Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1140 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1140/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. χήρας Γ. Α., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. Α. του Γ., κατοίκου ... και 3) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περίανδρο Τσίτσικα. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2006 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Γ. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3154/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2588/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1451/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 535/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 1451/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ, 1957/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 479/2022, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 218/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019). Σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη με αριθμό ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Κ. Λ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, ακριβές αντίγραφο του αναιρετηρίου, με πράξη κατάθεσής του στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και με την από 13.4.2023 πράξη του αντιπροέδρου του Α' πολιτικού τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, 25η Νοεμβρίου 2024, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, και συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεση, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Με την κρινόμενη από 26.9.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 1957/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετ' αναίρεση (δυνάμει της με αριθμό 535/2019 απόφασης αυτού του δικαστηρίου) της με αριθμό 1451/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αναιρεσιβαλλομένη, αφού εξαφάνισε τη με αριθμό 3154/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της από 14.3.2006 ανακοπής (κατ'άρθρο 636 ΚΠολΔ) του Γ. Α., ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τις αναιρεσείουσες (χήρα και θυγατέρες του) και δέχθηκε την ανακοπή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας κατά το απορριφθέν της ανακοπής μέρος, τη με αριθμό 520/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παράβασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικά υπόψη κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά ενδέχεται να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατέφυγε για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό της σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το συστατικό ή αποδεικτικό έγγραφο. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1215/2010).
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 678/2020, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 939/2015, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 960/2013, ΑΠ 1098/2011).
Κατά, δε, το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 1/1999). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 10/2021). Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τις οποίες η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της, κατ' επιλογήν αυτού, και επίσης να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 1248/2019, ΑΠ 1184/2015). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξ αιτίας παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, για το λόγο ότι, παρόλο που το Εφετείο διαπίστωσε κενά, ασαφή και αμφίβολα σημεία ως προς τη βούληση του αρχικώς ανακόπτοντος Γ. Α. να εγγυηθεί για την αρχική πιστωτική σύμβαση, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο τελευταίος δεν έθεσε την υπογραφή του σε κάθε σελίδα της σύμβασης, αλλά μόνον στη τελευταία σελίδα αυτής, γεγονός που σημαίνει ότι αυτός δεν είχε βούληση να συμβληθεί ως εγγυητής στην εν λόγω σύμβαση, εν τούτοις, δεν προέβη σε ερμηνεία της βούλησής του, εφαρμόζοντας τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως προεχόντως απαράδεκτος εξ αιτίας της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν στο αναιρετήριο το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε σε δυσμενές γι' αυτούς συμπέρασμα, αλλά περιορίζονται στη μνεία μικρού αποσπάσματος των παραδοχών της προσβαλλομένης, αλλά σε κάθε περίπτωση, και αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση, ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις κρίσιμες δηλώσεις βουλήσεως και προέβη στην ανωτέρω κρίση. Ειδικότερα, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσης του, σχετικά με την κατάρτιση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σύμβασης εγγύησης της με αριθμό ....1999 σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως - την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη σχετική βούληση του αρχικώς ανακόπτοντος-εγγυητή. Τούτο διότι διέλαβε κατά πιστή αντιγραφή του ενδιαφέροντος για τον αναιρετικό έλεγχο μέρους, ότι ".. ο ίδιος υπέγραψε τη σύμβαση, εκτός του καταστήματος (της τράπεζας) πεισθείς προς τούτο από τον εξάδελφό του, ο οποίος λόγω της μακράς συνεργασίας του με την τράπεζα και της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί με τα στελέχη της, πήρε διά των υπαλλήλων της εταιρείας του τη σύμβαση, την οποία επέστρεψε υπογεγραμμένη από τον ανακόπτοντα, ο δε ισχυρισμός του τελευταίου ότι υπέγραψε σε λευκό χαρτί, κατόπιν προτροπών του διευθυντή του υποκαταστήματος προκειμένου να συμπληρωθεί εκεί εκ των υστέρων εξουσιοδότηση προς τον εξάδελφό του να διαχειρίζεται τα χρήματα του λογαριασμού του, δεν κρίνεται πειστικός αφού δεν εξηγεί τον λόγο που έπρεπε η εξουσιοδότηση να υπογραφεί αργότερα ή το συμφέρον του διευθυντή της τράπεζας να ζητήσει τέτοια υπογραφή σε λευκό χαρτί...". Οι παραδοχές αυτές, δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των άνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελούν πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη η έλλειψη νόμιμης βάσης (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα ανεπαρκείς αιτιολογίες αυτής, ως προς την παραδοχή, ότι ο αρχικώς ανακόπτων Γ. Α. πράγματι είχε υπογράψει ως εγγυητής την αρχική πιστωτική σύμβαση, παρόλο που η υπογραφή του είχε τεθεί μόνον στη τελευταία σελίδα της αρχικής πιστωτικής σύμβασης και μάλιστα, με διαφορετική διάταξη των ονομάτων των συμβαλλομένων σ'αυτή. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος εξ αιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο δικόγραφο, για το ορισμένο αυτού, οι φερόμενες κατά τις αναιρεσείουσες παραβιασθείσες από το Εφετείο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς τις οποίες φέρεται να διαλαμβάνονται ανεπαρκείς αιτιολογίες στη προσβαλλομένη, ούτε εξ άλλου, εκτίθεται ποίες επί πλέον αιτιολογίες όφειλε να περιλάβει η προσβαλλομένη κατά την αιτιολόγηση του πορίσματός της. Ανεξαρτήτως αυτού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι με τη προβαλλόμενη αιτίαση ότι "..ουδείς εξήγησε το λόγο που η αρχική σύμβαση έπρεπε να υπογραφεί εκτός καταστήματος, και μάλιστα χωρίς ο αρχικώς ανακόπτων να θέσει την μονογραφή του σε κάθε σελίδα της σύμβασης, ούτε εξ άλλου (εξήγησε) τη διαφορετική διάταξη των ονομάτων των συμβαλλομένων στην τελευταία σελίδα της σύμβασης" πλήττεται με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η, αναιρετικώς ανέλεγκτη (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του Εφετείου ως δικαστηρίου ουσίας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την αιτιολόγηση και ανάλυση των αποδείξεων. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επιτρέπει την αναίρεση και στην περίπτωση, που το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 404/2019). Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα "πράγματα", τα οποία, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 509/2017, ΑΠ 200/2013). Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά). Η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια, όπως και στο λόγο από τον αριθμό 8 της ίδιας διάταξης και αναφέρεται στην απόδειξή τους. Δηλαδή, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να προσαχθεί αποδεικτικό μέσο ή χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα ή ότι πρόκειται για γεγονότα πασίδηλα ή γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019). Για το ορισμένο του λόγου, πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιός ήταν ο ισχυρισμός, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση του στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 103/2021). Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση, δεσμευτικά γι' αυτό, ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 175/2019). Κατ' αρχήν, τα αποδεικτικά μέσα έχουν, κατά νόμο, ίση αποδεικτική δύναμη και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 340 του ίδιου Κώδικα), που σταθμίζει, κατά συνείδηση, την αποδεικτική τους βαρύτητα και την αξιοπιστία τους. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά, ισοδύναμα, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 775/2017). Ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα είναι, κατά νόμο, οι μάρτυρες, τα τεκμήρια, η πραγματογνωμοσύνη, ακόμη και αν το δικαστήριο τη διέταξε υποχρεωτικά, η εξέταση των διαδίκων, οι ένορκες βεβαιώσεις, η εξώδικη ομολογία, τα έγγραφα, ιδιωτικά ή δημόσια, όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεσμευτική αποδεικτική δύναμη έχουν τα δημόσια έγγραφα, ως προς τα γεγονότα, που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 του ΚΠολΔ και η δικαστική ομολογία, κατ' άρθρο 352 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά έχει αυτό κατά νόμο, ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε στη δίκη το αποδεικτικό μέσο και τέλος, ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1038/2019, AΠ 775/2017, ΑΠ 764/2016). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αιτιώνται συλλήβδην πλημμέλειες της προσβαλλομένης από τους αριθμούς 8,10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι (α) από την προσκομιδή ενώπιον του Εφετείου δικαστικών αποφάσεων συναινετικής εξάλειψης προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητα του πιστούχου Χ. Κ. (εξαδέλφου του αρχικώς ενάγοντος) συνήγετο σαφώς, ότι η οφειλή από την επίμαχη πιστωτική σύμβαση έχει πλήρως εξοφληθεί, ζήτημα που ουδόλως έλαβε υπόψη του η προσβαλλομένη, ενώ αντιθέτως (β) έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη με αριθμό .../2015 ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Γ., βεβαίωση της μάρτυρος Φ. Ζ., διευθύντριας του υποκαταστήματος Νέας Ιωνίας, της αναιρεσίβλητης, παρόλο που αυτή έδωσε κατάθεση για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, και παρόλο που η υπόθεση είχε ξεκινήσει δέκα έτη πριν, και το περιεχόμενο της οποίας (ένορκης βεβαίωσης) έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης συναφώς προς τον αριθμό των επισκέψεων του αρχικώς ανακόπτοντος στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης προς διακανονισμό της επίδικης οφειλής, τέλος δε, (γ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό 3744/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με βάση το οποίο είχε κριθεί αμετακλήτως η βαρειά αμέλεια που επέδειξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι εκεί αναφερόμενοι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης. Με αυτό το περιεχόμενο, οι παραπάνω λόγοι είναι διττώς απαράδεκτοι, εξ αιτίας της αοριστίας τους και πρέπει να απορριφθούν. Και τούτο διότι, εκτός από την αριθμητική μόνο επίκληση των ανωτέρω διατάξεων, που αφορούν σε αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο οποιοδήποτε στοιχείο από εκείνα, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση μιας εκάστης εξ αυτών, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ενώ, επιπροσθέτως, δεν αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς (αρ. 8) ούτε σε παραδοχή ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο των ισχυρισμών του αρχικώς ανακόπτοντος χωρίς αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Εφετείο άντλησε την απόδειξη τους (αρ. 10), ούτε τέλος, η αξιοπιστία της παραπάνω μάρτυρος μεταξύ των ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων ιδρύει τη πλημμέλεια σχετικά με τη δύναμή τους (αρ. 12). Σε κάθε δε περίπτωση, υπό την επίφαση των άνω νομικών πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 457 παρ. 2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, εμπεριέχει, συνεπώς, ισχυρισμό του διαδίκου που το προσκομίζει, για τη γνησιότητά του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξής της, αφού αμφισβητείται. Υπό τα ανωτέρω, το βάρος απόδειξης της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου έχει ο διάδικος που το επικαλείται και το προσκομίζει, διότι η επίκληση και η προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, περιέχει και τον ισχυρισμό ότι είναι γνήσιο (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 718/2010) σε τρόπο ώστε η αμφισβήτηση της υπογραφής του εκδότη στα ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία δεν ισχύει το κατ' άρθρο 455 ΚΠολΔ τεκμήριο της γνησιότητας των δημοσίων εγγράφων, αποτελεί απάντηση στους ισχυρισμούς του αντιδίκου υπό την έννοια του άρθρου 261 και όχι ένσταση κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ (ΑΠ 535/2019).
Περαιτέρω, αν το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, το αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής περιεχομένου του, που καλύπτεται από την υπογραφή και που παράγεται από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτής, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, αυτός δε, που επικαλείται την πλαστότητά του φέρει και το βάρος απόδειξής της (άρθρο 463 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 460 του ΚΠολΔ κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο της απόδειξης και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Προϋποθέτει δηλαδή εκκρεμή δίκη, ενώπιον της οποίας προσκομίσθηκε ως αποδεικτικό μέσο ένα έγγραφο που προσβάλλεται ήδη κατ` ένσταση ως πλαστό. Επομένως ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό, η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση, έχει εφαρμογή, μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή (ΟλΑΠ 23/1999), όχι δε, και όταν η πλαστότητα του εγγράφου προτείνεται με κύρια αυτοτελή αγωγή, αλλά και με ανακοπή που επίσης αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης, αφού σύμφωνα με το άρθρο 585 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή (ΑΠ 1643-4/2002, ΑΠ 922/2002). Και αν μεν αποδειχθεί, κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η πλαστότητα του περιεχομένου του, τούτο, κατά το πλαστό μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ, αν προκύψει ότι είναι γνήσιο, τότε λαμβάνεται υπόψη. Αν, όμως, το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη του το έγγραφο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (1701/2022, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 825/2010, 72/2008, 655/2003). Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 222/2008, ΑΠ 70/2008). Για το παραδεκτό του παρόντος λόγου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και ο λόγος, για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο έσφαλε, λαβόν υπόψη ως επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο το προσκομισθέν από την αναιρεσίβλητη πιστοδότρια τραπεζική εταιρεία επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου της επίμαχης αρχικής πιστωτικής σύμβασης (....1999) παραλείποντας να ζητήσει την προσκομιδή του πρωτοτύπου αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, παρά τη σχετικώς υποβληθείσα αίτηση των αναιρεσειουσών, γεγονός που άγει ευθέως στο συμπέρασμα της βασιμότητας του ισχυρισμού περί πλαστότητος της υπογραφής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, Γ. Α. (ανακόπτοντος) στην επίμαχη σύμβαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, καθόσον ουδόλως εκτίθεται σ'αυτόν ο λόγος για τον οποίο το αντίγραφο της πιστωτικής σύμβασης συνιστά κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο.
Σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται και ως αβάσιμος διότι, το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά γεγονότα, κρίση του, ότι : (α) ο ανακόπτων (δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών) ισχυρίστηκε με λόγο ανακοπής του, ότι αναγνώρισε την γνησιότητα της υπογραφής του στην αρχική με αριθμό ....1999 αρχική πιστωτική σύμβαση ύψους 50.000.000 δραχμών, πλην ότι ο ίδιος έθεσε σε μία λευκή σελίδα την υπογραφή του, η οποία ομού με κείμενο εξουσιοδότησης που επρόκειτο να συνταχθεί στο μέλλον επί της σελίδας, θα παρείχε την πληρεξουσιότητα στον εξάδελφό του να διαχειρίζεται δικό του (ανακόπτοντος) τραπεζικό λογαριασμό του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας με κατατεθειμένο το χρηματικό ποσό των 20.000.000 δραχμών και (β) ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή δεν υπέγραψε αυτός (ανακόπτων) κάτω από το προδιατυπωθέν κείμενο της πιστωτικής σύμβασης, δεν είναι αληθής, διότι αντίθετα αποδείχθηκε, ότι αυτός ο ίδιος υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, εκτός του καταστήματος, πεισθείς προς τούτο από τον εξάδελφό του, ο οποίος λόγω της μακράς συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη τράπεζα και την σχέση εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί με τα στελέχη της, πήρε την έντυπη σύμβαση και την επέστρεψε υπογεγραμμένη από τον ανακόπτοντα, ενώ εξ άλλου (δέχθηκε) ότι το γεγονός, ότι ο ανακόπτων υπέγραψε μόνον την τελευταία σελίδα, μη γνωρίζοντας ή αμελώντας ενδεχομένως να μονογράψει το κάθε φύλλο, δεν καθιστά νοθευμένο το έγγραφο, ούτε άκυρη τη σύμβαση, αφού το έγγραφο της πιστοδοτικής σύμβασης αποτελείται από συνεχόμενα φύλλα που αποτελούν ένα ενιαίο όλο. Δέχθηκε συνεπώς, αναιρετικώς ανελέγκτως το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, ότι το κείμενο της αρχικής πιστωτικής σύμβασης προϋπήρχε της υπογραφής του ανακόπτοντος, η οποία τέθηκε από τον ίδιο, με συνέπεια το αντίγραφο της αρχικής σύμβασης, μετά την αναγνώριση της υπογραφής του ανακόπτοντος και εντεύθεν της γνησιότητος του υπερκειμένου της υπογραφής περιεχομένου της σύμβασης, να έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο και απέρριψε, κατόπιν αυτών, τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος για πλαστότητα, ως προς την υπογραφή του και αμφισβήτηση της γνησιότητας του παραπάνω εγγράφου.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω δεν συνέτρεξε εν προκειμένω περίπτωση λήψης υπόψη απαραδέκτου αποδεικτικού μέσου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς, έκτοτε, η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 692/2017). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται το αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβίασης από το Εφετείο του βάρους απόδειξης των πραγματικών περιστατικών του λόγου ανακοπής, σχετικά με τον ισχυρισμό της μη γνησιότητας του περιεχομένου της αρχικής με αριθμό 305/1999 πιστωτικής σύμβασης, για το λόγο ότι αυτό (βάρος απόδειξης) επιβλήθηκε εσφαλμένως στον ανακόπτοντα αντί στην καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία. Στη προκειμένη περίπτωση, ο αρχικώς ανακόπτων με το δικόγραφο της ανακοπής του ρητώς αναγνώρισε ότι η υπογραφή του στην αρχική σύμβαση υπήρξε γνήσια και αμφισβήτησε μόνον τη γνησιότητα του περιεχομένου αυτής. Σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού ο ανακόπτων αναγνώρισε την γνησιότητα της υπογραφής του στην αρχική σύμβαση, τεκμαίρεται η γνησιότητα του περιεχομένου του εγγράφου επί του οποίου η γνήσια υπογραφή (αρχική πιστωτική σύμβαση) επιτρεπομένης μόνον της προσβολής του εγγράφου επί πλαστότητι. Ο ανακόπτων με τον συναφή λόγο ανακοπής του προσέβαλε το επίμαχο έγγραφο της αρχικής πιστωτικής σύμβασης στο οποίο υπέγραψε ως εγγυητής, ως πλαστό, ώστε, ενόψει του ότι κατά τα προδιαληφθέντα η ανακοπή είναι εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, έφερε αυτός το βάρος απόδειξης του επικληθέντος περί πλαστότητος ισχυρισμού του.
Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε τον ισχυρισμό περί πλαστότητος, και ανταποδεικτικώς δέχθηκε την γνησιότητα του περιεχομένου του εγγράφου της αρχικής πιστωτικής σύμβασης.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης επιβολής στον ανακόπτοντα του βάρους απόδειξης του ισχυρισμού περί πλαστότητος είναι αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ο αυτός λόγος αναίρεσης που προεβλήθη και ως λόγος αναίρεσης κατά της με αριθμό 1451/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε κατ'αποδοχή του, δυνάμει της με αριθμό 535/2019 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, δεν αφορά την αμφισβήτηση της γνησιότητας της αρχικής (....1999) πιστωτικής σύμβασης, αλλά τις με αριθμούς ....2000 και ....2002 αυξητικές της αρχικής πίστωσης συμβάσεις, και του από 12.7.2004 εγγράφου αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλοχρέου λογαριασμού που εξυπηρέτησε την εν λόγω πίστωση, και συνεπώς, προβάλλεται παραδεκτώς εν προκειμένω, δεδομένου ότι ως προς την αρχική σύμβαση δεν παρήχθη δεσμευτική κρίση με την προλαβούσα απόφασή του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για το παραδεκτό της αίτησής τους στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστική δαπάνη εις βάρος των ηττηθεισών αναιρεσειουσών, για τη μη εμφανισθείσα αναιρεσίβλητη, δεν θα επιβληθεί, αφού αυτή δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε αυτά, ούτε άλλωστε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.9.2022 αναίρεση κατά της με αριθμό 1957/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Iανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