ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1146/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1146/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1146/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1146 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1146/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Μ. Β., το γένος Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Κακαρούνα.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Β. του Φ., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Αφαλωνιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-09-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 511/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-01-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-1-2024 (αριθμ. κατ.δικ. 2/2024 αριθμ. δικ. 751/2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 592 επ. ΚΠολΔ), υπ` αριθ. 511/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε κατ`ουσίαν την από 11-7-2022 έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου υπ`αριθ. 316/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία έγινε δεκτή η από 22-9-2020 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ τους γάμου, λόγω του τεκμαιρόμενου από τη διετή διάσταση αυτών ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), ενώ λόγω της φύσεως της διαφοράς δεν απαιτείται η προσκόμιση παραβόλου για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου (άρθ. 495 § 3Γβ`εδ.τελευτ. ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ'άρθρο 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα.

Στο άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ ορίζεται ότι: "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου της διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων". Από τις διατάξεις αυτές, που καθιερώνουν, ως λόγο διαζυγίου, τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 του Κ.Πολ.Δ., κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο προχωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη, κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά, υπό καθεστώς χωρισμού από 'τραπέζης και κοίτης'. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά στον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και στους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης, που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης. Κατά μείζονα λόγο, δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού. Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή δεν άρχισε ή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής. Κατά συνέπεια, τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφόσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.ΑΠ 20/1990, ΑΠ 1985/2022, ΑΠ 1164/2020, ΑΠ 200/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 590/2013). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1985/2022, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "....Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά το τυπικό του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής στην Πάτρα στις ....1966 (βλ. το αντίγραφο της με αριθμό ..., τόμος 1, έτος 1966 ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ληξιαρχείου Πατρέων) και εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα, στην επί της οδού ... των Ζαρουχλέϊκων οικία, όπου και η τελευταία κοινή διαμονή τους. Η έγγαμη συμβίωσή τους, κατά τη διάρκεια της οποίας απέκτησαν τρία ήδη ενήλικα τέκνα, ήταν αρχικά ομαλή, στη συνέχεια, όμως, δημιουργήθηκαν έντονα προβλήματα μεταξύ τους με αποτέλεσμα να διασπαστεί από τον Οκτώβριο του 2010 με την αποχώρηση αρχικά της εναγόμενης από την συζυγική κατοικία, η οποία ανήκε στην ιδιοκτησία της και στην οποία αυτή αργότερα επανήλθε, οπότε αποχώρησε ο ενάγων, ο οποίος εγκαταστάθηκε σε χωριστή οικία. Έκτοτε, δηλαδή από τον Οκτώβριο του 2010, οι άνω σύζυγοι διαμένουν χωριστά, ενώ μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (11.3.2022) αλλά και μέχρι σήμερα (9.11.2023) δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των δύο ετών, δεν υπήρξε καμία επαφή ή σχέση μεταξύ τους με πρόθεση συμβίωσης και αποκατάστασης της διάσπασής της για τη διατήρηση του μεταξύ τους γάμου, η δε διάστασή τους είναι τόσο σωματική όσο και ψυχική, χωρίς θέληση να διατηρηθεί η μεταξύ τους κοινωνία βίου, γεγονός που είχαν καταστήσει γνωστό στο ευρύτερο περιβάλλον τους. Η παραπάνω παραδοχή ως προς το χρόνο της επί μακρόν διάστασης των διαδίκων, που ανάγεται στον Οκτώβριο του 2010, προκύπτει ευχερώς από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, η αποδεικτική αξία των οποίων δεν αμφισβητείται, ενώ ουδαμού προέκυψε ότι αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους διαρραγείσες σχέσεις μετά από τη μεσολάβηση ατόμων του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος με την επάνοδο του ενάγοντα στην άνω οικογενειακή τους στέγη περί το μήνα Απρίλιο του 2020 αφού δεν υπάρχει κάποιο αποδεικτικό μέσον, το οποίο να συνηγορεί στην παραδοχή αυτής της εκδοχής της εναγομένης, όπως αβάσιμα αυτή διατείνεται. Επομένως, με βάση την κατά τα ανωτέρω διάσταση των αντίδικων συζύγων, η οποία είναι συνεχής και αδιάλειπτη για χρονικό διάστημα πάνω από ένδεκα έτη, υπερβαίνοντας δηλαδή κατά πολύ τα δύο έτη μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατ'άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός του μεταξύ τους γάμου. Μετά από αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση με το να δεχθεί την παραπάνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως να απαγγείλει τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού συνεπεία συνεχούς διάστασης αυτών για χρονικό διάστημα πλέον της διετίας, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (11.3.2020), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της διετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από το Οκτώβριο του έτους 2010 μέχρι τις 11-3-2022 που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι δεν διακόπηκε η διάσταση των διαδίκων, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της διετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Εξάλλου, με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του περί επανασύνδεσης των διαδίκων και εσφαλμένης εκτίμησης των ενόρκων βεβαιώσεων, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, αλλά και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-1-2024 αίτηση της Α. συζ. Μ. Β., το γένος Δ. και Τ. Λ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 511/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή