ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1142/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1142/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1142/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1142 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1142/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο ΕΒΙΚΟΝ Α.Ε., η οποία εδρεύει στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, τελεί σε εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ι. Κ., κατοίκου ..., 4) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. χήρας Κ. Τ., κατοίκου ..., 6) Π. χήρας Ν. Τ., κατοίκου ..., 7) Α. συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ..., 8) Ε. συζύγου Α. Π., κατοίκου ..., 9) Δ. συζύγου Α. Τ., κατοίκου ..., 10) Σ. συζύγου Ι. Τ., 11) Α. συζύγου Ν. Γ., 12) Δ. Κ. Τ., κατοίκου ..., 13) Ι. Α. Δ., 14) Θ. Ι. Τ. και 15) ομόρρυθμης εταιρίας Π. Ρ. - Α. Τ. & ΣΙΑ ΟΕ, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι δεύτερος και ένατη αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντωνιάδη, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-1994 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11974/1996 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 15711/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2428/1998 μη οριστική και 1236/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2002 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι 2ος και 9η αναιρεσίοντες και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 11-11-2024 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 1, 118 αριθ. 5, 122 παρ. 1, 123 παρ. 1 και 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του. Αν δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία μόνο ως προς τον μη κλητευθέντα (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν δε πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, τόσο γι' αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους (ΑΠ 720/2017). Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση για να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να αποδεικνύεται ότι είτε οι λοιποί των αναιρεσειόντων είτε ο μόνος αναιρεσίβλητος κάλεσαν τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα. Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας, ως προς εκείνον (απολειπόμενο), προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, βάσει της οποίας αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της ανωτέρω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι, ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη μόνο ως προς αυτόν (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ), αν δε για αναγκαστική ομοδικία ως προς όλους, εκτός αν οι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους (ΑΠ 573/2019).

Εξάλλου, στο άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανωτέρας βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Με την προαναφερθείσα διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της διεξαγωγής εκλογών, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 10-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο, που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η από 20-6-2002 (υπ' αριθ. ...-2002 έκθεσης κατάθεσης) αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθ. 1236/2002 και 2428/1998 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου της 9ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της εν λόγω υποθέσεως, στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Γ.), παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ιωάννη Αντωνιάδη, μόνον ο δεύτερος (Α. Τ.) και η ένατη (Δ. σύζυγος Α. Τ.), ενώ, οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν. Οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες περιλαμβάνονται στους κατά τα ως άνω επισπεύδοντες τη συζήτηση της εν λόγω υποθέσεως, όμως, δεν αποδεικνύεται ως προς αυτούς η πληρεξουσιότητα του προαναφερθέντος δικηγόρου, που διενήργησε τη διαδικασία επίσπευσης της συζήτησης αυτής και για λογαριασμό τους, αλλά εκπροσώπησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μόνον το δεύτερο και την ένατη από αυτούς (ως προς τους τελευταίους υφίσταται σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2022 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Λ.).

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, οι μη παρασταθέντες αναιρεσείοντες θεωρούνται ως δικονομικά απόντες, πλην όμως, δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρ. 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αλλά θα κηρυχθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς αυτούς και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας που τους συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρ. 3 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρίες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και το διακριτικό τίτλο "doValue Greece", με το από 9-6-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 11-7-2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY (ΦΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ)", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Το ως άνω δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης κοινοποιήθηκε σε ακριβές αντίγραφο, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στους διαδίκους της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα σχετικές εκθέσεις επίδοσης (βλ. τις υπ' αριθ. ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Λ., για τους αναιρεσείοντες, αντιστοίχως, και, την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για την αναιρεσίβλητη). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 220/1/13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B' 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 17-12-2021 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, αντίγραφο της οποίας έχει, νομίμως, καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (υπ' αριθ. πρωτ. 717/17-12-2021 τόμο 13 και αριθμό 207 και κατ' ορθή επανάληψη ως προς το παράρτημά της υπ' αριθ. πρωτ. 31/20-1-2022 τόμο 13 και αριθμό 278), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY (ΦΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας (αριθμό μητρώου ...), η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα εταιρία ("doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), με την από 17-12-2021 σύμβαση διαχείρισης, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, η οποία καταχωρήθηκε στις 4-2-2022 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (υπ' αριθ. πρωτ. 72/4-2-2022, τόμο 13 και αριθμό 319), όπως συμπληρώθηκε αυτή με την από 8-11-2022 σύμβαση, η οποία καταχωρήθηκε στις 8-11-2022 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (υπ' αριθ. πρωτ. 857/8-11-2022, τόμο 15 και αριθμό 104). Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 542/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή (αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση) να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 9ης Οκτωβρίου 2023, στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ενώ, όπως προεκτέθηκε, δεν απαιτείται νέα κλήτευσή της για την παρούσα δικάσιμο (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αυτή θεωρείται ως αντιπροσωπευόμενη από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή (αναιρεσίβλητη) παρούσα.
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την από 19-9-1994 (υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 29882/20-9-1994) ανακοπή τους ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 542/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στην αναιρεσίβλητη, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, που αφορούν το κατάλοιπο του οριστικώς κλεισθέντος λογαριασμού της σχετικής σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ως παρεχούσης την πίστωση, και της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας, ως πιστούχου, και της οποίας την εμπρόθεσμη πληρωμή εγγυήθηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, μέχρι των ποσών, που ειδικότερα αναφέρεται για έκαστο, με αντίστοιχες συμβάσεις παροχής εγγυήσεως. Μετά την έκδοση επί της ένδικης ανακοπής της υπ' αριθ. 11974/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο και παραπέμφθηκε η σχετική υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15711/1997 απόφαση του τελευταίου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ανακοπή. Κατόπιν, επί της ασκηθείσας από τους αναιρεσείοντες εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε, αρχικώς, η υπ' αριθ. 2428/1998 εν μέρει οριστική (προδικαστική) απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγος της έφεσης με τον οποίο αποδιδόταν στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο δεύτερος λόγος της ανακοπής και, χωρίς να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, αφού αναβλήθηκε η επί της ουσίας έκδοση οριστικής απόφασης, διατάχθηκαν αποδείξεις ως προς τους συναφείς πρώτο και τρίτο λόγο της ανακοπής. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1236/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ως άνω έφεση ως προς τους λοιπούς λόγους της. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται από τους αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) οι ως άνω υπ' αριθ. 1236/2002 και 2428/1998 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω οριστική απόφαση επιδόθηκε στις 7-6-2002 (βλ. την επί του αντιγράφου της αποφάσεως αυτής με την ίδια ημερομηνία σημείωση του δικαστικού επιμελητή Ε. Δ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 28-6-2002 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2002 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης), κατά συνέπεια είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενη με την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, όπως προεκτέθηκε.
Ι. Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, δηλαδή κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο), μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου κώδικα να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, όσον αφορά τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν ως συμπέρασμα την αντίστοιχη συγκεκριμένη οφειλή εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος, επιπλέον, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του σχετικού λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, αντιστοίχως, κατά το μέρος που προκύπτει από τη σχετική έγγραφη σύμβαση εγγύησης. Ακόμη, η ενοχή για το κατάλοιπο, που προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, γεννάται ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης, αφηρημένως, υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός ή και πριν το κλείσιμο, την οφειλή αυτή. Μάλιστα, αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης. Επίσης, στην περίπτωση που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ' αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η ως άνω αναγνώριση. Επιπροσθέτως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνον τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση), ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη. Ειδικότερα, η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' , ε', στ' και ζ' του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής. Ωστόσο, δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντίστοιχη αιτία.
Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθου να καταβάλει το κατάλοιπο κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που τηρήθηκε στο πλαίσιο συμβάσεως παροχής πιστώσεως από τράπεζα σε τρίτον, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια τράπεζα με τρίτον, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσεται ο καθου να καταβάλει, αποτελεί το σε βάρος του κατάλοιπο, καθώς και στην περίπτωση του εγγυητή, η εκ μέρους του παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του καταλοίπου (ή του αντίστοιχου μέρους του). Ακόμη, σε περίπτωση αυξήσεως ή μειώσεως του ποσού της αρχικής πιστώσεως με μεταγενέστερες συμβάσεις δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής το συγκεκριμένο ποσό, κατά το οποίο αυξήθηκε ή μειώθηκε, με κάθε μικρότερη σύμβαση η αρχική πίστωση, αλλ' αρκεί να αναφέρεται το τελικό ποσό της πιστώσεως, καθώς και η κάλυψή του (ολικώς ή μερικώς) από τον εγγυητή καθου η διαταγή πληρωμής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 του ΚΠολΔ, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι, που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Επίσης με την ανωτέρω ανακοπή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, όπως τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής. Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου (624 ΚΠολΔ) βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση, που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης. Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, το οποίο αναγνωρίστηκε από τον πιστούχο, ο ανακόπτων έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στον λογαριασμό αυτό με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος της αποδείξεως των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 674/2020, 1579/2013).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 623/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι είναι συναφείς, οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2428/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ (όσον αφορά τον 1ο λόγο κατά τη σχετική εκτίμηση και όπως επικουρικώς αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης και όχι από τον αριθ. 1 και 8, που επίσης αναφέρονται), ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένως, δέχθηκε ως νόμιμη την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής (υπ' αριθ. 542/1994) και απορρίφθηκε ο δεύτερος λόγος της ένδικης ανακοπής τους και ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως τους, με τον οποίο υποστηρίζουν ότι απαραδέκτως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, γιατί αυτή είναι αόριστη και δεν προσκομίστηκαν τα απαραίτητα έγγραφα. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της εν λόγω διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις αναγκαία στοιχεία και ιδίως αυτά που αφορούν τη σχετική αιτία της πληρωμής, δηλαδή την κατάρτιση, μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας (ανακόπτουσας) και της αναιρεσίβλητης (καθης η ανακοπή), της υπ' αριθ. ...-1979 σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, για πίστωση μέχρι του ποσού 40.000.000 δραχμών (ήδη 117.388,11 ευρώ), το οποίο, με διαδοχικές συμπληρωματικές συμβάσεις, αυξήθηκε τελικά σε 331.500.000 δραχμές (ήδη 972.854,00 ευρώ), το οριστικό κλείσιμο, στις 12-2-1991, των επιμέρους τηρηθέντων, στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης, λογαριασμών (υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ...), το ποσό του υπολοίπου εκάστου εξ αυτών, κατά την 16-9-1990, το οποίο αναγνωρίσθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα), στις 18-10-1990, με αντίστοιχες (15) επιστολές της. Επίσης, αναφέρεται στην ανωτέρω διαταγή πληρωμής ότι οι λοιποί, πλην της πρώτης, των καθων (ανακόπτοντες), εγγυήθηκαν εγγράφως και εις ολόκληρον έκαστος, ως αυτοφειλέτες, υπέρ της άνω πρωτοφειλέτιδος (πιστούχου), την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε από το κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού, και συγκεκριμένα οι 2ος, 3ος, 12ος, 13ος και 15η των ανακοπτόντων μέχρι του ποσού των 331.500.000 δραχμών (ήδη 972.854,00 ευρώ), οι 4ος και 10η αυτών μέχρι του ποσού των 215.000.000 δραχμών (ήδη 630.96,12 ευρώ), οι 5η, 7η, 8η και 11η αυτών μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών (ήδη 117.388,11 ευρώ), οι 6ος και 9η αυτών μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών (ήδη 293.470,29 ευρώ) και ο 14ος αυτών μέχρι του ποσού των 36.000.000 δραχμών (ήδη 105.649,30 ευρώ). Τέλος, αναφέρεται το ποσό των χρημάτων το οποίο έκαστος των καθων (ανακοπτόντων) υποχρεώθηκε, εις ολόκληρον, να καταβάλει στην αιτούσα (καθης η ανακοπή), και ειδικότερα οι 1η, 2ος, 3ος, 12ος , 13ος και 15η το ποσό των 264.742.499 δραχμών (ήδη 105.649,30 ευρώ), οι 4ος και 10η αυτών το ποσό των 215.000.000 δραχμών (ήδη 630.96,12 ευρώ), οι 5η, 7η, 8η και 11η αυτών το ποσό των 40.000.000 δραχμών (ήδη 117.388,11 ευρώ), ο 14ος αυτών το ποσό των 36.000.000 δραχμών (ήδη 105.649,30 ευρώ) και 6ος και 9η αυτών το ποσό των 10.000.000 δραχμών (ήδη 293.470,29 ευρώ). Επιπροσθέτως, στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2428/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο είχε επαναφερθεί ο απορριφθείς πρωτοδίκως ως άνω δεύτερος λόγος της ένδικης ανακοπής, διαλαμβάνονται σχετικώς τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω ως προκύπτει εκ του περιεχομένου της μετ' επικλήσεως προσκομιζομένης ως άνω (542/1994) διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της προσβληθείσης διά της ανακοπής, αναφέρεται εις αυτήν, ότι τα ποσά των 264.742.449, 215.000.000, 40.000.000, 36.000.000, 10.000.000 δραχμών, τα οποία διετάχθησαν να πληρώσουν εις ολόκληρον, το πρώτον οι 1η, 2ος, 3ος, 12ος, 13ος, 15η, το δεύτερον, οι 4ος και 10η, το τρίτον οι 5η, 7η, 8η και 11η, το τέταρτον ο 14ος και το πέμπτον αι 6η και 9η των ανακοπτόντων, αντιστοίχως, αποτελούν ισόποσον συνολικού χρεωστικού υπολοίπου των επί μέρους αλληλοχρέων λογαριασμών, των τηρηθέντων υπό της καθ' ης η ανακοπή, εις τα πλαίσια της μεταξύ αυτής και της πρωτοφειλέτιδος, πρώτης ανακοπτούσης, υπ' αριθμ. ...-1979 και των ταυταρίθμων 30 μεταγενεστέρων συμβάσεων αυξήσεως του ποσού της συμβάσεως μέχρι 331.500.000 δραχμών, κλεισθέντων οριστικώς δι' εγγράφου καταγγελίας της καθ' ης, την 12-2-1991, εις την καταβολήν δε των ποσών τούτων ενέχονται και οι λοιποί, πλην της πρώτης, ανακόπτοντες, ως εγγυηθέντες εγγράφως υπέρ της άνω πρωτοφειλέτιδος (πιστούχου) και μέχρι των άνω ποσών. Καθορίζεται, συνεπώς, εν αυτή η αιτία του χρέους, το οποίον διετάχθησαν να πληρώσουν οι ανακόπτοντες, πρωτοφειλέτις και εγγυηταί, εις την καθ' ης, δανείστριαν τράπεζαν, δεν ήτο δε αναγκαία η εν αυτή αναφορά και της κινήσεως των κονδυλίων πιστώσεως και χρεώσεως των άνω αλληλόχρεων λογαριασμών (λεπτομερώς αναφερομένων εις την αίτησιν της καθ' ης διά την έκδοσιν της άνω διαταγής πληρωμής) μέχρι του οριστικού κλεισίματός των.

Περαιτέρω, ως εκ της αυτής διαταγής πληρωμής προκύπτει, καθορίζονται εις αυτήν και τα έγγραφα, βάσει των οποίων αποδεικνύονται τα ανωτέρω, ήτοι η υπ' αριθμ. ...-1979 σύμβασις πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού, ποσού 40.000.000 δραχμών, μεταξύ της καθ' nς η ανακοπή Τραπέζης και της πρωτοφειλέτιδος πρώτης ανακοπτούσης, αι ταυτάριθμοι μεταγενέστεροι 30 συμβάσεις, αυξομοιώσεως του ποσού της άνω πιστώσεως μέχρι 331.500.000 δραχμές, φέρουσα τας μη αμφισβητηθείσας υπογραφάς των λοιπών ανακοπτόντων ως εγγυητών, μέχρι των άνω, δι' έκαστον τούτων, ποσών, αι από 18-10-1990 δέκα πέντε έγγραφοι δηλώσεις του νομίμου εκπροσώπου της πρωτοφειλέτιδος, πρώτης ανακοπτούσης, διά των οποίων αυτή αναγνώρισε τα εις βάρος υπόλοιπα των υπ' αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... λογαριασμών, των τηρηθέντων εις τα πλαίσια της άνω συμβάσεως