ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1139/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1139/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1139/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1139 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1139/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Γιάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-8-2015 και 17-9-2018 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 589/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 13-5-2022 αίτηση αναίρεσης ζητείται η εξαφάνιση της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 58/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατ.Κρήτης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-9-2018 αγωγή του κατά το κεφάλαιο της επικοινωνίας αυτού με το ανήλικο τέκνο του. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 15-3-2022, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Ανατ. Κρήτης στις 13-5-2022 (άρθ. 495 § 1, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ), μαζί δε με το δικόγραφο κατατέθηκε , αν και δεν απαιτείται (άρθ. 495 § 3 σε συνδ. με το άρθ. 592 § 3 ΚΠολΔ) το υπ'αριθ. 506785951952 παράβολο των 450 ευρώ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 §§ 1,3 ΚΠολΔ). Η κρινόμενη από 13-5-2022 αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη με την από 10-08-2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησε να της ανατεθεί η οριστική επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου άρρενος τέκνου, που έχει αποκτήσει από το γάμο της με τον εναγόμενο/αναιρεσείοντα εν διαστάσει σύζυγό της. Ο τελευταίος, με την από 17-09-2018 αγωγή του, ζήτησε: α) να ανατεθεί σ' αυτόν η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, που απέκτησε από τον γάμο του με την εναγομένη εν διαστάσει σύζυγό του, β) επικουρικά να ανατεθεί και στους δύο γονείς η επιμέλεια του ανηλίκου και γ) δευτερευόντως επικουρικά να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον ανήλικο υιό του, κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο. Επί των ως άνω αγωγών που συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 589/2019 οριστική απόφαση, με την οποία, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 10-8-2015 αγωγή και ανατέθηκε οριστικά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην ενάγουσα μητέρα του, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 17-09-2018 αγωγή και ρυθμίστηκε η επικοινωνία του ανηλίκου με τον ενάγοντα πατέρα του. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων/εναγόμενος/αναιρεσείων άσκησε την από 18-9-2019 έφεση και τους από 26-6-2020 πρόσθετους αυτής λόγους ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του μόνο κατά το κεφάλαιο της συνεπιμέλειας και επικουρικά της ρύθμισης της επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο τους, περιορίζοντας, απαραδέκτως με τις επι της έδρας του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του (άρθ. 223 ΚΠολΔ) , το αίτημα της αγωγής του. Στις διατάξεις των άρθρων 1510 § 1, 1511 § 1, 1513 § 1 εδ. α`, 1518 §1, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 5, 7, 8, 11, 12 και 14 του Ν. 4800/21-5-2021, οι οποίες (διατάξεις), δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου Νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.4800/2021 (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 1510 § 1 ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του", στο άρθρο 1511 § 1 ότι "Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου", στο άρθρο 1513 § 1 εδ. α` ότι "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα", στο άρθρο 1518 § 1 ότι "Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, η οποία, μεταξύ άλλων, εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του, το δε περιεχόμενο της επιμέλειας προσδιορίζεται από το συμφέρον του παιδιού και περιλαμβάνει επί μέρους πτυχές, που αποσκοπούν στη σωματική, πνευματική και συναισθηματική πρόοδο και ευεξία του παιδιού και στην υπεύθυνη και με κοινωνική συνείδηση ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της, είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη αυτού σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Το κανονιστικό δε περιεχόμενο της έννοιας αυτής του συμφέροντος του παιδιού συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει το παιδί, και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού. Επίσης, το παιδί εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Ιδανικά οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Αυτό όμως δεν είναι πάντα εφικτό. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στον βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος. Ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του παιδιού είναι συχνά αβέβαιο στον σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της καταστάσεως αυτής η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτήν τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Η κρίση πάντως αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον. Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, το δικαστήριο να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Από το συνδυασμό, επίσης, των ίδιων ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1218/2006).

Επίσης, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων συνάγεται και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 78/2023, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1910/2005).

