Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1145 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1145/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank" που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "Τράπεζας Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-01-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Στο σημείο αυτό ο παραπάνω πληρεξούσιος δήλωσε τα εξής: το δικόγραφο της αναίρεσης αναφέρει τα απαιτούμενα από τα άρθρα 566 παρ. 1 και 118 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. στοιχεία, ήτοι όνομα και πατρώνυμο και επώνυμο των αναιρεσιβλήτων, όχι όμως το ακριβές επώνυμο αυτών, το οποίο από εσφαλμένη αναγραφή, λόγω προφανούς παραδρομής, αναγράφηκε για τον πρώτο Ι. αντί του ορθού Ι. και για τη δεύτερη Ι. αντί του ορθού Ι. Από όλα τα στοιχεία του δικογράφου της αναίρεσης, αλλά και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ιδίως την αγωγή, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 3594/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτουν τα ορθά επώνυμα των αναιρεσιβλήτων. Πρέπει το δικαστήριό σας να δεχθεί την αιτούμενη διόρθωση και οι αντίδικοι να προσδιορίζονται με την ονομασία Α. Ι. του Ν. αντί του εσφαλμένου Ι. Ν. και Ε. Ι. του Δ. αντί του εσφαλμένου Ε. Ι. του Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ι. του Ν., και 2) Ε. Ι. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χριστόφορο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3594/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5882/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-09-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσείουσα με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που έγινε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, και με τις προτάσεις της, διορθώνει το ονοματεπώνυμο του πρώτου αναιρεσίβλητου, από το εσφαλμένο Ι. στο ορθό Ι., και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, από το εσφαλμένο Ι. στο ορθό Ι., παραδεκτώς, αφού δεν γεννάται αμφιβολία περί την ταυτότητα των αναιρεσίβλητων.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1177/2018, Α.Π. 345/2017).
Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, δηλαδή ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά την τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π. 487/2024, Α.Π. 831/2021, Α.Π. 268/2021, Α.Π. 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1263/2024, Α.Π. 1655/2023, Α.Π. 1406/2021).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 § 3.2 του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Φ.Ε.Κ. 340 Β'/1997), εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1 έως 31 του οποίου καταργήθηκαν από 1-11-2007 με το άρθρο 85 ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Οι βασικές αρχές δεοντολογίας είναι οι εξής:(α) Πρώτη Αρχή: Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. ... (γ) Τρίτη Αρχή: Οι εταιρίες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές. (δ) Τέταρτη Αρχή: Οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς. ... (ζ) 'Εβδομη Αρχή: Οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς." Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού, που ήταν εφαρμοστέος κατά τον χρόνο της σύναψης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών είναι κατ' αρχήν η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την τράπεζα σε αποζημίωση. Συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ (MiFID), η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (Α.Π. 1263/2024, Α.Π. 1408/2022, Α.Π. 1228/2019).
Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα ειδικά θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της, ενώ ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο, ήτοι η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) η ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτόχρονα με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας). Έτσι, αν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης συναφώς νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (Α.Π. 1263/2024, Α.Π. 1111/2020, ΑΠ 974/2018).
Συνεπώς, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 § 3 του ν. 2251/1994 (Α.Π. 1228/2019, Α.Π. 974/2018, Α.Π. 1028/2015). Ειδικότερα, ο ανωτέρω νόμος έχει περιλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε προμηθευτή, επομένως και στις τράπεζες, την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου καταναλωτή, δηλαδή και του ιδιώτη επενδυτή, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του προμηθευτή προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, προκύπτουν όμως εμμέσως και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε εμπορία υπηρεσιών από απόσταση, αφορούν όμως κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του προμηθευτή συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (Α.Π. 1024/2022, Α.Π. 1228/2019, Α.