παροχής πιστώσεως, τα οποία (χρεωστικά υπόλοιπα) προέκυψαν κατά το περιοδικόν κλείσιμον των λογαριασμών τούτων, την 16-9-1990, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης, τα οποία εμφανίζουν την κίνηση των άνω λογαριασμών εν συνεχεία από 16-9-1990 και μέχρι του κατά την 12-2-1991 οριστικού κλεισίματός των, ως και το κατά το οριστικόν κλείσιμον χρεωστικόν κατάλοιπον γνωστοποιηθέν εις τους ανακόπτοντας διά της εν αυτή αναφερομένης εξωδίκου δηλώσεως προσκλήσεως, επιδοθείσης εις τους ανακόπτοντας, την 14-2-1991, ως προκύπτει εκ των εν αυτή μνημονευομένων υπ' αριθμούς ... εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ι. Β. Εν όψει τούτων, η καθ' ης η ανακοπή διαταγή πληρωμής, καθορίζουσα την αιτίαν της πληρωμής, δηλονότι το είδος της δικαιοπραξίας εκ της οποίας εγεννήθη η απαίτησις, ως και τα έγγραφα εκ των οποίων αποδεικνύονται τα άνω περιστατικά, περιέχει τα αναγκαία διά το έγκυρόν της στοιχεία. Απορρίψαν, συνεπώς το πρωτόδικον δικαστήριον, διά της εκκαλουμένης αποφάσεώς του τον περί του αντιθέτου δεύτερον λόγον της ανακοπής, ως αβάσιμον, δεν έσφαλε, ο περί του αντιθέτου δε δεύτερος λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι) δεν ήταν αναγκαίο στην εν λόγω διαταγή πληρωμής να αναφέρονται περισσότερα από τα ως άνω περιλαμβανόμενα σ' αυτήν στοιχεία και συγκεκριμένα για τις διαδοχικές αυξητικές του αρχικού ποσού της πίστωσης συμβάσεις, που υπογράφηκαν μεταξύ της πρώτης από τους αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) και της αναιρεσίβλητης, και για τις σχετικές πρόσθετες πράξεις εγγυήσεως, που αφορούν τους λοιπούς από αυτούς (ανακόπτοντες), ούτε, αναλυτικά, ο τρόπος υπολογισμού του σχετικού χρεωστικού υπολοίπου, που υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλλουν βάσει της διαταγής πληρωμής, ενόψει της ως άνω αναγνώρισης των υπολοίπων των προαναφερθέντων επιμέρους λογαριασμών από την πιστούχο πρώτη των αναιρεσειόντων (ανακοπτόντων). Εξάλλου, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι), δεν ήταν αναγκαίο για την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής να προκύπτει η αναλυτική κίνηση των προαναφερθέντων λογαριασμών, αφού, πλέον της ως άνω αναγνώρισης των υπολοίπων των επιμέρους σχετικώς τηρηθέντων λογαριασμών από την πιστούχο πρώτη των αναιρεσειόντων (ανακοπτόντων), επισυνάπτονται, στην ανωτέρω αίτηση της αναιρεσίβλητης, τα έγγραφα στα οποία παρατίθεται, αναλυτικώς, η κίνηση των ως άνω λογαριασμών που τηρήθηκαν, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, για το χρονικό διάστημα από την ως άνω αναγνώριση (στις 16-9-1990) του υπολοίπου από την πρώτη αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα) μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτών (στις 12-2-1991). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την ανωτέρω απόφαση του (υπ' αριθ. 2428/1998) δεν ακύρωσε την προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή διαταγή πληρωμής, λόγω αοριστίας, ούτε δέχθηκε ότι υφίσταται σχετικώς απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τους ως άνω πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά συνέπεια οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το σχετικό ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει το σχετικό λόγο. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 446/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προαναφερθείσες προσβαλλόμενες αποφάσεις (και ιδίως η υπ' αριθ. 1236/2002) δεν περιέχουν καθόλου αιτιολογίες ή περιέχουν αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ύψος του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου επί του οποίου πρέπει να υπολογιστούν οι σχετικές καταβολές τους, προσάπτοντας στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε οι αποφάσεις αυτές να περιλαμβάνουν, τις οποίες δεν περιέχουν και ήταν αναγκαίες για την επάρκειά τους, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου.