Περαιτέρω, η συνεκτίμηση της γνώμης του ανηλίκου τέκνου εντάσσεται στο γενικότερο παιδοκεντρικό πνεύμα , που διαπνέει το σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο. Από τη στιγμή που το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, όπως αυτό πλέον εξειδικεύεται στο άρθ. 1511 § 2 ΑΚ, ανάγεται σε κυρία κατευθυντήρια γραμμή του δικαστηρίου κατά την λήψη της απόφασης, που αφορά το ανήλικο και σε αυτό αποβλέπει το δικαστήριο κατά τον σχηματισμό της κρίσης του και όχι στην ικανοποίηση των επιθυμιών των διαδίκων, είναι απολύτως συνεπές να λαμβάνει χώρα ακρόαση του ανηλίκου από το δικαστήριο. Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο περιλαμβάνει τις διατάξεις των άρθ. 1511 § 4 ΑΚ, 612 και 796 § 4 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 1511 § 4 ΑΚ και 612 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι αυτές εφαρμόζονται σε κάθε υπόθεση, που για τη δικαστική κρίση ερευνάται το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, η δε ακρόαση του ανηλίκου, εφόσον αυτό κριθεί ότι είναι ώριμο προς τούτο, ανεξάρτητα από την βούληση των διαδίκων και την υποβολή σχετικού αιτήματος υπ'αυτών, είναι υποχρεωτική από το δικαστήριο ουσίας. Η συνεκτίμηση της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας της, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση η γνώμη του ανηλίκου, στην οποία άλλωστε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται (ΑΠ 824/2018, ΑΠ 1316/2009). Εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 78/2023, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1218/2006), αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 78/2023, ΑΠ 157/2022,ΑΠ 317/2015, ΑΠ 537/2012, ΑΠ 1218/2006).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 (και όχι 14 όπως εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων) και επικουρικά από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 1511 § 4 ΑΚ, 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού που κυρώθηκε με το ν.2101/1992 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν.2502/1997, παραβιάζοντας την υποχρέωσή του να ακούσει το ανήλικο τέκνο, παρά την διαπιστωθείσα ωριμότητά του, ενώ ο αναιρεσείων είχε υποβάλει αυτοτελές αίτημα ενώπιον του Εφετείου ισχυριζόμενος με τον 2ο πρόσθετο λόγο εφέσεώς του την μεταβολή της βούλησης του 8χρονου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο ανηλίκου τέκνου του Ν. να μετοικήσει από την οικία της συζύγου του και να διαμένει μόνιμα μαζί του, ζητώντας την κατ'άρθ. 612 ΚΠολΔ επανεξέταση του ανηλίκου με τις εφετειακές προτάσεις του.

Περαιτέρω, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 19 (δεύτερος) και 1 (λοιποί) του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθ. 1511 ΑΚ και του άρθ. 9 του Ν.2101/1992 σχετικά με την τήρηση της υποχρέωσης σεβασμού της ισότητος των γονέων και της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου και της εξειδίκευσης της νομικής έννοιας του συμφέροντος του τέκνου εν σχέσει και τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με το εάν η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος απέναντι στην αναιρεσίβλητη αποτελεί το αίτιο της έλλειψης συνεργασίας τους. Η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτη καθόσον ο αναιρεσείων τα επικαλείται αναφορικά με την υπό του δικαστηρίου εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν στις 12-01-2013 στο Ηράκλειο Κρήτης νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 10-5-2013.Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων εξελίχθηκε αρχικά ομαλά, στην συνέχεια όμως εμφανίστηκαν προβλήματα στην σχέση τους που οδήγησαν στην ρήξη του συζυγικού δεσμού. Για την παροχή στην εφεσίβλητη δυνατότητας αποχώρησης από την έως τότε κοινή κατοικία, την προσωρινή ρύθμιση της επιμέλειας του ανηλίκου τους καθώς και την επικοινωνία του αιτούντος οι διάδικοι προσέφυγαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο με την με αριθμό 719/2015 απόφασή επέτρεψε στην καθής να αποχωρήσει από την συζυγική κατοικία, ανέθεσε σ' αυτήν την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους και ρύθμισε την επικοινωνία του εκκαλούντος με το ανήλικο κατά τον εκεί διαλαμβανόμενο τρόπο. Από τον χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων μέχρι και σήμερα, οι σχέσεις τους είναι τεταμένες, αφού ερίζουν εντόνως τόσο σχετικά με την προσωπική ζωή εκάστου εξ αυτών, όσο και με τον τρόπο και χρόνο άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο.

Εξάλλου από της διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων, το ανήλικο τέκνο τους διαβιεί με τη μητέρα του, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στην άσκηση των μητρικών της καθηκόντων, καθόσον το περιβάλλει, φροντίζει και ανατρέφει, με στοργή και αγάπη. Είναι δε η πλέον κατάλληλη και ικανή να του προσφέρει ένα ήρεμο και ομαλό οικογενειακό περιβάλλον και να συμβάλει θετικά και υπεύθυνα στην περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη, λαμβανομένου υπόψη και του ιδιαιτέρου ψυχικού δεσμού που έχει αναπτυχθεί μεταξύ αυτής και του τέκνου της. Άλλωστε το ανήλικο τέκνο των διαδίκων λόγω της μικρής ηλικίας (6 ετών κατά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) έχει απόλυτη ανάγκη των μητρικών φροντίδων και περιποιήσεων, μετά δε τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του έχει ανάγκη από ήρεμο και ομαλό οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο είναι σε θέση να εξασφαλίσει η μητέρα του. Η ενάγουσα - εναγόμενη μητέρα από την γέννηση του ως άνω ανήλικου δε σταμάτησε να το φροντίζει με ιδιαίτερη στοργή, αφοσίωση και τρυφερότητα επιδεικνύοντας αμέριστο ενδιαφέρον προς το πρόσωπό του, είναι δε ικανή και άξια να την διαπαιδαγωγήσει με ηθικές αρχές, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, καθώς και στην κοινωνική του καταξίωση. Οι αιτιάσεις του πατέρα περί ακαταλληλότητας, ανεπάρκειας της μητέρας στην άσκηση της επιμέλειας και του μητρικού της ρόλου, τις οποίες επαναφέρει με λόγους έφεσης δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα το γεγονός ότι το ανήλικο είναι άρρεν, δεν καθιστά την μητέρα ακατάλληλη για την επιμέλεια αυτού κατά του ισχυρισμούς του ενάγοντος και μάλιστα όταν το τέκνο διανύει την παιδική ηλικία του φοιτώντας στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Επίσης δεν την καθιστά ακατάλληλη μητέρα το γεγονός ότι ούσα φαρμακοποιός στο επάγγελμα και όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος δεν έχει ελεύθερο χρόνο για το ανήλικο, αφού είναι σύνηθες οι εργαζόμενες να συνεπικουρούνται από πρόσωπα εξειδικευμένα προς φύλαξη και περιποίηση των τέκνων τους κατά τον χρόνο που βρίσκονται στην εργασία τους όπως εν προκειμένω και η ενάγουσα-εναγόμενη.

Εξάλλου και ο ίδιος είναι εργαζόμενος αφού διατηρεί επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων στην οποία απασχολείται πολλές ώρες. Επίσης δεν αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του ενάγοντος εναγόμενου ότι η μητέρα του ανηλίκου επιδεικνύει υπέρμετρο προστατευτισμό προς το πρόσωπο του τέκνου της, σε βαθμό που να του στερεί την δυνατότητα ν' αναπτύξει την προσωπικότητά του και ότι παράλληλα τον έχει απομονώσει κοινωνικά αποτρέποντάς τον από την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων με άλλα άτομα της ηλικίας του. Αντιθέτως η μητέρα του έχει μεριμνήσει ώστε ο ανήλικος να έχει εξωσχολικές αθλητικές δραστηριότητες και να παρακολουθεί μαθήματα ξένων γλωσσών, που μαρτυρούν ότι η μητέρα του ενδιαφέρεται ενεργά τόσο για την σωματική του όσο και την πνευματική του ανάπτυξη. Επιπλέον όπως με σαφήνεια κατάθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αδελφός (της ενάγουσας) ο ανήλικος διαμένει στην ίδια πολυκατοικία με εκείνον και συναναστρέφεται καθημερινά με τον υιό του μάρτυρα, Ε., που τυγχάνει εξάδελφός του, με τον οποίο έχουν αναπτύξει μια ζεστή και τακτική επαφή. Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνουν και οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα - εναγόμενη φωτογραφίας που απεικονίζουν το ανήλικο σε διάφορες δραστηριότητας με άλλα παιδιά της ηλικίας σε εορτές και διακοπές, ενώ από τις βεβαιώσεις προόδου των δασκάλων του ανηλίκου, προκύπτει ότι ανήλικος είναι καλός μαθητής, ευγενικός, κοινωνικός, φιλικός και συμμετέχει στις δραστηριότητας της τάξης και έχει φίλους. Είναι προφανές ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν συνάδει με ανήλικο, ο οποίος διαβιεί αποκλεισμένος, χωρίς την παρέα των συνομηλίκων του, έχοντας μετατραπεί σε παιδί κλειστό και φοβικό. Τα όσα περί αντιθέτου κατάθεσε ο μάρτυρας του εναγομένου - ενάγοντος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς ο ίδιος να έχει προσωπική γνώση για τα περισσότερα γεγονότα τα οποία κατέθεσε δεν αναιρούν τα παραπάνω. Άλλωστε, κατά την προσωπική επικοινωνία της δικαστού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τον ανήλικο διαπιστώθηκε ευχερώς ότι αυτός είναι μεν αρχικά συγκρατημένος όταν βρίσκεται σε περιβάλλον που δεν είναι οικείο, πλην όμως είναι απόλυτα δεκτικός στην έναρξη της συζήτησης, απαντάει με προθυμία και ευφράδεια και είναι ένα παιδί με βαθιά συναισθηματικότητα και επίγνωση της πραγματικότητας του. Κατά τα λοιπά, η ενάγουσα - εναγόμενη φροντίζει για την υγεία του ανηλίκου, λόγω και της επαγγελματικής κατάρτισης της ως φαρμακοποιός, προβαίνοντας τακτικά και επιμελώς στον κατά νόμο και την ιατρική επιστήμη εμβολιασμό του, όπως τούτο ρητά συνάγεται από την από ...-2018 ιατρική βεβαίωση της παιδιάτρου Ζ. Μ., ιδίως και από το φωτοαντίγραφο του βιβλιαρίου υγείας του.

Περαιτέρω ο πατέρας του ανηλίκου, κατά τον ορισθέντα χρόνο επικοινωνίας του με εκείνο, παραλαμβάνει από τη μητέρα του τα απαραίτητα καθαρά ρούχα που απαιτούνται για την παραμονή του και παρασκευασμένο από την ίδια φαγητό για τον ανήλικο, πλην όμως ο εναγόμενος-ενάγων είναι αμελής ως προς την αλλαγή των ενδυμάτων του ανηλίκου και καταφεύγει στην λύση του έτοιμου φαγητού. Επίσης κατά τον χρόνο επικοινωνίας του με τον ανήλικο παραμένει πολλές ώρες μαζί στο χώρο της επιχείρησης που διατηρεί, χωρίς να απασχολείται δημιουργικά, ενώ αρνείται να απαντήσει στις κλήσεις της ενάγουσας - εναγομένης.

Εξάλλου συχνά παραλαμβάνει τον ανήλικο άλλη από την προκαθορισθείσα ώρα και τον παραδίδει στην μητέρα του πολύ αργότερα από την ορισθείσα ώρα όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα τηλεφωνικά μηνύματα. Ακόμη ο ίδιος δεν ενημερώνει την ενάγουσα - εναγόμενη και σε περιπτώσεις που ο ανήλικος χρειάστηκε ιατρική φροντίδα, όπως ενδεικτικά την 19-5-2018, που απαιτήθηκε η τοποθέτηση ραμμάτων στο άνω αριστερό βλέφαρο του ανηλίκου, λόγω τραύματος που συνέβη κατά το χρόνο επικοινωνίας του με τον πατέρα του, στην οποία περίπτωση ο πατέρας του ανηλίκου κάλεσε την μητέρα αυτού, μόνο για να ρωτήσει εάν καλύπτεται από το αντιτετανικό εμβόλιο και αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σ' αυτήν για το μέγεθος του τραύματος του ανηλίκου και το που βρίσκεται ο ανήλικος. Ενδεικτικό επίσης της επιθετικής συμπεριφοράς του πατέρα του ανηλίκου προς την μητέρα αυτού είναι ότι της έχει απαγορεύσει (στην από 11/10/2018 εξώδικη δήλωσή του προς εκείνη) να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τη ψυχολόγο στην οποία έχει αποτανθεί ο ίδιος για ζητήματα του ανηλίκου τέκνου τους, αναιρώντας έτσι κάθε προσπάθεια προσέγγισης από την μητέρα του και επιδεικνύοντας απροθυμία και αδιαλλαξία απέναντι της, σε ευθεία αντίθεση προς το συμφέρον του τέκνου τους. Αναφορικά με τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο α) την με ημερομηνία .../2018 γνωμάτευση της παιδοψυχολόγου Σ. Α., β) την έκθεση της ψυχολόγου Ε. Κ., γ) την από ...-2019 γνωμάτευση του κλινικού ψυχολόγου Α. Μ. και δ) την από ...