Π. 974/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 25-9-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5882/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 23-12-2010 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ανέφεραν ότι, κατόπιν επενδυτικών συμβουλών υπαλλήλου της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας και προστηθέντος από αυτήν, επένδυσαν το ποσό των 50.000 ευρώ σε ομόλογο εκδόσεως αλλοδαπής εταιρίας, η οποία ακολούθως πτώχευσε, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να απολέσουν το κεφάλαιο της επένδυσής τους, ότι η απώλεια αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του προστηθέντος από την εναγόμενη, ο οποίος τους παρείχε συμβουλές ασαφείς, ανεπαρκείς και ακατάλληλες για τις επενδυτικές τους επιλογές, επιπλέον δε τους παρέστησε με πρόθεση ψευδώς ότι το κεφάλαιό τους ήταν εξασφαλισμένο και ότι η εκδότρια αλλοδαπή εταιρία ήταν φερέγγυα. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει, σε καθένα από αυτούς εις ολόκληρον, τα ποσά των 50.000 ευρώ για αποζημίωση και 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 3594/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες 50.000 ευρώ για αποζημίωση και 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, διαιρετώς. Η εναγόμενη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5882/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει αυτήν και, μετά από μερική παραδοχή της ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, που προέβαλε η εναγόμενη, υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στους ενάγοντες 37.138 ευρώ για αποζημίωση και 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, διαιρετώς, με την ακόλουθη κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Ο πρώτος ενάγων [πρώτος αναιρεσίβλητος], ενεργών αυτοπροσώπως και ως πληρεξούσιος της δεύτερης ενάγουσας συζύγου του [δεύτερης αναιρεσίβλητης], απευθύνθηκε στο προσωπικό της ... εναγόμενης [αναιρεσείουσας] στο υποκατάστημα που διατηρούσε αυτή στη Λάρισα κατά το έτος 2004 με σκοπό να επενδύσει το κεφάλαιο που διέθετε από την εργασία του και τις αποταμιεύσεις του, κατά τρόπο που αυτό να είναι εξασφαλισμένο και να αποφέρει μία σταθερή απόδοση, υψηλότερη από την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, ενώ ο ίδιος να έχει οποτεδήποτε δικαίωμα ανάληψης ακέραιου του κεφαλαίου που θα επένδυε. Αφού στο κατάστημα της Λάρισας έλαβαν χώρα οι πρώτες συζητήσεις, ιδίως μεταξύ του Διευθυντή αυτού Ι. Γ. και του πρώτου ενάγοντος, κλήθηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους του καταστήματος της Λάρισας της εναγόμενης, ο Γ. Σ., έτερος υπάλληλος της εναγόμενης που υπηρετούσε στην μονάδα ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) στο Βόλο, ώστε να μεταβεί στο ανωτέρω υποκατάστημα της Λάρισας και να παρουσιάσει αυτός στον πρώτο ενάγοντα τα επενδυτικά προϊόντα που προωθούσε η εναγόμενη. Ο πρώτος ενάγων εξέθεσε στον ως άνω υπάλληλο της ιδιωτικής τραπεζικής ... της εναγομένης, Γ. Σ. την επιθυμητή από τον ίδιο και τη σύζυγό του κατεύθυνση της επένδυσης τους με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, ο ίδιος δε (πρώτος ενάγων), ενεργών αυτοπροσώπως και ως πληρεξούσιος της δεύτερης ενάγουσας, κατήρτισε με τους αρμόδιους προστηθέντες υπαλλήλους του καταστήματος της Λάρισας της εναγόμενης την άνευ ημεροχρονολογίας υπ' αρ. 3/599568 σύμβαση δημιουργίας χαρτοφυλακίου με την εναγομένη Τράπεζα. Ενόψει των ανωτέρω, ο Γ. Σ., πρότεινε, τότε, ως κατάλληλη επιλογή. που να ανταποκρίνεται στις εκπεφρασμένες από τους ενάγοντες προσδοκίες τους, και στο επενδυτικό προφίλ αυτών, την, εκ του συνολικού κεφαλαίου τους, επένδυση ποσού 200.000 ευρώ περίπου, στην αγορά άληκτου ομολόγου (perpetual) εκδόσεως της θυγατρικής της Τράπεζας Πειραιώς εταιρείας, με την επωνυμία "Piraeus Group Capital Limited" και στην αγορά άληκτου ομολόγου (perpetual) εκδόσεως της τράπεζας Royal Bank Scotland έναντι μέσης τιμής κτήσης στις 3-12-2004, 100.000 ευρώ περίπου για το πρώτο και 101.000 ευρώ περίπου για το δεύτερο και ονομαστική αξία εκάστου, κατά τον ως άνω χρόνο (3-12-2004), 99.000 ευρώ και 98.000 ευρώ, αντίστοιχα. Ωστόσο, ο πρώτος ενάγων από τις επαφές του με τους προαναφερθέντες προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης και τις διευκρινήσεις που του έδωσαν αποκόμισε την εντύπωση ότι, όσον αφορά το πρώτο των ως άνω ομολόγων, ήταν έκδοσης της γνωστής σε αυτόν Τράπεζας Πειραιώς, που θα έληγε την 27/10/2014, ενώ για αμφότερα ότι ήταν εξασφαλισμένη η ανάληψη του κεφαλαίου του στο ακέραιο οποτεδήποτε το επιθυμούσε. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του έτους 2005 ο πρώτος ενάγων, κατόπιν προσκλήσεως από τους προστηθέντες υπαλλήλους του καταστήματος της Λάρισας της εναγόμενης, μετέβη εκ νέου στο εν λόγω υποκατάστημα και συνομίλησε με τον Γ. Σ., ο οποίος, λαμβάνοντας υποτίθεται υπόψη του την επιθυμητή από τους ενάγοντες κατεύθυνση της επένδυσης τους με τα προαναφερθέντα ανωτέρω χαρακτηριστικά, όπως αυτή είχε εκφραστεί ήδη ρητώς από τον πρώτο ενάγοντα προς τον ίδιο (Γ. Σ.), τον παρότρυνε να επενδύσει μετά της συζύγου του, στο επενδυτικό προϊόν 10ετούς διάρκειας υπό τον τίτλο Best Allocator Note with Coupon της εταιρίας Lehman Brothers Treasury Co B.V. το ποσό των 50.000 ευρώ, παρουσιάζοντας τούτο ως κατάλληλη επιλογή ανταποκρινόμενη στις εκπεφρασμένες από τους ενάγοντες προσδοκίες τους, και στο επενδυτικό προφίλ αυτών. Ο πρώτος ενάγων από την ενημέρωση και τις διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον προαναφερθέντα προστηθέντα υπάλληλο της εναγόμενης Γ. Σ. αποκόμισε την εντύπωση ότι το εν λόγω επενδυτικό προϊόν διασφάλιζε στο ακέραιο τόσο το κεφάλαιό τους καθ' όλη τη διάρκεια του, αφού αυτό ήταν απολύτως εγγυημένο από την ίδια την εναγόμενη καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης όσο και το επιτόκιο καθώς του παρεχόταν ελάχιστο εγγυημένο επιτόκιο της τάξεως του 3.5 % ετησίως επί του ως άνω αμετάβλητου κεφαλαίου της επένδυσης. Η εν λόγω παρουσίαση, η οποία έγινε προφορικά στον ενάγοντα χωρίς να του γίνει κάποια έγγραφη ενημέρωση, πέραν του ότι διήρκεσε ελάχιστα λεπτά, έλαβε, επιπροσθέτως, χώρα υπό καθεστώς χρονικής πίεσης καθώς ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης του τόνισε επανειλημμένως ότι θα έπρεπε να δώσει την συγκατάθεσή του άμεσα, αφού η σχετική προσφορά της τράπεζας έληγε στις 20.12.2005. Πράγματι, πεπεισμένος για τη φύση και λειτουργία του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος υπό τους προαναφερθέντες όρους και υπό την πίεση της χρονικής προθεσμίας για την λήξη της προσφοράς αυτής, ενόψει και του ότι η εν λόγω επενδυτική επιλογή παρουσιάστηκε από τον προαναφερθέντα προστηθέντα της εναγόμενης ως "εξαιρετική επενδυτική ευκαιρία", ο πρώτος ενάγων έδωσε την συγκατάθεση του για να λάβει χώρα η αγορά του εν λόγω προϊόντος με αγοραστές τους ενάγοντες από κοινού. Σημειώνεται ότι, κατά τον χρόνο αγοράς του επιδίκου ομολόγου, η δεύτερη ενάγουσα ήταν οικοκυρά, ενώ ο πρώτος ενάγων, που είχε γεννηθεί το έτος 1938, ήταν μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος μηχανικός και εργολήπτης δημοσίων έργων και δεν διέθετε οποιασδήποτε μορφής ειδική οικονομική εκπαίδευση ή εμπειρία, που θα του επέτρεπε να επιλέξει ο ίδιος, ενεργών και για λογαριασμό της δεύτερης τον επωφελέστερο από οικονομική απόψεως τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, σε καμία, δε, περίπτωση δεν είχε σκοπό να διακινδυνεύσει την απώλεια έστω και μέρους αυτού. Απέβλεπε απλώς σε μία καλύτερη απόδοση του κεφαλαίου τους σε σχέση με αυτήν που τους προσέφεραν τα προϊόντα των απλών προθεσμιακών καταθέσεων. Επιπλέον τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του βρισκόταν εκτός του κύκλου των προσώπων, που θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν και κατά μείζονα λόγο να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν ένα εκτεταμένο σύνολο προφορικών, ειδικών πληροφοριών, που αφορούν στη μορφή, στο περιεχόμενο και κυρίως στις διακρίσεις με γνώμονα τους κινδύνους των διάφορων προτεινόμενων επενδυτικών επιλογών. Με δεδομένους τους όρους αυτούς, που προσδιορίζουν ποια ήταν η θέση κάθε μέρους στη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση, είναι βέβαιο ότι η σχέση τους δεν είχε μόνο το στοιχείο της διεκπεραίωσης ή μεσολάβησης, ήτοι της εκτέλεσης εκ μέρους της εναγομένης των εντολών του πρώτου ενάγοντος όποιας επενδυτικής επιλογής απέδιδε αντίστοιχη απόφαση του ίδιου και της αντιπροσωπευόμενης από αυτόν δεύτερης ενάγουσας συζύγου του, στην οποία είχαν καταλήξει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιοι, αφού προηγουμένως είχαν απλώς ενημερωθεί από την εναγομένη για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα. Άλλωστε σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν αναγκαία η μετάκληση εξειδικευμένου υπαλλήλου, που υπηρετούσε σε εξειδικευμένη υπηρεσία της εναγομένης σε άλλη πόλη, ώστε να συνομιλήσει και να διαφωτίσει τον πρώτο ενάγοντα, προφανώς ως πλέον ειδικός σε σχέση με τους τραπεζικούς υπαλλήλους της εναγομένης στην πόλη της Λάρισας. Αντιθέτως κρίθηκε αναγκαία η προσέλευση του στο υποκατάστημα της Λάρισας, με το οποίο συνεργάζονταν οι ενάγοντες, ώστε να παράσχει στον πρώτο εξ αυτών, που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης, όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες, προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει τις προταθείσες σε αυτόν επενδύσεις του κεφαλαίου τους, γεγονός που καταδεικνύει και το είδος της συναλλακτικής σχέσης αλλά και τον εξειδικευμένο χαρακτήρα της συναλλαγής, την οποία δεν μπορούσαν να διεκπεραιώσουν οι υπόλοιποι υπάλληλοι του καταστήματος Λάρισας.
Συνεπώς, από τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η συνδέουσα τους διαδίκους συναλλακτική σχέση είχε στην πραγματικότητα το χαρακτήρα σιωπηρώς καταρτισθείσας σύμβασης με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέλαβε μέσω του υπαλλήλου της Γ. Σ. ως βοηθού εκπλήρωσης την υποχρέωση να δώσει συμβουλές στον ενάγοντα για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η πληροφόρηση αυτή είχε μεγάλη σημασία για εκείνον, αφού αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη της σοβαρής απόφασης επένδυσης του κεφαλαίου του, ο ίδιος δε ως άνω υπάλληλος της εναγομένης ήταν αυτός που διαμόρφωσε και το περιεχόμενο της επιλογής του, δηλαδή της αγοράς του επιδίκου ομολόγου. Οι ενάγοντες έλαβαν πρώτη φορά στις 31-1-2006 φωτοτυπία εγγράφου επιβεβαίωσης της εν λόγω συναλλαγής το οποίο δεν διαλάμβανε κανέναν όρο που να περιέχει, είτε πληροφορίες για το προϊόν είτε οιαδήποτε αναφορά σε οποιονδήποτε επενδυτικό κίνδυνο. Στο εν λόγω έγγραφο αναφερόταν γενικά και αόριστα ότι πραγματοποιήθηκε αγορά "τραπεζικών ομολόγων του εξωτερικού", αξίας 50.000 ευρώ δεκαετούς διάρκειας, ήτοι από 19.1.2006 έως 12.1.2016. Εν συνεχεία, διαρκούσης της συμβάσεως, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι η εν λόγω ομολογία δεν απέδιδε τον αναμενόμενο με βάση την εντύπωση που είχαν σχηματίσει τόκο, ήτοι ελάχιστο εγγυημένο επιτόκιο της τάξεως του 3,5 % ετησίως και για το λόγο αυτό, πέραν των προφορικών οχλήσεων, απέστειλαν προς την εναγόμενη σωρεία επιστολών συστηματικά, από το έτος 2007 και εντεύθεν, διαμαρτυρόμενοι για τη μη λειτουργία της συμβάσεως με βάση τα συμφωνηθέντα. Ειδικότερα, στις 29-5-2007 απεστάλη η πρώτη επιστολή διαμαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα, ενώ με την δεύτερη ήδη από 19-9-2007 επιστολή του εκφράζει τη βούλησή του να ανακαλέσει (ή ρευστοποιήσει) το επίδικο ομόλογο, αφού όμως πρώτα ενημερωθεί από την εναγόμενη για τις τυχόν επιπτώσεις αυτής της επιλογής. Το εν λόγω αίτημα επαναλήφθηκε με την από 5-11-2007 επιστολή διαμαρτυρίας του προς την εναγόμενη, όπου μάλιστα αναφέρει ότι ο ίδιος πάντως δεν πιστεύει ότι υπάρχουν επιπτώσεις από την ανάκληση (ή ρευστοποίηση) του επίδικου προϊόντος. Η εναγόμενη απαντά πρώτη φορά στο εν λόγω αίτημα του πρώτου ενάγοντος στις 12-12-2007 αναφέροντας του μεταξύ άλλων ότι: "σε απάντηση του αιτήματος σας αναφορικά με την αποτίμηση της μίας ομολογίας Best Allocator Note with Coupon της εταιρίας Lehman Brothers Treasury Co B.V. ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, σας ενημερώνουμε για τα ακόλουθα: (α) δεδομένης της μη εισαγωγής των ανωτέρω τίτλων σε Χρηματιστήριο η εκάστοτε τιμή τους πριν τη λήξη τους ανακοινώνεται στην Τράπεζα μας από τον εκπρόσωπο των υπολογισμών που αναφέρεται στο συνοπτικό πληροφοριακό έντυπο "Best Allocator Note with Coupon" κατόπιν σχετικού αιτήματος της Τράπεζας μας, το οποίο του υποβάλλεται από αυτήν, όποτε υπάρχει ενδιαφέρον από πελάτη της να πωλήσει τους τίτλους, (β) Η τιμή πώλησης των ανωτέρω τίτλων ανέρχεται σήμερα (προ φόρων) στο 83% της ονομαστικής τους αξίας. Στην τιμή αυτή δεν έχουν συμπεριληφθεί τυχόν δεδουλευμένοι τόκοι." Επιπροσθέτως με την ίδια απαντητική επιστολή η εναγόμενη τον διαβεβαίωνε ότι εφόσον θα αποφάσιζε την πώληση του ομολόγου η ίδια θα αγόραζε άμεσα αυτό χωρίς καμία προμήθεια ή περαιτέρω επιβάρυνση του πελάτη της στην τιμή που αυτό θα είχε κατά την ημερομηνία ρευστοποίησης. Στις 31-1-2008 ο πρώτος ενάγων απέστειλε νέα επιστολή στην εναγόμενη με τη οποία ζητούσε τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου του από το private banking του Βόλου στο υποκατάστημα της Λάρισας, καταγγέλλοντας ότι ο Γ. Σ. τον είχε παραπλανήσει δίνοντας του την εντύπωση ότι το κεφάλαιο του που επενδύθηκε: 1) στο ομόλογο (perpetual) εκδόσεως της "Piraeus Group Capital Limited" 2) στο ομόλογο (perpetual) της τράπεζας Royal Bank Scotland ... Και 3) στο ομόλογο Best Allocator Note της εταιρίας Lehman Brothers Treasury Co B.V. θα ήταν εγγυημένο 100% όποτε και εάν αυτός θα επιθυμούσε τη ρευστοποίηση τους, ενώ όταν ενδιαφέρθηκε να ρευστοποιήσει το συνολικό κεφάλαιο του πληροφορήθηκε για πρώτη φορά με έκπληξη από την εναγόμενη ότι το αντίτιμο που θα λάβει για τα εν λόγω ομόλογα θα είναι στο 90% του κεφαλαίου των 100.000 ευρώ, και 96% του κεφαλαίου των 100.000 ευρώ για τα δύο προαναφερθέντα perpetuals ομόλογα, αντίστοιχα, ενώ το 80% του κεφαλαίου των 50.000 ευρώ για το επίδικο ομόλογο. Ακολούθως οι επιστολές διαμαρτυρίας του πρώτου ενάγοντος προς την εναγόμενη συνεχίστηκαν μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2008 οπότε έλαβε χώρα η πτώχευση της εταιρίας Lehman Brothers με συνέπεια την μηδενική αποτίμηση του ως άνω τίτλου Best Allocator Note εκδόσεως της. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, παρασχέθηκε η απαραίτητη ενημέρωση τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια ισχύος της ως άνω σύμβασης αλλά και πριν την αγορά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων, προσκομίζοντας προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού της την από 19-1-2006 αίτηση για την αγορά του επιδίκου ομολόγου με το επισυναπτόμενο πληροφοριακό έντυπο υπό τον τίτλο "Best Allocator Note with Coupon". Ωστόσο, στην εν λόγω αίτηση αναφέρεται μόνο η ονομαστική αξία του ομολόγου και η 10ετής του διάρκεια, ενώ όλοι οι κρίσιμοι επί μέρους όροι, οι οποίοι αποτέλεσαν το αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων αναφέρονται λεπτομερώς μόνο στο επισυναπτόμενο πληροφοριακό έντυπο υπό τον τίτλο "Best Allocator Note with Coupon", το οποίο όμως είναι συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα, την οποία από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι γνώριζε και μάλιστα σε επαρκή βαθμό ώστε να αντιληφθεί το περιεχόμενο του με δυσχερείς οικονομικούς όρους κειμένου, ο πρώτος ενάγων κατά το χρόνο της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης. Άλλωστε όταν ο Γ. Σ. πρότεινε το εν λόγω επενδυτικό προϊόν στον πρώτο ενάγοντα και ο τελευταίος έδωσε τη συγκατάθεση του για την αγορά του, ήταν Δεκέμβριος του έτους 2005 και ως εκ τούτου δεν του είχε δοθεί ακόμη το εν λόγω κείμενο αλλά μόνο προφορικές διαβεβαιώσεις για το περιεχόμενο και τους όρους του ομολόγου. Το γεγονός ότι ο πρώτος ενάγων έδωσε τη συγκατάθεση του για την αγορά τον Δεκέμβριο του έτους 2005 επιβεβαιώνεται και από το από 24-11-2005 έντυπο παρουσίασης του προγράμματος Wealth Planner II προς τους πελάτες της εναγομένης του τμήματος ιδιωτικής τραπεζικής, όπου φαίνεται ότι η προσφορά από την Τράπεζα του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος έληγε στις 20-12-2005, αλλά και από την ημερομηνία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής που κατήρτισαν στις 22-12-2005 οι ενάγοντες με την θυγατρική ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης, EGF Eurolife Ασφαλιστική, και το οποίο προωθούνταν από την εναγόμενη ως πακέτο μαζί με το επίδικο επενδυτικό προϊόν. Επίσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ήταν έμπειροι επενδυτές και χαρακτηρίζονται με βάση το χαρτοφυλάκιο τους (συνολικής αξίας 264.901 ευρώ στις 31.3.2006) ως επενδυτές μέτριου ρίσκου, ως επιχείρημα δε για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού της προβάλει το γεγονός ότι ήδη από το 2004 είχαν επενδύσει σε διαρκείς ομολογίες (perpetuals) εκδόσεως της Τράπεζας Πειραιώς ... και της τράπεζας Royal Bank Scotland ... ονομαστικής αξίας 99.000 ευρώ και 98.000 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι σε υβριδικούς άληκτους τίτλους που θεωρούνται υψηλού ρίσκου, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 38,1% και 37,4% του χαρτοφυλακίου τους. Όμως η εν λόγω επένδυση την οποία μνημονεύει η εναγόμενη έλαβε χώρα υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτές που έλαβε και η επίδικη (βλ. σχετικά και την υπ' αρ. 277/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 227/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, και κατέστη αμετάκλητη με την υπ’ αριθμ. 1163/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του πρώτου ενάγοντος κατά της εναγόμενης σχετικά με το ομόλογο της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και την υπ' αρ. ...-2007 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την οποία επιβλήθηκε στην εναγόμενη πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ εξαιτίας της εκ μέρους της πλημμελούς ενημέρωσης του ενάγοντος σχετικά με το ομόλογο της Τράπεζας Πειραιώς). Σημειώνεται, εξάλλου, ότι περί τον Ιούνιο του έτους 2011 ο πρώτος ενάγων έλαβε έγγραφη ενημέρωση της εναγομένης για τη χρονική περίοδο από την 01/02/2011 μέχρι την 29/04/2011, στην οποία το πρώτον γίνεται αναφορά περί της λήξης του ομολόγου εκδόσεως της "Piraeus Group Capital Limited" την 27/10/2049 και όχι την 27/10/2014 που αναγραφόταν στο έγγραφο που είχε χορηγηθεί σ’ αυτόν από την εναγομένη κατά την αγορά του ως άνω ομολόγου την 3-12-2004, το οποίο όπως και το ομόλογο της τράπεζας Royal Bank Scotland ... δεν συνιστούσε ένα σύνηθες ομόλογο σταθερής λήξης, αλλά έφερε το χαρακτήρα ομολόγων της ούτω καλούμενης κατηγορίας "perpetual bonds" (ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας) που δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα δεδομένου του ότι η χρήση και η κυκλοφορία των "perpetual bonds" ως ομολόγων ομολογιακού δανείου παράγει μία ψευδή εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμα και έναν βαθείας γνώσης επενδυτή, ως προς τη νομική φύση της λειτουργίας τους ... ιδιότητα την οποία σαφώς και δεν είχαν οι ενάγοντες. Άλλωστε οι τελευταίοι σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρονταν για μία υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζαν υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα, αντίθετα, ενδιαφέρονταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε σε αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, με σταθερό επιτόκιο και απλό στην επενδυτική πρακτική, το οποίο θα διασφάλιζε, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου τους και μακροπρόθεσμα θα του απέφερε κέρδη από τους τόκους. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης σχημάτισε σχημάτισε πράγματι εξ αρχής πεπλανημένη αντίληψη περί της φύσης και της λειτουργίας του επιδίκου ομολόγου που αγόρασε, οφειλόμενη (η πεπλανημένη αντίληψη) στις ασαφείς και για αυτό το λόγο παραπλανητικές πληροφορίες που του παρείχε για το εν λόγω ζήτημα ο υπάλληλος - προστηθείς της εναγόμενης Γ. Σ., ο οποίος δεν παρέσχε στον ως άνω ενάγοντα επαρκή ενημέρωση σχετικά με την ακριβή φύση του υποδειχθέντος και εν τέλει αγορασθέντος ομολόγου και ειδικότερα ότι το εν λόγω επενδυτικό προϊόν δεν διασφάλιζε το κεφάλαιο καθ' όλη τη διάρκεια του αλλά μόνο στη λήξη του και ότι τούτο ήταν απολύτως εγγυημένο στη λήξη του από την εκδότρια εταιρεία και όχι από την εναγόμενη καθώς και ότι παρείχε ελάχιστο εγγυημένο επιτόκιο της τάξεως του 3,5 % μόνο για το πρώτο έτος της επένδυσης και μάλιστα όχι επί της ονομαστικής αξίας αλλά επί της πραγματικής (και άρα μεταβαλλόμενης) αξίας του ως άνω κεφαλαίου της επένδυσης. Επιπλέον δεν παρέσχε οποιουδήποτε είδους έγγραφη ενημέρωση σχετικά με τα ανωτέρω στοιχεία αλλά αντιθέτως αρκέσθηκε σε μία προφορική ενημέρωση του πρώτου ενάγοντος, κατά την οποία τον διαβεβαίωσε ότι το επενδυθέν κεφάλαιο δεν θα διέτρεχε κίνδυνο, χωρίς να τον ενημερώσει ότι με την υποδειχθείσα μορφή επένδυσης ο ίδιος και η αντιπροσωπευόμενη από αυτόν δεύτερη ενάγουσα, διέτρεχαν τον κίνδυνο, εφόσον χρειαστεί να ρευστοποιήσουν το ομόλογο πριν τη λήξη του, να εισπράξουν πολύ μικρότερο έως και μηδενικό αντίτιμο από την πώληση σε σχέση με το ποσό που είχαν καταβάλει για την αγορά του, ενώ και οι τόκοι του ομολόγου επίσης επηρεάζονταν από την πραγματική αξία του. Εξάλλου, όπως προεξετέθη και ανωτέρω, τόσο ο πρώτος ενάγων όσο και η δεύτερη ενάγουσα σύζυγός του δεν περιλαμβάνονταν στην κατηγορία των έμπειρων επενδυτών. Οι περιορισμοί τους, αναγόμενοι στην έλλειψη ειδικών γνώσεων επί των χρηματοπιστωτικών μέσων και σχετικών εμπειριών, υφίσταντο και κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης. Μάλιστα, εάν ο προαναφερόμενος υπάλληλος είχε παραδώσει εγγράφως στον πρώτο ενάγοντα το ενημερωτικό δελτίο με τη λεπτομερή αναφορά των όρων του ομολόγου όχι στην αγγλική γλώσσα αλλά μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, πριν τη κατά προτροπή του (εν λόγω υπαλλήλου), λήψη από αυτόν (τον ενάγοντα) της σχετικής απόφασης για την αγορά του επιδίκου ομολόγου, ενώ παράλληλα είχε επιχειρήσει να του αναπτύξει τις δυσνόητες για το μέσο κοινωνό οικονομικές έννοιες αυτού και να του εξηγήσει το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης, που περιγράφεται σε αυτό, και δεν είχε παραλείψει, όπως είχε υποχρέωση, να τον ενημερώσει σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία του υπέδειξε να επιχειρήσει, ο συγκεκριμένος διάδικος που ενεργούσε και για λογαριασμό της συζύγου του δεν θα επιχειρούσε την τοποθέτηση του εκ ποσού 50.000 ευρώ κεφαλαίου τους σε αυτό το επενδυτικό προϊόν, προεχόντως διότι αυτό δεν είχε τα χαρακτηριστικά, που οι ενάγοντες οπωσδήποτε επιθυμούσαν, ήτοι την κατά βούληση τους επιστροφή ανά πάσα στιγμή ακέραιου του κεφαλαίου τους, και την εξασφαλισμένη είσπραξη τόκων τουλάχιστον 3,5% επί του ποσού των 50.000 ευρώ για όλο το διάστημα της επένδυσης. Επιπρόσθετα, σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δεν θα είχε συμφωνήσει σε μία τέτοιας μορφής επένδυση, εάν ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης του είχε εξηγήσει ότι δεν αποκλείεται η καθολική απώλεια του κεφαλαίου, μεταξύ άλλων και εξαιτίας πτώχευσης της εκδότριας εταιρίας. Εξάλλου η αποστολή ενημερωτικών καταστάσεων σχετικά με την πορεία της επένδυσης δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει την αναγκαία πληροφόρηση του επενδυτή πριν τη σύναψη αγοράς του ομολόγου, αφού αυτές ως εκ του προορισμού τους αποστέλλονται σε τακτά χρονικά διαστήματα μετά την αγορά του ομολόγου και μάλιστα αναφέρονται στην απόδοση της επένδυσης και όχι στο είδος αυτής, για την οποία προϋποτίθεται ότι έγινε επαρκής ενημέρωση πριν την τοποθέτηση των χρημάτων από τον υποψήφιο επενδυτή. Η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, συνιστάμενη στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, παροχής ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης των εναγόντων πελατών της σχετικά με την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τον Ν. 2396/1996, συνιστά υπαίτια εκ μέρους της εναγομένης πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, που απορρέουν από τη συναφθείσα, μεταξύ αυτής και των εναγόντων, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, όπως ειδικότερα αναλύθηκε ανωτέρω. Παράλληλα, η προπεριγραφομένη συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, Γ. Σ., ο οποίος εξυπηρέτησε τους ενάγοντες, συνιστά ταυτόχρονα και παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως οι αρχές αυτού αναλύθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες (αρχές) δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών: α) εάν δεν εφιστούν εγγράφως αλλά και με προφορική ανάλυση (αναλόγως των δυνατοτήτων κάθε επενδυτή) την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαιτέρως εάν πρόκειται για προϊόν περισσότερο πολύπλοκο ή επικίνδυνο από τα μέχρι τότε επιλεγόμενα και στην προκειμένη περίπτωση το άνω ομόλογο προωθήθηκε στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους χωρίς να τους παρασχεθούν οι σχετικές πληροφορίες και να χορηγηθεί σε αυτούς ενημερωτικό δελτίο στο οποίο να αναφέρονται λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά τους και όλες οι αναγκαίες για το σχηματισμό επενδυτικής αποφάσεως ως άνω πληροφορίες, β) εάν δεν πραγματοποιούν, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των περιλαμβανομένων στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα κινητών αξιών, γ) εάν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων προς επένδυση τίτλων και δ) εάν δεν λαμβάνουν υπόψη και δεν αξιολογούν ορθώς και προς το συμφέρον του επενδυτή την οικονομική του κατάσταση, τους επιδιωκομένους από αυτόν στόχους, την εμπειρία και τις γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επενδύσεως. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, καθόσον δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ο οποίος δεν διαθέτει καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά, δεν παρουσιάζει συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ως εκ τούτου, τυγχάνουν της προβλεπόμενης στον Ν. 2251/1994 προστασίας ως το ασθενέστερο μέρος έναντι των παρεχουσών σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών της εναγομένης.
Περαιτέρω, η εκ μέρους του υπαλλήλου Γ. Σ. του τμήματος private banking της εναγομένης προπεριγραφείσα πλημμελής εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης του πρώτου ενάγοντος που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, εφόσον αντιβαίνει στον ισχύσαντα τότε Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. και των ν. 2396/1996 και 3606/2007, διαδοχικά εφαρμοζόμενων στην υπό κρίση περίπτωση, καθώς διά των παραπάνω διαβεβαιώσεων προς τον πρώτο ενάγοντα, αλλά και της αποσιωπήσεως των παραπάνω ουσιωδών περιστατικών, ο τελευταίος πείστηκε να προβεί στην αγορά του ένδικου επενδυτικού προϊόντος, για την άδικη δε αυτή πράξη θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη της εναγομένης ως προστήσασας τον εν λόγω υπάλληλό της (ΑΚ 922). Επίσης, θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, διότι ο ως άνω προστηθείς διά της περιγραφείσας υπαίτιας συμπεριφοράς του παραβίασε τις απορρέουσες από την καλή πίστη συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και προστασίας των συμφερόντων των εναγόντων ενεργώντας αντίθετα προς όσα ανέμεναν οι ενάγοντες από τη σχέση εμπιστοσύνης, που υπήρχε μεταξύ τους (914, 281, 288 και 922 ΑΚ). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ως άνω αντισυμβατική, υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πράξεις και παραλείψεις του προστηθέντος αυτής υπαλλήλου, συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα στους ενάγοντες ζημία, διότι η επένδυσή τους στο επίδικο ομόλογο επιχειρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς αυτούς της ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής (επένδυσης) και να αποφασίσουν οι ίδιοι, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των προσδοκιών και των στόχων τους, εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη σ? αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής τους όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία, ουδόλως, δε, αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) θα αγόραζαν το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, έστω δηλαδή και αν είχαν δοθεί σε αυτούς όλες οι επιβαλλόμενες συμβουλές και πληροφορίες. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι και αληθής υποτιθέμενη η συμπεριφορά της, όπως την εκθέτουν οι ενάγοντες, δεν προκάλεσε τη ζημία σε αυτούς διότι αυτή προήλθε αιτιωδώς αποκλειστικά από το όλως απρόβλεπτο γεγονός της κήρυξης σε πτώχευση της έως τότε φερέγγυας εταιρίας που εξέδωσε τους επίδικους τίτλους. Ωστόσο, το προαναφερθέν γεγονός της πτώχευσης της εύρωστης κατά το χρόνο απόκτησης του επίδικου ομολόγου από τους ενάγοντες, εκδότριας "Lehman Brothers", ουδόλως δύναται να εκτιμηθεί ως γεγονός το οποίο διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα της απώλειας του επενδυθέντος κεφαλαίου των εναγόντων, καθώς η εν λόγω απώλεια επήλθε αποκλειστικά από την εκδηλωθείσα κατά τα ως άνω υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης διά της παροχής συμβουλής για επένδυση στο επίδικο προϊόν, που δεν ήταν συμβατό με το άνω προφίλ των εναγόντων σε συνδυασμό με την αποσιώπηση των άνω χαρακτηριστικών του, η οποία συμπεριφορά ήταν ικανή να προκαλέσει και προκάλεσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων την παραπάνω αναφερόμενη στους ενάγοντες ζημία. Δηλαδή το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από το ως άνω συμβάν, το οποίο αποτελεί γεγονός αδιάφορο για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ζημίας, δεδομένου ότι, στην προκειμένη επένδυση, η αγορά του ενδίκου ομολόγου αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης, η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά του, λόγω της πλημμελούς πληροφόρησης και συμβουλής και, συνεπώς, η ίδια η αγορά του ομολόγου, άρα και η τοποθέτηση των χρηματικών ποσών, οι οποίες δεν απετράπησαν, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της εναγομένης, αφού, χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση και συμβουλή, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης, οι επενδυτές ενάγοντες δεν θα είχαν επιλέξει να προχωρήσουν σ' αυτή και θα απείχαν από την τοποθέτηση των χρημάτων τους. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, κρίνεται ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών της και της ζημίας των εναγόντων και επομένως συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης τους." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγόμενης τράπεζας και της ζημίας των εναγόντων, επειδή αυτός, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της εναγόμενης, που πήγαζαν από την σιωπηρώς συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, αλλά και των υποχρεώσεων πρόνοιας και προστασίας των συμφερόντων των εναγόντων, που πήγαζαν από την καλή πίστη, δεν παρέσχε στον πρώτο ενάγοντα, που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης, επαρκή ενημέρωση ως προς τα χαρακτηριστικά του ομολόγου εκδόσεως της αλλοδαπής εταιρίας Lehman, και συγκεκριμένα δεν τον πληροφόρησε ότι το ομόλογο α) δεν διασφάλιζε το κεφάλαιο καθ' όλη τη διάρκειά του, αλλά μόνο στη λήξη του, επομένως οι ενάγοντες διέτρεχαν τον κίνδυνο, σε περίπτωση πρόωρης ρευστοποίησής του, να εισπράξουν μικρότερο ποσό, β) δεν διασφάλιζε το κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας, γ) δεν ήταν εγγυημένο από την τράπεζα, αλλά μόνο από την εκδότρια αυτού, και δ) παρείχε απόδοση ύψους 3,5% του κεφαλαίου μόνο κατά το πρώτο έτος της επένδυσης, υπολογιζόμενη επί της αγοραίας αξίας του ομολόγου και όχι επί της ονομαστικής, με αποτέλεσμα ο πρώτος ενάγων να προβεί στην αγορά του ομολόγου, δηλαδή σε ενέργεια που δεν ήταν συμβατή με τις επενδυτικές επιλογές των εναγόντων, οι οποίοι επιθυμούσαν να επενδύσουν σε ασφαλές επενδυτικό προϊόν, όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, που προσέφερε εξασφάλιση του κεφαλαίου τους και παροχή τόκων, και στην οποία (αγορά) αυτός δεν θα είχε προβεί, αν γνώριζε τα παραπάνω, και δεχόμενη περαιτέρω ότι η εναγόμενη ευθύνεται ενδοσυμβατικά και αδικοπρακτικά σε αποζημίωση των εναγόντων, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 330, 914, 922, 932 Α.Κ. και 8 του ν. 2251/1994, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ζημιογόνων περιστατικών και της επελθούσας ζημίας, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα το Εφετείο, με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται αφενός ότι ο πρώτος ενάγων ήταν μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός, εργολήπτης δημοσίων έργων και ηλικίας 67 ετών κατά το χρόνο της ένδικης συναλλαγής, ότι η εκδότρια του ομολόγου εταιρία Lehman κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της επενδυτικής σύμβασης ήταν οικονομικά εύρωστη και ότι οι ενάγοντες είχαν επενδύσει κατά το παρελθόν μέσω της εναγόμενης σε διαρκή (άληκτα) ομόλογα, μεταξύ αυτών και σε ομόλογο της Royal Bank of Scotland, επένδυση, για την οποία δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κρίθηκε επιλήψιμη από δικαστήριο ή ελεγκτική αρχή, και αφετέρου ότι ο πρώτος ενάγων, αν είχε ενημερωθεί από τον προστηθέντα της εναγόμενης ότι το ομόλογο διασφάλιζε την απόδοση του κεφαλαίου μόνο στη λήξη του, ότι δεν αποκλείεται η ολική απώλεια του κεφαλαίου σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας και ότι η εναγόμενη δεν εγγυάται την πληρωμή του, δεν θα προέβαινε στην αγορά του, αφού η παραδοχή του Εφετείου του ότι η αγορά του ομολόγου συνδέεται αιτιωδώς με την ελλιπή πληροφόρηση του πρώτου ενάγοντος για τα περιστατικά αυτά δεν βρίσκεται σε λογική ακολουθία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τις προηγούμενες παραδοχές του. Συγκεκριμένα, α) ο πρώτος ενάγων, ενόψει του μορφωτικού του επιπέδου, του είδους της επαγγελματικής του απασχόλησης, στην οποία είναι συνηθισμένες οι συναλλαγές με αξιόγραφα, και της κοινωνικής εμπειρίας του, όπως αυτά γίνονται δεκτά από το Εφετείο, είχε την ικανότητα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να γνωρίζει, χωρίς ειδικότερη πληροφόρηση από τον υπάλληλο της εναγόμενης, ότι το ομόλογο ήταν πληρωτέο στην ονομαστική του αξία μόνο κατά τη λήξη του και ότι η ενδιάμεση αγοραία αξία του ήταν εξαρτημένη, όπως και η πληρωμή του κατά τη λήξη του, από τη μη θέση της εκδότριας σε κατάσταση πτώχευσης, γεγονότα για τα οποία δεν απαιτούνται εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, β) η πιθανότητα πτώχευσης της εκδότριας του ομολόγου δεν ήταν σοβαρή, εφόσον αυτή κατά τον χρόνο της ένδικης συναλλαγής ήταν οικονομικά εύρωστη, και συνεπώς δεν αρκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων για να αποτρέψει από την επένδυση το μέσο επιμελή συναλλασσόμενο, και γ) η προηγούμενη εμπειρία των εναγόντων από επένδυση σε χρηματοοικονομικά προϊόντα εκδόσεως τρίτων αρκούσε για να τους πληροφορήσει ότι αυτά δεν συνοδεύονται από εγγύηση της εναγόμενης, ούτε υπάρχει, περαιτέρω, παραδοχή του Εφετείου ότι η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης του πρώτου ενάγοντος σχετικά με το ακριβές ύψος της ετήσιας απόδοσης του ομολόγου αρκούσε, από μόνη της, να αποτρέψει αυτόν από την επένδυση, συνεπώς δεν αιτιολογείται επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι προαναφερθείσες παραλείψεις του υπαλλήλου της εναγόμενης υπήρξαν στη συγκεκριμένη περίπτωση η αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, του ζημιογόνου αποτελέσματος της απώλειας του κεφαλαίου των εναγόντων. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5882/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