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος που περιλαμβάνει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορούν στο ίδιο ως άνω κρίσιμο ζήτημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346, 453 παρ. 1 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου. Ειδικότερα, η σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Επίσης, από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. β ΚΠολΔ) συνάγεται ότι οι αποδείξεις, οι οποίες παρά το νόμο λήφθηκαν υπό όψη από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, μάλιστα, δεν ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο στήριξε την δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1042/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 346 του ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Από την τελευταία διάταξη, που καθιερώνει την αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι τα μέσα αποδείξεως, που προσκομίστηκαν νόμιμα, από ένα διάδικο, λαμβάνονται υπόψη για την απόδειξη όλων των αποδεικτέων γεγονότων, ακόμη και υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ένα αποδεικτικό μέσο, το οποίο προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων και έτσι κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, ακόμη και προς απόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του, και αν αυτός δεν το είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα (ΑΠ 450/2019, ΑΠ 1654/2005, ΑΠ 872/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο, καθώς και το τελευταίο τμήμα του πέμπτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β' του ΚΠολΔ, ότι, εσφαλμένως, απορρίφθηκε ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της ένδικης ανακοπής τους και ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως τους, και κρίθηκε ότι νομίμως εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής (υπ' αριθ. 542/1994), γιατί το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία δεν προσκομίσθηκαν, ούτε έγινε επίκληση αυτών από την αναιρεσίβλητη στην κατ' έφεση δίκη και ειδικότερα τα αντίγραφα κίνησης (καρτέλες) των υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... λογαριασμών οριστικής καθυστέρησης, καθώς και της από 16-12-1992 πράξης παροχής εγγύησης. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από 20-2-2002 προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, αυτοί (αναιρεσείοντες) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ανταποδεικτικώς τα ανωτέρω έγγραφα, που αφορούν την κίνηση των υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμών (βλ. σελ. 11 παράγραφος 5, σελ. 13 και σελ. 15 τελευταία παράγραφος), όπως άλλωστε και οι ίδιοι αναφέρουν για τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό στην αίτηση αναίρεσης. Με την ως άνω νόμιμη προσκομιδή από τους αναιρεσείοντες, αντίδικους της αναιρεσίβλητης, των προαναφερθέντων εγγράφων κατέστησαν αυτά κοινό μέσο αποδείξεως και συνεπώς το Εφετείο νομίμως (άρθρο 346 ΚΠολΔ) τα έλαβε υπόψη.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι υπάρχει σ' αυτήν γενική αναφορά στους ως άνω λογαριασμούς (υπ' αριθ. ..., ..., ... και ..., βλ. σελ. 8 της ανωτέρω απόφασης), χωρίς, όμως, να περιλαμβάνονται κάποια ειδικότερα στοιχεία για την κίνηση τους, αλλά αναφέρεται μόνον ότι, μετά το οριστικό κλείσιμο των επιμέρους λογαριασμών, που ως άνω τηρήθηκαν, στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, και την αναγνώριση του υπολοίπου αυτών, αντιστοίχως, από την πιστούχο πρώτη των αναιρεσειόντων (ανακοπτόντων), το υπόλοιπο τους μεταφέρθηκε στους ως άνω λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, ούτε υπάρχει ειδική αναφορά σε έγγραφα, που αφορούν την κίνηση των ίδιων ως άνω λογαριασμών. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ανωτέρω απόφαση του (υπ' αριθ. 1236/2002), έλαβε υπόψη του τα αντίγραφα κίνησης (καρτέλες) των ως άνω λογαριασμών, ανεξαρτήτως του εάν υπήρξε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση των εγγράφων αυτών, ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά συνέπεια ο λόγος αυτός, κατά το σχετικό μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) του προσκομισθέντος αντιγράφου των από 20-2-2002 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν (στις 21-2-2002) στην κατ' έφεση δίκη, δηλαδή κατά τη μετά τη διεξαγωγή των αρχικώς διαταχθεισών αποδείξεων, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου της από 16-12-1992 πράξη παροχής εγγύησης, αλλά μόνον γενική αναφορά στα σχετικά έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου στην προηγούμενη (πρώτη) συζήτηση. Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ' αριθ. 1236/2002) στο ως άνω έγγραφο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά. Ωστόσο, από την ίδια ως άνω απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την παραδοχή του ως άνω ύψους της σχετικής οφειλής (χρεωστικού καταλοίπου) των αναιρεσειόντων (ανακοπτόντων) δεν στηρίχθηκε, κυρίως, στο μη νομίμως επικληθέν ως άνω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε, επικουρικώς, με τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και το πλήθος των εγγράφων, που αμφότεροι οι διάδικοι προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στα οποία, κυρίως, στηρίχθηκε. Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως αιτίαση αφορά έγγραφο που δεν υπήρξε ουσιώδες, αφού δεν καθόρισε το διατακτικό της απόφασης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη χωρίς επίκλησή του από την αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτώς προτάθηκε, εφόσον πρόκειται για παράβαση, η οποία δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.

IV. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει, όμως, από τον αναιρετικό έλεγχο. Επίσης, για να θεμελιώνεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ), πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Ειδικότερα, δεν αρκεί, το ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε το σχετικό έγγραφο απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 91/2023, ΑΠ 1016/2020).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 287/2028, ΑΠ 305/2026, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο υπό στοιχεία β' και γ' λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθμό 20 του ΚΠολΔ, ότι το προαναφερθέν Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων. Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι "... (β) πλέον αυτού, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη (σελ. 10 5ο στίχος από το τέλος), η πρώτη από εμάς με την από 12-6-1992 επιστολή μας αποδεχθήκαμε την επιστολή της αναιρεσίβλητης, όσο και την πρόταση της για ρύθμιση και συνεπώς από την στιγμή που περιήλθε η πρόταση σε εμάς και έγινε αποδεκτή, υπάρχει σύμβαση. Η εκ των υστέρων, μετά από δύο έτη και συγκεκριμένα η αμφισβήτηση της αναιρεσίβλητης με την από 30.4.1993 επιστολή της, που ανακαλεί την προηγούμενη και η οποία μας κοινοποιήθηκε το έτος 1994, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Κρίνοντας αντίθετα το δικάσαν Δικαστήριο και συγκεκριμένα κρίνοντας ότι το υπόλοιπο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό δεν είναι το αληθές προέβη και σε παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου, καθώς δέχθηκε ότι το έγγραφο αυτό έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό. Είναι δε προφανής η παραμόρφωση του εγγράφου αυτού, όταν το έγγραφο σαφώς αναφέρει ότι το υπόλοιπο μας είναι 181.960.893 δρχ. "πλέον τόκων από 16.12.1990", το δε δικαστήριο ουδέν αναφέρει περί της αναφοράς των τόκων αλλά αντίθετα συνάγει την μη ορθότητα του εγγράφου από το γεγονός ότι τα ποσά που αναφέρονται στην πρόταση ρύθμισης της οφειλής που περιέχει είναι μεγαλύτερα, χωρίς βέβαια να λαμβάνει υπόψη του ότι το έγγραφο ομιλεί περί ποσού 181.960.893 δρχ. πλέον τόκων από το 1990. Με τον τρόπο αυτό κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 περ. 20 ΚΠολΔ. (γ) το δικαστήριο προκειμένου να ακυρώσει την ισχύ της από 12.6.1992 επιστολής της αναιρεσίβλητης προσέδωσε διάφορο περιεχόμενο στο έγγραφο της από 16.12.1992 πρόσθετης πράξης παροχής εγγύησης. Συγκεκριμένα στην από 16.12.1992 πρόσθετη πράξη παροχής εγγύησης που συνάφθηκε μεταξύ της πρώτης από εμάς, του 14ου από εμάς και της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσέδωσε χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους κατ' άρθρο 873 ΑΚ, χωρίς ούτε καν να υπάρχει διηγηματικά, οποιαδήποτε αναγνώριση χρέους εκ μέρους της πρώτης από εμάς, η οποία να δεσμεύει και τους λοιπούς εγγυητές. Συγκεκριμένα στην 13η σελίδα (στίχος 7) της υπ. αριθ. 1236/02 απόφασης αναφέρεται ότι "η αναγνώριση δε αυτή του συνολικού χρεωστικού καταλοίπου από την πρωτοφειλέτιδα, η οποία σημειωτέον έγινε μετά τη λήψη εκ μέρους της του δήθεν οφειλόμενου υπολοίπου εκ δραχμών 181.960.893 δραχμών δεσμεύει την πρωτοφειλέτιδα πρώτη ανακόπτουσα και τους υπέρ αυτής εγγυηθέντες λοιπούς ανακόπτοντες". Προκύπτει δηλαδή, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσέδωσε στην από 16.12.1992 πρόσθετη πράξη παροχής εγγύησης, την έννοια της αναγνώρισης χρέους εκ μέρους της πρώτης από εμάς, η οποία δεσμεύει και τους εγγυητές, χωρίς όμως ούτε στο έγγραφο να υπάρχει έστω και διηγηματικά η λέξη αναγνώριση χρέους, και με τον τρόπο αυτό παραμορφώνοντας το έγγραφο αυτό και δίνοντας του την έννοια της αναγνώρισης χρέους και όχι της πρόσθετης πράξης εγγύησης, να κρίνει ότι δεν ισχύει η από 12.6.92 επιστολή της τράπεζας ως προγενέστερης. Με τον τρόπο αυτό κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη (υπό στοιχείο IV), είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης το πλήρες κείμενο των επικαλουμένων εγγράφων, αλλά απλώς αναφέρεται περιληπτικά το κατά την κρίση των αναιρεσειόντων περιεχόμενο αυτών, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνωσθεί, σε σύγκριση με την εκτίμηση αυτών από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν το τελευταίο οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα. Αντίθετα με το λόγο αυτό προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης απόφασης παράπονα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 του ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 41/2016, ΑΠ 352/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο υπό στοιχείο α' λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ (κατά τη σχετική εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 11 όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης) ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε τις διατάξεις, που αφορούν τη δύναμη των σχετικών αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι από την από 10-6-1992 επιστολή της αναιρεσίβλητης τράπεζας, την οποία αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη, παρέχεται πλήρης απόδειξη περί του ότι το οφειλόμενο χρεωστικό κατάλοιπο της σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, βάσει της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής, ανερχόταν στο ποσό των 181.960.893 δραχμών, πλέον τόκων από 16-12-1990, όμως, κατά τους ισχυρισμούς τους το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως τις σχετικές μαρτυρικές καταθέσεις, λόγω της εσφαλμένης αυτής εκτιμήσεως, κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που, από την ορθή εκτίμηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, προέκυπτε και δέχθηκε ότι στο ως άνω έγγραφο (από 10-6-1992 επιστολή), εκ παραδρομής, αναφέρεται το ως άνω ποσό (181.960.893 δρχ) αντί του ορθού ύψους του σχετικού καταλοίπου, που ανερχόταν κατά την 12-2-1991 σε 330.794.690 δραχμές και κατά την 16-12-1991 σε 366.553.810 δραχμές. Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία αφορά την αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη. Επομένως, ο ως άνω πέμπτος υπό στοιχείο α' λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο V) είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του ότι, κατά τις σχετικές περιστάσεις, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της προσθέτως παρεμβαίνουσας (που δεν κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 179, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-6-2002 (υπ' αριθ. ...-2002 έκθεσης κατάθεσης) αίτησης αναίρεσης κατά των υπ' αριθ. 1236/2002 και 2428/1998 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους πρώτη, τρίτο, τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατου, δέκατου τρίτου, δέκατου τετάρτου και δέκατης πέμπτης των αναιρεσειόντων.

Συνεκδικάζει την από 20-6-2002 αίτηση των Α. Τ. του Ι. και Δ. συζύγου Α. Τ. για αναίρεση των υπ' αριθ. 1236/2002 και 2428/1998 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 9-6-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Τ. και Δ. συζύγου Α. Τ.

Δέχεται την από 9-6-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Καταδικάζει τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες στην καταβολή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και συμψηφίζει αυτά (δικαστικά έξοδα) κατά τα λοιπά.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή