Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1137 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1137/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGAMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ανδρίτσο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Β., 2) Ε. Κ. του Χ. και 3) Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5188/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5578/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-2-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των δεύτερης και τρίτης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 575/2020]
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (11.11.2024), εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Μιχαήλ Μαρκουλάκος, ο οποίος, με προφορική δήλωση του, στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε, ότι ο πρώτος ενάγων της αγωγής και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Χ. Κ..., του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, αποβίωσε, στις ....2020 και κατέθεσε το από ....2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε Ρόδου. Ο ανωτέρω δεν άφησε διαθήκη σύμφωνα με το με αρ πρωτ 4950/2024 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, καταλείποντας σύμφωνα με το με αρ πρωτ ....2021 πιστοποιητικό του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Ρόδου ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του την θυγατέρα του και τη σύζυγο του, αντιστοίχως δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και τρίτη ενάγουσα ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, οι οποίε , σύμφωνα με το με αριθ. Πρωτ 4951/2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του, εκπροσωπούμενες στο ακροατήριο από τον ανωτέρω δικηγόρο δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν την ανωτέρω βιαίως διακοπείσα δίκη Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικαιοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της πρώτης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης των αρχών του ήδη καταργηθέντος Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. ...-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, συνάγεται ότι οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς και να τους ενημερώνουν ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς. Ειδικότερα η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, το επάγγελμα, την ηλικία , τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ) και επίσης οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ] αφού ληφθούν υπόψη πλέον των ανωτέρω στοιχείων και ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ) του καταναλωτή. Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015). Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών,,. εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 484/2024, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015). Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή"- και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή"- και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως- με τελολογική ερμηνεία τους- αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 354/2022,ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017)
Εξάλλου, στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εκ μέρους των Τραπεζών, μεταξύ της διαμεσολαβούσας Τράπεζας και του πελάτη συνήθως υπάρχει σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της Τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται δεκτό ότι έχει συναφθεί σιωπηρά μία τέτοια σύμβαση, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος ή η συναφθείσα σύμβαση χαρακτηρίζεται διαφορετικά, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία, που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει για αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του, δεύτερον ότι, καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και περιμένει μία υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόληση τους. Οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή τουλάχιστον έμμεσο [ΑΠ 149/2024].
Εξάλλου κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019)
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ο πρώτος ενάγων, πατέρας της δεύτερης και σύζυγος της τρίτης των εναγόντων και ήδη συνταξιούχος γυναικολόγος, συνεργαζόταν από την 29η-7-1994 και εξής με την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και συγκεκριμένα με το υποκατάστημα Ρόδου αυτής, όπου και κατοικεί (σχ. η από 11-10-2012 βεβαίωση των αρμοδίων υπαλλήλων του καταστήματος Ρόδου της πρώτης εναγομένης) και έτσι είχε δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και των προστηθέντων υπαλλήλων του υποκαταστήματος Ρόδου της πρώτης εναγομένης. Περί το έτος 2004 έχοντας αποφασίσει από κοινού με τις λοιπές ενάγουσες να μεταφέρουν στο υποκατάστημα της τελευταίας στη Ρόδο, το χρηματικό ποσό των 900.000,00 ευρώ περίπου, που διατηρούσαν σε λογαριασμούς του εξωτερικού, αυτός ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών, επισκέφθηκε τον Διευθυντή του υποκαταστήματος (640) Ρόδου, προκειμένου να του γνωστοποιήσει την απόφασή του αυτή. Ο τελευταίος τον παρέπεμψε στο Τμήμα "ALPHA PRIVATE BANK", το οποίο είχαν συστήσει η πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρία και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" (σχ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους υπ' αριθ. 14721 και 14722 από 24/12/2009 ΦΕΚ Τ. AE&EΠΕ) και το οποίο Τμήμα ήταν εξειδικευμένο σε επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Ο Διευθυντής του ως άνω Τμήματος της Ρόδου, Α. Α., τον οποίο πράγματι επισκέφθηκε ο πρώτος ενάγων, παρουσίασε σε αυτόν τις υπηρεσίες του ανωτέρω τμήματος και του εξήγησε ότι, μέσω αυτών των υπηρεσιών, θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματά του σε πιο αποδοτικά και ευέλικτα προγράμματα, με υψηλότερο επιτόκιο σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις βάσει των κατευθύνσεων του εξειδικευμένου και έχοντος ειδικές γνώσεις προσωπικού του τμήματος αυτού. Ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος επισήμανε στον ανωτέρω Διευθυντή την βούλησή του για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του, με εξασφάλιση του κεφαλαίου του και όχι το βραχυπρόθεσμο και άμεσο κέρδος και ακολούθως πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου ότι, μέσω των εξειδικευμένων υπηρεσιών του τμήματος "ALPHA PRIVATE BANK" και των υπαλλήλων του, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, διέθεταν την τεχνογνωσία και την εγνωσμένη εμπειρία στο χώρο των χρηματαγορών, ότι οι προστηθέντες των εναγομένων - εκκαλούντων θα προέβαιναν στην πλέον ασφαλή και αποδοτική τοποθέτηση των χρημάτων τους, αποφάσισε, ενεργώντας και για λογαριασμό της θυγατέρας του και της συζύγου του, δεύτερης και τρίτης των εναγουσών εφεσιβλήτων, να συνεργαστεί με το ως άνω τμήμα. Κρίσιμο κριτήριο για τη λήψη της απόφασης αυτής υπήρξε από την πλευρά των εναγόντων - εφεσιβλήτω ν η σχέση εμπιστοσύνης που είχε εδραιωθεί μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας τράπεζας, ως εκ της μακροχρόνιας συνεργασίας του με αυτήν, δοθέντος ότι τη μεταφορά των χρημάτων στο ως άνω Τμήμα και την εν γένει συνεργασία του με αυτό, είχε προτείνει ο Διευθυντής της πρώτης εναγομένης του υποκαταστήματος Ρόδου. Έτσι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία, όπως ήδη προεκτέθηκε, συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", εκπροσωπούμενες από τον Α. Α. και αποτελούσες την υπηρεσία "ALPHA PRIVATE BANK", την με αριθμό ...-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την οποία ανέθεσαν στις εταιρίες αυτές τη ν παροχή προς τους ίδιους επενδυτικών υπηρεσιών αντί αμοιβής. Ειδικότερα, οι εν λόγω εταιρείες ανέλαβαν την επ' αμοιβή κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου των ανωτέρω επενδυτών - εναγόντων - εκκαλούντων, σύμφωνα με τις εντολές τους, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων, που αναφέρονται στην παρ. lα (I) του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (άρθρα 2 και 10). Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία ενάρξεως αυτής την ημερομηνία κατά την οποία οι ανωτέρω εταιρείες θα παραλάμβαναν από τους επενδυτές τις αξίες που συνιστούσαν τα αρχικά στοιχεία του ενεργητικού του χαρτοφυλακίου, άλλως και εφόσον είχαν ήδη παραλάβει τις προαναφερθείσες αξίες, η ημερομηνία υπογραφής της (άρθρο 5). Η εντολή των επενδυτών μπορούσε να δοθεί στις εταιρείες εγγράφως, τηλεφωνικώς, με τηλεομοιοτυπία (φαξ), τηλέτυπο ή με κάθε ηλεκτρονικό μέσο, υπό τον όρο της ύπαρξης υπολοίπου στον λογαριασμό αυτών και έπρεπε να είναι σαφής και να περιγράφει με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια το αντικείμενο της (άρθρο 6.1). Επίσης, στην σύμβαση ορίστηκε μεταξύ άλλων, ότι λόγω των μη προβλέψιμων στην αγορά διακυμάνσεων, οι αντισυμβαλλόμενες των εναγόντων - εφεσιβλήτων εταιρίες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής αυτών, ούτε θα ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία των επενδυτών, καθώς και ότι δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν θα υποστούν οι επενδυτές από συναλλαγή που καταρτίστηκε, ως αποτέλεσμα εκτέλεσης της εντολής τους, ενώ οι τελευταίοι δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρίες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές αυτών (άρθρο 8 παρ. 1 και 2). Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι υπέγραψαν και δύο παραρτήματα της παραπάνω σύμβασης και συγκεκριμένα, το Παράρτημα Α υπό τον τίτλο "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής" και το Παράρτημα Β υπό τον τίτλο "Πρόσθετοι Παράγοντες Αξιολογήσεως Επενδύσεων σε αγορές του εξωτερικού". Με το πρώτο παράρτημα αφενός γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες εφεσιβλήτους οι διάφορες μορφές επενδυτικών κινδύνων που αναλαμβάνουν με τη συμμετοχή τους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, ούτως ώστε να μπορούν αυτοί να διαμορφώνουν επαρκή, αντικειμενική και ακριβή άποψη ως προς τις αποδόσεις των εκάστοτε επιλεγόμενων τοποθετήσεων, αφετέρου έγινε σύσταση σε αυτούς να επιδιώκουν την τακτική ενημέρωση τους ως προς την πορεία και τις εξελίξεις των αγορών που τους ενδιαφέρουν και να επικοινωνούν με ειδικούς ιδίως πριν από τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων. Με το δεύτερο παράρτημα οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι ενημερώθηκαν σχετικά με την φορολογική αντιμετώπιση των τυχόν επενδύσεων τους σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διαπραγματεύονται σε αγορές του εξωτερικού. Τέλος, στη σύμβαση επισυνάφθηκε και έγγραφη ανέκκλητη εντολή - εξουσιοδότηση τους προς αυτές προκειμένου να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των επενδυτικών εντολών τους. Η ανωτέρω σύμβαση καταρτίστηκε αφού προηγουμένως ο Α. Α. εξήγησε στον πρώτο ενάγοντα -εφεσίβλητο, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγουσών -εφεσιβλήτων, τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος private banking, καθώς και τα είδη των επενδυτικών συμβάσεων που μπορούσαν να καταρτιστούν και συγκεκριμένα, εν λευκώ διαχείριση χαρτοφυλακίου μέσα στα πλαίσια συγκεκριμένου επενδυτικού προφίλ, συμβουλευτική διαχείριση χαρτοφυλακίου, με παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής και απλή μορφή σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών, με ανάληψη εκ μέρους των εναγομένων - εφεσιβλήτων της υποχρέωσης να καταρτίζουν συναλλαγές επί του χαρτοφυλακίου των εναγόντων - εκκαλούντων σύμφωνα με τις εντολές αυτών χωρίς καμία απολύτως διαχειριστική αμοιβή και άνευ ευθύνης για τις επιλογές των επενδυτών, ως συνομολογείται και από τις εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες εταιρίες αλλά και όπως επιβεβαιώνει ο εξετασθείς ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας αυτών, Ε. Π. του Α. Ακολούθως, από τον ανωτέρω χρόνο κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης και έκτοτε, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, οι οποίοι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν ασχοληθεί πριν την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης με σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας και ότι εμφάνιζαν συντηρητικό προφίλ με ανάληψη ήπιου ρίσκου, όπως οι εκκαλούσες διατείνονται, αλλά αντιθέτως, χαρακτηρίζονται ως συντηρητικοί επενδυτές, αφού, όπως αποδείχθηκε επιδίωκαν να καλύψουν προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, το οποίο προέρχονταν από τις αποταμιεύσεις εκ της εργασίας κυρίως του πρώτου ενάγοντος, γεγονός που αυτός είχε γνωστοποιήσει και καταστήσει σαφές στους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων - εκκαλούντων, προέβησαν στην αγορά τραπεζικών ομολόγων, κατόπιν παρουσιάσεως των διαθέσιμων εκδόσεων εκ μέρους των τελευταίων. Ειδικότερα, οι ενάγοντες - εκκαλούντες αγόρασαν 1) την 1-9-2004 ομόλογο "ABG FINANCE INTL", της Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως την 18/8/2014, αξίας 200.000 ευρώ, 2) στις 28/9/2004, ομόλογο "ALPHA CREDIT GROUP PLC", λήξεως στις 28/9/2014, αξίας 150.000 ευρώ, 3) στις 29/9/2004 ομόλογο "PIRAEUS GROUP FIN PLC", λήξεως την 29/9/2014, αξίας 150.000 ευρώ, 4) στις 14/10/2004 ομόλογο "ALPHA CREDIT GROUP PLC", λήξεως την 10/7/2013, αξίας 59.000 ευρώ και 5) στις 6/12/2004 ομόλογο της "ALPHA CREDIT GROUP PLC" λήξεως την 10/7/2013, αξίας 40.000,00 ευρώ, 6) στις 18-2-2005 ομόλογο της "ALPHA GROUP JERSEY LTD", λήξεως την 18/2/2015, αξίας 50.000 ευρώ, 7) την 1-4-2005 ομόλογο της "ΕΙΒ", αξίας 50.000,00 ευρώ, λήξεως την 15.10.2013, 8) στις 4-5-2005 ομόλογο της "EGΝATIA FINANCE PLC, αξίας 50.000,00 ευρώ, λήξεως την 4-5-2015, 9) την 1-9-2006 ομόλογο της "PIRAEUS GROUP FIN PLC", αξίας 101.000 ευρώ, λήξεως την 1-9-2017 και 10) στις 29-7-2008 ομόλογο της Ρωσικής Τράπεζας "VTB CAPITAL S.A." αξίας 136.000 ευρώ, λήξεως την 30-6-2011. Πέραν των προαναφερομένων ομολόγων, στις 10-2-2005, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, αγοράστηκε από τις εναγόμενες- εκκαλούσες, για λογαριασμό των εναγόντων - εφεσιβλήτων, ομόλογα, ονομαστικής αξίας 100.000,00 ευρώ, για την αγορά των οποίων χορηγήθηκε στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, το με ημερομηνία επανεκτύπωσης, από το ηλεκτρονικό αρχείο των εναγομένων - εκκαλουσών, 18-1-2012, αποδεικτικό δευτερογενούς αγοράς. Στο εν λόγω έγγραφο, αναγράφονται τα στοιχεία του αγορασθέντος ομολόγου και δη ο κωδικός του τίτλου "...", η ονομασία του τίτλου "...", η ονομαστική αξία αυτού, 100.000 ευρώ, η αξία αγοράς του κατόπιν διακανονισμού, 100.200,00 ευρώ, το ονομαστικό επιτόκιο ... 135,00 BP, το επιτόκιο τρέχουσας περιόδου 3,491000, η ημερομηνία έκδοσης, 10-2-2005 και η ημερομηνία λήξης 10/2/2015, ενώ στη θέση του εκδότη υπάρχει η ένδειξη "ASPIS FINANCE PLC LDN". Επίσης στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται και η πιστοληπτική διαβάθμιση - αξιολόγηση του προϊόντος ως "Β", ήτοι ομόλογο πιο κερδοσκοπικό από την κατηγορία Β Β (σχ. οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους κλίμακες αξιολόγησης των διεθνών οίκων Standard & Poor's και Fitch). Αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης του επίδικου τίτλου, από την προσκομιζόμενη νομίμως με επίκληση από τους ενάγοντες εφεσιβλήτους υπ'αριθ. ...-2018 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που εκδόθηκε επί καταγγελίας που κάτοχοι των εν λόγω ομολόγων υπέβαλαν στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: Στις 16/11/2004 ιδρύθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ASΡ IS FINANCE PLC", με έδρα την διεύθυνση ... To εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο της ανερχόταν σε50.000λίρες διαιρούμενο σε 50.000μετοχές ονομαστικής αξίας 1,00λίρας εκάστης, εκ τω ν οποίω ν τις 49.999μετοχές κατείχε η ελληνική τράπεζα "ASPIS BANK" και μία μετοχή κατείχε η Aspis Insurance Brokerage S.A. Κατά δε την ημερομηνία έκδοσης του Εντύπου Προσφοράς το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ήταν μηδενικό. Η έκδοση του ομολογιακού δανείου πραγματοποιήθηκε δυνάμει της από 7/2/2005 απόφασης του Δ.Σ. της εταιρείας και ειδικότερα, εκδόθηκαν ομολογίες συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, λήξεως το έτος 2015, σε τίτλους των 1.000, 10.000 και 100.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο (διατραπεζικό επιτόκιο τρίμηνης προθεσμίας πλέον περιθωρίου 1,35% ετησίως έως την 10η Φεβρουάριου 2010 και 2,65% ετησίως μετέπειτα και έως την λήξη των τίτλων). Ο τόκος ορίστηκε πληρωτέος την 10η ημέρα των μηνών Μαΐου, Αυγούστου, Νοεμβρίου και Φεβρουάριου εκάστου έτους και η πρώτη πληρωμή έλαβε χώρα την 10/5/2005. Οι ομολογίες αξιολογήθηκαν με ΒΒ από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch Ratings, βαθμός ο οποίος υποδεικνύει αξιόπιστα ομόλογα τα οποία, όμως, ενέχουν στοιχεία κερδοσκοπίας (σχ. η κλίμακα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του παραπάνω διεθνούς οίκου αξιολόγησης), ενώ για την εξόφληση του κεφαλαίου και των τόκων των εκδιδόμενων τίτλων παρείχε εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης η ελληνική τράπεζα "Aspis Bank" βάσει της από 10/2/2005 εγγυητικής επιστολής. Το καθεστώς της ως άνω παρεχόμενης εγγύησης προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι οι υποχρεώσεις της εγγυήτριας συνιστούν άμεσες και μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις και θα έπονται ως προς το δικαίωμα αποπληρωμής σε περίπτωση λύσης ή εκκαθάρισης καθοιονδήποτε τρόπο της εγγυήτριας, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά της πτώχευσης, της εθελοντικής αναδιάρθρωσης χρέους, της εθελοντικής ή υποχρεωτικής εκκαθάρισης των αξιώσεων των πιστωτών ανώτερης τάξης, έτσι ώστε το ποσό που οφείλεται για τις ομολογίες από την εγγύηση να καταβάλλεται από την εγγυήτρια μόνον εφόσον όλοι οι πιστωτές ανώτερης τάξης έχουν αποζημιωθεί ή τους έχει καταβληθεί στο ακέραιο το ποσό των απαιτήσεών τους και οι κάτοχοι των ομολόγων παραιτούνται αμετάκλητα από το δικαίωμά τους να αντιμετωπίζονται ισότιμα με όλους τους άλλους μη εξασφαλισμένους μη μειωμένης διασφάλισης πιστωτές της εγγυήτριας. Τα καθαρά έσοδα της έκδοσης ύψους περίπου 49.850.000 ευρώ παρασχέθηκαν ως δάνειο στην εγγυήτρια "Aspis Bank" για την κάλυψη των γενικών χρηματοδοτικών αναγκών της. Γ[α την εγγραφή και διάθεση της έκδοσης ορίστηκαν ως κύριοι συνδιαχειριστές (Joint Lead Managers) οι τράπεζες "ΑΒΝ AMRO BANK Ν. V" και "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", οι οποίες συμφώνησαν από κοινού και εις ολόκληρον, δυνάμει της από 8/2/2005σύμβασης αναδοχής, ότι θα εγγραφούν ή θα εγγράφουν επενδυτές για τις ομολογίες στο 100% της τιμής έκδοσης μείον την προμήθεια για την συνδυασμένη διαχείριση, αναδοχή και διάθεση που προσδιορίστηκε σε ποσοστό 0,3% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων. Έκαστος συνδιαχειριστής συμφώνησε ότι δεν θα προβεί σε δημόσια προσφορά των ομολογιών στην Ελλάδα και δεν θα αναμιχθεί σε διαφημίσεις οποιουδήποτε είδους, ειδοποίηση, δήλωση ή άλλη σχετική δραστηριότητα στην Ελλάδα με σκοπό την προσέλκυση του κοινού για την απόκτηση των ομολογιών. Όπως δε επισημαίνεται στην ίδια απόφαση (....2018) από την σύμβαση αναδοχής προέκυψε ότι η τράπεζα "ΑΒΝ AMRO BANK Ν. V" φέρεται να ενήργησε τόσο για λογαριασμό της όσο και για λογαριασμό της τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" για την κάλυψη της έκδοσης και για την λήψη ενιαίας προμήθειας διαχείρισης και αναδοχής ύψους 150.000 ευρώ, ενώ η τελευταία στις 10/2/2005 αγόρασε από την παραπάνω συνδιαχειρίστρια ποσοστό 44% της έκδοσης. Ακολούθησε την ίδια ημερομηνία (10/2/2005) η μεταπώληση από την τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." τμήματος των ομολογιών σε εγχώριους επενδυτές, ενώ από τις 18.500 ομολογίες εκ των αρχικώς αποκτηθέντων από αυτήν διακρατήθηκαν κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία στον λογαριασμό ιδιοκτησίας της και ακολούθησαν επ' αυτών τόσο διατραπεζικές πράξεις όσο και αγοραπωλησίες σε εκτέλεση εντολών πελατών της τράπεζας. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 10-2-2005 έως 21-7-2008 πραγματοποιήθηκαν 527 συναλλαγές αγοράς ομολόγων της ASPIS FINANCE PLC, από πελάτες της Τράπεζας, φυσικά και νομικά πρόσωπα από όλη την Ελλάδα και κατά τη συντριπτική πλειοψηφία από την επαρχία, ενώ έκαστη συναλλαγή αγοράς αφορά τουλάχιστον δύο δικαιούχους. Το έτος 2005 πραγματοποιήθηκαν 992 εγγραφές (δικαιούχοι και συνδικαιούχοι), την δε, πρώτη ημέρα έκδοσης των ομολογιών, ήτοι την 10-2-2005 πραγματοποιήθηκαν 124 εγγραφές και συνολικά τον πρώτο μήνα από την έκδοση των ομολογιών, πραγματοποιήθηκαν 159 εγγραφές για την αγορά ομολογιών της ASPIS FINANCE PLC, ακολούθως το έτος 2006 πραγματοποιήθηκαν 235 εγγραφές, το έτος 2007, 137 εγγραφές και το έτος 2008, 53 εγγραφές για την αγορά ομολογιών της ASPIS FINANCE PLC. Η μεταπώληση αυτή διενεργήθηκε μέσω του δικτύου των υπαλλήλων των καταστημάτων της πρώτης εναγομένης τράπεζας και της διεύθυνσης αυτής PRIVAΤΕ BANK, την οποία συναποτελούσε η τράπεζα μετά της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία, ως ήδη προεκτέθηκε. Ειδικότερα, η τράπεζα και συγκεκριμένα υπάλληλοι των καταστημάτων αυτής, ιδίως στην επαρχία, δημιούργησαν μία πρακτική προσέλκυσης με σκοπό την μεταπώληση των ομολογιών που η τράπεζα είχε αρχικώς αγοράσει, καθώς απευθύνονταν σε ευρύ και απροσδιόριστο κύκλο προσώπων, αδιακρίτως και όχι με τρόπο προσωποπαγή, που θα απέκλειε την διεύρυνση των προσώπων που λαμβάνουν γνώση και θα παρείχε την δυνατότητα για επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις προσφερόμενες ομολογίες. Έτσι η τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από την αγορά των εν λόγω ομολογιών έως 21/7/2008 προέβη σε δημόσια προσφορά, μεταπουλώντας στο κοινό τις 18.500 ομολογίες, ονομαστικής αξίας 18.500.000 ευρώ, εκδόσεως της "ASPIS FINANCE PLC" και εγγύησης μειωμένης εξασφάλισης από την τράπεζα "ASPIS BANK", που κατείχε στον λογαριασμό ιδιοκτησίας της, τις οποίες είχε αρχικώς αγοράσει ως ανάδοχος, σε τιμή μεγαλύτερη από την τιμή αναδοχής. Η ως άνω πρόσκληση/δημόσια προσφορά από την τράπεζα στο κοινό για μεταπώληση των εκ της αναδοχής ομολογιών της "ASPIS FINANCE PLC" έγινε σε μη ειδικούς επενδυτές και - κατά την άποψη των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - πραγματοποιήθηκε με δική της πρωτοβουλία, μέσω του δικτύου των καταστημάτων της και της διεύθυνσης PRIVAΤΕ BANK, καθώς απευθυνόταν μέσω των υπαλλήλων της, προφορικώς και γραπτώς, διαρκώς και αδιακρίτως και όχι με τρόπο προσωποπαγή και θέτοντας ορισμένα εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια που θα απέκλειαν την διεύρυνση των προσώπων που λαμβάνουν γνώση, σε πελάτες της σε όλη την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεν αποδεικνύεται πως άτομα από όλη την Ελλάδα, τα οποία δεν συνιστούν ειδικούς επενδυτές και δεν φαίνεται να συνδέονται με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό ή ιδιότητα, απευθύνθηκαν με δική τους πρωτοβουλία στην τράπεζα για την αγορά των ομολόγων της "ASPIS FINANCE PLC", ούτε πριν ούτε πολύ περισσότερο μετά την από 11/2/2005ανακοίνωση της ASPIS BANK ότι το εν λόγω ομολογιακό δάνειο διατέθηκε και καλύφθηκε με ιδιωτική τοποθέτηση από εγχώριους και αλλοδαπούς θεσμικούς. Καταλήγοντας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, συνοψίζει τα πορίσματά της ως ακολούθως: Η εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS FINANCE PLC" εξέδωσε στις 10/2/2005 ομολογίες ονομαστικής αξίας εκάστης 1.000 ευρώ και συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 ευρώ, κυμαινόμενου επιτοκίου, μειωμένης εξασφάλισης, με την εγγύηση της τράπεζας "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δεκαετούς διάρκειας, με τιμή έκδοσης στο 100% της ονομαστικής τους αξίας. Η "ASPIS FINANCE PLC" ήταν θυγατρική της "ASPIS BANK". Οι εν λόγω ομολογίες εισήχθησαν με κωδικό αριθμό ISIS ... στις 1Θ/2/2005 στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, όπου και διαπραγματεύονταν μέχρι τις 15/2/2012, ημερομηνία κατά την οποία ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους. Η τελευταία αναφορά τιμής για τις συγκεκριμένες ομολογίες φέρει ημερομηνία 8/2/2007. Το 2011 και συγκεκριμένα, με την με αριθμό ...-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος η άδεια για την ίδρυση και λειτουργία της εγγυήτριας της έκδοσης τράπεζας "ASPIS BANK", η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007. Με την με αριθμό ...-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ορίστηκε ότι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της εγγυήτριας από το ανωτέρω ομολογιακό δάνειο δεν θα περιλαμβάνονταν στα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και θα παρέμεναν στην υπό ειδική εκκαθάριση εγγυήτρια. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων η εκδότρια εταιρεία "ASPIS FINANCE PLC" δεν προέβη στην πληρωμή των τόκων της 10/2/2012 και στις 15/2/2012 ανεστάλη η διαπραγμάτευση των τίτλων της στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και κατά το ίδιο έτος τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση υπό το αγγλικό δίκαιο. Στο πλαίσιο έκδοσης του ομολογιακού δανείου καταρτίστηκε "Offering Circular" (Έντυπο Προσφοράς) στην αγγλική γλώσσα, το οποίο φέρει ημερομηνία 8/2/2005 και την ευθύνη έκδοσης του οποίου φέρουν η εκδότρια και εγγυήτρια τράπεζα. Το έντυπο αυτό αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου και περιείχε τα προαναφερόμενα στοιχεία αναφορικά με την έκδοση, εγγύηση και αναδοχή των ομολογιών. Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα από 10-2-2005 και 16-10-2005 απηύθυνε πρόσκληση προς το κοινό για επένδυση 18.500 ομολογιών, ονομαστικής αξίας 18.500.000 ευρώ εκδόσεως της εταιρείας "ASPIS FINANCE PLC", υπό την μειωμένης εξασφάλισης εγγύηση της τράπεζας "ASPIS BANK", η οποία ήταν μητρική της εκδότριας, που κατείχε στον λογαριασμό ιδιοκτησίας της, τις οποίες είχε αρχικώς αγοράσει στις 10/2/2005 ως ανάδοχος από την εταιρεία "ΑΒΝ AMRO BANK Ν. V", χωρίς να δημοσιεύσει σχετικό ενημερωτικό δελτίο παρότι είχε προς τούτο υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του Π.Δ. 52/1992, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3 έως 26 του Κανονισμού της Επιτροπής (ΕΚ) με αριθμό 809/2004. Για την εν λόγω παράβαση η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα πρόστιμο 50.000 ευρώ και αντίστοιχα πρόστιμο 50.000,00 ευρώ επέβαλε σε αυτή, επειδή προέβη σε δημόσια προσφορά μεταπωλώ ντας στο κοινό, μέρος των ως άνω ομολογιών κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2005 έως 21-7-2008, χωρίς να δημοσιεύσει σχετικό ενημερωτικό δελτίο, παρότι είχε προς τούτο υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του ν. 3401/2005, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3 έως 26 του Κανονισμού της Επιτροπής (ΕΚ) με αριθμό 809/2004. Σημειώνεται ότι κατά της απόφασης αυτής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΕΚ), η πρώτη εναγομένη -εκκαλούσα έχει ασκήσει την από 4-1-2019 Προσφυγή, με την οποία ζητά να ακυρωθεί, άλλως να τροποποιηθεί η υπ' αριθ. ....2018 Απόφαση του ΔΣ της ΕΚ, περιοριζομένου του επιβληθέντος προστίμου στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα την αγορά τίτλων του επίμαχου ομολόγου από τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι αυτοί προέβησαν στην αγορά τους δίνοντας σχετική εντολή στους προστηθέντες υπαλλήλους της διεύθυνσης PRIVAΤΕ BANK των εναγομένων - εκκαλούντων, οι οποίοι, ωστόσο, είχαν προηγουμένως παρουσιάσει, υποδείξει και προτείνει σε αυτούς το εν λόγω προϊόν ως τραπεζικό ομόλογο, έκδοσης της "ASPIS FINANCE PLC", χωρίς να τους γνωστοποιήσουν, πριν από την αγορά του, τα πιο πάνω ειδικότερα στοιχεία του ομολόγου. Μετά την αγορά του, το ανωτέρω ομόλογο άρχισε να υποβαθμίζεται βαθμιαία από τον προαναφερθέντα Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης, από Β Β κατά την έκδοσή του σε Β- (ομόλογο πιο κερδοσκοπικό από την κατηγορία Β Β), στις 3-11-2008, σε CCC+ (ομόλογο με έντονο κερδοσκοπικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απώλειας τόκων και αρχικού κεφαλαίου), στις 29-7-2009, σε CCC, στις 3-11-2009 και σε C (κίνδυνος χρεωκοπίας) στις 23-5-2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, λάμβαναν από τις εναγόμενες-εκκαλούσες, υπό την κοινή επωνυμία, "ALPHA PRIVAΤΕ BANK", τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους, στην οποία αναγραφόταν η κατηγορία της επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμησή του, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής του ομολόγου, η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού και οι τόκοι. Ακολούθως, με την υπ'αριθ. ...-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τραπέζης της Ελλάδος (ΦΕΚ2856 Τ.Β/17-12-2011) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του επίδικου ομολόγου τράπεζας "Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εν τω μεταξύ είχε μετονομασθεί η τράπεζα "ASPIS BANK" και αυτή τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ενώ με την με αριθμό ...-2011 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της υπό εκκαθάριση εγγυήτριας από την άνω ομολογιακή έκδοση παρέμειναν στην ίδια, γεγονότα που γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, με την από υπ' αριθ. 28-12-2011 επιστολή της διεύθυνσης "ALPHA PRIVATE BANK" των εναγομένων - εκκαλούντων. Επίσης, με την επιστολή αυτή επισημάνθηκε στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, το γεγονός ότι, τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το παραπάνω ομόλογο, θα εξαρτηθεί από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρίας και ότι ο ειδικός εκκαθαριστής καλούσε τους πιστωτές να αναγγείλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους, μέχρι 10-2-2012. Εν συνεχεία, η εκδότρια των επίδικων ομολογιών εταιρεία "ASPIS FINANCE PLC" τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση μετά από απόφαση των μετόχων της στη Γενική Συνέλευση που έλαβε χώρα στις 20/9/2012 και οι ορισθέντες κατά την ίδια συνεδρίαση εκκαθαριστές κάλεσαν τους πιστωτές της να υποβάλλουν τις απαιτήσεις τους κατ' αυτής έως την 16/11/2012. Τα ανωτέρω πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι διά της αποστολής από την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα της υπ' αριθ. ...-2012 επιστολής της. Σύμφωνα δε με την από 11/10/2012 δημόσια ανακοίνωση της εταιρείας "ERNST & YOUNG", που ορίστηκε εκκαθαρίστρια της εκδότριας των επίδικων ομολογιών, α) οι ομολογίες ύψους 50.000.000 ευρώ που εξέδωσε η τελευταία είναι μειωμένης εξασφάλισης και επομένως κατατάσσονται μετά από όλους τους μη μειωμένης εξασφάλισης πιστωτές για τον σκοπό της ικανοποίησης από την εκκαθάριση και β) δεν αναμένεται καμία καταβολή οιουδήποτε μερίσματος στους κατόχους των ομολογιών πριν από το 2013 με εκτίμηση ότι το μέρισμα που θα καταβληθεί θα είναι λιγότερο από 0,1 πένες ανά αγγλική λίρα. Έτσι, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του παραπάνω ομολόγου, το οποίο όπως αναφέρθηκε, ήταν μειωμένης διασφάλισης, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία αντίστοιχη με το ποσό που διέθεσαν για την αγορά του ομολόγου (αξία κτήσης) ποσού 100.200,00 ευρώ, η ονομαστική αξία του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 100.000 ευρώ. Η ζημία δε αυτή των εναγόντων -εφεσιβλήτων προκλήθηκε αιτιωδώς από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων - εκκαλούντων, οι οποίοι τους παρουσίασαν, υπέδειξαν και πρότειναν την αγορά του ομολόγου, παραλείποντας να τους ενημερώσουν για τα στοιχεία αυτού και ειδικότερα για το ότι: 1) η εκδότρια εταιρεία συστήθηκε ως εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο (Αγγλία και Ουαλία) και η κύρια δραστήριο τη τά της ήταν να αυξήσει τα εκ του νόμου απαιτούμενα κεφάλαια της Τ BANK ΑΕ (πρώην Aspis Bank ΑΕ), η οποία ήταν μητρική της εταιρεία και συμμετείχε κατά συντριπτική πλειοψηφία στο μετοχικό της κεφάλαιο, 2) τα κεφάλαια που προήλθαν από την έκδοση του ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης χορηγήθηκαν αμέσως στην ανωτέρω τράπεζα ως ανέγγυα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης αποπληρωτέα το 2015, 3) η πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολόγων και της εγγυήτριας τράπεζας κατά τον χρόνο έκδοσης του ομολογιακού δανείου ήταν βαθμού Β και ΒΒ+, αντίστοιχα, που υποδηλώνει ομόλογα που ενέχουν στοιχεία κερδοσκοπίας και 4) η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα τράπεζα είχε αναλάβει ως ανάδοχος τμήμα των ομολόγων της έκδοσης, μέρος του οποίου διακράτησε στον ιδιωτικό λογαριασμό της προκειμένου να το μεταπωλήσει σε επενδυτές, όπως και πράγματι έπραξε. Τα παραπάνω μάλιστα υπ' αριθ. 1 έως 3 στοιχεία αναφέρονταν στο ενημερωτικό δελτίο για την έκδοση του ομολόγου στην πρωτογενή αγορά, το οποίο, όμως, ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες - εφεσίβλητους κατά την μεταπώληση μέρους των τίτλων που η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα διακράτησε στον ιδιωτικό λογαριασμό της. Έτσι, οι εναγόμενες - εκκαλούσες δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από τη σιωπηρό καταρτισθείσα με τους ενάγοντες - εφεσίβλητους σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, υποχρέωση τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτών για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι οι τελευταίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης τους για τις επενδύσεις. Τα παραπάνω προκύπτουν από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ενισχύονται δε και από όσα ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγόντων μάρτυρας, Ι. Κ. του Γ., σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, κατέθεσε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την πληροφόρηση που έλαβαν οι ενάγοντες από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων πριν την αγορά του επίμαχου ομολόγου. Κατέθεσε λοιπόν ο εν λόγω μάρτυρας ότι πριν τη αγορά του συγκεκριμένου ομολόγου ο Διευθυντής του Τμήματος Private Bank στη Ρόδο, Α. Α., σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πρώτο ενάγοντα, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη των εν λόγω ομολόγων και την απόδοση αυτών που ανερχόταν σε 3,5%, που μάλιστα δεν ήταν "εξωφρενική" για εκείνη την εποχή και προσομοίαζε με την απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων της εποχής, και ενόψει τούτου δεν κίνησε την υποψία του τελευταίου ότι πρόκειται για μια ριψοκίνδυνη επενδυτική επιλογή, που σαφώς και δεν θα ταίριαζε στο συντηρητικό προφίλ του. Μάλιστα τα όσα κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας δεν αποδείχθηκε ότι κατάθεσε επηρεασμένος από το ότι ήταν σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας και υποκινούμενος από προσωπικό συμφέρον, όπως αβάσιμα οι εναγόμενες εταιρίες διατείνονται. Εξάλλου τα παραπάνω ουδόλως αναιρούνται από τα όσα ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, μάρτυρας, Ε. Π. του Α., κατέθεσε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τούτο δε, γιατί πέραν του ότι τα όσα ο τελευταίος κατέθεσε, πληροφορήθηκε, όπως ο ίδιος διευκρίνισε, από όσα ο Α. Α., του μετέφερε και όχι εξ ιδίας αντίληψης, επιπλέον καίτοι ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε αναλυτικά και διεξοδικά στη διαδικασία που οι υπάλληλοι των εναγομένων προβαίνουν όταν καταρτίζεται σύμβαση διαβίβασης εντολής, καθώς και στο περιθώριο των ομολόγων των ελληνικών ομολόγων που υπήρχαν στην ελληνική αγορά κατά τα έτη 2004 και 2005, ωστόσο όλως γενικά και αόριστα κατέθεσε ότι υπήρξε η απαιτούμενη ενημέρωση των εναγόντων, χωρίς όμως να διευκρινίσει σε τι ακριβώς συνίστατο η εν λόγω ενημέρωση, ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο αν αυτή ήταν πλήρης και σαφής. Ειδικότερα ουδόλως ανέφερε ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν για το ότι η εκδότρια εταιρεία συστήθηκε ως εταιρεία ειδικού σκοπού PT έδρα LU Ηνωμένο Βασίλειο (Αγγλία και Ουαλία) και η κύρια δραστηριότητα της ήταν να αυξήσει τα εκ του νόμου απαιτούμενα κεφάλαια της Τ BANK ΑΕ (πρώην Aspis Bank ΑΕ), η οποία ήταν μητρική της εταιρεία και συμμετείχε κατά συντριπτική πλειοψηφία στο μετοχικό της κεφάλαιο, για το ότι τα κεφάλαια που προήλθαν από την έκδοση του ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης χορηγήθηκαν αμέσως στην ανωτέρω τράπεζα ως ανέγγυα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης αποπληρωτέα το 2015, και για το ότι η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα τράπεζα είχε αναλάβει ως ανάδοχος τμήμα των ομολόγων της έκδοσης, μέρος του οποίου διακράτησε στον ιδιωτικό λογαριασμό της προκειμένου να το μεταπωλήσει σε επενδυτές, όπως και πράγματι έπραξε. Και ναι μεν ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε καταρχήν ότι εξηγήθηκε στον πρώτο ενάγοντα από τον Α. Α., ότι λόγω του ότι το "περιθώριο -σπριντ" στην ALPHA BANK, ήταν της τάξεως του 0,60 έως 0,70% και της τάξεως του 1,35%, ήτοι διπλάσιο στην ASPIS BANK, εκείνη την εποχή, τυχόν επένδυση σε ομόλογα της ASPIS BANK, θα επέφεραν μεγαλύτερη απόδοση στους επενδυτές, αλλά θα παρείχαν μικρότερη εγγύηση, ο ίδιος μάρτυρας ωστόσο σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ανέφερε επί λέξει "Δεν το γνωρίζω τι τους έλεγε, γιατί δεν ήμουν μπροστά, αλλά θεωρώ ότι επειδή, το ξέρω πως αντιδρούμε και το συγκεκριμένο ξέρω ότι είναι, ένας, σας είπα, ένας τυπικός και συντηρητικός, αυτό είναι και μια μορφή, αυτό που λέτε είναι μια μορφή συμβουλής, την οποία θα απέφευγε να κάνει" (βλ. σελ. 16 των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών). Εξάλλου η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων να ενημερώσουν τους ενάγοντες για τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες - εκκαλούσες, η εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ αυτών και των εναγόντων - εφεσιβλήτων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που προαναφέρθηκε, αποτελεί σύμβαση εντολής προς εκτέλεση εντολών χρηματοπιστωτικών μέσων και περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη των απαλλακτικών ρητρών, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες - εκκαλούσες δεν περιορίστηκαν στην εκτέλεση της εντολής για την αγορά του ένδικου ομολόγου, αλλά προηγουμένως, όπως προεκτέθηκε, δια των προστηθέντων τους, παρουσίασαν, υπέδειξαν και πρότειναν στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου, την εν λόγω επένδυση, πείθοντας τους να την επιλέξουν. Ειδικότερα, ναι μεν οι εναγόμενες - εκκαλούσες ανέλαβαν την πώληση στους ενάγοντες των επιδίκων ομολόγων, πλην όμως στην πραγματικότητα καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών προφορικώς σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, καθώς οι μεν ενάγοντες - εφεσίβλητοι προσέβλεπαν στις ειδικές γνώσεις των υπαλλήλων των εναγομένων - εκκαλούντων, λαμβανομένων υπόψη του σημαντικού χρηματικού ποσού, που επρόκειτο να επενδύσουν, της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων και της εκ δηλωθείσας βούλησης τους να διασφαλίσουν το κεφάλαιο της επένδυσης τους, η δε πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα πώλησε τους επίδικους τίτλους όχι ως ανάδοχος της σχετικής έκδοσης, μεσολαβώντας δηλαδή μεταξύ της εκδότριας και του επενδυτικού κοινού, αλλά από τον ιδιωτικό λογαριασμό της. Τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων περί έλλειψης αμοιβής, πέραν του ότι δεν κρίνονται πειστικά, καθόσον στην επίμαχη σύμβαση περιλήφθηκε όρος περί λήψεως αμοιβής εκ μέρους των εναγομένων - εκκαλούντων (10ος όρος), ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ως αληθής, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, και δεν συνεπάγεται ανυπαρξία συνεργασίας μεταξύ τους, διότι οικονομικό όφελος των τελευταίων δεν αποτελεί μόνον η αμοιβή, αλλά και η δια της παροχής των υπηρεσιών τους, ενίσχυση της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες - εκκαλούντες (ΑΠ 335/2010 δημοσιευμένη στην Τ.Ν.Π "ΝΟΜΟΣ").
Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είχαν ενημερωθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης περί των κινδύνων που ενέχουν οι επενδύσεις σε ομόλογα, με έγγραφο ενημερωτικό έντυπο που υπέγραψαν, δεν αναιρεί την ως άνω ευθύνη των εναγομένων - εκκαλουσών, καθόσον η ενημέρωση αυτή ήταν γενική και αναφερόταν σε όλα εν γένει τα ομόλογα. Οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες αρνήθηκαν ότι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών και των εναγόντων προφορικώς σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, και τον ισχυρισμό αυτό επαναλαμβάνουν και με την υπό κρίση έφεσής τους, ισχυριζόμενοι επιπλέον ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι έχουν πανεπιστημιακή γνώση και ήταν έμπειροι επενδυτές, είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στην προσωπική τους γνώση, προς τούτο και δεν είχαν ανάγκη από οποιεσδήποτε συμβουλές άλλων και ακόμη ότι δεν παρασύρθηκαν από τους υπαλλήλους των εναγομένων σε ασύμβατες με το επενδυτικό τους προφίλ και ριψοκίνδυνες επιλογές αλλά προβαίνοντας στην αγορά του επίμαχου ομολόγου ενήργησαν σύμφωνα με το επενδυτικό τους προφίλ (συντηρητικό με ανάληψη ήπιου ρίσκου). Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε, το μόνο που αποδείχθηκε αναφορικά με τις επενδυτικές επιλογές των εναγόντων πριν την κατάρτιση της επίμαχης από 1-9-2004 σύμβασης, είναι ότι αυτοί διατηρούσαν το χρηματικό ποσό των 900.000 ευρώ περίπου σε λογαριασμούς στο εξωτερικό και δη σε ελβετικές τράπεζες, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτοί είχαν ασχοληθεί με σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, ότι είχαν προβεί σε επενδύσεις που ενείχαν κίνδυνο και ότι το επενδυτικό τους προφίλ δεν ήταν συντηρητικό αλλά ήταν συντηρητικό με ανάληψη ήπιου ρίσκου και ότι η αγορά του επίμαχου ομολόγου (με την αναφερόμενη ως άνω πιστοληπτική διαβάθμιση), ήταν συμβατή με το επενδυτικό τους προφίλ, όπως οι εκκαλούσες εταιρίες διατείνονται. Εξάλλου μόνο το γεγονός ότι η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων ανερχόταν στο υψηλό ποσό των 900.000,00 ευρώ περίπου, δεν καθιστά αυτούς έμπειρους, εξειδικευμένους και ριψοκίνδυνους επενδυτές με σκοπό το κέρδος, ιδίως μάλιστα ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί διέθεταν οποιοσδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εξειδικευμένη εμπειρία σε ζητήματα οικονομικών επενδύσεων. Επισημαίνεται ότι στην αγορά τόσο του επίμαχου ομολόγου, όπως και στην επένδυση σημαντικού μέρους των χρημάτων τους στα λοιπά ομόλογα που αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω, προέβησαν οι ενάγοντες μετά την κατάρτιση της από 1-9-2004 σύμβασης, η αγορά δε, και έτερων ομολόγων από 1-9-2004 έως και την αγορά των επιδίκων ομολόγων που εν προκειμένω ενδιαφέρει δεν στοιχειοθετεί μακροχρόνια ενασχόληση με τα χρηματοοικονομικά, ώστε να μπορεί να κριθεί ότι αυτοί διέθεταν την απαιτούμενη εμπειρία περί αυτών και επομένως οι ενάγοντες υπάγονται και στην έννοια του καταναλωτή. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είχαν οποιαδήποτε πληροφόρηση για την έκδοση του επίμαχου ομολόγου πολύ πριν την αγορά τους και δη από τα έτη 2003 και 2004 και συγκεκριμένα ότι είχαν λάβει γνώση των από 1-10-2003 και 2-3-2004 προσκλήσεων του Δ.Σ. της ASPIS BANK προς τους μετόχους της, για τη διενέργεια Έκτακτης και Τακτικής Γενικής Συνέλευσης την 4-11-2003 και την 5-4-2004 αντιστοίχως με τις οποίες προσκλήσεις είχε προαναγγελθεί και προαποφασισθεί και η έκδοση των επίμαχων ομολόγων, όπως οι εκκαλούσες διατείνονται. Εξάλλου, όπως έγινε δεκτό με την υπ7 αριθ. ....2018 απόφαση του Δ.Σ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που δεν αντικρούεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 10-2- 2005έως την 16-10-2005, η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα απηύθυνε πρόσκληση προς το κοινό για επένδυση σε κινητές αξίες, για την οποία υποχρεούταν σε δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 52/1992, αφού η πρόσκληση δεν αφορούσε σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 5 του π. δ. 52/1992, χωρίς όμως να προβεί στην έκδοση ενημερωτικού δελτίου και ως εκ τούτου πληροφορίες για την έκδοση του συγκεκριμένου ομολόγου δεν θα μπορούσαν να έχουν περιέλθει στους ενάγοντες και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες είναι απορριπτέα. Επισημαίνεται ότι είναι αδιάφορο σε τι πωλήσεις ομολογιών προέβη η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2005 έως 21-7-2008, αφού το επίμαχο ομόλογο αγόρασαν οι ενάγοντες στις 10-2-2005, όπως εκτέθηκε. Επομένως τα όσα υποστηρίζουν οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες, ότι δηλαδή δεν τίθεται θέμα "μεταπώλησης" από την Τράπεζα με την προσφυγή στο επενδυτικό κοινό, εκ των 18.500 Ομολογιών συνολικής ονομαστικής αξίας 18.500.000 ευρώ, όπως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθ. .../2018 απόφασή της προσάπτει στην πρώτη εναγομένη Τράπεζα, δεδομένου ότι κατά την πρώτη περίοδο (από 10-2-2005 έως 16-10-2005) είχαν ήδη πωληθεί Ομολογίες συνολικής ονομαστικής αξίας 26.193.000 ευρώ, ήτοι πολύ περισσότερες από τις επίμαχες Ομολογίες που είχε αποκτήσει η Τράπεζα ως ανάδοχος, και επομένως η Τράπεζα δεν προέβη σε μεταπώληση των 18.500 ομολογιών που είχε αποκτήσει ως Ανάδοχος στην περίοδο 17-10-2005 έως 21-7-2008, αφού καμιά ομολογία δεν είχε μείνει στο Χαρτοφυλάκιο της, με αποτέλεσμα να είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η απόφαση της ΕΚ, αλυσιτελώς προβάλλονται. Με την παραπάνω συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων - εκκαλούντων, που συνίσταται στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης των εναγόντων - εκκαλούντων, καθώς και της παροχής σ' αυτούς σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, παρέβησαν υπαιτίως τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, αλλά και του νόμου 2251/1994, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι ασχολούνταν συστηματικά με προϊόντα υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε είχαν ιδιαίτερες γνώσεις σε τέτοιου είδους συναλλαγές. Η υπαίτια δε παράβαση των άνω διατάξεων συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπαίτια και παράνομη αυτή συμπεριφορά των εναγομένων - εφεσίβλητων, προκάλεσε τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες - εκκαλούντες, καθόσον προέβησαν στην επένδυση αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Αν δε είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή το ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες, με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω οι εναγόμενες με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, επαναφέρουν την πρωτοδίκως επικουρικά προβληθείσα ένστασή τους, περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων - εκκαλούντων στην πρόκληση, άλλως στη μη αποτροπή της ζημίας τους, λόγω της μη εκ μέρους τους ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου, παρά το γεγονός ότι από τη μηνιαία έγγραφη ενημέρωση τους προέκυπτε η πτωτική πορεία αυτού. Η ένσταση, όμως, αυτή, αν και νόμιμη (άρθρο 300ΑΚ), είναι απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου οι ενάγοντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ως εκ της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εξειδικευμένης εμπειρίας περί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, περιστατικό για το οποίο δεν τους ενημέρωσαν οι εναγόμενες - εκκαλούσες. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος των εναγομένων στη Ρόδο, στον οποίο απευθύνθηκε ο πρώτος εναγών -εφεσίβλητος, αντιπροσωπεύοντας και την δεύτερη - εφεσίβλητη θυγατέρα του αλλά και την τρίτη ενάγουσα -εφεσίβλητη σύζυγο του, περί τα τέλη του έτους 2009, τον απέτρεψε, ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν μόνο η τυπική αξία του χαρτοφυλακίου του, και ότι πρέπει να αναμείνει την λήξη του ομολόγου προκειμένου να μην απωλέσει το κεφάλαιο του. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου, οι ενάγοντες αγνοούσαν τα παραπάνω κρίσιμα στοιχεία αναφορικά με την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας και εγγυήτριας εταιρίας του επίδικου ομολόγου και ότι η εγγύηση της εγγυήτριας εταιρίας ήταν μειωμένης εξασφάλισης και συνεπώς δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους. Σε κάθε δε περίπτωση, η επικαλούμενη από τις εναγόμενες - εκκαλούσες επιλογή της ρευστοποίησης του ομολόγου, κατά το χρόνο που η αξία του ήταν μειωμένη, θα αποκαθιστούσε ενδεχομένως μικρό μέρος της ζημίας των εναγόντων, οι οποίοι δεν θα διατηρούσαν καμιά άλλη αξίωση αποζημίωσης από το ομόλογο. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται και με αυτή της παρούσας, ορθά τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες είναι απορριπτέα. Με τον τελευταίο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες εναγόμενες επαναφέρουν την πρωτοδίκως επικουρικώς προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων (άρθρο 281Α Κ), επικαλούμενες για την θεμελίωση της, ότι την πλημμελή πληροφόρηση και παραπλάνηση διαπίστωσαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, αμέσως, και σε κάθε περίπτωση, λίγο μετά την αγορά του Ομολόγου, δεδομένου ότι η σύμβασή τους λειτουργούσε κανονικά και ο πρώτος από αυτούς που είναι συνταξιούχος και ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, παρακολουθούσε συνεχώς την πορεία των τραπεζών και των τραπεζικών ομολόγων, στα οποία είχαν οι ενάγοντες επενδύσει, προβαίνοντας σε συνεχείς επενδυτικές κινήσεις και παρόλα αυτά αδράνησαν να ασκήσουν το οποιοδήποτε δικαίωμα εκ της επικαλούμενης πλημμελούς παραπληροφόρησης επί επτά συναπτά έτη (2005-2011), με αποτέλεσμα τούτο να αποδυναμωθεί. Ότι με θετικές πράξεις αλλά και με παραλείψεις τους, τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι η πληροφόρηση που τους παρασχέθηκε για το επίδικο Ομόλογο ήταν η δέουσα και ότι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι από την πληροφόρηση που τους πρόσφεραν επί της πορείας των τραπεζών και των τραπεζικών ομολόγων, αφού συγκεκριμένα προέβαιναν σε επενδυτικές κινήσεις που έκριναν κατάλληλες, εισέπρατταν τις αποδόσεις που ετύγχαναν και επιπλέον υπέγραψαν την από 30-6-2011 νέα δήλωση- σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών τους, και με τον τρόπο αυτό επιβεβαίωσαν τη λειτουργία της συμβατικής τους σχέσης και τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση, ότι ουδεμία απολύτως κατηγορία έχουν να τους προσάψουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτοί ενημερώθηκαν για την επίμαχη συμμετοχή τους στο επίδικο ομόλογο, καθώς και ότι εμπιστεύονται απολύτως τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, με συνέπεια η μετέπειτα συμπεριφορά τους να αντιβαίνει στα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2011, οπότε οι ενάγοντες υπέγραψαν τις νέες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, για την προσαρμογή των συμβάσεών τους στο νόμο 3606/2007, είχαν τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για την απώλεια του κεφαλαίου τους και ότι τα χρήματά τους είναι ασφαλή, το περιστατικό δε, της απώλειας του κεφαλαίου τους, λόγω του πιο πάνω χαρακτηριστικών του ομολόγου στο οποίο επένδυσαν τα χρήματά τους, πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, όταν ενημερώθηκαν για την ανάκληση της άδειας της εγγυήτριας του ομολόγου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που με την εκκαλουμένη ομοίως απέρριψε την σχετική νόμιμη, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται και με αυτή της παρούσας, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες με τον ως άνω τελευταίο λόγο της έφεσής τους, είναι απορριπτέα. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της από 6.6.2019 έφεσης της ενάγουσας αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθμό 5188/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-12-2012 αγωγή των εναγόντων κατά την κυρία εκ των αδικαιοπραξιών βάση της[ κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 281,288, 297,298 , 300 ΑΚ, και εκείνες του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. ...-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996] και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει σε έκαστο εξ' αυτών το ποσό των 100.200 ευρώ για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, και β) το ποσό των 1000 ευρώ στον καθένα τους ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 914, 932, 281,288, 297,298, 300 ΑΚ, και εκείνες του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. ...-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρόκλησης ζημίας στους αναιρεσίβλητους [ενάγοντες] -καταναλωτές, του προσδιορισμού του ύψους της ως άνω ζημίας τους και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προκληθείσας ζημίας των αναιρεσίβλητων και της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσιουσών, οι οποίοι, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, παρέβησαν το καθήκον διαφώτισης των εναγόντων και δεν προσέφεραν σ' αυτούς σαφή, ορθή, πλήρη και κατάλληλη συμβουλευτική καθοδήγηση σχετικά με το προταθέν επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα αυτοί να μην είναι σε θέση να κατανοήσουν ούτε τη φύση του ούτε τους πιθανούς κινδύνους του αλλά, αντιθέτως, τους παρέσχαν ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβαναν. Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα εκτίθενται α] ότι οι συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα παροχής συμβουλών προς τους αναιρεσίβλητους επενδυτές, καθόσον αναφέρονται οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του πρώτου ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος, που ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εναγόντων, αρχικά με τον Διευθυντή του καταστήματος Ρόδου της πρώτης αναιρεσίβλητης[ εναγόμενης] και ακολούθως και κατά προτροπή αυτού με τους προστηθέντες υπαλλήλους της δευτέρας αναιρεσίβλητης, από τους οποίους ζήτησε πληροφόρηση για την συντηρητική, ήπια' και ασφαλή διαχείριση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου, που θα διατηρούσε σταθερό και εξασφαλισμένο το αρχικό τους κεφάλαιο και ότι με βάση τις ανωτέρω συμβουλές τους, έλαβαν την απόφαση να προβούν στην εν λόγω επένδυση. Ενόψει των ανωτέρω η προσαπτόμενη με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από την αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια περί της μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 παρ 3 και 6 ν 2396/1996, είναι αβάσιμη καθόσον ερείδονται στη εσφαλμένη προυπόθεση περί του χαρακτήρα της σύμβασης ως αυτής της λήψης και εκτέλεσης εντολών, ενώ στην περίπτωση που πρόκειται οι ενάγοντες, συναλλάχθηκαν με την τράπεζα που τους παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες β] ότι οι αναιρεσείουσες δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους παραβίασαν τις προβλεπόμενες στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και στο άρθρο 288 του ΑΚ υποχρεώσεις τους περί της εξυπηρέτησης και της καταβολής κάθε δυνατής επιμέλειας για την ενημέρωση των αναιρεσίβλητων -πελατών τους στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με αυτούς με τρόπο σαφή ,εύλογο και κατανοητό, ώστε να τους παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές και έτσι να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Αντιθέτως τους παρείχαν ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προιόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβαναν και έπεισαν τους αναιρεσίβλητους με τις συμβουλές τους να προβούν στην αγορά του ενδίκου τίτλου εκδόσεως της ASPIS FINANCE PLC LDN, ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ και αξίας αγοράς κατόπιν διακανονισμού 100.200 ευρώ, παραλείποντας να τους ενημερώσουν ότι η εκδότρια εταιρεία ήταν ειδικού σκοπού με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο [Αγγλία και Ουαλία], που ιδρύθηκε με αποκλειστικό σκοπό να αυξήσει τα εκ του νόμου απαιτούμενα κεφάλαια της μητρικής της τραπεζικής εταιρίας και εγγυήτριας μειωμένης εξασφάλισης των εν λόγω τίτλων "ASPIS BANK', η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε T BANK AΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι η πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολόγων και της εγγυήτριας τράπεζας κατά το χρόνο έκδοσης του ομολογιακού δανείου ήταν βαθμού Β και ΒΒ+ αντίστοιχα, που υποδηλώνει ομόλογα που ενέχουν στοιχεία κερδοσκοπίας και μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, γ] ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσειουσών, ήτοι η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα και του άρθρου 288 του ΑΚ υποχρεώσεων στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία των αναιρεσίβλητων, εφόσον ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην άνω επένδυση αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, ενώ αν είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν ότι το επίδικο ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση. δ) Ότι η ζημία εκάστου των αναιρεσίβλητων συνίσταται στο ποσό που διέθεσαν για την αγορά του ομολόγου, ονομαστικής αξίας 100.200 ευρώ, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του παραπάνω ομολόγου, ε] ότι χωρίς τη συγκεκριμένη πράξη δεν θα είχαν επενδυθεί τα ποσά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία, οπότε μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και της πλημμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των ήδη αναιρεσειόντων υφίσταται πρόδηλη αιτιώδης συνάφεια, εφόσον οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση και συμβουλή, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης, δεν θα είχαν επιλέξει να προχωρήσουν σ' αυτή και θα απείχαν από την τοποθέτηση των χρημάτων τους, οπότε δεν θα είχαν επενδύσει καθόλου και θα είχαν διατηρήσει στην περιουσία τους.
Συνεπώς, η ίδια η αγορά των ομολόγων, άρα και η ίδια η τοποθέτηση των χρηματικών ποσών, οι οποίες δεν απετράπησαν, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του προηγηθέντος σφάλματος των αναιρεσειουσών Τραπεζών. Επομένως, κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις των αναιρεσειουσών, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που οι αναιρεσίβλητοι τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής τους.
Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος διακόπηκε λόγω του ότι μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των εναγόντων παρεμβλήθηκαν απρόβλεπτες περιστάσεις και συγκεκριμένα η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα, καθώς και η ανάκληση της άδειας της εγγυήτριας εταιρείας και η θέση αυτής υπό ειδική εκκαθάριση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τα ως άνω συμβάντα, τα οποία αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Εφόσον λοιπόν η ζημία των αναιρεσίβλητων, κατά τις ανωτέρω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επήλθε ήδη κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή της από την οικονομική κρίση που, μεταγενέστερα, έπληξε τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα, ούτε από την ανάκληση της άδειας της εγγυήτριας εταιρείας και τη θέση αυτής υπό ειδική εκκαθάριση το έτος 2011. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω απορριφθείς ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1177/2018), ούτε, βέβαια, υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι υπήρξε άγνοια των εναγόντων για το είδος της επένδυσης και εκείνης περί της γνώσης τους ως έχοντες επαναφέρει στην Ελλάδα το έτος 2004 το επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο ποσού 900.000 ευρώ που διατηρούσαν στην Ελβετία, για να προβούν σε άλλες επενδύσεις [και όχι σε καταθέσεις προθεσμίας], εφόσον υπό την προσχηματική επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται η ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων. Πλέον του ότι η προσβαλλόμενη με σαφήνεια εκθέτει ότι μόνο η συνολική αποτίμηση του ανωτέρω χαρτοφυλακίου των εναγόντων, οι οποίοι δεν διέθεταν οποιασδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εξειδικευμένη εμπειρία σε ζητήματα οικονομικών επενδύσεων, δεν τους καθιστά έμπειρους, εξειδεκευμένους και ριψοκίνδυνους επενδυτές Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση, άλλως στη μη αποτροπή της ζημίας τους, λόγω της επικαλούμενης μη εκ μέρους τους ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου, παρά το γεγονός ότι από τη μηνιαία έγγραφη ενημέρωσή τους προέκυπτε η πτωτική πορεία αυτού: ..Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές της, αναφέρεται ότι 'ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου οι ενάγοντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, περιστατικό για το οποίο δεν τους ενημέρωσαν οι εναγόμενες. Αντίθετα, οι προστηθέντες των τελευταίων, στους οποίους απευθύνθηκε ο αντιπρόσωπος των εναγόντων το έτος 2009, τον καθησύχασαν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Επομένως, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης περί συνυπαιτιότητας, τόσο στην πρόκληση όσο και στην έκταση της ζημίας των εναγόντων, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των προαναφερθέντων περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού διαλαμβάνονται πλήρεις αιτιολογίες, όσον αφορά την αιτία της μη ρευστοποίησης του τίτλου των εναγόντων. Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών διότι οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα των αναρεσειουσών στην πρόκληση και έκταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων. Επίσης απαράδεκτη είναι η αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 2251/1994 εφόσον, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, ελλείποντος σχετικού λόγου έφεσης ενόψει του ότι η εκκαλουμένη δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια εκ της αδικοπραξίας βάση της λόγω της υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, και τον ΕΠΕΥ , μη ερευνώντας περαιτέρω την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικοπρακτικής ευθύνης λόγω της παραβίασης των διατάξεων του νόμου για την προστασία του καταναλωτή. Επίσης η αιτίαση που προβάλλουν με τον πρώτο λόγο οι αναιρεσείοντες περί του ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα πορίσματα της με αριθμό 1/452/1.1.2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εσφαλμένως και μη νομίμως της επέβαλε πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 5 του πδ 52/1992 και 3 παρ 1,3,4 του ν 3401/2005, είναι απαράδεκτη καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προυπόθεση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και θεμελίωσε την ύπαρξη της αδικοπρακτικής ευθύνης τους στην ως άνω απόφαση, την οποία, όμως μόνο διηγηματικά αναφέρει η προσβαλλόμενη, ως προς τις συνθήκες έκδοσης του επιδίκου ομολόγου και την πορεία αυτού Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω είναι αβάσιμος ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσας προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 289,299,300 εδ β , 914 του ΑΚ, άρθ. 8 Ν. 2251/1994 και Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996). Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες περιέχονται στον τέταρτο λόγο αναίρεσης , ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τη φύση της καταρτισθείσης με τους αναιρεσίβλητους σύμβασης, που ήταν σύμβαση απλής λήψης και διαβίβασης εντολών και όχι σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, και την συνακόλουθη αποκλειστική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων για τις επενδυτικές επιλογές τους, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της αγωγικής βάσης που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων , αφού δέχθηκε τους αντίθετους αγωγικούς ισχυρισμούς περί σιωπηράς καταρτίσεως σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων και υποχρέωσης, βάσει αυτής, των αναιρεσειουσών να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, υποχρέωση που δεν τήρησαν αυτές.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2021 αίτηση των: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ..." ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της 'ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ' για αναίρεση της με αριθ. 5578/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