-2019 βεβαίωση του ειδικού συμβούλου ψυχικής υγείας Γ. Ψ., οι οποίες όλες έχουν συνταχθεί κατά παραγγελία του εναγόμενου - ενάγοντος με βάση τα λεγόμενα του, χωρίς εξέταση του ανηλίκου από τους ανωτέρω ειδικούς, περιορίζονται σε θέματα θεωρητικού ενδιαφέροντος και επομένως ουδέν έχουν να συνεισφέρουν στην παρούσα δίκη. Η δε προσκομιζόμενη από Ιούλιο του 2020 παιδοψυχολογική γνωμοδότηση της Σ. Μ., η οποία συνετάχθη και πάλι κατόπιν παραγγελίας του ενάγοντα - εναγόμενου, τονίζει μονομερώς τον γονεϊκό ρόλο και την παρουσία του πατέρα στην ανάπτυξη του ανηλίκου. Με βάση όλα τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η μητέρα ανταποκρίνεται με επάρκεια στα καθήκοντα της φροντίδας και ανατροφής αυτού και φροντίζει να καλύπτει πλήρως τις βιοτικές και συναισθηματικές του ανάγκες. Στο δύσκολο αυτό ρόλο έχει την αμέριστη συμπαράσταση του οικογενειακού της περιβάλλοντος, με τους οποίους διαμένει στην ίδια οικοδομή και την βοηθούν καθημερινά.

Εξάλλου μεταξύ μητέρας και τέκνου έχει αναπτυχθεί άρρηκτος ψυχικός δεσμός, ενώ όπως προέκυψε και από την προσωπική επαφή της δικαστού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τον ανήλικο, διαβιώνει με ασφάλεια στο μητρικό περιβάλλον, το οποίο δεν θέλει να αποχωριστεί, ωστόσο επιθυμεί και την ουσιαστική επαφή και επικοινωνία με τον πατέρα.

Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε οι σχέσεις των διαδίκων από την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και εξής,- όπως προέκυψε από το σύνολο των εγγράφων προσκομίζουν - όχι μόνο δεν είναι αρμονικές αλλά είναι ιδιαίτερα τεταμένες. Ειδικότερα αν και οι επιχειρήσεις τους βρίσκονται στην ίδια οδό και σε κοντινή απόσταση και θα αναμενόταν να υπάρχει κάποια συνεννόηση μεταξύ τους, αυτοί αδυνατούν να συνεννοηθούν και για σημαντικά ζητήματα που αφορούν τον ανήλικο όπως η βάπτιση του, ο οποίος μέχρι το έβδομο έτος της ηλικίας του ήταν αβάπτιστος.

Όμως προκειμένου να συνεχίσουν οι γονείς να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου, όπως δηλαδή συμβαίνει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έγγαμη συμβίωση δεν έχει διασπαστεί, απαιτείται να παραμερίσουν κάθε λόγο που οδήγησε στην διάσταση, να προσπεράσουν τις μεταξύ τους αντιθέσεις και να ενώσουν τις δυνάμεις τους για το καλό του τέκνου, σύμφωνα με όλα όσα εκτίθενται στην ως άνω οικεία μείζονα σκέψη. Ωστόσο, εν προκειμένω, όπως υποδηλώνει το γεγονός, ότι το ζήτημα της επιμέλειας, της διατροφής και της επικοινωνίας του τέκνου δεν έχει διευθετηθεί μεταξύ τους εκτός των δικαστικών αιθουσών, αλλά ζητείται συνεχώς, όπως προαναφέρθηκε, η παρέμβαση του Δικαστηρίου, μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σημαντική διάσταση απόψεων. Επίσης ο ίδιος ο αιτών την συνεπιμέλεια, όπως επίσης προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο της επικοινωνίας του με τον ανήλικο, όπως έχει καθοριστεί με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων- την ανάκληση των οποίων συχνά αιτείται, δείχνει ασυνεπή συμπεριφορά παραβιάζοντας τον χρόνο παραλαβής και επιστροφής αυτού στην μητέρα του, επικαλούμενος διάφορες αιτιολογίες με αποτέλεσμα να διαταράσσει το πρόγραμμα του, ενώ αρνείται να απαντήσει στις κλήσεις της ενάγουσας κατά τον χρόνο αυτό. Επιπλέον ενδεικτικό της αδυναμίας επικοινωνίας των διαδίκων είναι η αποστολή του πατέρα του ανηλίκου προς την μητέρα του είναι σωρεία εξωδίκων δηλώσεων (βλ. σχετ. προσκομιζόμενες εξώδικες δηλώσεις ...) για διάφορα ζητήματα που αφορούν κυρίως τον ανήλικο, με αποτέλεσμα ο τρόπος αυτός να καθίσταται ο κύριος τρόπος επικοινωνίας μεταξύ αυτού και της καθής. Ενώ στο αρνητικό κλίμα μεταξύ τους συμβάλλουν και οι πλείστες αγωγές αιτήσεις και ανταιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που ο ίδιος ο ενάγων - εναγόμενος έχει ασκήσει αλλά και η μηνυτήρια αναφορά που έχει υποβάλλει, κατά της εναγομένης- ενάγουσας. Αποδείχθηκε επιπλέον, ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων είναι όχι μόνο τεταμένες, αλλά παρατηρείται και από τους ισχυρισμούς τους σαφώς διαφορετική φιλοσοφία και τρόπος σκέψης ως προς τα ανωτέρω ζητήματα της συνεπιμέλειας, γεγονός που καθιστά το τέκνο δέκτη διαφορετικών υποδείξεων, προτροπών και μηνυμάτων, με αναπόφευκτες συνέπειες στην ψυχοσύνθεσή του και με προφανή τον κίνδυνο για τη διάσπαση της προσωπικότητάς του. Κατά συνέπεια, η ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου σε αμφοτέρους, που εκ των πραγμάτων απαιτεί μεγαλύτερη επαφή και καλή συνεννόηση μεταξύ αυτών, είναι απαγορευτική στην παρούσα χρονική στιγμή για την ψυχική γαλήνη και ισορροπία του ανηλίκου, αφού είναι βέβαιο ότι θα οξύνει ακόμα περισσότερό τις ήδη τεταμένες σχέσεις τους και θα οδηγήσει σε συχνότερες έριδες και διαπληκτισμούς, με δυσμενείς συνέπειες για τον ανήλικο. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να ανατεθεί οριστικά η άσκηση της επιμέλειας του στην ενάγουσα - εναγομένη μητέρα του, ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα ασκείται και από τους δύο γονείς από κοινού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία αιτιολογία που συμπληρώνεται μ'αυτήν της παρούσας δέχθηκε τα ίδια και ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου στην μητέρα του ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω από τα πραγματικά περιστατικά που εισφέρθηκαν στην παρούσα δίκη προκύπτει ότι η ενάγουσα εναγόμενη δεν παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του εναγομένου - ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο τους, ενώ το ίδιο επιθυμεί να έχει επαφή και με τους δύο γονείς του. Και ναι μεν οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων είναι ιδιαίτερα κακές και εν πολλοίς οφείλονται στις συναισθηματικές εντάσεις από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσή τους, κατά την κρίση του αυτού του Δικαστηρίου, με την πάροδο του χρόνου θα αμβλυνθούν, και έτσι το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου, στο οποίο και μόνο αποβλέπει το Δικαστήριο (1511 ΑΚ) και όχι στην ικανοποίηση των επιθυμιών των διαδίκων, επιβάλλει την επικοινωνία και του πατέρα του ανηλίκου με αυτόν, καθώς η περαιτέρω ψυχοσωματική ανάπτυξή του και η δημιουργία ολοκληρωμένης προσωπικότητας απαιτεί την διατήρηση του φυσικού δεσμού με τον πατέρα, ώστε να αποτραπεί η αμοιβαία αποξένωσή τους. Βέβαια το προτεινόμενο από τον εναγόμενο - ενάγοντα πρόγραμμα επικοινωνίας στην ένδικη αγωγή του οδηγεί σε υπέρμετρη ικανοποίηση του σχετικού δικαιώματος του, περιορίζοντας αδικαιολόγητα το χρόνο του ανηλίκου με τη μητέρα αυτού, ενώ εκ των πραγμάτων ο χρόνος επικοινωνίας που θα καθορισθεί υπέρ του ενάγοντος- εναγομένου πρέπει να είναι σχεδόν ισότιμος με τον αντίστοιχο χρόνο που απομένει στην μητέρα...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή του, την οποία δέχθηκε εν μέρει και δη κατά το κεφάλαιο της επικοινωνίας αυτού με το ανήλικο τέκνο του κατά τις στο διατακτικό αυτής αναφερόμενες ημέρες και ώρες. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι: α) από της διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων, το ανήλικο τέκνο τους διαβιεί με τη μητέρα του, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στην άσκηση των μητρικών της καθηκόντων, καθόσον το περιβάλλει, φροντίζει και ανατρέφει, με στοργή και αγάπη και ότι είναι η πλέον κατάλληλη και ικανή να του προσφέρει ένα ήρεμο και ομαλό οικογενειακό περιβάλλον και να συμβάλει θετικά και υπεύθυνα στην περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη, λαμβανομένου υπόψη και του ιδιαιτέρου ψυχικού δεσμού που έχει αναπτυχθεί μεταξύ αυτής και του τέκνου της, β) ο πατέρας του ανηλίκου (αναιρεσείων) , κατά τον ορισθέντα χρόνο επικοινωνίας του με εκείνο, παραλαμβάνει από τη μητέρα του τα απαραίτητα καθαρά ρούχα που απαιτούνται για την παραμονή του και παρασκευασμένο από την ίδια φαγητό για τον ανήλικο, πλην όμως είναι αμελής ως προς την αλλαγή των ενδυμάτων του ανηλίκου και καταφεύγει στην λύση του έτοιμου φαγητού. γ) κατά τον χρόνο επικοινωνίας του με τον ανήλικο παραμένει πολλές ώρες μαζί στο χώρο της επιχείρησης που διατηρεί, χωρίς να απασχολείται δημιουργικά, ενώ αρνείται να απαντήσει στις κλήσεις της συζύγου του, συχνά δε παραλαμβάνει τον ανήλικο άλλη από την προκαθορισθείσα ώρα και τον παραδίδει στην μητέρα του πολύ αργότερα από την ορισθείσα ώρα, δ) ενόψει του ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων είναι όχι μόνο τεταμένες, αλλά υπάρχει σαφώς διαφορετική φιλοσοφία και τρόπος σκέψης ως προς τα ζητήματα της συνεπιμέλειας, γεγονός που καθιστά το τέκνο δέκτη διαφορετικών υποδείξεων, προτροπών και μηνυμάτων, με αναπόφευκτες συνέπειες στην ψυχοσύνθεσή του και με προφανή τον κίνδυνο για τη διάσπαση της προσωπικότητάς του, η ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου σε αμφοτέρους, που εκ των πραγμάτων απαιτεί μεγαλύτερη επαφή, ειλικρινή και καλή συνεννόηση μεταξύ αυτών, είναι απαγορευτική στην χρονική στιγμή που έκρινε την υπόθεση, για την ψυχική γαλήνη και ισορροπία του ανηλίκου, αφού είναι βέβαιο ότι θα οξύνει ακόμα περισσότερο τις ήδη τεταμένες σχέσεις τους και θα οδηγήσει σε συχνότερες έριδες και διαπληκτισμούς, με δυσμενείς συνέπειες για τον ανήλικο. Αλλωστε η συνεπιμέλεια προϋποθέτει ως έννοια ένα minimum συνεννόησης μεταξύ των συνασκούντων αυτήν, πράγμα που δεν διαπιστώθηκε στην προκειμένη περίπτωση, , ούτως ώστε το ανήλικο να αισθάνεται την αμοιβαία μεταξύ των γονέων του συναντίληψη για το βέλτιστο συμφέρον του. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο έκρινε ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου (γενν. 10-5-2013) τέκνου τους επιβάλλει να ανατεθεί οριστικά η άσκηση της επιμέλειας του στην μητέρα του με συχνή επικοινωνία με τον πατέρα του, ούτως ώστε για την περαιτέρω ψυχοσωματική ανάπτυξή του και τη δημιουργία ολοκληρωμένης προσωπικότητός του να διατηρηθεί ο ψυχικός δεσμός του ανηλίκου με τον πατέρα του και να αποτραπεί η αμοιβαία αποξένωσή τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και τη σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης. Οι παραπάνω κρίσεις αιτιολογούν πλήρως το τελικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, το οποίο δεν έκρινε αναγκαίο, ενόψει των διαμορφωθεισών πραγματικών συνθηκών, να επικοινωνήσει και το ίδιο με το ανήλικο τέκνο, έχοντας παρόλα ταύτα τη σχετική δυνατότητα εφόσον το έκρινε αναγκαίο για τη διαμόρφωση της τελικής του κρίσης και ιδίως βάσει της ωριμότητας του ανηλίκου περί της οποίας όμως δεν περιέλαβε ρητή παραδοχή, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται η συνεκτίμηση της γνώμης του αλλά παραπέμποντας στην επικοινωνία του πρωτόδικου δικαστή με το ανήλικο και συνεκτιμώντας όλες τις αποδείξεις, κατέληξε στα παραπάνω συμπεράσματα. Αυτοτελές αίτημα, στο οποίο το δικαστήριο όφειλε να απαντήσει με την έννοια του αριθ. 9 δεν υφίσταται και σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση επικοινωνίας του με το ανήλικο αφού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα και συνεπώς παράβαση του άρθ. 1511 ΑΚ και 612 § 1 ΚΠολΔ δεν συντρέχει είτε εκ του αριθ. 1 είτε εκ του 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1513 και 1514 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν και ισχύουν, μετά τη δημοσίευση του Ν.4800/2021, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά και δη το ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ανήλικου τέκνου της υφίσταται σχέση αγάπης, ιδιαίτερης στοργής, αφοσίωσης και τρυφερότητας, ότι αυτή είναι ικανή και άξια να το διαπαιδαγωγήσει με ηθικές αρχές, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, καθώς και στην κοινωνική του καταξίωση, όπως άλλωστε τούτο πράττει διαρκώς μετά την μετοίκησή της από την οικογενειακή στέγη δυνάμει της υπ'αριθ. 719/2015 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης το έτος 2015, μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, το οποίο έχει ήδη εγκλιματισθεί στο νέο του περιβάλλον, έχοντας αναπτύξει μαζί της ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό, ότι η αναιρεσίβλητη κρίνεται ως η πλέον κατάλληλη για την ανάληψη της επιμέλειάς του, ως έχουσα τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικότερα τη διαπαιδαγώγησή του και να επιδράσει ωφέλιμα επ` αυτού, δοθέντος ότι, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των γονέων και διαφωνίας τους ως προς την ανάθεση της επιμέλειας, ανατίθεται σε όποιον κρίνεται, με βάση αποκλειστικά το συμφέρον του ανηλίκου, καταλληλότερος για την άσκησή της, ώστε να διασφαλίζεται η μη διατάραξη του μέχρι τότε τρόπου ζωής του ανηλίκου και να επιδιώκεται η εξασφάλιση της σταθερότητας, συνέχειας και ενότητας στις συνθήκες ανάπτυξης αυτού και, τέλος, ότι, το Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα του αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του αποκλειστικά στην ενάγουσα-εναγομένη-αναιρεσίβλητη, και όχι στον εναγόμενο-ενάγοντα-αναιρεσείοντα, αν και η αγάπη του τελευταίου για το τέκνο του είναι δεδομένη, χωρίς να έχουν παραβιαστεί τα οριζόμενα προς τούτο κριτήρια του νόμου, πληρούν το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας της ύπαρξης πραγματικού συμφέροντος στο πρόσωπο του ανηλίκου, το οποίο επιβάλλει να ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην αναιρεσίβλητη μητέρα, επικυρώνοντας, παράλληλα, τη διάταξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία ορίστηκε ότι, κατά τα λοιπά, η γονική μέριμνα θα ασκείται από αμφότερους τους γονείς του από κοινού. Επομένως, οι ανωτέρω τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, αφού τα προαναφερόμενα ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1511 και 1513 ΑΚ, επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος του τέκνου, και ειδικότερα επειδή δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί είναι προς το συμφέρον του το τέκνο να μένει μόνιμα με τη μητέρα του και όχι να μοιράζεται ο χρόνος του ισομερώς ανάμεσα και στους δύο εξίσου ικανούς προς επιμέλεια γονείς. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την υπερέχουσα καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος για την ανάθεση σ` εκείνη της αποκλειστικής άσκησης της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, πρωτίστως, με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον του, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες αυτού και ειδικότερα εξειδικεύτηκε, διαλαμβάνοντας πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 1511 και 1513 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν και ισχύουν, μετά τη δημοσίευση του Ν.4800/2021, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού αιτήματος της αγωγής του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ανάθεσης σ'αυτόν της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, από κοινού, στον ίδιο και την αναιρεσίβλητη. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνεπώς ο ως άνω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι, επίσης, αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Πρέπει, μετά ταύτα, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέντος και να καταδικασθεί αυτός στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-5-2022 αίτηση του Ι. Α. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 58/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή