ΑΚ, οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής με την αρχικώς ασκηθείσα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή να διατηρούνται κατά τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία III] και IV] μείζονες σκέψεις της παρούσας.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/1951, 251, 261, 263, 346 του ΑΚ, 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και 41 του ν. 3659/2008, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η παραίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης (της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης) εταιρίας ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.") από τα δικόγραφα των από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." και του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." αντιστοίχως, που είχαν την ίδια ιστορική και νομική βάση με την ένδικη αγωγή, δεν είχε ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της άσκησής τους αναδρομικά, καθώς και την άρση των συνεπειών της άσκησης της αρχικής από 2-11-2007 αγωγής της κατά του "Ι.Κ.Α.-.Ε.Τ.Α.Μ". ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης περιείχε και την ίδια ιστορική και νομική βάση με την ένδικη αγωγή (περιλαμβάνουσα, επικουρικώς, και αυτήν του αδικαιολόγητου πλουτισμού), ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής της, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη από 9-3-2017 αγωγή της ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την παραίτηση αυτής (αναιρεσίβλητης της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης) από τα δικόγραφα των από 30-3-2012 και από 24-4-2012 προγενέστερων για την ίδια απαίτηση αγωγών της, που είχαν ασκηθεί εντός του διμήνου, που προβλέπουν τα άρθρα 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και 41 του ν. 3659/2008, με αποτέλεσμα, κατ' άρθρο 263 εδ. β' του ΑΚ, να διατηρούνται οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής με τις προηγουμένως ασκηθείσες (εντός του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις διμήνου) ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγές της κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη (υπό στοιχείο ΙΙ). Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον (της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης) Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αριθ. 14 και 19, όπως το ίδιο ισχυρίζεται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 917/2020) όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες αυτής αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 62/2019).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος (από τον αριθ. 8), αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τον λόγο έφεσης ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ("e-Ε.Φ.Κ.Α.") προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 (και όχι από τους αριθμούς 1, 9, 14 και 19, όπως το ίδιο επικαλείται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "επιλήφθηκε" του όγδοου λόγου έφεσής του, με τον οποίο είχε προβάλει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραβιάζοντας το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990 είχε κηρύξει την εναντίον του απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 70.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως τελεσίδικη, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 περ. α' του ΚΠολΔ εκτελεστή, και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω όγδοο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ("e-Ε.Φ.Κ.Α.") και ρητά τον απέρριψε ("προεχόντως") ως απαράδεκτο.

IV. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, "1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2. Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή. 3. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", κατ' εξουσιοδότηση δε του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών "Αναπροσαρμογή δικαστικών εξόδων" (ΦΕΚ Β'11/1993), που αναπροσάρμοσε το ανωτέρω χρηματικό όριο στο ποσό των 100.000 δραχμών. Τέλος, στις διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 3 περ. Β', Γ' και Θ' του ανωτέρω ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4445/2016), ορίζεται ότι στον "Ε.Φ.Κ.Α." λειτουργεί γραφείο Νομικού Συμβούλου, σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα για το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), απαρτιζόμενο από το αναφερόμενο στο άρθρο αυτό κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ. (περ. Β'), ότι οι μεταφερόμενοι στον "Ε.Φ.Κ.Α." δικηγόροι με έμμισθη εντολή, που υπάγονται στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών αυτού, τελούν υπό την εποπτεία του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου και έχουν προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο αυτού (περ. Γ') και ότι ο "Ε.Φ.Κ.Α." έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου (περ. Θ'). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' του ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Τούτο δε διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 του ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ανωτέρω σκοπού. Αυτό συμβαίνει προεχόντως όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 147/2020, ΑΠ 1004/2019, ΑΠ 2/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αυτής ("e-Ε.Φ.Κ.Α.") προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (όχι δε και από τους αριθμούς 9, 14 και 19, που επικαλείται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ΚΥΑ 134423/1992 και του ν. 4387/1986, οι οποίες προβλέπουν μειωμένη δικαστική δαπάνη και για το ίδιο, ως διάδοχο του αρχικού διαδίκου "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", αφού τυγχάνει Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), που εποπτεύεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και συνεπώς δικαιούται να του επιβληθεί μειωμένη δικαστική δαπάνη κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ακόμα και όταν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο με έμμισθη εντολή, που καταλαμβάνει οργανική θέση σε αυτό ή από εξωτερικό συνεργαζόμενο δικηγόρο, με βάση ειδική συμφωνία συνεργασίας και έτσι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και του επέβαλλε ως δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.") το ποσό των 6.700 ευρώ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1201/2021 απόφασή του καταδίκασε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ("e-Ε.Φ.Κ.Α."), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε."), τα οποία καθόρισε στο ποσό των 6.700 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε το αναιρεσείον ("e-Ε.Φ.Κ.Α.") με την έφεσή του και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης με το αιτιολογικό ότι το αναιρεσείον δεν δικαιούται να του επιβληθεί μειωμένη δικαστική δαπάνη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, γιατί δεν εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και η σχετική διάταξη δεν αφορά σε προνόμιο, που επεκτείνεται και στα Ν.Π.Δ.Δ., η διεξαγωγή της νομικής υπηρεσίας των οποίων δεν γίνεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Ειδικότερα, το κρίσιμο ανωτέρω ζήτημα, συνίσταται στο εάν, γενικότερα, έχουν οι εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και συγκεκριμένα αν στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ("e-Ε.Φ.Κ.Α.") επιβάλλονται μειωμένα δικαστικά έξοδα, σε περίπτωση ήττας του ή αντιστοίχως, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, επιδικάζονται επίσης μειωμένα έξοδα σε περίπτωση νίκης του, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, όταν εκπροσωπείται στο δικαστήριο όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του με σύμβαση έμμισθης εντολής ή από πληρεξούσιο δικηγόρο διορισμένο με απόφαση του Διοικητή του ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου, για χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης με αμοιβή. Το ζήτημα αυτό έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Πολιτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, δυνάμει της υπ' αριθ. 578/2025 αποφάσεως του Α2 Τμήματος αυτού, λόγω γενικοτέρου ενδιαφέροντος, καθόσον τούτο αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά και ικανό αριθμό συναφών υποθέσεων με διάδικο τον "e-Ε.Φ.Κ.Α." (κατά τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ και 27 παρ. 2 του ν. 4938/2022), η οποία (απόφαση) ήταν γνωστή, όταν έγινε η διάσκεψη για την εν λόγω υπόθεση. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 του ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν (υπό στοιχείο IV). Κατόπιν αυτών πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, αποκλειστικώς, όσον αφορά τον ανωτέρω τέταρτο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτησης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το ζήτημα αυτό από την Πλήρη Πολιτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

Β) Επί του λόγου της ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτησης αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 του ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α' και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 του ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει. Το ως άνω αποτέλεσμα της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ. λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικονομικής προϋποθέσεως, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως. Σημειώνεται ότι η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297 του ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοσή της έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντίστοιχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ ΑΠ 13/1994, ΑΠ 1126/2010).

Επομένως ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 106/2014). Εξάλλου, με τις προαναφερθείσες (υπό στοιχείο ΙΙ) διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και στη συνέχεια του άρθρου 41 του ν. 3659/2008 ρυθμίστηκε το ζήτημα της περίπτωσης κατά την οποία όταν απορριφθεί ένδικο βοήθημα τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε. Ειδικότερα, σύμφωνα, με την ως άνω νεότερη διάταξη (άρθρο 41 του ν. 3659/2008), η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ' έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο. Επίσης, όπως προεκτέθηκε (υπό στοιχείο ΙΙ), για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 53/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Β' αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 του ΑΚ, του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974, άρθρου μόνου ΠΔ 437/1977, ΠΔ 192/1986, των άρθρων 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και 41 του ν. 3659/2008, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.") από το δικόγραφο των ως άνω αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της από 2-11-2007 αρχικής αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκοδοσίας, ώστε να θεωρηθεί ότι η ένδικη αγωγή ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως της από 2-11-2007 αγωγής της. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ανωτέρω ζητήμα της έναρξης της τοκοδοσίας της ένδικης αξίωσης τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω με τον έβδομο λόγο έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη επιδικάζοντας τόκους υπερημερίας για το κεφάλαιο των 156.155,41 ευρώ από τις 8.11.2007, οπότε επιδόθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ η από 2.11.2007 αγωγή της ενάγουσας ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού το σχετικό αίτημα της αγωγής είναι καταχρηστικό. Και τούτο, διότι το εκκαλούν δεν εξόφλησε την εφεσίβλητη προμηθεύτρια εταιρεία όχι από δυστροπία αλλά λόγω της μη θεώρησης των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής από τον αρμόδιο Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εξαιτίας της εν προκειμένω καταστρατήγησης των διατάξεων περί προμηθειών και ότι σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να επιδικασθούν κατά νόμον τόκοι από την άσκηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος, αυτός, κατά την δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, είναι νόμιμος, κατά το δεύτερο επαλλήλως υποβαλλόμενο σκέλος του, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 και στις σχετικές νομικές παραδοχές που περιλαμβάνονται στην αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο V] μείζονα σκέψη και κρίνεται και ουσιαστικά βάσιμος, αφού αφενός για την έναρξη της τοκοδοσίας της οφειλής του εναγόμενου-εκκαλούντος ως ΝΠΔΔ, απαιτείται επίδοση αγωγής, η οποία και μόνο ως διαδικαστική πράξη συνεπάγεται την τοκογονία της ένδικης ληξιπρόθεσμης οφειλής, αφετέρου δε η, κατά τα άρθρα 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, παραίτηση της ενάγουσας-εφεσίβλητης από το δικόγραφο των προαναφερόμενων αγωγών που προηγήθηκαν (της ένδικης) και ασκήθηκαν για την πληρωμή του αυτού ληξιπρόθεσμου χρέους, έχει ως αποτέλεσμα το ότι οι αγωγές, μεταξύ των οποίων και η ρηθείσα ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, θεωρούνται ως μη ασκηθείσες. Και ναι μεν το προαναφερθέν από την παραίτηση αποτέλεσμα αφορά την άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξεως, δεν αφορά δε, και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής για επιδίκαση αντικειμένου απαιτήσεως κατά το μέρος που η επίδοσή του έχει χαρακτήρα οχλήσεως, ανεξάρτητα από την επίδοση ως διαδικαστικής πράξεως (ΟλΑΠ 13/1994 ΝΟΜΟΣ), πλην όμως, όπως αναφέρθηκε και στην υπό στοιχείο V] μείζονα σκέψη της παρούσας για την έναρξη της τοκοφορίας της έκαστοτε ληξιπρόθεσμης οφειλής εναγόμενου ΝΠΔΔ, απαιτείται επίδοση αγωγής, της τελευταίας εκλαμβανόμενης μόνο ως διαδικαστικής πράξης και όχι ως έχουσας χαρακτήρα οχλήσεως.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση όρισε ως χρόνο έναρξης της επίδικης τοκοδοσίας την 8η.11.2007, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου. Κατ' ακολουθία δε, όσων αναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε στο σύνολο της την αγωγή (ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού) ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, ορθά μεν έκρινε ως προς το κύριο αίτημα, όχι όμως και ως προς το παρεπόμενο αίτημα για τους οφειλόμενους τόκους επί του αιτούμενου κεφαλαίου και αφού γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος ο σχετικός ως άνω έβδομος λόγος της έφεσης πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά τους τόκους (βλ και Εφ.Αθ 5053/2011 ΕλλΔνη 54.463 και Κ. Οικονόμου, Η Έφεση, υπ' αρθρ. 535 παρ. 34, σελ. 359). Ακολούθως δε, αφού κρατηθεί και δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η υπόθεση (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) ως προς το κεφάλαιο τούτο και μόνο, πρέπει να γίνει δεκτό ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα περί καταβολής τόκων και δη επί του συνολικού ποσού των ανωτέρω επιδικασθέντος κεφαλαίου των 156.155,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% για το επιμέρους χρονικό διάστημα από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο μέχρι τις 30.4.2019, κατ' άρθρα 7 παρ. 2 του Ν. Δ/τος 496/1974, και 21 του Κ. Δ/τος της 26-6-/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", πλην όμως με επιτόκιο υπερημερίας, κατά το άρθρο 45 του Ν. 4.607/2019, υπολογιζόμενο για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εναγομένου από 1-5-2019 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της ενάγουσας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας (της ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτησης αναίρεσης) από τα δικόγραφα των από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της ασκήσεώς τους αναδρομικά, επομένως και την άρση των συνεπειών της από 2-11-2007 αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκοδοσίας, καθώς και ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου που απέρριψε την πρώτη αγωγή της αναιρεσείουσας για έλλειψη δικαιοδοσίας. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως προς τον οφειλέτη που συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους και ως όχληση καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, το αποτέλεσμα δε της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση της αγωγής δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως. Η παραίτηση δε από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την εξ υπαρχής ανατροπή μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκησή της, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που αποτελεί όχληση, δημιουργική της υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για τόκους υπερημερίας. Επομένως, η αναιρεσείουσα (της ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτησης αναίρεσης), της οποίας η προηγούμενη από 2-11-2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών απερρίφθη τελεσιδίκως, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δικαιούται να λάβει τόκους υπερημερίας από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν έπαυσε ως όχληση, δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με τις νεότερες από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγές της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκαν στις 10-4-2012 και 2-5-2012 αντίστοιχα, δηλαδή εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 από την επίδοση της 1440/2011 τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου (22-3-2012), επιδίωκε την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεώς της, οπότε οι αγωγές αυτές λογίζονται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές τους ότι ασκήθηκαν κατά τον χρόνο εκείνης που απορρίφθηκε. Άλλωστε, η από 1-3-2017 νομότυπη παραίτηση της αναιρεσείουσας από τα δικόγραφα των ανωτέρω αγωγών της, που έχει ως αποτέλεσμα ότι οι αγωγές αυτές θεωρούνται ως μη ασκηθείσες, δεν συνεπάγεται και την ανατροπή της επελθούσης οχλήσεως, δημιουργικής υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου και οφειλής του για τόκους υπερημερίας από την επίδοση της πρώτης από 2-11-2007 αγωγής, καθόσον η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2017 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε νομότυπα εντός εξαμήνου από την ως άνω παραίτηση, επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεώς της. Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της ως άνω υπό στοιχείο Β' αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αντίστοιχο μέρος της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...". Επομένως, σε περίπτωση που, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση. Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην υπό κρίση περίπτωση, αφού κατά τα προεκτεθέντα, έπρεπε να απορριφθεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο λόγος της ως άνω εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (υπ' αριθ. 1201/2021), με την οποία, ορθώς, είχε ορισθεί ως χρόνος έναρξης της ένδικης τοκοδοσίας η 8η-11-2007, που επιδόθηκε στο εναγόμενο ("Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ο "e-Ε.Φ.Κ.Α.") η από 2-11-2007 αγωγή (της "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε.") ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, που αφορά τον ως άνω χρόνο έναρξης της ένδικης τοκοδοσίας και, ακολούθως, να κρατηθεί προς εκδίκαση η εν λόγω υπόθεση και απορριπτομένου του σχετικού λόγου της ως άνω εφέσεως, να εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση, αποκλειστικώς, ως προς το ως άνω μέρος της που αναιρέθηκε.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 του ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα της ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτησης αναίρεσης του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν για την άσκησή της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο Β' αίτηση αναίρεσης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ), ενώ, για την ως άνω υπό στοιχείο Α' αίτηση αναίρεσης δεν θα περιληφθεί διάταξη για τα δικαστικά έξοδα, γιατί ως προς αυτήν η απόφαση δεν είναι οριστική (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει Α) την από 30-12-2022 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" και Β) την από 14-12-2022 αίτηση αναίρεσης της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε κατά της υπ' αριθ. 1364/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναβάλλει τη συζήτηση της από 30-12-2022 αίτησης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)", για αναίρεση της υπ' αριθ. 1364/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποκλειστικώς, κατά μέρος της που αφορά τον τέταρτο λόγο της, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Πολιτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας ζήτημα, που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 578/2025 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς λόγους της.

Δέχεται την από 14-12-2022 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε. - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 1364/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1364/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατεί και δικάζει την από 19-3-2021 έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" κατά της υπ' αριθ. 1201/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την ανωτέρω έφεση κατ' ουσίαν, αποκλειστικώς ως προς το μέρος της, που αφορά τον ως άνω χρόνο έναρξης της ένδικης τοκοδοσίας.

Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 1364/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποκλειστικώς, ως προς το μέρος της, που αφορά τον ως άνω χρόνο έναρξης της ένδικης τοκοδοσίας (οριζομένου αυτού ως πρωτοδίκως).

Υποχρεώνει το πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ, να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, το επιδικασθέν (με την ως άνω υπ' αριθ. 1201/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μη αναιρούμενο μέρος) ποσό των εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων εκατόν πενήντα πέντε ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (156.155,41 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, στις 8-11-2007, της από 2-11-2007 (με αριθμό κατάθεσης 40140/2007) αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, για το χρονικό διάστημα έως τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, τα οποία αφορούν την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα ("WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ Ε.Π.Ε. - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ") του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν για την αίτηση αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή